Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ο Εθνομάρτυς Άγιος


άγιος Χρυσόστομος αποτελεί σύμβολο αγάπης προς τον Θεό και χρέους προς την πατρίδα, δεδομένου μάλιστα ότι εκπροσωπεί όλους τους πεσόντες και αναιρεθέντες ποικιλοτρόπως κατά τη Μικρασιατική καταστροφή, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από την ιδιαίτερη αγάπη που τρέφουν προς αυτόν όλοι οι Μικρασιάτες, έκφραση της οποίας αποτελούν τα διαρκώς πυκνούμενα γι’ αυτόν βιβλία που εκδίδονται, τα ποιήματα που γράφονται, τα αφιερώματα που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη του, οι προτομές που φιλοτεχνούνται σε περιοχές που υπάρχουν και ζουν Μικρασιάτες, οι ναοί που κτίζονται στη μνήμη του.
Κι είναι ευκαιρία, με το αφιέρωμα τούτο, να τονίσουμε για μια ακόμη φορά την αγιότητα του μαρτυρικου ιεράρχη, γιατί αποδεικνυόμενη αυτή ιδίως από τις τελευταίες στιγμές της ζωής του γίνεται φάρος και οδοδείκτης για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς. Είναι όντως συγκλονιστικές οι περιγραφές του τέλους του κι είναι σα να διαβάζουμε και πάλι από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων τις τελευταίες στιγμές του πρωτομάρτυρα και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Τις περιγραφές αυτές κάνει όχι ένας απλός άνθρωπος, του οποίου ίσως μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ακρίβεια των λόγων του, ούτε κι ένας ραψωδός που μεγεθύνει τα γεγονότα στην εξιστόρησή τους, αλλά ένας επιστήμονας, αυτόπτης συγκλονιστικού γεγονότος, ο ακαδημαϊκός καθηγητής Γεώργιος Μυλωνάς, και μάλιστα σε ομιλία του επίσημη, στις 14 Δεκεμβρίου 1982, στην Ακαδημία Αθηνών.
Παραθέτουμε αυτούσια τα τελευταία λόγια της ομιλίας αυτής:
«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι. Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μία ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή.
- Είσαι δάσκαλος; με ρωτά.
- Αυτήν την τιμή είχα! του απαντώ.
- Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;
- Ναι, του λέγω.
- Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ!
- Ελάτε μαζί μου έξω! λέγω στους συντρόφους μου.
- Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος!
Ποιά ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει:
- Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μία τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος.
Και συνέχισε:
- Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες. Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τί έλεγε;
- Ναι ξέρω, του απήντησα. Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι.
- Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δυο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή.
- Και που τον έθαψαν; ρώτησα με αγωνία.
- Κανείς δεν ξέρει που έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί».
Αυτή είναι η μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που φανερώνει, όπως είπαμε, το μέγεθος της αγιότητας του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, αφού στην πίστη μας την ορθόδοξη εκείνο που αποτελεί αποδεικτικό μεγάλης αγιότητας είναι η αγάπη που απλώνεται και προς τον εχθρό. Και τίποτε να μην ξέραμε για τον άγιο Χρυσόστομο, και μύρια όσα να του έχουν καταλογιστεί, το τέλος του είναι εκείνο που φανερώνει την εσωτερική, της καρδιάς του, ποιότητα. Κι ο άγιος Χρυσόστομος σαν τον Χριστό, σαν τον άγιο Στέφανο, σαν τους αποστόλους και όλους τους αγίους μάρτυρες ευλογεί τους διώκτες του και προσεύχεται γι’ αυτούς. Μόνον όποιος διακατέχεται πλούσια από αυτό το πνεύμα του Χριστού ξέρουμε ότι ανήκει σ’ Εκείνον και προεκτείνει την αγιότητα Εκείνου.«Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;».
Δε θέλουμε να μακρηγορήσουμε. Τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Ας επιτραπεί όμως ως κατακλείδα στη μικρή αυτή αναφορά να μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα ποίημα πού έχει γραφεί ακριβώς για τον άγιο:
Στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης
Ό,τι θεριά ‘νθρωπόμορφα δε βλέπαν και δε νιώθαν,
τό ‘δαν τα δέντρα, τα πουλιά ο ήλιος και το χώμα:
τ’ άγιο κορμί πού κείτουνταν ακρωτηριασμένο,
με πύριν’ όμως την ψυχή και με αγάπης χρώμα!
Τά χείλη του ψιθύριζαν βαμμένα μέσ’ στο αίμα,
την ώρα πού του ρολογιού οι δείκτες σταματούσαν
-κείνο πού πήρ’ ο άνεμος με δέος και με φόβο,
για να το φέρει όπου γης και δάκρυα ξεσπούσαν.
«Πατέρα, τη συχώρηση δώσ’ τους, μη τους γδικιέσαι,
Γιατί δεν ξέρουνε κι αυτοί σαν τότε οι εχθροί Σου»,
λέγαν τα χείλη τ’ άγια του Χρυσοστόμου Σμύρνης,
λίγο πριν φύγει η ψυχή του και από το σώμα χωρίσουν!
Εσείστηκαν οι ουρανοί απ’ τη βαθειά αγάπη
κι ευθύς εφάνη ο Χριστός πού ‘σκυψε κει σιμά του.
«Δούλε καλέ και αγαθέ,μην τον φοβάσαι διόλου
όποιον σου παίρνει τη ζωή μικρό τ’ ανάστημά του»!
Κι έφυγε ο Χρυσόστομος ο της θυσίας άγιος.
Μα άφησε το σώμα του τη γη μας να λιπαίνει.
Από ψηλά τώρα θωρεί κι από την προτομή του
θυμίζοντας το χρέος μας φωνή πού δέν σωπαίνει!
πηγή: Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Έτος 19ο, Αριθμός Φύλλου 207, Σεπτέμβριος 2009
ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΤΟΥ 1922
Ο Χρυσόστομος Σμύρνης και οι σφαγιασθέντες Αρχιερείς
Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης, τον κατακρεούργησαν στις 28 Αυγούστου οι Τούρκοι και μαζί του 342 κληρικούς της Μητροπόλεως Σμύρνης και των περιχώρων που άγρια βασανίστηκαν και μαρτύρησαν για την Ελλάδα και το Χριστό! Τα ονόματα τους δεν διεσώθησαν. Θυμίζω μόνο τους:
-Ιερεύς Μελέτιος, τον σταύρωσαν στον κορμό ενός πεύκου!
-Ιερεύς Ιάκωβος Αρχαντζάκης, άγρια τον παλούκωσαν!
-Ιεροδιάκονος Γρηγόριος, τον έκαψαν ζωντανό!
-Γρηγόριος Μητροπολίτης Κυδωνιών, τον έθαψαν ζωντανό και μαζί του ένα πλήθος κληρικών και λαϊκών της περιοχής του.
-Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων, του πετάλωσαν τα πόδια και τον κατατεμάχισαν. Μαζί του 11 ιερείς και 2 αγνώστων στοιχείων μοναχούς τους έσφαξαν άγρια.
-Ευθύμιος επίσκοπος Ζήλων, από τα Παράκοιλα της Καλλονής, πέθανε στη φυλακή μετά από βασανιστήρια.
-Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, κακοποιήθηκε λίγο πριν το 1922.

Read more:http://www.egolpion.com/CAEB90C0.el.aspx#ixzz3U18MkpSP

      ΑΛΛΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο στρατός μας είχε φύγει· κι ο Πλαστήρας. Η Σμύρνη ήταν ανυπεράσπιστη στα χέρια των Τούρκων. Κι όμως δεν τολμούσον να την πειράξουν. Δεν ήταν δυνατό να τολμήσουν όσο ζούσε ένας άνθρωπος. Δεν κρατούσε στα χέρια του τη στραταρχική ράβδο· ούτε ήταν ζωσμένos με φυσεκλίκια. Τα ράσα ανέμιζαν στο στήθος του και η ποιμαντορική ράβδος ήταν το όπλο του. Ήταν ο Χρυσόστομος Σμύρνης. Ο Μητροπολίτης -γράφει ο Χόρτον στο βιβλίο του «Η μάστιξ της Ασίας»- ήταν κάτωχρος, η σκιά του εγγίζοντος θανάτου ηπλούτο επί του προσώπου του. Ολίγοι, εξ όσων αναγνώσουν τας γραμμάς αυτάς, θα εννοήσουν την σημασίαν του φαινομένου τούτου…». Και προσθέτει: «Δεν μου ωμίλησε περί του κινδύνου, τον οποίον ο ίδιος διέτρεχεν, αλλά με παρεκάλεσε να πράξω παν το δυνατόν προς σωτηρίαν των κατοίκων της Σμύρνης» .Ο Χρυσόστομος αγωνίσθηκε να πετύχει την προστασία του πληθυσμού υπό των Συμμάχων, δεν παρέλειψε το παραμικρό. Αντιλαμβάνεται, όμως, ότι μοναδική ελπίδα είναι ο Θεός.Η 27η Αυγούστου βρίσκει τη Μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής γεμάτη πρόσφυγες. Έσπευσαν να βρουν προστασία στην εκκλησία τους. Είναι ακόμη νωρίς, μόλις 7 το πρωί, όταν ανοίγει η Ωραία Πύλη κι εμφανίζεται ο Μητροπολίτης. Φέρει τα μεγάλα αμφιά του κι είναι ωχρός, αλλά το βλέμμα του αστραποβολεί. Γονατίζει, σαν αμαρτωλός, μπροστά στο Άγιο Βήμα, κι αρχίζει να προσεύχεται κατανυκτικά μαζι με τους πρόσφυγες. Είχε μία τραγική μεγαλοπρέπεια η τελευταία εκείνη λειτουργία. Ήταν ένας Μυστικός Δείπνος. Ο Χρυσόστομος είχε ανακαλύψει το Σταυρό του κι ετοιμάζεται. Όταν τελειώνει την προσευχή του και σηκώνεται, μια θεϊκή γαλήνη έχει απλωθεί στο πρόσωπό του. Είναι έτοιμος να περάσει από την φθαρτή ζωή στην αθανασία – από την πραγματικότητα στον θρύλο· να γίνει ο Χρυσόστομος Σμύρνης. Τις τελευταίες του ώρες, ο Χρυσόστομος διαθέτει προς βοήθεια του ποιμνίου του – διανέμει συσσίτιο, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα στους πληγωμένους. Κι όταν εξαντλεί όλα τα μέσα, που έχει στη διάθεσή του, ανεβαίνει στον άμβωνα κι αρχίζει να τους εξηγεί περικοπές από το Ευαγγέλιο της Μεγάλης Εβδομάδας – της εβδομάδας των Παθών, που έχει σημάνει για τη μαρτυρική Σμύρνη. Οι δυστυχισμένοι πρόσφυγες κρέμονται από τα χείλη του· τα λόγια του είναι βάλσαμο για τις ψυχές τους. Βρισκόταν ακόμη στον άμβωνα όταν Τούρκος υπαστυνόμος, συνοδευόμενος από ένοπλο στρατιώτη, ανοίγει με τρομερό πάταγο την πύλη της εκκλησίας. Στη θέα τους οι πρόσφυγες τρομάζουν, οι γυναίκες σταυροκοπιούνται, τα παιδιά ξεσπούν σε κλάματα. Αλλ’ οι άνδρες συσπειρώνονται γύρω από τον Μητροπολίτη θέλουν να τον προστατεύσουν με τα στήθη τους. Για μία ακόμη φορά ο Χρυσόστομος κατορθώνει να μεταβάλει τους λαγούς -τους πανικόβλητους πρόσφυγες- σε λιοντάρια. Αυτή τη φορά όμως η θυσία τους είναι άσκοπη· και μ’ ένα βλέμμα τους συγκρατεί. Ο υπαστυνόμος, με περιφρονητικό ύφος, φωνάζει στο Χρυσόστομο:- Παπά… σε φωνάζει ο φρούραρχος. Να παρουσιασθείς αμέσως εμπρός του.  Οι πρόσφυγες θέλουν να τον συγκρατήσουν, προτιμούν να πεθάνουν όλοι μαζί, να τινάξουν την Αγία Φωτεινή στον αέρα και να ταφούν κάτω από τα ερείπιά της, παρά να αφήσουν το Μητροπολίτη στα χέρια των Τούρκων. Είναι ο μόνος προστάτης τους – ο μόνος που έχει μείνει, τη στιγμή που ολοι φεύγουν για να σωθούν. Και πάλι, όμως, ο Χρυσόστομος τους συγκρατεί και γαλήνιος ετοιμάζεται ν’ ακολουθήσει τον υπαστυνόμο. Τη στιγμή που οι κλητήρες ανοίγουν την πύλη για να περάσει ο Χρυσόστομος, τη γαλήνη της Αγίας Φωτεινής ταράζει ένας δαιμονισμένος θόρυβος, κραυγές θριάμβου βαρβαρικών ορδών. Είναι οι άνδρες του 4ου Σώματος ιππικού του Μεχμέτ Τζακή Μπέη, που μπαίνουν στη Σμύρνη. Και τους ακολουθεί ο νέος στρατιωτικός διοικητής της Σμύρνης στρατηγός Νουρεντίν πασάς -το αιμοβόρικο θηρίο, που ικανοποιούσε τα καννιβαλικα ένστικτά του με αίμα χριστιανικό. Ο Χρυσόστομος δεν μπορούσε ν’ αμφιβάλλει για την τύχη του. Μια πολύτιμη μαρτυρία υπάρχει για τις τελευταίες ώρες του Χρυσόστομου. Είναι η κατάθεση του κλητήρα Θωμά Βουλτσίου, που για 20 χρόνια υπηρετούσε πιστά τον Χρυσόστομο: Η φυγή μας από τη Μικρά Ασία ήταν μία από τις ντροπιασμένες σελίδες της ιστορίας μας. Ήλθε όμως το μαρτύριο του Χρυσόστομου κι ήταν αρκετό για να εξιλεώσει την ντροπή ενός ολόκληρου Έθνους· το αίμα του, που πότισε τα καλντερίμια της Σμύρνης, γίνηκε ο άρρηκτος δεσμός με τις χαμένες και αλησμόνητες Πατρίδες. Ο αστυνόμος -αναφέρει- ωδήγησε τον Δεσπότη στον φρούραρχον, ένα μαυρειδερόν Αλβανόν. Η πόρτα είχε μείνει μισάνοιχτη κι’ έβλεπε μέσα. Εχαιρετίσθηκαν κι’ ο φρούραρχος παρήγγειλε βυσσινάδα για τον Δεσπότη. Έπειτα άρχισε κάτι να λέγη κι’ ο Δεσπότης έγραφε. Σε λίγη ώρα ετελείωσαν. Όταν εβγήκαμε έξω, μαζι με τον αστυνόμο, έλειπε τ’ αμάξι μας. Για καλή τύχη έφθασαν την ώραν εκείνην δυο Αμερικανοί αξιωματικοί κι’ είχαν την καλωσύνη να μας δώσουν το αυτοκίνητό τους να γυρίσουμε. Εφθάσαμε στην Μητρόπολι η ώρα πέντε. Χαρά όλων που μας είδαν. Ο Μητροπολίτης έγραψε την προκήρυξι που του έδωσεν ο φρούραρχος -έλεγε να μείνουν όλοι στα σπίτια τους και να παραδώσουν τα όπλα στις Αρχές.»Στις οκτώ το βράδυ έρχεται ένα αυτοκίνητο στην Μητρόπολι με τον ίδιο αστυνόμο και δυο στρατιώτες, ωπλισμένους με λόγχες. Ήλθαν να πάρουν τον Δεσπότη, πως τον ζητούσεν ο νομάρχης, χωρίς να πουν το όνομά του, να πάη στο διοικητήριο με τρεις δημογέροντες. Επήραμε τον Τσουρουκτσόγλου και τον Κλιμάνογλου και μπήκαν οι τρεις και οι αστυνομικοΙ στο αυτοκίνητο. Για μένα δεν υπήρχε θέσις και ο Δεσπότης μούπε να περιμένω στην Μητρόπολι. Στις δέκα το βράδυ ένας από τους στρατιώτες, που ήλθαν το απόγευμα, έφερε μια κάρτα του Δεσπότη για τον αδελφό του Ευγένιο. Του έγραφε: Αγαπητέ αδελφέ. Μας εκράτησαν απόψε εμέ ως πρόεδρο της Μικρασιατικής Αμύνης και τους άλλους ως μέλη. Μην ανησυχήτε». Ο Ευγένιος άρχισε να κλαίη. Το άλλο πρωί, Κυριακή, με στέλνει να μάθω για τον Δεσπότη. Ευρήκα τον Ζαδέ της Τραπέζης. Πριν μισή ώρα είχα συναντήσει τον υπαστυνόμο, που είχε πάρει τον Δεσπότη. Αυτός τους είπε πως τον Δεσπότη τον χάλασαν, καθώς και τους δυο δημογέροντες. Έτσι έγιναν. Ως την Τετάρτη, που έφυγα, δεν μπόρεσα να μάθω τίποτε αλλο». Η ιστορία δεν αναφέρει πως πέθανε ο Χρυσόστομος. Βαθύ μυστήριο ήλθε να καλύψει τις τελευταίες ώρες του μαρτυρίου του. Οι Τούρκοι δεν μίλησαν ποτέ – τρόμαξαν κι οι ίδιοι μπροστα στην αποκάλυψη της θηριωδίας τους. Κι οι Εύρωπαίοι ιστορικοί, που δεν δυσκολεύτηκαν να εξιχνιάσουν και την τελευταία λεπτομέρεια του θανάτου του Χίτλερ, που έγραψαν τόμους ολόκληρους για την εκτέλεση του Μουσσολίνι και της ερωμένης του, απέστρεψαν το πρόσωπο από τη θυσία του μεγάλου ιεράρχου. Η στάση τους θα ήταν ανεξήγητη αν δεν ήταν σ’ όλους γνωστό, οτι ο Χρυσόστομος μαρτύρησε υπό τη σκιά των πυροβόλων του συμμαχικού Στόλου. Την ώρα, που ο θηριώδης όχλος σκύλευε το πτώμα του, ο Νουρεντίν, ο δήμιός του, με νωπό το αίμα του Δεσπότη στα χέρια του, συνομιλούσε φιλικά με τον Γάλλο ναύαρχο… πάνω στο καταδρομικό Ερνέστος Ρενάν»!…Θα παρέμενε άγνωστο το μαρτύριό του, αν ένας από τους πρωταγωνιστές των δραματικών γεγονότων της 30ης Αυγούστου, ο διοικητής του αποσπάσματος, που τον οδήγησε στον Γολγοθά του, δεν αποφάσιζε να μιλήσει. Δεν τον καταδίωκαν οι τύψεις, δεν σκέφθηκε την ιστορική έρευνα· απλώς, είχε οικονομικές δυσχέρειες και σκέφθηκε να πωλήσει τις πληροφορίες του κι ένα τραγικό κειμήλιο: το χέρι του οικτρά διαμελισθέντος Μητροπολίτη. Οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα θα φρικιούσε και μόνο στην ιδέα μιας τόσο ανίερης συναλλαγης, αλλ’ όχι ο Τούρκος δήμιος του Χρυσόστομου. Άλλωστε, μόλις είχαν γίνει οι θηριωδίες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης και το ανθελληνικό μίσος είχε φουντώσει και πάλι στην Τουρκία. Και ο Ρουστέμ μπέης Βάσιτς έστειλε ανθρώπους του να βολιδοσκοπήσουν ομογενή της Σμύρνης, αν ήθελε ν’ αγοράσει το χέρι του Χρυσόστομου. Η συναλλαγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ· αλλ’ ο Βάσιτς μίλησε μετά από αδρή αμοιβή.Ο Νουρεντίν δεν ήθελε να εκτελέσει το Χρυσόστομο – δεν του αρκούσε η εκδίκηση αυτή. Ήθελε να τον ταπεινώσει, να τον εξετευλίσει και στη συνέχεια να τον παραδώσει στο μαρτύριό του. Τη δεύτερη φορά, που τον συνέλαβε, διέταξε να τον φέρουν εμπρός του και μόλις τον είδε, άφησε να ξεσπάσει όλη η λύσσα του, να ξεχειλίσει ο βόρβορος της ψυχής του:- Εσύ είσαι ο παπάς, που βρίζεις τους Τούρκους; του φώναξε. Γουρούνι, θα δεις τί τιμωρία σου ετοιμάζω. Εσύ κι οι Έλληνές σου είστε λαός χαμάληδων· και χαμάληδες θα σε δικάσουν. Έτσι κι έγινε. Σε μία από τις αίθουσες του Διοικητηρίου είχε συγκεντρώσει χαμάληδες της Σμύρνης, τύπους κτηνώδεις, άδίστακτους – ήταν οι «λαϊκοι δικασταί», που θα δίκαζαν τον Χρυσόστομο. Μόλις τον είδαν, άρχισαν να καγχάζουν, να τραβού τα ράσα του, να τον φτύνουν και να τον προπηλακίζουν. Μαζί με τον Χρυσόστομο βρίσκονταν και οι δυο δημογέροντες, ο Κλιμάνογλου και ο Τσουρουκτσόγλου. Αν και γνώριζαν, ότι πλησιάζει το τέλος τους, δεν μπόρεσαν να συγκρατηθούν. Βλέποντας τον εξετευλισμό του Χρυσοστόμου, θέλησαν να ορμήσουν, να τον προστατεύσουν με τα γεροντικά στήθη τους. Δεν τους άφησαν όμως – τους έδεσαν και τους υποχρέωσαν να παρακολουθήσουν το μαρτύριο του ποιμενάρχη τους. Έκλαιγαν σπαρακτικα οι δυο δημογέροντες και η απελπισία τους κέντριζε τη θηριωδία των Τούρκων, έκανε τις βρωμερές ψυχές τους ν’ αναγαλλιάζουν. Μόνο ο Χρυσόστομος διατηρουσε την ψυχραιμία του. Μια θεϊκή γαλήνη είχε απλωθεί στο πρόσωπό του.  Τί να σκεπτόταν, αραγε, τη στιγμη εκείνη, ο σεπτός ιεράρχης; Όσοι τον γνώριζαν δεν αμφιβάλλουν, ότι θ’ αναλογιζόταν το μαρτύριο του Διδασκάλου του κι η ψυχή του θα πλημμυρούσε χαρά στη σκέψη, ότι είχε βρει το Σταυρό, που αναζητούσε. Οποιοσδήποτε θα δείλιαζε. Ο Χρυσόστομος δεν μπορεί παρα να ψιθύριζε: «Γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε…».- Ήταν παλληκάρι ο παπάς σας, ομολόγησε με κάποιο ενστικτώδη σεβασμό, ο Βάσιτς. Δεν τον άκουσα να ικετεύει, να παραπονεθεί – ως την τελευταία στιγμή δεν άκουσα τη φωνή του.Ο Ρουστέμ μπέη Βάσιτς ήταν έφεδρος λοχαγός του τουρκικού Στρατού. Καταγόταν από τη Βοσνία κι ο πατέρας του ήταν έμπορος στη Σμύρνη. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής Κατοχής δεν έφυγε· ήταν ένας από τους πολυάριθμους κατάσκοπους του Κεμάλ. Και μόλις ο Στρατός μας εγκατέλειψε την πόλη, φόρεσε τη στολή του και συγκρότησε το περιβόητο «απόσπασμα εκτελέσεων» – μια ορδή εγκληματιών, που εξόντωσε χιλιάδες Ελλήνων. Μετα ο Βάσιτς έγινε δικολάβος στη Σμύρνη.Κάποτε, το δικαστήριο των χαμάληδων εξέδωσε την απόφασή του: «Να σταυρωθή… να σταυρωθή· όπως ο Χριστός τους…», ούρλιαζαν. Ο Νουρεντίν φώναξε αμέσως τον Ρουστέμ μπέη Βάσιτς και τον διέταξε να εκτελέσει την απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου.Στον Βάσιτς αναθέτει ο Νουρεντίν να οδηγήσει τον Χρυσόστομο στον Γολγοθά του -το Τρικυλίκ- κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Δεν αντέχει όμως· τον μισεί τόσο, ώστε την ώρα, που το απόσπασμα με τους τρεις μελλοθάνατους κατέβαινε τις σκάλες του Διοικητήριου, ο Νουρεντίν προβάλλει στο κεφαλόσκαλο. Ήταν έξαλλος, σαν λυσσασμένο θηρίο. Τα μάτια του κατακόκκινα, σαν να έσταζαν αίμα, το στόμα του γεμάτο αφρούς – ήταν ο πραγματικός Νουρεντίν, χωρίς καμμιά προσποίηση.- Σκυλί, φωνάζει στον Χρυσόστομο, από δικό μου βόλι θα πας. Και, τραβώντας το περίστροφό του, τον πυροβολεί. Αλλ’ έτρεμε απ’ την οργή του κι η σφαίρα αστοχεί. Αντί να πλήξει τον Χρυσόστομο, τραυματίζει θανάσιμα τον Κλιμάνογλου.Ο πυροβολισμός του Νουρεντίν ήταν το σύνθημα. Στο προαύλιο του Διοικητηρίου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι φονιάδες, οι ληστές, τ’ αποβράσματα της Σμύρνης. Πράκτορες του Κομιτάτου τους εϊχαν συγκεντρώσει έναντι αδρής αμοιβής. Κι όσο διαρκούσε η αποτροπιαστική εκείνη παρωδία της δίκης, τους πότιζαν ρακί. Είχαν κι όλας μεθύσει, όταν φάνηκε ο Χρυσόστομος με τους δυο συγκαταδίκους του. Περίμεναν ποιός θα κάνει την αρχή· και την έκανε ο Νουρεντίν. Μόλις ακούν τον πυροβολισμό, ορμούν στ’ ανυπεράσπιστα θύματά τους. Θα χρειαζότανε η τραγική φαντασία ενός Δάντη για ν’ αποδώσει τις φρικιαστικές σκηνές, που συνέβησαν μπρος στα μάτια του Νουρεντίν. Η ορδή των φονιάδων ορμά – δεν έχουν όπλα· θα ήταν πολύ ευσπλαγχνικός ο θάνατος. Με τα χέρια τους, με πέτρες και ξύλα, κτυπούν τον Χρυσόστομο. Του ξεριζώνουν, αλαλάζοντας με μανία, τα κατάλευκα γένια του. Το αίμα τρέχει άφθονο, μουσκεύει τα ράσα του· και η μυρωδιά του εξαγριώνει ακόμη περισσότερο τον διψασμένο για αίμα όχλο. Ένας βαστάζος του λιμανιού θέλει να διακριθεί· και με το μαχαίρι του βγάζει το ένα μάτι του Χρυσόστομου. Κλονίζεται ο Δεσπότης, γονατίζει. Αλλ’ οι δήμιοί του δεν τον αφήνουν. Οι άνδρες του Βάσιτς τον σηκώνουν και υποβαστάζοντάς τον τον υποχρεώνουν να συνεχίσει τη μαρτυρικη πορεία του προς τον Γολγοθά. Φυσικά, δεν κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να συγκρατήσουν τον όχλο που συνεχίζει το αιματηρό όργιό του. Οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, που δεν δυσκολεύτηκαν να εξιχνιάσουν και την τελευταία λεπτομέρεια του θανάτου του Χίτλερ, που έγραψαν τόμους ολόκληρους για την εκτέλεση του Μουσσολίνι απέστρεψαν το πρόσωπο από τη θυσία του μεγάλου ιεράρχου.Μέσα σε λίγα λεπτά ο Χρυσόστομος έχει τυφλωθεί. Τα μαλλιά και τα γένια του έχουν ξεριζωθεί, το πρόσωπό του είναι μία τεράστια πληγή – τον έχουν γδάρει κυριολεκτικά. Δεν βαδίζει πλέον, τον σέρνουν και τον ανασκολοπίζουν, αργά, μεθοδικά, με μανία. Κι όμως δεν παραπονιέται, δεν ικετεύει, δεν λυγίζει στον Τουρκο. Μόνο την τελευταία στιγμή, την ώρα, που σωριάζεται, αφήνοντας την τελευταία πνοή του, αναφωνεί: «Θεέ μου…».Ο Χρυσόστομος είναι νεκρός· αλλά το μαρτυρικο τέλος του τον μεταβάλλει σε αθάνατο. Ο Βάσιτς φορτώνει το σακατεμένο πτώμα του σε μια βοϊδάμαξα και συνεχίζει την πορεία του προς το Τρικυλίκ. Αλλ’ ο όχλος δεν έχει κορέσει τη μανία του – παρακολουθεί την άμαξα και ξεσχίζει τις άψυχες σάρκες. Δεν έχει απομείνει παρα ένα ανατριχιαστικό κουφάρι· και το κουφάρι αυτό ο Βάσιτς το κρεμά στην αγχόνη, που περίμενε τον Δεσπότη.- Έπρεπε να τον κρεμάσω. Ήταν διαταγή, λέει, σαν να ήθελε να δικαιολογηθεί, και κλείνει την αφήγησή του.Ο Νουρεντίν δεν «εχάλασε» τον Χρυσόστομο από εκδίκηση μόνο. Το προσωπικό του μίσος τον βοήθησε, απλώς, να δείξει όλη τη θηριωδία του, να κάμει φρικιαστικότερο το μαρτύριο του ιεράρχη. Ο Χρυσόστομος έπρεπε να πεθάνει. Μόνο μετα το θάνατό του μπορούσαν να ελπίζουν οι Τούρκοι στο οριστικό ξεκλήρισμα του μικρασιατικού Ελληνισμού – στην καταστροφη της Σμύρνης. Κι απόδειξη είναι ότι το μακελειό αρχίζει λίγες ώρες μετα το θάνατό του. Αν ζούσε, ασφαλώς, θα κατόρθωνε να συνεγείρει τον χριστιανικό κόσμο, να μεταβάλει τους τρομοκρατημένους λαγούς σε ατρόμητα λιοντάρια. Οι Τουρκοι «χάλασαν» τον Δεσπότη. Έλπιζαν έτσι ν’ αποκόψουν κάθε δεσμό του Ελληνισμού με την ιωνική γη. Ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα τους. Η φυγή μας από τη Μικρά Ασία, η εγκατάλειψη της Σμύρνης, ήταν μία από τις ντροπιασμένες σελίδες της ιστορίας μας – δεν θα υπάρχει Έλληνας που να μην ήθελε να την λησμονήσει, να τη διώξει από τη σκέψη του σαν ανατριχιαστικό εφιάλτη. Ήλθε όμως το μαρτύριο του Χρυσόστομου κι ήταν αρκετό για να εξιλεώσει την ντροπή ενός ολόκληρου Έθνους· το αίμα του
, που πότισε τα καλντερίμια της Σμύρνης, γίνηκε ο άρρηκτος δεσμός των νοσταλγών, ολόκληρης της Φυλής, με τις χαμένες μας και αλησμόνητες Πατρίδες. Όσο θα ζει η ανάμνηση του μαρτυρίου του Χρυσόστομου, η ιωνική γη θα είναι ελληνική. Και το μαρτύριό του δεν θα λησμονηθεί ποτέ.                                           
πηγή: Γιάννης Καψής, Χαμένες Πατρίδες, έκδ. Α. Α. Λιβάνη




Δεν υπάρχουν σχόλια: