Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
        Τα Χριστούγεννα είναι μια ξεχωριστή γιορτή διαφορετική από τις άλλες γιορτές του χρόνου. Είναι η γιορτή που ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος γιορτάζει και πανηγυρίζει τη θεία ενανθρώπιση του Σωτήρος Χριστού.
       Η ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού σημαίνει την ανόρθωση του πεσμένου ανθρώπου, την πλήρη αποκατάσταση των σχέσεών του με το Θεό.
       Ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Ιησούς Χριστός, καταδέχεται να γίνει άνθρωπος, να λάβει δούλου μορφή για να οδηγήσει και πάλι το ανθρώπινο γένος στη σωτηρία και στην αποκατάσταση των σχέσεών του με το Θεό.
        Στον ορθόδοξο χώρο και ιδιαίτερα στην Ελληνικό κόσμο, τα Χριστούγεννα, καθώς και το Πάσχα, έχουν ιδιαίτερη σημασία ανάμεσα στις άλλες γιορτές. Τα Χριστούγεννα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τα ονομάζει «Μητρόπολη των εορτών». Είναι η μητέρα όλων των εορτών. Από αυτή πηγάζουν όλες οι άλλες. Είναι η απαρχή του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και της σωτηρίας μας.
        Ο λαός μας τιμούσε ανέκαθεν την ημέρα αυτή με ευλάβεια και σεβασμό.
        Πρώτα απ’ όλα προηγείτο 40ήμερη νηστεία την οποία κρατούσε η πλειονότητα των πιστών. Την νηστεία συνόδευε το μυστήριο της μετανοίας με την ειλικρινή εξομολόγηση και τη σχετική πνευματική προετοιμασία για το μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου ο χοϊκός άνθρωπος, ο χωματένιος, γίνεται «Θεοφόρος» και «Χριστοφόρος» και παίρνει πνευματικά αντισώματα για να αντιμετωπίσει τη ζωή με τα προβλήματά της και τις δοκιμασίες της, αλλά και να ξεπεράσει το θάνατο.
        Τα Χριστούγεννα είναι μια λυτρωτική γιορτή για τον άνθρωπο όπου του δινόταν η ευκαιρία να συμφιλιωθεί με όσους είχε προβλήματα και είχε τσακωθεί και διαπληκτισθεί για μεγάλα ή μικρά, για σοβαρά ή ασήμαντα πράγματα. Δεν έπρεπε οι άνθρωποι να είναι μαλωμένοι και τσακωμένοι. Πως θα γιόρταζαν; Πώς θα πήγαιναν στην Εκκλησία; Ο Χριστός ήρθε και έφερε τη συμφιλίωση. Εμείς θα μείνουμε αλυσοδεμένοι με το μίσος και την κακίας; Ποτέ! Ο Χριστός έφερε την ειρήνη και την αγάπη. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» έψαλλαν οι Άγγελοι εκείνη την άγια νύχτα.
        Έτσι οι πιστοί, βιώνοντας πραγματικά τα Χριστούγεννα, έκαναν πράξη τον αγγελικό ύμνο. Αυθόρμητα έδιναν τα χέρια και ασπάζονταν ο ένας τον άλλο. Αν σε κάποιους η αμαρτία είχε φωλιάσει πιο βαθιά, τότε οι άλλοι, ο παπάς, οι προεστώτες και οι σεβάσμιοι γέροντες επενέβαιναν και έφερναν τη ζεστασιά της αγάπης του θείου βρέφους.
        Τα Χριστούγεννα, εκτός από αγάπη και ομόνοια, σήμαιναν και άλλα πράγματα. Σήμαιναν σπίτι και οικογένεια. Όλοι έπρεπε να είναι μαζί. Να ενωθεί η οικογένεια. Πατέρας, μάνα, παιδιά, εγγόνια, συγγενείς και φίλοι, όλοι μαζί πρώτα στον νυκτερινό Χριστουγεννιάτικο Εκκλησιασμό και κατόπιν καθισμένοι στο ίδιο εορταστικό τραπέζι αδελφωμένοι και αγαπημένοι.
        Αυτά συνέβαιναν παλιά. Τι σημαίνουν όμως τα Χριστούγεννα σήμερα για πολλούς από μας;
        Χριστούγεννα δυστυχώς σημαίνουν μια περίοδο διακοπών και μια ευκαιρία για ανταλλαγή του ξενόφερτου εθίμου των δώρων. Για άλλους σημαίνουν μια ευκαιρία πολυφαγίας, καλοφαγίας και πολυποσίας. Για άλλους σημαίνουν ευκαιρία για χορούς και διασκεδάσεις και η συμμετοχή στα διάφορα πάλι ξενόφερτα «ρεβεγιόν» που γίνονται ιδιαίτερα την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, με την ξέφρενη διασκέδαση και πολυποσία, ξεχνώντας το πραγματικό νόημα της εορτής.
       Τέλος, Χριστούγεννα για άλλους σημαίνουν φυγή από τον ευλογημένο και όμορφο τόπο μας και συμμετοχή σε εκδρομές εξωτερικού, ιδιαιτέρα σε μουσουλμανικές χώρες και της Άπω Ανατολής. Γιορτή των Χριστουγέννων χωρίς Εκκλησία και Χριστό.
       Όμως για να μην είμαστε απαισιόδοξοι, υπάρχουν και σήμερα πολλοί Χριστιανοί που ζουν και βιώνουν πραγματικά τη θεία ενανθρώπιση. Για τους πιστούς αυτούς Χριστούγεννα σημαίνουν λύτρωση, σημαίνουν ειλικρινή μετάνοια και εξομολόγηση. Σημαίνουν εκκλησιασμό και συμμετοχή στο Ποτήριο της Ζωής, συμφιλίωση όχι μόνο με το Θεό αλλά και με τους ανθρώπους.
       Χριστούγεννα σημαίνουν ειρήνη, σημαίνουν χαρά, σημαίνουν αγάπη για τον πεινασμένο, τον άρρωστο τον φυλακισμένο, αλλά και τον κάθε πονεμένο και κατατρεγμένο. Χριστούγεννα σημαίνουν να γεννηθεί ο Χριστός στην καρδιά μας και να ανακληθεί στη Φάτνη της ψυχής μας.

Καλά Χριστούγεννα. Ευλογημένος, ειρηνικός, χαρούμενος και καρποφόρος ο νέος χρόνος.




Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ



Ο   ΑΓΙΟΣ   ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
       O Άγιος Ελευθέριος έζησε το 150 περίπου μ.Χ. και γεννήθηκε στην Ρώμη των  διωγμών. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και από τους ευγενείς της Ρώμης. Κατείχαν σπουδαία θέση στην Ρωμαϊκή κοινωνία. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι ήταν πιστοί κι’ ευσεβείς Χριστιανοί.
Βαδίζανε στη ζωή τους με το δρόμο του Θεού και εφαρμόζανε τις εντολές Του, παρ’ όλες τις δυσκολίες που υπήρχαν την εποχή εκείνη, για να ζεί κανείς χριστιανικά. Η Μητέρα του, Άνθια ονομαζομένη, είχε διδαχθεί την πίστη του Χρίστου, από τους μαθητές του Αποστόλου Παύλου.   Η πιστή αυτή γυναίκα, όταν γέννησε το παιδί της, το ονόμασε Ελευθέριο. Σ’ αυτό έρριξε όλο το βάρος της φροντίδας της. Τον ανέθρεψε «εν παδεία καί νουθεσία Κυρίου», όπως προστάζει ο Απόστολος Παύλος.
          Ο πατέρας του ήταν πλούσιος και  κατείχε το αξίωμα του  «ύπατου» στη Ρώμη. Αυτός όμως έζησε  πολύ λίγο, μετά την γέννηση του Ελευθερίου. Η μητέρα του τον γνώρισε στον  Επίσκοπο Ρώμης, τον Ανίκητο. Εμορφώθη κοντά του και έμαθε πολύ καλά τα της πίστεώς για να γίνει ένας καλός Χριστιανός και αφοσιωμένος εργάτης του Ευαγγελίου.
           Ο Επίσκοπος γρήρορα τον έκανε αναγνώστη. Τόση μάλιστα ήταν η αγιότης του, ώστε αξιώθηκε να κάνει θαύματα από αυτήν ακόμη την  νεαρή του ηλικία.
   Το ήθος, ο χαρακτήρας, η ευταξία, η κοσμιότης και οι άλλες αρετές, που είχε ο Άγιος, ανάγκασαν τον Επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο να τον χειροτονήσει Διάκονο, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Λίγο αργότερα τον χειροτόνησε σε Επίσκοπο Αυλώνος του Ιλλυρικού, της σημερινής δηλ. Αλβανίας. Η δράση του νεαρού Επισκόπου στην Ιλλυρία ήταν μεγάλη. Εργάζονταν ακούραστα, και ασταμάτητα, διά την διάδοση του Ευαγγελίου και τον αγιασμό των πιστών. Αγωνιζόταν να πάρει τους ανθρώπους από το στόμα του Σατανά και να τους βάλει στον Παράδεισο. Την εποχή εκείνη ο Αυτοκράτορας της Ρώμης κίνησε τρομερό διωγμό κατά των Χριστιανών.
          Κάποια ημέρα έστειλε ο Αυτοκράτορας τον στρατηγό Φήλικα, δια να τον συλλάβει. Ο στρατηγός περικύκλωσε με στρατό την Εκκλησία, όπου ήταν ο Άγιος και κήρυττε. Αυτός μπήκε μέσα σ’ αυτήν. Οι διαθέσεις του ήταν άγριες. Βλέποντας όμως το ιλαρό και νεανικό πρόσωπο του Επισκόπου Ελευθερίου και ακούγοντας τα μελιστάλακτα λόγια του, γοητεύθηκε τόσο πολύ, που εγκατέλειψε τα πάντα και πίστεψε στο Χριστό.
      Έπεσε μόνον στα πόδια του Αγίου. Δήλωσε μετάνοια και πίστη στο Χριστό. Παρεκάλεσε επίμονα τον Άγιο να τον βαπτίσει και να τον κάνει Χριστιανό. Ο Άγιος, πράγματι, τον κατήχησε και τον δίδαξε τα της Πίστεως μας. Κατόπιν τον συμβούλεψε να πάνε μαζί στη Ρώμη. Δεν ήθελε ο Άγιος να χάσει το στέφανο του μαρτυρίου. Στο δρόμο δεν έπαυσε να τον διδάσκει. Κάπου βρήκανε μια βρύση με πολύ νερό. Ο στρατηγός ζήτησε να βαπτισθεί.

Πράγματι! Ο Άγιος που είδε τον πολύ πόθο του, τον βάπτισε. Χαρούμενοι τώρα και οι δυο προχωρούσαν για τη Ρώμη, ο Φήλιξ, διότι αξιώθηκε να αναγεννηθεί, αλλά και ο Ελευθέριος, διότι πήγαινε να πάρει το στέφανο του Μαρτυρίου.
Ο τύραννος με γλυκά λόγια του υπόσχεται δώρα πολλά και πλούσια. Θα σε ανεβάσω, του είπε, σε μεγάλα αξιώματα και θα σε κάνω μεγάλο και σπουδαίο, αρκεί μόνο να θυσιάσεις στους θεούς μας.
-Εγώ, του απάντησε ο Άγιος, ποτέ δεν θα καταδεχθώ να προσκυνήσω τέτοιους αναίσθητους και άψυχους θεούς. Εγώ σας λυπάμαι, και σας κλαίω, διότι εσείς ενώ έχετε λάβει από τον Θεό το λογικό, γίνατε ανόητοι, και προσκυνάτε, αντί του Θεού, του Δημιουργού του Σύμπαντος, τα ξύλα, τα λιθάρια και τους δαίμονες, που κρύβονται πίσω από τα είδωλα αυτά. Εγώ, σου το δηλώνω καθαρά, λατρεύω τον αληθινό Θεό και προσκυνώ τον Ιησού Χριστό.
Μάθε δε, ότι τις τιμές και τις δωρεές, που μου υπόσχεσαι δεν τις θέλω. Εγώ έχω αρνηθεί τα πάντα, για τον Χριστό. Ούτε και τα βάσανα και τα φρικτά μαρτύρια λογαριάζω. Τον θάνατο διά τον Χριστό μου τον θεωρώ τρυφή και αγαλλίαση. Παίδεψέ με, λοιπόν, όσο θέλεις. Δεν θα σε υπακούσω.
Τότε ο αυτοκράτορας διάταξε να τον ρίξουν στο πυρακτωμένο κρεβάτι αλλά ο Θεός τον προστάτεψε και βγήκες βλαβής. Μετά έδωσε εντολή να τον ψήσουν σε σχάρα, αλλά ο Θεός έκανε πάλι το θαύμα του και τον διέσωσε. Τότε με μανία διέταξε να βάλουν λίπος, κερί και πίσσα σ' ένα καζάνι να τα βράσουν και να βάλουν τον μάρτυρα. Κάνει τον Σταυρό του και λέγει:
-Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι.  Πέφτει πρόθυμα στην πίσσα και πάλι ο Θεός τον φύλαξε και βγήκε σώος και αβλαβής. Ο Λαός βλέπει και αυτό το θαύμα και ενθουσιάζεται. Ξεσπά σε αλαλαγμούς. Πολλοί πιστεύουν και διακηρύττουν θαρραλέα:
-Είμεθα και μείς Χριστιανοί. Πιστεύουμε στο Χριστό, το Θεό του Ελευθερίου.
Ο Έπαρχος  της Ρώμης Κορέμων, ενώ στην αρχή τον δίωκε τελικά ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό και αποκεφαλίσθηκε.
Ο Αυτοκράτορας σκέφθηκε και βρήκε άλλον τρόπο εξοντώσεως του Αγίου. Διέταξε να δέσουν σε ένα αμάξι άγρια άλογα και πίσω τους να δέσουν τον Άγιο Ελευθέριο, όπερ και εγένετο.
Και όμως ούτε μ’ αυτό κατόρθωσε ο αιμοδιψής εκείνος Αυτοκράτορας να κάνει τίποτε στον Άγιο. Διότι ο Θεός επενέβει και τον προστάτεψε και εδώ θαυματουργικώς. Άγγελος  Κυρίου ήλθε και ημέρεψε τα άγρια άλογα. Έλυσε κατόπιν από τα δεσμά τον Μάρτυρα και τον έβαλε να καθίσει επάνω στο αμάξι, τα δε ήμερα πια άλογα τον πήγαν ήσυχα στο κοντινό βουνό.
Εκεί στο βουνό έγινε και άλλο θαύμα καταπληκτικό. Καθώς ο Ιεράρχης δοξολογούσε τον Κύριο, μαζεύονταν ημερωμένα οι αρκούδες, τα λιοντάρια και άλλα άγρια θηρία του δάσους. Περικυκλώνανε τον Άγιο, σκιρτούσαν από τη χαρά τους και σκύβανε τα κεφάλια τους στη γη από σεβασμό. Σε λίγο καιρό πήγανε στρατιώτες  να τον συλλάβουν.
Τα θηρία όμως, μόλις είδαν τους στρατιώτες ορμήσανε με μανία κατ’ επάνω τους να τους κατασπαράξουν με τα δόντια και τα νύχια τους. Ο Άγιος όμως τα διέταξε να μη πειράξουν κανένα, αλλά να πάνε στις φωλιές τους. Πράγματι εκείνα υπάκουσαν σαν να ήταν σκυλάκια ήμερα και φύγανε. Τότε γύρισε στους στρατιώτες και τους είπε:
-Γιατί ήλθατε εδώ με όπλα και ξίφη να με κυνηγήσετε σαν να ήμουνα κανένας φονιάς ή ληστής; Δεν υπήρχε λόγος. Εμπρός να πάμε, όπου θέλετε.
Κατόπιν τους ακολούθησε πρόθυμα. Σ’ όλο δε το δρόμο τους δίδασκε να πάρουν παράδειγμα από τα άγρια θηρία που είδανε και να πιστέψουν στο Δημιουργό τού παντός, για να μη κολασθούν αλλά να ζήσουν κοντά στο Θεό ζωή αιώνια και ευτυχισμένη.  Από εκείνη την διδασκαλία του, πολλοί από αυτούς πιστέψανε εις τον Χριστό.
Βλέποντας ο τύραννος, ότι ο Ιεράρχης υπερπηδούσε όλα τα βασανιστήρια, απελπίστηκε τελείως. Τότε καταντροπιασμένος πια έδωσε διαταγή και του έκοψαν το κεφάλι δύο  στρατιώτες με το ξίφος τους.
Σε όλα αυτά τα φρικτά μαρτύρια ο Άγιος Ελευθέριος ριχνότανε πρόθυμα. Είχε λάβει την ηρωική απόφαση να θυσιαστεί για την Πίστη του Χριστού. Ο Θεός, όμως τον διαφύλαττε από όλα αυτά, διότι ήθελε να δουν τα πλήθη την προστασία, την δύναμη και την παρουσία του Θεού, και έτσι να πιστέψουν.
Η μητέρα όμως του Αγίου Ελευθερίου, η Άνθια, παρακολουθούσε τα μαρτύρια του γιου της μέχρι τέλους, με πόνο και χαρά. Πονούσε, διότι ήταν σπλάχνο της. Χαιρόταν, όμως, διότι με αυτά εξασφάλιζε τον Παράδεισο. Μόλις, λοιπόν, τον αποκεφάλισαν, αγκάλιασε το Άγιο Λείψανο και το καταφιλούσε. Οι άγριοι όμως στρατιώτες της έκοψαν και αυτής το κεφάλι. Τοιουτοτρόπως, πήρε και αυτή τον στέφανο του μαρτυρίου. Έγινε συναθλήτρια με το γιο της και εορτάζουν μαζί στις 15 Δεκεμβρίου.
Στην Πάτρα και στον Ιερό Ναό του Παντοκράτορος  φυλάσσεται ως ατίμητος θησαυρός το χέρι του Αγίου Ελευθερίου και πλήθη πιστών προσέρχονται να το ασπασθούνκαι να ζητήσουν την βοήθεια του Αγίου.
Απολυτίκιο του Αγίου:  Ἦχος πλ. Α΄  Τὸν συνάναρχον Λόγον.  
''ερων ποδρει κατακοσμομενος,
 κα αμτων τος εθροις πισταζμενος,
 τ Δεσπτ σου Χριστ μκαρ νδραμες,
 λευθριε σοφ, καθαιρτα το Σατν.
 Δι μ πασ πρεσβεων,
 πρ τν πστει τιμντων,
 τν μακαραν σου θλησιν''.-




Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;

ΗΛΘΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;
Μετὰ τὴν Φραγκικὴν καὶ Ὀθωμανικὴν Ἅλωσιν διερχόμεθα τὴν Τρίτην Ἅλωσιν, ἡ ὁποία ἴσως ἀποδειχθῆ καὶ τελεσίδικος
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
      Το έτος 1983 μία ἐπιφυλλίδα τοῦ διακεκριμένου Διανοουμένου, Καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ, στὴν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» προκάλεσε τὸν κύκλο τῶν Εὐρωπαϊστῶν μας, αἰφνιδιάζοντας συνάμα καὶ τὴν ὑπνώττουσα ἀστοχριστιανικὴ συνείδηση τῶν συντηρητικῶν «ἐθνικιστῶν» Χριστιανῶν.
    Ὁ τίτλος ἦταν: «Finis Graeciae;» (Τὸ τέλος τῆς Ἑλλάδος;). Προκλήθηκε θόρυβος καὶ ἔντονες ἀντιδράσεις. Γιατί; Τὸ 1981 εἶχε ὑπογραφεῖ ἡ ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη καὶ δὲν εἶχαν ἀκόμη κοπάσει οἱ πανηγυρισμοὶ τῶν πάντα ἀνυποψίαστων εὐρωπαϊστῶν μας.

    Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἀνῆκε στὴν ὁμάδα ἐκείνων, ποὺ μόνιμα ἀντιμετωπίζουμε κριτικὰ τὴν ἀπόφαση αὐτὴ καὶ χαρακτηριστήκαμε ἀπὸ τὸ μαρξιστικὸ περιοδικό «Ὁδηγητής» ἀλλὰ καὶ τὸν «συντηρητικὸ» καθηγητὴ Παναγιώτη Χρήστου, «Νεοορθόδοξοι». Ἀνάμεσά τους ὁ μακαρίτης Κωστῆς Μοσκώφ, ὁ Κώστας Ζουράρης καὶ πολλοὶ ἄλλοι, μέχρι τοὺς σεβαστοὺς ἁγιορεῖτες π. Γεώργιο Καψάνη καὶ π. Βασίλειο Γοντικάκη. Ὅλοι ἐκεῖνοι, δηλαδή, ποὺ λάβαμε μέρος στὸν χριστιανομαρξιστικὸ Διάλογο καὶ ἀντιμετωπισθήκαμε μὲ καχυποψία ἀπὸ τὰ ἀσύμπτωτα μεταξύ τους ἄκρα τοῦ ἰδεολογικοῦ μας φάσματος.
Ἡ ἔνταξη τῆς Χώρας μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση μιᾶς μακρόσυρτης διαδικασίας, ποὺ ἀρχίζει μετὰ τὸ σχίσμα (9ος– 11ος αἰ.) Ἡ Πανευρώπη ὑπὸ τὴν φραγκικὴ ἡγεσία, ἦταν τὸ μόνιμο ὄνειρο τῶν Ἑνωτικῶν (δυτικιζόντων τότε καὶ εὐρωπαϊστῶν σήμερα).Πρόκειται γιὰ τοὺς Διανοουμένους καὶ Πολιτικούς, ποὺ συγκροτοῦν τὴν «δυτικὴ παράταξη» (μὴ λησμονοῦμε ὅτι καὶ ὁ μαρξιστικὸς κομμουνισμὸς τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως «Δύση» εἶναι). Ἀπέναντί της εἶναι  «ἀνατολικὴ παράταξη», τῶν πατερικὰ Ὀρθοδόξων, ἀπὸ τόν Κλῆρο καὶ τὸνΛαό μας.


 Καρλομάγνος  μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ
1. Πατέρας τῆς σημερινῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, ποὺ ἀποτελεῖ ὀργανικὴ συνιστῶσα τῆς «Νέας Τάξης» τῆς Παγκοσμιοποίησης καὶ τῆς Νέας Ἐποχῆς εἶναι ὁ Καρλομάγνος (768–814), ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ Ὀρθόδοξου Ἑλληνισμοῦ, τῆς Ρωμηοσύνης. Γι᾽ αὐτὸ Ἑνωμένη Εὐρώπη ἀμείβει μὲ τὸ βραβεῖο «Καρλομάγνου» τοὺς πρωτεργάτες καὶ τὰ διακεκριμένα ὄργανά της, μὲ πρόσφατο ἐκπρόσωπο τῆς ὁμάδας αὐτῆς τὸν «φίλτατο» στοὺς Ἕλληνες κ. Σόϋμπλε. Μὲ τὸν Καρλομάγνο καὶ τοὺς Φράγκους του καθιερώνεται ἀπὸ τὸν 8°–9° αἰώνα τὸ ἄσβεστο μῖσος τῆς Εὐρώπης ἀπέναντι στὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, λόγῳ τῆς σχέσης της μὲ τὴν ἑλληνικότητα, ποὺ φανερώνεται σὲ κάθε ἱστορικὴ στιγμή, ποὺ Δύση , στὸ σύνολό της, παίρνει θέση ἀπέναντι στὴν «Καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολή».  στόχος τῆς ἑτερόδοξης Δύσεως δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν καθολικὴ ἅλωση τῆς Ὀρθοδοξίας, κυρίως τὴν πνευματική, καὶ τὴν οὐνιτικοποίηση δηλαδὴ τὴν ἀλλοτρίωση τῆς ὀρθόδοξης Ἑλληνικότητος, τῆς Ρωμηοσύνης.
Κορυφαία στιγμὴ στὴν προσπάθεια τῆς Εὐρώπης νὰ ἁλώσει καὶ ὑποτάξει τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἦταν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Φράγκους Σταυροφόρους, τὸ 1204 (12/13 Ἀπριλίου) καὶ διάλυση τῆς αὐτοκρατορίας μας.  φραγκικὸς κόσμος μετὰ τὸ σχίσμα (1054) καὶ κορυφή του Πάπας, ζοῦσαν μὲ ἕνα ἀνομολόγητο πόθο, τὴν ὑποταγὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς. Οἱ σταυροφορίες, ὅπως ἀποδείχθηκε, εἶχαν αὐτὸ ὡς κύριο στόχο. Ἱστορικοί,ὅπως ἀείμνηστος Στῆβεν Ράνσιμαν (Οἱ σταυροφορίες...) καὶ  Ernle Bradford ( προδοσία τοῦ 1204, στὰ γερμανικά), μεταξὺ ἄλλων, ἐφώτισαν ἐπαρκῶς τὸ θέμα.
πρώτη ἅλωση τῆς Πόλης (1204) ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἅλωση τοῦ 1453. Ὑπάρχει μάλιστα, γενετικὴ σχέση μεταξὺ τῶν δύο ἁλώσεων. Ἀπὸ τὸ 1204 Πόλη καὶ σύνολη αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης, Ρωμανία, ὅπως εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τὸναἰώνα ὄνομά της, δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρεῖ τὴν πρώτη της δύναμη. Τὸ φραγκικὸ κτύπημα ἦταν τόσο δυνατό, ὥστε ἔκτοτε ἡ Νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη ἦταν «μία πόλη καταδικασμένη νὰ χαθεῖ» (Ἑλένη Γλύκατζη – Ἀρβελέρ). Ἀπὸ τὸ 1204 μέχρι τὸ 1453  αὐτοκρατορία μας διανύει περίοδο πολιτικῆς παρακμῆς καὶ πτωτικὴ πορεία.


Ἑνωτικοὶ καὶ Ἀνθενωτικοὶ
2. Οἱ ἐξελίξεις στὸ ἐσωτερικὸ τῆς συρρικνωμένης πιὰ αὐτοκρατορίας ὁδήγησαν στὴν ἀποδυνάμωση καὶβαθμιαία ἀποσύνθεσή της: ἐμφύλιοι πόλεμοι τοῦ 14ου αἰῶνος, διείσδυση τῶν Ὀθωμανῶν ὡς μισθοφόρων στὴν ζωή της καὶ ἐπεκτατικὴ πορεία τους στὴν Χερσόνησο τοῦ Αἵμου (ἀπὸ τὸ 1354)· πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ διάλυση·δημογραφικὴ συρρίκνωση· ἄστοργη καὶ ἀφιλάνθρωπη πολιτικὴ τῶν αὐτοκρατόρων· δυσβάστακτη φορολόγηση (δημιουργία οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας εἰς βάρος τῶν μικροκαλλιεργητῶν) καὶ κυρίως θεολογικὲς  πνευματικὲς καὶ ἄλλες ἰδεολογικὲς ἀντιθέσεις (Ἑνωτικοὶ  Ἀνθενωτικοὶ) τὸ τραγικότερο ρῆγμα στὸ σῶμα τοῦ Ἔθνους. Ἑνωτικοὶ καὶ Ἀνθενωτικοὶ ὁδηγήθηκαν σὲ σύγκρουση ὁριακή. Οἱ πρῶτοι ἀναζητοῦσαν στηρίγματα γιὰ τὸ κλονιζόμενο Γένος πρὸς δύο κατευθύνσεις: στὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα, μὲ ἄρνηση τῆς προτεραιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ στὴ Δύση, μὲ τὴν ὅποια συγγένευαν λόγῳ τῆς κοινῆς ἰδεολογίας καὶ νοοτροπίας. Οἱ δεύτεροι (Κλῆρος, Μοναχοί, εὐρὺ λαϊκὸ στρῶμα) -ὄχι λιγότερο Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς πρώτους -διατηροῦσαν τὴν ἱστορικὰ ἑδραιωμένη (καὶ μάλιστα μετὰ τὸ 1204) δυσπιστία πρὸς τὴν Δύση, διότι γνώριζαν καλὰ τὴν θεολογική, ἐκκλησιολογικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀλλοτρίωσή της (ρατσιστικὴ φεουδαρχία), προτάσσοντας σὲ κάθε ἑνωτικὴ προσπάθεια τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ἀληθινὴ πίστη καὶ τὴν σωτηριολογική της σημασία. Ἦταν μία κατάσταση μὲ πολλὲς ἀναλογίες μὲ τὴν σημερινή.
Λίγο πρὶν τὴν ἅλωση πρῶτος Γενάρχης μας, μετὰ τὸ 1453, καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Γεννάδιος (Σχολάριος, †1472) ἔλεγε μὲ ἔκδηλη ἀγωνία: « ἀνόητοι Ρωμαῖοι...» (Ρωμηοὶ δηλαδή), ἐλέγχοντας τὴν ἀφελῆ προσδοκία βοήθειας ἀπὸ μία Δύση, ποὺ εἶχε μάθει πιὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Καρλομάγνου (8ος – 9ος αἰ.) νὰ μισεῖ θανάσιμα τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἀνατολὴ (Γραικία). στάση τῶν Ἀνθενωτικῶν ἦταν ρεαλιστική, διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἀποκρούονταν οἱ Ὀθωμανοί, τὸ ἐξασθενημένο «Βυζάντιο» θὰ ἐπιβίωνε μέν, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ εἶχε ἤδη μεταβληθεῖ σὲ ἐξίσου ἀξιοθρήνητο δυτικὸ προτεκτοράτο, ὅπως τὸ ζοῦμε σήμερα.
Πῶς διετηρήθη τὸ γένος ἑνωμένον
2. Ὡστόσο οἱ δύο φοβερὲς αὐτὲς Ἁλώσεις δὲν σήμαναν γιὰ τὸ Γένος μας ὁλοσχερῆ πτώση καὶ ἀφανισμὸ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ σκηνή, οὔτε ἐνόθευσαν τὴν ταυτότητά μας, τὴν Ἑλληνορθοδοξία. ἐμμονὴ στὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ μέσῳ αὐτῆς καὶ στὴν ἑλληνικότητα, διατήρησε τὸ Γένος ἑνωμένο μὲ τὶς ζωτικὲς πηγές του. Ὅπως δὲ ἔχει ἐπισημανθεῖ πολὺ ὀρθά, ἐνῶ πολιτικὰ μετὰ τὸ 1204 αὐτοκρατορία φθίνει καὶ καταντᾶ σκιὰ τοῦ ἑαυτοῦ της, πνευματικὰ σημειώνει μεγάλη ἀκμὴ καὶ κορύφωση τῆς ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως (ἡσυχαστικὴ κίνηση), ποὺ ζωογονοῦσε τὸ Γένος καὶ ἐνίσχυε τὶς πνευματικές του ἀντιστάσεις. μεγάλος Βέλγος ἁγιολόγος Francois Halkin, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «Διεθνῆ τοῦ Ἡσυχασμοῦ» (Internationale des Hesychasmus), ποὺ ἕνωνε ὅλες τὶς ὀρθόδοξες Λαότητες. Μετὰ μάλιστα τὴν β´ ἅλωση ἀπὸ τὴν καλπάζουσα δύναμη τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων ἀλήθεια αὐτῆς τῆς διαπίστωσης φαίνεται ἀκόμη καθαρότερα  ἐπιβίωση τοῦ Γένους μας ἦταν τὸ θαῦμα τοῦ ἑλληνορθόδοξου ψυχισμοῦ. Μὲ τὴ δεύτερη ἅλωση ἀρχίζει γιὰ τὸ Γένος περίοδος μακρᾶς δοκιμασίας. Ἂν οἱ ψυχικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις του δὲν ἦταν ἀκμαῖες εἶναι ἀμφίβολο ἂν θὰ μποροῦσε τὸ Γένος νὰ ξεπεράσει τὶς συνέπειες τῆς Πτώσης, ὅπως συνέβη μὲ ἄλλους Λαοὺς στὴν Ἱστορία. Ὅ,τι εἶχε συμβεῖ ἤδη μὲ τὶς ἑλληνικὲς πόλεις–κράτη, ὅταν ὑποτάχθηκαν στὴν Ρώμη, ἐπανελήφθη καὶ μετὰ τὸ 1453. Ἡ Πόλη ἔπεσε, ἀλλ᾽ ἡ Ρωμανία/Βυζάντιο δὲν χάθηκε. Ὁ ρωμαίικος βίος καὶ πολιτισμὸς συνέχισαν νὰ ζοῦν μὲ ἕνα τρόπο ὑπάρξεως λιγότερο μὲν φαντασμαγορικό, ἀλλ᾽ ἐξ ἴσου ρωμαλέο καὶ δημιουργικό. Ὁ ἔγκριτος ἱστορικός μας, ἀείμνηστος Καθηγητὴς Ἀπόστολος Βακαλόπουλος,παρατηρεῖ ὅτι στὴν διάρκεια τῆς δουλείας ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη «ἦταν κάτι παραπάνω ἀπὸ θρησκευτικὸ δόγμα. Ἦταν τὸ πνευματικὸ πλαίσιο, μέσα στὸ ὁποῖο ἐκφραζόταν ἡ ἐθνικὴ συν είδηση, ὁλόκληρος ὁ κόσμος τους, ποὺ ἔκλεινε μέσα του τὸ ἔνδοξον παρελθὸν καὶ τὶς ἐλπίδες ἀπολυτρώσεως». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριαςἐθεμελίωσε τὴν ἵδρυση τοῦ Κράτους μας στὴν ἰδέα, ὅτι «ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ γλῶσσαν καὶ Πατρίδα καὶ ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καὶ ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στῦλος καὶ ἑδραίωμα» (πρβλ. Α´ Τιμ. 3,15). Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ «φύγει», διότι συνέδεε τὸ Ἔθνος μας μὲ τὶς ζωτικὲς Πηγές του!
Εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Σῶμα ὁλόκληρος  ζωή τοῦ γένους
3. Τὸ Γένος μας μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ ἐθναρχικοῦ – ἐκκλησιαστικοῦ χώρου –παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἐλεγχόμενες συμπεριφορές, ποὺ ποτὲ δὲν λείπουν σὲ κάθε θεσμικὸ χῶρο– πέτυχε τὴν ἱστορικὴ συνέχειά του, τὴν διάσωση δηλαδὴ τῶν συστατικῶν τῆς ταυτότητας καὶ ἰδιοπροσωπίας του. Ὁ θεσμὸς τῆς Ἐθναρχίας ἀποδείχθηκε γιὰ τὸ Γένος εὐεργετικὸς συμβάλλοντας στὴν ἐπιβίωση καὶ ἱστορικὴ συνέχειά του. Ἀπὸ ἄποψη ἐδαφική, ἡ Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία συνέχιζε τὴν Χριστιανική.
Πνευματικὰ ὅμως καὶ πολιτιστικά, ἀλλὰ καὶ πολιτικά, τὴν συνέχισε ἡ Ἐθναρχία. Μὲ τὴν πολιτικὴ ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε βαθμιαῖα τὸ νέο καθεστὼς τῆς «Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς», τὸ «ὈρθόδοξοἘκκλησιαστικὸ Κράτος τοῦ Χριστιανικοῦ Ἔθνους» (Διονύσιος Ζακυθηνός, στὴν κυριολεξία τὸ «Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο» (Ν. Γιόργκα). Ἡ συσπείρωση τοῦ Γένους στὸ φυσικό του ἀπὸ αἰώνων σῶμα, τὸ ἐκκλησιαστικό, πέτυχε τὴν διάσωση τῶν δυνάμεών του. Ὁ δὲ Ἑλληνισμός, τὸ βασικὸ στοιχεῖο τοῦ ρωμαίικου μιλλετιοῦ, ἔμεινε συμπαγὲς καὶ ἰδιαίτερο σῶμα, σὲ μία ὑπερεθνικὴ ἑνότητα μὲ τὶς ἄλλες ἐθνότητες – λαότητες τῆς Βαλκανικῆς, οἱ ὁποῖες μέσα στὴν ἐθναρχία ξεπέρασαν τὴν μετὰ τὸ 1204 κατάτμησή τους. Ἡ Ἐθναρχία ἔδωσε στὴ Ρωμηοσύνη μεγαλύτερη ἑνότητα καὶ συνοχή. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀμείλικτοι ἐχθροί της, οἱ Φράγκοι, θὰ τὴν βλέπουν συνεχῶς ζωντανὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐπικίνδυνη, ἐμποδίζοντας μὲ κάθε τρόπο τὴν ἀντίστασή της. Ἔτσι τὸ Γένος, ὥς τὴν ἵδρυση τοῦ πρώτου ἡμιαυτόνομου ἑλληνικοῦ κράτους (Ἑπτανησιακὴ Πολιτεία, 1800) θὰ μείνει μὲν χωρὶς πρωτογενῆ πολιτικὴ ἐξουσία, μέσῳ ὅμως τῆς Ἐθναρχίας θὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει ὡς συντεταγμένη κοινωνία, μὲ συνείδηση τῆς ταυτότητάς της, τῆς ἑνότητας καὶ ἰδιαιτερότητά της. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα θὰ εἶναι ὁ χῶρος ἀνάπτυξης συνόλης τῆς ζωῆς τοῦ Γένους, διασώζοντας τὴν θρησκευτικὴ καὶ ἐθνικὴ παράδοση, τὴν γλώσσα καὶ τὴν κοινωνικοπολιτικὴ ὀργάνωσή του, τὴν συλλογικὴ ἐμπειρία του στὸν χῶρο τῆς καθημερινῆς πράξης.
α)  Λατρεία, μόνιμος βιοτικὸς χῶρος γιὰ τὸν Ἕλληνα – Ρωμηό, διέσωσε τὸ ὀρθόδοξο ἦθος ὡς καθολικὴ στάση ζωῆς. Ὅταν μιλοῦμε γιὰ «κιβωτὸ τοῦ Γένους/Ἔθνους», ἐννοοῦμε κυρίως τὴν λατρεία, τὴν συνεχῆ παροντοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα» τῆς ἱστορίας. Ἡ πίστη καὶ ἡ γλώσσα διαφοροποιοῦσαν τὸν Ἕλληνα καὶ τοὺς ἄλλους Ρωμηοὺς ἀπὸ τὸν κατακτητή. Ἡ Ὀρθοδοξία λειτουργοῦσε ὡς «κάτι παραπάνω ἀπὸ θρησκευτικὸ δόγμα». Ἦταν τὸ πνευματικὸ πλαίσιο, μέσα στὸ ὁποῖο ἐκφραζόταν  ἐθνικὴ συνείδηση,ἐπιτυγχάνοντας τὴν ἀδιάκοπη πραγμάτωσή της.
 ἐνοριακὴ σύναξη,  μόνη λαοσύναξη, ποὺ δὲν διακόπηκε ποτέ, μαζὶ μὲ τὸ μοναστήρι, ἔμειναν τὸ ἀμετακίνητο κέντρο τῆς πνευματικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς. Τὰ μοναστήρια, ἰδιαίτερα, θὰ λειτουργοῦν ὡς χῶροι πνευματικοῦ καὶ συνειδησιακοῦ ἀναβαπτισμοῦ, τόποι καταφυγῆς καὶ προστασίας τῶν διωκομένων καὶ κέντρα παιδείας καὶ ἀνανεώσεως.
β)  Ἐθναρχία ἔγινε χῶρος διασώσεως καὶ ἀναπτύξεως καὶ τῆς πολιτικῆς ὕπαρξης τοῦ Γένους, ὄχι μόνο μὲ τοὺς ἀξιωματούχους της (Φαναριῶτες), τοὺς ἀνωτάτους κρατικοὺς ὑπαλλήλους {διερμηνεῖς, δραγομάνους τοῦ στόλου, ἡγεμόνες τῶν παραδουνάβιων περιοχῶν}, ἄλλα πρὸ πάντων στὸ χῶρο τῆς μικροκοινωνίας, τῆς Κοινότητας. Στὸν θεσμὸ τῶν Κοινοτήτων βρῆκε τὸ ρωμαίικο μιλλέτι τὴν πολιτικὴ πραγμάτωσή του καὶ τὴν ἱστορικὴσυνέχειά του στὸν κοινωνικὸ χῶρο. Ὁ κοινοτισμός, μὲ θεμέλια ὄχι «ὀρθολογικὰ» καὶ οἰκονομικά, ἀλλὰ πνευματικὰ (τὸ φιλάδελφον καὶ φιλάνθρωπον), ἔγινε τρόπος κοινωνικοπολιτικῆς ὑπάρξεως τοῦ Γένους, μὲ κέντρο τὸν Ἱ. Ναὸ γιὰ ὅλες τὶς σωματειακὲς συσπειρώσεις καὶ συσσωματώσεις (συντεχνίες), ποὺ ἀκόμη καὶ τὴν ἐπαχθῆ ὀθωμανικὴ φορολογία μπόρεσε νὰ μεταμορφώσει σὲ «ἴση κατανομὴ τῆς φτώχειας» (Νικ. Σβορῶνος). Ἡ Ἐθναρχία ὅμως μέσῳ τῆς Κοινότητας ἔσωσε καὶ τὴν ἑλληνορθόδοξη παιδεία.
γ) Ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμὸς δὲν βυθίστηκε ποτὲ σὲ πνευματικὴ νάρκωση ἢ ἀδράνεια. Ὁ λόγος γιὰ τὸ «πνευματικὸ σκοτάδι» τῆς δουλείας ἀληθεύει μόνο γιὰ τὸ πλατὺ στρῶμα τοῦ Λαοῦ, ποὺ δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα ἀρχικὰ τοὐλάχιστον, σχολικῆς παιδείας. Μιλώντας ὅμως γιὰ ἀκμὴ καὶ παρακμὴ τῆς παιδείας, πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε τὰ κριτήρια τῆς περιόδου, γιὰ τὴν ὅποια μιλοῦμε. Στὴν παράδοση τῆς  Ρωμηοσύνης τὸ βάρος πέφτει πρῶτα στὴν πνευματικότητα καὶ μετὰ στὰ γράμματα, τὴν σχολικὴ σοφία. Ἀκμὴ γιὰ τὴν Ρωμηοσύνη δὲν εἶναι ἡ παραγωγὴ σοφῶν, ἀλλ᾽ ἡ ἀνάδειξη Ἁγίων – Θεουμένων. Διότι αὐτοὶ δημιουργοῦν αὐθεντικὴ κοινωνία. Μὲ βάση αὐτὸ τὸ κριτήριο ἡ δουλεία δὲν ἦταν κατάπτωση γιὰ τὴν Ρωμηοσύνη, ἀλλ᾽ ἀντίθετα συνεχίσθηκε κατ᾽ αὐτὴν ἡ πνευματικὴ ἀκμὴ τῶν τελευταίων βυζαντινῶν χρόνων (14ου-15ου αἰ.). Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, ποὺ ἐκφράζει τὴν πνευματικὴ ἀκμὴ τῆς Ρωμηοσύνης, δὲν ἔσβησε στὴν δουλεία. Ἡ περίπτωση τῶν Νεομαρτύρων, μὲ τοὺς Πνευματικοὺς– Γέροντες, ποὺ τοὺς προετοίμαζαν γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ἑλληνικότητας, πιστοποιεῖ αὐτὴ τὴν συνέχεια.
Ἐσώθη διὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ  Ἑλληνικὴ Παιδεία


Μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κοινοτικὸ θεσμὸ σώθηκε, παρ᾽ ὅλες τὶς ἐλλείψεις, καὶ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία. Σημαντικὸς σταθμὸς ὑπῆρξε ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Ἐθναρχίας, νὰ ἱδρύσει τὸ 1454 τὴν Πατριαρχικὴ Σχολὴ (Ἀκαδημία) στὴν Πόλη. Ἡ πρωτοβουλία ἀνῆκε στὸν πρῶτο Ἐθνάρχη/Γενάρχη μας Γεννάδιο (Σχολάριο), πρώην καθηγητή. Εἶναι τὸ ἀρχαιότερο ἐκπαιδευτικὸ Ἵδρυμα κατὰ τὴν δουλεία, ποὺ καθιστᾶ ἰδιαίτερα ἔκδηλη τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στὸν χῶρο τῆς παιδείας, μία παρουσία, ποὺ καὶ στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες θὰ θεωρεῖται αὐτονόητη καὶ ἀστασίαστη.
Σπουδαῖο ἀκόμη ὁρόσημο ἦταν  ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπὶ Ἰερεμία Β´ τοῦΤρανοῦ (1593), νὰ φροντίσουν οἱ Μητροπολίτες γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων καὶ τὴν ὑποστήριξη γενικὰ τῆς παιδείας στὶς ἐπαρχίες τους. Εἶναι ἡ πρώτη ἐπίσημη πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀνάπτυξη σχολικῆς παιδείας. Ὁ Ζ´ κανόνας τῆς Συνόδου ὁρίζει ρητά:
«Ὥρισεν ἡ ἅγια Σύνοδος ἕκαστον ἐπίσκοπον ἐν τῇ ἑαυτοῦ παροικίᾳ φροντίδα καὶ δαπάνην τὴν δυναμένην ποιεῖν, ὥστε τὰ θεῖα καὶ ἱερὰ γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι· βοηθεῖν δὲ κατὰ δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καὶ τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐὰν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχουσι». Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ εἶναι καὶ μία ἀπάντηση σὲ ὅσους μιλοῦν γιὰ ἀπαγόρευση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, παρερμηνεύοντας τὴν ἔννοια τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ». Ἐπίσημη – κρατικὴ δίωξη τῆς παιδείας τῶν ὑποδούλων δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει. Οἱ διάφορες ὅμως διώξεις ἦταν ἀποτέλεσμα ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ ὑπερβάλλοντος ζήλου τῶν Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν. «Ὑπῆρχαν πολλὲς τουρκοκρατίες, ἀνάλογα μὲ τὶς διαθέσεις τῶν διαφόρων πασάδων. Ἡ καχυποψία ἦταν μόνιμη ἀπέναντι στοὺς ρωμηούς. Ἡ ἐπίδραση ὅμως τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως ὑπῆρξε γόνιμη. Τὰ σχολεῖα ἄρχισαν σιγά – σιγά νὰ πολλαπλασιάζονται, ὥσπου νὰ ἐμφανισθοῦν καὶ οἱ εὐεργέτες τοῦ Γένους, ποὺ χρηματοδοτοῦσαν τὴν ἵδρυσή τους.
Στὴν συνάφεια ὅμως αὐτὴ ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Τί ἦταν στὴν οὐσία του τὸ «κρυφὸ σχολειό»; Δὲν ἦταν κάτι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴ καὶ ἀνεπίσημη φροντίδα τοῦ ἐθναρχικοῦ – ἐκκλησιαστικοῦ χώρου γιὰ τὴν παιδεία, τὴν κατάρτιση τῶν παιδιῶν στὰ γράμματα, μὲ βάση τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία («κολλυβογράμματα») καὶ τὴν καλλιέργεια ἐθνικῆς συνειδήσεως (ἱστορία). Καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνεται μὲ ἀπόλυτη μυστικότητα, διότι οὐδεὶς κατακτητὴς εὐνοεῖ τὴν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων ἀπὸ τοὺς ὑποδούλους. Ἔτσι, ὁ γνωστὸς πίνακας τοῦ Γύζη (Τὸ κρυφὸ σχολειό) καὶ τὸ γνωστὸ ποίημα τοῦ Ἰ. Πολέμη δικαιώνονται, ἂν σκεφθοῦμε μάλιστα τὰ παιδιά, μετὰ τὴν ἐργασία στὰ χωράφια, τὸ βραδάκι –μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ– μαζεύονταν γύρω ἀπὸ τὸν παπά τῆς Ἐνορίας τοῦ χωριοῦ ἢ σὲ κάποιο μοναστήρι, γιὰ νὰ μάθουν «γράμματα, σπουδάσματα, τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα» (θεϊκά!) καὶ γι᾽ αὐτὸ πολεμεῖται τὸ (ἀληθινὸ καὶ ὑπαρκτὸ) «κρυφὸ σχολειό», διότι δὲν δίδασκε τὰ «ἄθεα» γράμματα τῆς Εὐρώπης. (Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ πολέμιος τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ», ὁ μακαρίτης Καθηγητὴς Ἄλκης Ἀγγέλου, δέχθηκε σπουδαία ἐπιστημονικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν ἐπίσης φιλόλογο Καθηγητὴ Φάνη Κακριδῆ).
Πότε ἤρχισε νὰ κυοφορῆται τὸ σημερινόν μας πρόβλημα μὲ τὴν Εὐρώπην
4. Μὲ τὴν ἵδρυση ὅμως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (συμβατικὰ τὸ 1830) ἡ Δύση παίρνει τὴ Revanche. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση «ἐπετράπη», ὅταν φάνηκε νὰ ἐξυπηρετεῖ τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα, μὲ τὴν μεταβολή της ἀπὸ οἰκουμενικὴ (μέχρι τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη) σὲ ἐθνικιστική. Καὶ αὐτὸ διότι ἔτσι μόνο, μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐθνικῆς –ἢ ὀρθότερα ἐθνικιστικῆς– ἰδέας, διευκολύνθηκε ἡ ἀνάδειξή της σὲ δυτικὸ προτεκτοράτο. Τότε συλλαμβάνεται καὶ ἀρ χίζει νὰ κυοφορεῖται τὸ σημερινό μας πρόβλημα μὲ τὴν Εὐρώπη. Σήμερα, ἁπλῶς προχωρεῖ ἡ συνειδητοποίησή του, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Ἐπὶ τόσες ὅμως δεκαετίες τὸ πρόβλημα ὑπῆρχε καὶ μεγεθυνόταν ὑπόγεια καὶ καταλυτικά.
Ὁ λόγος γιὰ τὴ μετατροπή μας σὲ εὐρωπαϊκὸ προτεκτοράτο δὲν εἶναι προϊὸν εἰκασίας. Ἀπὸ τὸ 1830 τελοῦμε ὑπὸ μόνιμη κατοχή, μὲ τὴν ψευδαίσθηση τῆς συμμαχίας. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ μικρασιατικὴ ἐκστρατεία, ποὺ δὲν ἦταν παρὰ ἐκτέλεση ἐντολῶν τῶν «προστατῶν» μας σὲ δύο φάσεις, ὡς τὴν καταστροφή. Ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς στάσης ἔχει κορυφαῖες στιγμές, ὅπως ἡ δήλωση: «Στρατηγέ, ἰδοὺ ὁ στρατός σας», πρὸς τὸν Βὰν Φλήτ, ἢ τό: «Ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν», ποὺ γιὰ τοὺς εὐρωπαϊστές μας δὲν κλείνεται μόνο στὸν πολιτικοστρατιωτικὸ χῶρο, ἀλλ᾽ ἐπεκτείνεται καὶ στὸν πολιτιστικό. Ἡ ἀπόλυτη κορύφωση ὅμως τό: «Εὐχαριστοῦμε τὴν Κυβέρνηση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν»! Ἡ πολιτική μας Ἡγεσία λειτουργεῖ, κατὰ κανόνα, ὡς τοποτηρητεία τῶν Ξένων Δυνάμεων στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἰδιαίτερα σήμερα.
5. Ἀπὸ τὴν πορεία καὶ στάση μας μετὰ τὶς δύο μεγάλες Ἁλώσεις διδασκόμαστε πῶς μπορεῖ νὰ μὴ ἔλθει τὸ τέλος τῆς ἱστορικῆς μας παρουσίας, ποὺ σήμερα, δυστυχῶς, φαίνεται ἀναπόφευκτο. Οἱ δύο ἁλώσεις, ἡ φραγκικὴ καὶ ἡ ὀθωμανική, δὲν ἅλωσαν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν συνείδηση τοῦ Γένους/Ἔθνους μας. Σήμερα ὅμως πραγματοποιεῖται —ἄρχισε ἤδη— ἡ Τρίτη Ἅλωση, ἢ μᾶλλον βρισκόμαστε στὸ τελικὸ στάδιό της. Ἡ ἅλωση τοῦ 1204 ὁλοκληρώνεται σήμερα, ποὺ τὰ σύνορά μας βρίσκονται μέσα στὴν ψυχή μας. Δὲν εἶναι κυρίως γεωγραφικά, ἀλλὰ πνευματικὰ καὶ συνειδησιακά. Ἡ ψυχή μας ἀπειλεῖται μὲ νέα μεγάλη ἅλωση, τὴν Τρίτη καὶ ἀποφασιστικότερη, ποὺ ἴσως ἀποδειχθεῖ τελεσίδικη. Ἡ Ὑπερδύναμη τῆς Νέας Ἐποχῆς, μὲ ὅλες τὶς συνιστῶσές της, ἔχει ἀποβεῖ «καθολική μας μητρόπολη», κατὰ τὸν ἀείμνηστο ἱστορικὸ Κωστὴ Μοσκὼφ καὶ μόνιμο σημεῖο ἀναφορᾶς, ποὺ καθορίζει σύνολο τὸν ἐθνικό μας βίο, καὶ αὐτὸ τὸ φρόνημά μας, μὲ τὴν ἐξωπροσδιοριζόμενη παιδεία. Σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ ἐπαναλάβω ἕνα λυγμικὸ λόγο τοῦ ἀειμνήστου Δασκάλου μου Νικολάου Τωμαδάκη: «Ἐλᾶτε –γράφει– νὰ μνημονεύσωμεν τὴν Ἅλωσιν! Ποίαν; Τὴν ἐκ τῶν ἔνδον ἐπελθοῦσαν; Τὴν αὐτοάλωσιν ἢ τὴν βίᾳ διὰ τῆς τουρκικῆς σπάθης πραγματοποιηθεῖσαν τὸ 1453; Ποία εἶναι ἡ δραματικωτέρα, ἢ χειροτέρα; Διὰ ποίαν εὐθυνόμεθα περισσότερον; Ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἔδωκε τὰ παραδείγματα καὶ τὴν ἐλπίδα; Ἢ ἀπὸ τὴν τωρινήν, ἡ ὁποία καταλύει τὴν πίστιν;». Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ σοφοῦ Διδασκάλου!
Ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οἱ ἐκδυτικισμένοι εὐρωπαϊστὲς καὶ σύμφωνα μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα, ἐκσυγχρονιστὲς (δηλαδὴ νεωτεριστὲς καὶ μετανεωτεριστές), φαίνεται ὅτι ἔχουν στὶς ἀντορθόδοξες προοπτικές τους, τὴν «ἀλλαγὴ» τοῦ Ἔθνους ὡς διαστροφὴ καὶ καταστροφὴ τῆς ταυτότητάς του. Ἤδη οἱ ὀπαδοὶ τῆς Βαυαροκρατίας ἔβαλαν στὸ στόχαστρό τους τὰ Μοναστήρια καὶ τὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο (1833 κ. ἑξ.). Διότι οἱ Εὐρωπαῖοι καὶ εὐρωπαϊστὲς γνωρίζουν καλά, ὅτι ὁ χῶ ρος αὐτὸς ἐξασφαλίζει τὴν συνέχεια τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης καὶ τῆς συνοχῆς τοῦ Ἔθνους μας.
Τὸ πνεῦμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ παραμένει ἔκτοτε συνδεδεμένο μὲ τὸν ἐπαρχιωτισμὸ καὶ τὴν ἡττοπάθεια μπροστὰ στὴ Δύση, πολιτικὰ καὶ θρησκευτικά, δημιουργώντας στὸ Ἔθνος συνείδηση προτεκτοράτου.
Ἡ ἀδυναμία βιώσεως τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης ἀπὸ τοὺς ἐκδυτικισμένους Ἡγέτες μας, ὅλων τῶν ἰδεολογι κῶν ἀποχρώσεων, ἐξασθενίζει τὶς ἀντιστάσεις τους καὶ τὶς ἐκμηδενίζει, ὁδηγώντας καὶ στὴν ἀδυναμία ὀρθῆς ἀποτίμησης τοῦ πολιτισμοῦ μας καὶ τῆς ἱστορίας μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αἰσχύνονται γιὰ τὴν ταυτότητά τους. Πῶς, λοιπόν, ν᾽ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσής του;
Καὶ στὶς ἡμερές μας στὰ ὅρια τοῦ λεγομένου «χωρισμοῦ» Ἐκκλησίας – Πολιτείας, ἐπιδιώκονται καὶ πραγματοποιοῦνται, βαθμιαῖα, πολιτειακὰ μέτρα, ποὺ ἀποδομοῦν ὄχι μόνο τὸν ἐκκλησιαστικό, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐθνικό μας βίο. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἤδη ἔχουν μεταξὺ ἄλλων ἐπιβληθεῖ: ἀποποινικοποίηση τῶν ἀμβλώσεων καὶ τῆς μοιχείας, αὐτόματο διαζύγιο· ἀπάλειψη τοῦ θρησκεύματος ἀπὸ τὶς ταυτότητες, γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν Κέντρων ἐξαρτήσεώς μας· ἀπομάκρυνση τῶν Κληρικῶν ἀπὸ τὰ σχολεῖα καὶ παρακώλυση τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἐπαχθῆ φορολόγηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ὡς νὰ ἀνῆκε στοὺς Κληρικοὺς καὶ ὄχι στὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἄλλα καὶ παρεμπόδιση τοῦ πνευματικοῦ της ἔργου, μὲ τὸν περιορισμὸ τῶν χειροτονιῶν· θέσπιση τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, καὶ τῶν χριστιανῶν, ἐπαχθεῖς φορολογήσεις καὶ περικοπὲς τῆς μισθοδοσίας τῶν πολιτῶν καὶ τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περίθαλψής τους· σκανδαλώδης ἀποφυγὴ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ἀτιμωρησία, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν αὔξηση τῆς τρομοκρατίας καὶ παρανομίας· διαιώνιση τῆς ἀνυπαρξίας ἀποφασιστικῆς καὶ ὀρθολογικῆς μεταναστευτικῆς πολιτικῆς, ποὺ ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν Πολιτῶν τῆς Χώρας μας, ἄλλα καὶ αὐτῶν τῶν μεταναστῶν, μὲ τὴν διευκόλυνση τῆς λαθρομετανάστευσης· μειοδοσία στὰ ἐθνικά μας θέματα καὶ ἀπεμπόληση τῶν ἐθνικῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων μας· ἀλλοίωση καὶ παραχάραξη τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας καὶ προώθησή της στὴν ἐκπαίδευση μὲ τὰ σχολικὰ βιβλία. Ὄχι δηλαδὴ μόνο ἡ πίστη καὶ ὁ ἐκκλησιαστικός μας βίος, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ ἑλληνορθόδοξος πολιτισμός μας πλήττεται θανάσιμα. Καὶ ὅλα αὐτὰ «διὰ νὰ γίνωμεν τέλειοι Εὐρωπαῖοι ἐξωτερικῶς μὲ ὅλα τὰ γνωρίσματα, ἑνὸς καταρρέοντος κοινωνικοῦ συστήματος ἀπίστου, ἀθρήσκου, ραθύμου...». (Ν. Τωμαδάκης).
Οἱ κινήσεις ὅμως αὐτὲς τῶν θλιβερῶν ἐθνοκτόνων μας ἐνισχύονται ἀπὸ τὴν πέμπτη φάλαγγα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, τοὺς μεταπατερικοὺς Κληρικοὺς καὶ κατ᾽ ἐπάγγελμα θεολόγους, τοὺς «συνευδοκοῦντας τοῖς πράσσουσι» (Ρωμ. 1, 32) τὴν ἀνομίαν. Ἡ διάσπαση δὲ τῆς Ἱεραρχίας εὐνοεῖ ἀποφασιστικὰ τὴν προώθηση καὶ ἐπιβολὴ τῶν ἀνατρεπτικῶν καινοτομιῶν. Ὅπως τὸν 19° αἰώνα, ἔτσι καὶ σήμερα, δυστυχῶς δεσπόζουν «ὑδαρεῖς» —κατὰ τὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ Χρῆστο Ἀνδροῦτσο— Κληρικοί, συσχηματιζόμενοι μὲ τὰ μέτρα τῆς Πολιτικῆς Ἡγεσίας γιὰ λόγους προοδευτισμοῦ ἢ διεκδίκησης προσωπικῶν ὠφελημάτων. Ἐπειδὴ δὲ τὰ πνευματικὰ συμπορεύονται πάντοτε μὲ τὰ πολιτειακά, πρέπει νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἡ πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ ἀποδόμηση τοῦ Ἔθνους ἔχει σημαντικὸ ἀντίκτυπο καὶ στὰ ἐθνικὰ θέματα σὲ κάθε περίοδο τῆς ἱστορίας μας. Καὶ αὐτὸ τὸ ζοῦμε σήμερα μὲ τὴ νέα κατοχή μας καὶ πάλι ἀπὸ τὴν Φραγκία, ὅπως τὸ 1204! Ἡ διαφορὰ τῆς προϊούσας σήμερα Τρίτης Ἁλώσεως ἀπὸ ἐκεῖνες τοῦ 1204 καὶ τοῦ 1453 εἶναι ὅτι τότε ἡττηθήκαμε, ἐνῶ σήμερα προχωρήσαμε στὴν ἅλωση μὲ τὴν συγκατάθεσή μας, θεωρώντας την μάλιστα ὡς σωτηρία!
* * *
Ἡ Δύση πῆρε ἐπιτέλους τὴν «ρεβάνς»! Τώρα πραγματοποιεῖ τὸν μακραίωνα πόθο της τὴν ὁλοκληρωτικὴ διάλυση τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. Ἐντασσόμενοι στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἐκάμαμε τόσους πανηγυρισμούς, διότι θεωρήσαμε τὸ γεγονὸς ὡς σωτηρία μας. Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε, γι᾽ αὐτό, νὰ μᾶς ἀπογοητεύσει ἡ Εὐρώπη ἐκεῖ, ποὺ στηρίξαμε «τὴν πᾶσαν ἐλπίδα» μας, στὰ οἰκονομικά, γιὰ νὰ εἶναι εὐκολότερη ἡ ἀφύπνισή μας.
Ἔτσι, ἡ ἱστορία παίρνει τὴν ἐκδίκησή της! Ξεχάσαμε τὸν Θεὸν τῶν Πατέρων ἡμῶν καὶ πιστεύουμε στὴν ἀπολυτοποιημένη «ἀξία» τοῦ οἰκονομισμοῦ. Δὲν ἀνοίξαμε καμμιὰ κερκόπορτα, ἀλλὰ τὶς πύλες τῆς ψυχῆς καὶ καρδιᾶς μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀλλοτριώσει καὶ νὰ μᾶς συντρίψει ἡ σημερινὴ Δύση.
Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει —εἶναι βέβαιο— καὶ ἡ «μαγιὰ» τοῦ Μακρυγιάννη. Σ᾽ αὐτὴν ἀνήκουν ὅσοι σημερινοὶ Ἕλληνες μένουμε πιστοὶ στὴν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων μας καὶ τὸν Σωτήρα μας Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Οἱ ἀληθινοὶ πατερικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι. Αὐτοὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μας, θὰ ἀναστήσουν τὸ Ἔθνος σὲ κάποιο νέο ᾽21, ὅταν ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέψει!
*Διάλεξις εἰς τὸ Ἡράκλειον τῆς Κρήτης τὸν Μάϊον τοῦ 2012, ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἁλώσεως τοῦ 1453.