Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΤΡΩΝ



ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΕΣ Στά πλαίσια τῶν Ἑορταστικῶν Ἐκδηλώσεων «Πρωτοκλήτεια 2009», πραγματοποιήθηκε, στό Συνεδριακό Κέντρο τοῦ Τ.Ε.Ι. Πατρῶν, λαμπρή τελετή πρός τιμήν τῶν Πρεσβυτερῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Τό Ἀμφιθέατρο κατακλύστηκε ἀπό τίς 250 περίπου πρεσβυτέρες, πού προσῆλθαν, τούς Ἱερεῖς καί τά παιδιά τῶν ἱερατικῶν οἰκογενειῶν καί πολλούς ἄλλους ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι προσῆλθαν νά τιμήσουν μέ τήν παρουσία τους τίς ἀφανεῖς ἡρωίδες, τίς Πρεσβυτέρες πού στέκονται μέ αὐταπάρνηση συμπαραστάτες στό ἔργο τῶν ἱερέων μας καί προσφέρουν μεγάλες ὑπηρεσίες στήν Ἐνορία καί γενικώτερα στήν κοινωνία μας. Τήν ἐκδήλωση πλαισίωσαν α) Ὁ Βυζαντινός Χορός «Κλεῖδα», ὑπό τήν διεύθυνση τοῦ κ. Δημητρίου Γαλάνη, Πρωτοψάλτη τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Βαρβάρας Πατρῶν καί Διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μας καί β) Τά χορευτικά τῶν Νεανικῶν Ὁμάδων τῶν Ἐνοριῶν Ἁγίου Δημητρίου Πατρῶν καί Ἁγίας Εἰρήνης Ριγανοκάμπου. Κεντρικός ὁμιλητής ἦταν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστησε τίς Πρεσβυτέρες γιά τόν ρόλο τους καί τό ἔργο τους καί ἀνεφέρθη στήν ἀξία τῆς Πρεσβυτέρας καί στήν προσφορά της. Ἐκ μέρους τῶν Πρεσβυτερῶν τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολεως Πατρῶν ὁμίλησε ἡ πρεσβυτέρα Ἑλένη Παπαγεωργίου, ἡ ὁποία μέ βαθειά συγκίνηση ἐξέφρασε τίς εὐχαριστίες πρός τόν Σεβασμιώτατο γιά τήν τιμητική πρόσκληση σέ ὅλες τίς Πρεσβυτέρες, ὥστε νά τούς ἀποδοθῇ ἔπαινος γιά τήν ὅλη τους παρουσία καί προσφορά, κάτι πού γίνεται, ὅπως εἶπε ἡ ὁμιλήτρια γιά πρώτη φορά. Τήν ὅλη Ἐκδήλωση παρουσίασε ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτης π. Εἰρηναῖος Σωτηρόπουλος, ἐνῶ ἐκαλύφθη ἀπό τόν Τηλεοπτικό Σταθμό «ΛΥΧΝΟΣ» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μας καί μετεδίδετο ζωντανά ἀπό τόν Ραδιοφωνικό Σταθμό τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν. Ὁ Σεβασμιώτατος στό τέλος ἐπέδωσε σέ κάθε Πρεσβυτέρα Εὐεργετήριο Γράμμα καί ἀργυρά μικρά Εἰκόνα τῆς Παναγίας. Μετά τό πέρας τῆς Ἑκδηλώσεως προσφέρθησαν κεράσματα. (Παραθέτουμε α) τήν ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας καί β) τῆς Πρεσβυτέρας κ. Ἑλένης Παπαγεωργίου) ΟΜΙΛΙΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΤΡΩΝ κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΕΣ 11 Νοεμβρίου 2009 Ἤταν μιά ξεχωριστή γυναίκα. Ἁπλῆ, γεμάτη καλοσύνη, σεμνή καί γλυκομίλητη. Ξεχώριζε γιά τήν ἀγάπη της πρός ὅλους καί τήν γαλήνη στό πρόσωπό της καί τήν χαρά στό βλέμμα της πού ἦταν ξεχύλισμα τῆς ἀγαθῆς καρδιᾶς της. Τό ὄνομα της δέν τό γνώριζαν οἱ περισσότεροι. Ἡ ὕπαρξη της ὁλόκληρη εἶχε ταυτιστεῖ μέ τήν ἰδιότητά της ἤ μᾶλλον μέ τό λειτούργημά της. Ἦταν ἡ παπαδιά. Ἔτσι τήν ἀποκαλοῦσαν ὅλοι, μικροί καί μεγάλοι. Ἡ μάνα της ἀκόμα ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ σύζυγός της, ὁ Παπάς. Παπαδιά τήν φώναζε. Αὐτός πού σᾶς μιλάει αὐτή τήν στιγμή, ὄντας μικρό παιδί διερωτᾶτο: «Δέν ἔχει ὄνομα αὐτή ἡ γυναῖκα;». Ποτέ ὅμως δέν τόλμησε ἀπό δέος νά ρωτήσῃ, πῶς ὀνομαζόταν ἡ γλυκυτάτη αὐτή ὕπαρξη. Ἡ θαυμάσια γυναῖκα πού ὅλοι τήν ἀγαποῦσαν καί ὅλους τούς ἀγαποῦσε; Πέρασαν τά χρόνια καί κάποια ἡμέρα καθισμένος, ὁ ὁμιλῶν, ἱερεύς πλέον, κοντά στήν πρεσβυτέρα καί στόν σεβάσμιο ἱερέα τοῦ χωριοῦ μου, τόν σύζυγό της, στήν φιλόξενη αὐλή τοῦ σπιτιοῦ τους, ρώτησα μερικά πράγματα γιά τήν ζωή τους καί μοῦ λύθηκαν πολλές ἀπορίες. Ὁ ἁπλοῦς καί ἀφοσιωμένος ψυχῇ τε καί σώματι στήν Ἐκκλησία σεβάσμιος Γέροντας, ἐξιστόρησε τά κατ’ αὐτούς. Ἐπειδή μέσα ἀπ’ ὅλη αὐτή τήν συζήτηση καί τήν στάση ζωῆς φαίνεται τό βάθος τῆς σκέψεως, τό βάρος τῆς εὐθύνης καί ἡ πορεία τοῦ ἔργου, τήν μεταφέρω, ὥστε μέ ἀμεσότητα νά σκιαγραφηθῇ τό ἔργο τό πολύτιμο, τό ὁποῖο προσφέρουν οἱ Πρεσβυτέρες, ὡς σύζυγοι τῶν Ἱερέων καί συμπαραστάτες καί συγκυρηναῖοι, στόν ἅγιο, ἀλλά δύσκολο ἀγῶνα, τόν ὁποῖον ἔχουν ἀναλάβει στήν κοινωνία μας. Ἦταν νέος, ἕτοιμος νά εἰσέλθῃ στίς τάξεις τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου. Εἴχε τελειώσει τίς σπουδές στήν φημισμένη Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή καί εἶχε ἐκπληρώσει τίς στρατιωτικές του ὑποχρεώσεις, ἀφοῦ ὑπηρέτησε τήν πατρίδα στά βουνά τῆς Βορείου Ἠπείρου κατά τά δύσκολα ἀλλά ἔνδοξα ἐκεῖνα χρόνια. Ἔμενε ἡ ἀναζήτηση τῆς συζύγου. Τό σπουδαιότερο πρᾶγμα γιά ἕνα ὑποψήφιο ἱερέα, ἀφοῦ ἡ σύζυγος θά στηρίξῃ τόν ἄνδρα της, τό σπίτι της, θά μεγαλώσῃ τά παιδιά τους κατά τρόπο παραδειγματικό. Ἡ ἐπιλογή ἔπρεπε νά γίνῃ μέ σύνεση καί σοφία, ὄχι ἐπιπόλαια καί βιαστικά. Ὅταν γίνονται πρόχειρα οἱ ἐπιλογές τό σκάφος, τό ὁποῖο ὀνομάζεται οἰκογένεια, κλυδωνίζεται, διαλύεται, τό ναυάγιο εἶναι φρικτό, τά συντρίμια μεγάλα, οἱ ζημιές ἀνυπολόγιστες. Μάθημα γιά τούς νέους ὅλων τῶν ἐποχῶν καί ἰδιαιτέρως γιά τούς μέλλοντας νά βαδίσουν τόν δρόμο τῆς ἱερωσύνης. Διαβάζομε στήν Ἁγία Γραφή. «Γυναικός ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, καί ἀριθμός τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ διπλάσιος. Γυνή ἀνδρεία εὐφραίνει τόν ἄνδρα αὐτῆς καί τά ἔτη αὐτοῦ πληρώσει ἐν εἰρήνη. Γυνή ἀγαθή, μερίς ἀγαθή, ἐν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται...» ( Σοφία Σειράχ ΚΣΤ 1-3). Ἀν ἡ ἐπιλογή συζύγου γιά κάθε νέο εἶναι τόσο σοβαρή καί μεγάλη ὑπόθεση πόσο μᾶλλον γιά τό νέο, ὁ ὁποῖος θά χειροτονηθῇ ἱερεύς. Τί ἔκαμε ὁ νέος ἐκεῖνος τότε καί ὡς εἶπα παραπάνω συνομιλητής μου; 1. Προσευχή. Ἡ προσευχή χαριτώνει, ἐνδυναμώνει τόν ἄνθρωπο, τόν στηρίζει καί ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾶ δι’ αὐτῆς κατά τά αἰτήματα τῆς καρδιᾶς του καί πάντως κατά τό πνευματικό του συμφέρον. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τήν προσευχή λέγει: «Εὐχή, τό τεῖχος τῶν ἀνθρώπων, εὐχή τό ὅπλον ἡμῶν τό ἀκαταγώνιστον. Εὐχή ἡ ὑπόθεσις τῶν μυρίων ἀγαθῶν». (Κατηχ. Ζ΄, 25, ΕΠΕ 30,490) 2. Ἀναζήτηση τῆς καταλλήλου συζύγου, βάσει κυρίως τῶν ἐξῆς χαρακτηριστiκῶν: α) Πίστεως στόν Θεό. Τό πρόσωπο τό ὁποῖο θά σταθῇ δίπλα στόν Ἱερέα πρέπει νά πιστεύῃ βαθειά στόν Θεό, ἀφοῦ θά κληθῇ νά διαδραματίσῃ ρόλο διδασκάλισσας στήν πνευματική ζωή μέσα στήν ἐνορία. Πίστη εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἡ ὁποία συνοδεύεται μέ ὅλα τά στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πόσο δίκηο εἶχε ὁ σεβάσμιος Ἱερεύς. Ἐνῶ ἐκεῖνος μοῦ μιλοῦσε σκεπτόμουν, πολύ βαθειά, ἔχοντας τήν εἰκόνα στό νοῦ μου τῆς πρεσβυτέρας του, τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅταν τήν ἔβλεπα νά στέκεται μέσα στόν Ἱερό Ναό, μετάρσια, προσευχομένη, μέ τά μάτια προσηλωμένα στό Σωτῆρα Χριστό. Γιατί ἄραγε κάθεται σ’αὐτή τή στάση; Γιατί κάνει πρώτη τίς ἀπαραίτητες κινήσεις, τό σταυρό της, τίς μετάνοιες καί τόσα ἄλλα καί τήν ἀκολουθεῖ ὅλο τό Ἐκκλησίασμα; Τώρα κατανοοῦσε ἡ ψυχή μου. Γιατί ἡ Πρεσβυτέρα εἶναι ἡ παιδαγωγός εἰς Χριστόν γιά τήν τοπική κοινωνία, μεταφέρουσα μέ τό δικό της τρόπο τό μήνυμα τῆς ἀληθείας, βοηθός σ’αὐτό τοῦ Πρεσβυτέρου συζύγου της. Δάσκαλο λένε τόν Παπά σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος. Δασκάλα εἶναι ἡ παπαδιά του, ἡ πρεσβυτέρα. 3. Ἔπρεπε ἡ ἐκλογή νά γίνῃ σωστά. Ἡ σύζυγος τοῦ Ἱερέως εἶναι ἀπαραίτητο νά κοσμῆται ἀπό τήν σεμνότητα «τήν μέν γάρ ἄπλαστον καί ἐν σχήματι καί ἐν βαδίσει καί ἐν ἱματίοις καί παρά μηδενός ἐκζητοῦσαν τιμήν, θαυμάζουσιν ἅπαντες καί ἐκπλήττονται καί μακαρίζουσι καί πάντα αὐτῇ συνεύχονται τά καλά...» ( εἰς νεωτ. χωρεύσασαν, 8, ΕΠΕ 30-40 –MG 48, 607 στ’ ) . Καί ἔφερα πρό ὀφθαλμῶν μου, τῆς Πρεσβυτέρας τήν ὡραία καί σεμνή παρουσία, τό ἀνεπιτήδευτον καί ἁπλοῦν καί σεμνόν τῆς ἐμφανίσεως, τό ταπεινόν εἰς τό βάδισμα, τό ὀλιγομίλητον καί γλυκύ εἰς τό φέρεσθαι, τά ὁποῖα τήν ἔκαναν μιά ξεχωριστή παρουσία γιά τούς συζύγους καί τάς μητέρας, γιά τάς γυναίκας γενικῶς. γ. Ἄλλο γνώρισμα πού ἐπεζήτει ὁ νέος, στό πρόσωπο τῆς μελλούσης πρεσβυτέρας, ἦταν ἡ ἀγάπη. «Τοῦ Θεοῦ ἐντολή, παιδί μου, ἡ ἀγάπη», μοῦ ἔλεγε μέ πάθος ψυχῆς, ὁ σεβάσμιος κληρικός. «Ὁ Ἱερεύς σάν πρῶτο καί τελευταῖο λόγο τήν ἀγάπη ἔχει στό στόμα του. Ὅλους πρέπει νά τούς δέχεται ὅπως εἶναι, νά τούς ἀγαπάῃ νά τούς στηρίζῃ, νά τούς συγχωρῇ. Νά τούς συμπονῇ, νά συγχαίρῃ μαζί τους, Τό ἴδιο καί ἡ παπαδιά. Ἡ καρδιά της νά εἶναι μιά ἀνοιχτή ἀγκαλιά γιά ὅλους μέσα στήν ἐνορία, γιά μικρούς καί μεγάλους, γιά πλούσιους καί φτωχούς, γιά ἄνδρες καί γυναῖκες». Καί ἦταν ὄντως ἔτσι ἡ σεμνή ἐκείνη γυναῖκα. Γεμάτη ἀγάπη. Ξεχύλιζε ἡ ἀγάπη ἀπό τήν καρδιά της, καί φαινόταν στά μάτια της, μέσα στά ὁποῖα πού ἔβλεπες ἕνα ὁλόκληρο κόσμο νά χωράῃ, στά χείλη της, ἀπό τά ὁποῖα ἔβγαινε πάντοτε ὁ λόγος ὁ ἀγαθός, ἡ συμβουλή καί ὁ ἔπαινος. Πρώτη στόν πόνο τῶν ἄλλων καί πρώτη στή χαρά. Ἡ παρουσία της ἀπαραίτητη σέ κάθε κοινωνική ἐκδήλωση. Αὐτή ἡ ἀγάπη ἐκφραζόταν καί μέσα ἀπό τήν φιλοξενία της. Ὡς ἄλλη Σάρρα, δεχόταν τόν κάθε ἄνθρωπο, τόν κάθε ἐπισκέπτη στό σπίτι της, θεωρώντας τον, ὡς τοῦ Θεοῦ ἀπεσταλμένο. Στό πρόσωπο ἐκείνης τῆς Πρεσβυτέρας, πού τά ἔχω πάντοτε στόν νοῦ μου, βλέπω τά μάτια ὅλων σας τά λαμπερά, τά γεμάτα καλοσύνη, τήν διάθεσή σας γιά θυσιαστική προσφορά στόν συνάνθρωπο. Πόσο χαίρεται καί καυχᾶται ὁ Ἐπίσκοπος βλέποντας τοσαύτην πνευματικήν χάριν περικεχυμένην ἐν τῷ προσώπῳ τῆς καθεμιᾶς ἐξ ὑμῶν! 4. Ἡ ἐργατικότης. Ἐνώπιον τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζεται νά ὑπηρετήσῃ τόν Κύριο, ὑπάρχει τό ἱερό γεώργιο καί ὁ τοῦ Κυρίου ἀμπελών ἕτοιμος πρός καλλιέργεια. Ὁ Ἱερεύς ἀρχίζει τήν ἐργασία τήν πνευματική καί τήν γενικώτερη ἀπό τήν οἰκία του καί τήν οἰκογένειά του καί τήν ἐπεκτείνει στήν Ἐκκλησία, στήν κοινωνία γενικώτερα. Ὁ πρῶτος συνεργάτης, τοῦ ἐργάτου στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ Πρεσβυτέρα. Ἡ ἐργατικότης φαίνεται ἀπό τήν τάξη καί λαμπρότητα τῆς οἰκίας, ἀπό τῶν τέκνων τήν ἐμφάνιση, ἀπό τήν παρουσία τοῦ Ἱερέως, ἀπό τήν ἐργασία μέσα στό Ναό, ἀπό τήν πνευματική παρουσία, στό κατηχητικό, στή συμπαράσταση στήν πνευματική προσφορά, στήν ἀνακούφιση τῆς φτώχειας καί σέ τόσα ἄλλα. Καί πράγματι ἔκλεισα γιά λίγο τά μάτια μου καί τήν ἔβλεπα, νά εἶναι ἡ πρώτη νοικοκυρά, νά κλαίῃ ὅταν συνέβαινε κάποιο δυσάρεστο γεγονός, νά βοηθάῃ τούς γέροντες, νά τούς ἐπισκέπτεται, νά ἀγωνίζεται γιά τήν καθαριότητα τοῦ Ναοῦ, νά ξενυχτάῃ ὅταν ὑπῆρχε ἀνάγκη στήν Ἐνορία, ὥστε τό κάθε τί νά γίνεται κατά τόν καλύτερο τρόπο, νά ἑτοιμάζῃ τό πρόσφορο, νά διδάσκῃ γιά τήν ἑτοιμασία του καί τίς ἄλλες γυναῖκες. Τήν ἔβλεπα νά ἀνηφορίζει στούς λόφους, γιά νά περιποιηθῇ τά ἐξωκκλήσια, φορτωμένη στούς ὤμους της τά ἀπαραίτητα γιά νά γίνῃ ἡ θεία Λειτουργία. Αὐτά καί ἄλλα πολλά ἐσκεπτόμουν τήν ὥρα ἐκείνη. Τά χρόνια πέρασαν. Ἐπέστη καιρός τῆς ἐξόδου τῆς προαναφερθείσης σεμνῆς καί ἐναρέτου Πρεσβυτέρας. Ὁ Λαός ὅλος τήν ἔκλαυσε μέ πόνο ψυχῆς. Ἔφυγε ἡ πρώτη Κυρά τοῦ χωριοῦ, ἡ μάνα, ἡ ἀδελφή. Ἔφυγε ἡ παπαδιά μας. Ὁ ὁμιλῶν προέστη τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας ὡς Ἀρχιερεύς. Ἐν βαθυτάτῃ συγκινήσει, ὡς χαιρετισμόν καί ἔπαινον ἀπηύθυνα ἐν κατακλείδι εἰς τό τέλος τῆς ὁμιλίας μου, τά ἑξῆς λόγια: «Ἡ ζωή αὐτῆς ὡς μῦρον ἐπί τῆς γῆς». Περιέγραψα τήν ζωήν μιᾶς πρεσβυτέρας ὅπως τήν ἔζησα ἀπό μικρό παιδί. Θά μποροῦσα νά περιγράψω τήν μάνα μου πρεσβυτέρα. Δέν τό ἔκαμα γιά λόγους εὐνοήτους. Ἀγαπητές μου Πρεσβυτέρες, ἡ ζωή ὅλων σας, «ὡς μῦρον ἐπί τῆς γῆς». Πιστεύομεν ἀπολύτως ὅτι ἡ ζωή σας εἶναι θυσιαστική προσφορά ἀγάπης, μέσα ἀπό τή σεμνή, τήν ὡραία σας παρουσία, τήν προσφορά σας στήν οἰκογένειά σας, στήν Ἐκκλησία μας τήν κοινωνία μας. Δεχτήκατε νά ἀναλάβετε αὐτή τήν διακονία στή ζωή σας, θελήσατε νά γίνετε συγκυρηναῖοι σέ ἕνα ἄνθρωπο πού ἀνεβαίνει κάθε ὥρα καί στιγμή τόν μαρτυρικό δρόμο τῆς Ἁγίας Ἱερωσύνης γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζουμε ὅτι ζῆτε μέ τήν αἴσθηση τοῦ ἀγωνιζομένου τόν σκληρό ἀγῶνα τῆς ζωῆς ἀνθρώπου, τῆς μάνας πού καλεῖται σήμερα παρά ποτέ νά δώσῃ αἷμα καί πνεῦμα γιά νά μεγαλώσῃ τά παιδιά της. Τῆς συζύγου πού μέσα στήν κρίση τῶν ἀξιῶν καί στόν εὐρύτερο κλυδωνισμό τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας ἀντιστέκεται μέ δύναμη γιά νά ἀποδείξη, ὅτι ἡ ὑγιής οἰκογένεια εἶναι τό κύτταρο τῆς κοινωνίας. Τῆς γυναίκας πού παρά τήν ἐκκοσμίκευση τοῦ τρόπου ζωῆς, τήν ἐξωστρέφεια καί τήν φιλήδονη πορεία τοῦ κόσμου, διδάσκει ὅτι ἡ εὐτυχία εὑρίσκεται στήν ἠθική καί ὡραία πορεία τοῦ ἀνθρώπου καί ὅτι ἡ ἀρετή εἶναι ἡ εὐκοσμία μέσα στόν κόσμο τῆς φθορᾶς καί τῆς ἀκοσμίας. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τούς ἀγωνιζομένους τῆς ἀρετῆς τό δρόμο λέγει: «Ἀρίστη δέ ἐστί πολιτεία βίος καθαρός. Τοῦτο γάρ ὁ θεμέλιος καί ἡ κρηπίς τῆς ἀρετῆς΄ ὁ γάρ τοῦτον ἀσφαλῶς καταβαλλόμενος εὐκολώτερον τῶν ἄλλων ἁπάντων περιέσεται, οὔτε γάρ χρημάτων ἐπιθυμία τοῦ τοιούτου περιγεννήσεται, οὔτε δόξης ἔρως, οὔτε βασκανία, οὔτε ἕτερόν τι τῶν παθῶν». Δηλ. Ἀρίστη διαγωγή εἶναι ὁ καθαρός βίος. Ἐπειδή αὐτό εἶναι τό θεμέλιο καί τό βάθρο τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἐκεῖνος πού θέτει αὐτό τό θεμέλιο, μέ ἀσφάλεια, εὐκολώτερα θά νικήσῃ ὅλα τά ἄλλα. Οὔτε δηλ. ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων θά νικήσῃ ἕνα τέτοιο βίο, οὔτε ἡ ἀγάπη τῆς δόξας, οὔτε ὁ φθόνος, οὔτε κάποιο ἄλλο ἀπό τά πάθη». ( Εἰς Γέν. ὁμιλ. Ξ’ 3, ΕΠΕ 4,554-556-MG 54,523). Θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νά τιμήσωμε ὡς Ἐκκλησία ὅλες ἐσᾶς τίς Πρεσβυτέρες, ἀποδίδοντες τόν δίκαιον ἔπαινο καί τήν τιμή γιά τήν ὡραία σας πνευματική καί κοινωνική παρουσία καί τήν σπουδαία σας προσφορά. Πολλάκις ἔχομε ἐπαινέσει καί δικαίως τούς ἱερεῖς καί ὅλους τους ἄλλους ἐκκλησιαστικούς παράγοντας γιά τόν ἀγῶνα του μέσα στήν Ἐκκλησία. Ποτέ ὅμως δέν κάναμε κάτι γιά σᾶς τίς ἀφανεῖς ἡρωΐδες πού στέκεσθε ἤ πού σταθήκατε (γιατί ἔχομε καί τίς Πρεσβυτέρες πού οἱ σύζυγοί των Ἱερεῖς, ἔχουν φύγει γιά τόν Οὐρανό) μέ δύναμη ψυχῆς κοντά στούς ἱερεῖς μας, ὡς φύλακες ἄγγελοι καί πού σέ σᾶς κατά ἕνα μέγα μέρος ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία τους στό ἅγιο ἔργο τους. Ἐσεῖς τούς στηρίζετε, τούς βοηθᾶτε, τούς παρηγορεῖτε. Τούς συγκρατεῖτε, πολλάκις τούς διδάσκετε. Τούς ἐμπνέετε, τούς δίνετε θάρρος νά προχωροῦν μέσα στό πέλαγος τοῦ βίου. Τούς περιμένετε στό σπίτι, νά τούς ρωτήσετε γιά τό πνευματικό τους ἔργο, τούς δίνετε φτερά καί τούς ἑτοιμάζετε νά συνεχίσουν τήν μεγάλη τους προσφορά. Ἐσεῖς στερεῖσθε πολλάκις πολλῶν ἀπολαύσεων, πολλῶν πραγμάτων κοσμικῶν. Ὅμως γνωρίζετε ὅτι οἱ κοσμικές ἀπολαύσεις εἶναι πρόσκαιρες καί ἐφήμερες, ὅτι τά πνευματικά εἶναι τά μόνιμα καί σωτήρια. Γνωρίζομε τούς κόπους σας, τίς δυσκολίες σας, τίς πολλές πικρίες σας, ἀλλά θαυμάζομε τήν ὑπομονή σας καί τήν ταπείνωσή σας. Γίνεσθε μάρτυρες ἀφοῦ καλεῖσθε νά ὑπομείνετε ὅσα καί ὁ σύζυγός σας. Μιλήσαμε προηγουμένως γιά μαρτυρική ἱερωσύνη καί κυριολεκτοῦμε, ἀφοῦ γιά τόν ἱερέα, τόν ἔχοντα ἐπίγνωση πλήρη τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς του, ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι...» . Γι’αὐτό εἶπα ὅτι σηκώνετε τόν δικό σας σταυρό. Σήμερα σᾶς ἀποδίδομε τά πνευματικά εὔσημα μέσα ἀπό τήν ὡραία καί ξεχωριστή αὐτή ἐκδήλωση, στόν φιλόξενο χῶρο τοῦ Τ.Ε.Ι. τόν ὁποῖο εὐγενῶς γιά μιά ἀκόμη φορά παρεχώρησε ἡ εὐγένεια τοῦ Ἐλλογιμοτάτου Προέδρου κ. Σωκράτους Καπλάνη, τόν ὁποῖον ἐκ βάθεων εὐχαριστοῦμε. Ὅπως εὐχαριστοῦμε καί ὅλους ὅσοι συνέβαλαν στήν ὀργάνωση τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῆς, τήν χορωδία τοῦ κ. Δημητρίου Γαλάνη, τά παιδιά τῶν ὁμάδων Ἁγίου Δημητρίου καί Ἁγίας Εἰρήνης Ριγανοκάμπου καί τόν π. Εἰρηναῖο Σωτηρόπουλο, ὁ ὁποῖος κάνει τήν παρουσίαση τῆς Ἑορτῆς. Ἀγαπητές μου Πρεσβυτέρες, σέ λίγο θά πάρετε ἕνα γράμμα, τό ὁποῖο ὀνομάζεται ΕΥΕΡΓΕΤΗΡΙΟ. Ὁ τίτλος αὐτός σᾶς ταιριάζει ἀπόλυτα, ἀφοῦ ἡ ζωή σας ἦταν καί εἶναι μιά εὐεργεσία πρός τήν κοινωνία μας. Σ’ αὐτό τό Γράμμα μέ πολλή συγκίνηση καί ἀγάπη πατρική σημειώσαμε τά ἑξῆς τά ὁποῖα εἶναι ξεχύλισμα τῆς ἀγαπώσης καρδίας τοῦ Ἐπισκόπου σας. Ἀναγράφονται στό Εὐεργετήριο Γράμμα, τά ἑξῆς: ΣΕ ΣΕΝΑ ΤΗΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ · Πού δέχτηκες μέ χαρά νά γίνῃς σύζυγος ἑνός ἐσταυρωμένου ἀνδρός, πού βαδίζει μαζί μέ τόν Κύριο τήν πορεία τοῦ ἀνηφορικοῦ Γολγοθᾶ γιά νά ζήσῃ μαζί Του τήν Ἀνάσταση καί νά ὁδηγήσῃ καί τό ποίμνιό του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. · Πού ἀγωνίζεσαι μέ καρτερία καί αὐτοθυσία στό πλευρό τοῦ συζύγου σου Ἱερέως, αἵροντας μαζί του τόν σταυρό τῆς μαρτυρικῆς ἱερωσύνης του. · Πού εἶσαι πρώτη στήν συμπαράσταση τῶν ἀνθρώπων, στόν πόνο τους καί στήν χαρά τους. · Πού στέκεσαι φάρος φωτεινός μέσα στήν κοινωνία μέ τήν σεμνότητά σου, τήν πίστη στό Θεό, τήν γλυκύτητά σου καί γενικά μέ τό παράδειγμα τῆς ζωῆς σου. ΣΕ ΣΕΝΑ ΤΗΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΠΟΥ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΓΕΥΤΗΚΕΣ ΚΑΙ ΓΕΥΕΣΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΠΙΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΧΑΡΕΣ ΣΕ ΣΕΝΑ ΤΗΝ ΗΡΩΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Α Π Ο Ν Ε Μ Ο Μ Ε ΤΟΝ ΕΠΑΙΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΚΗ ΕΥΧΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ ΜΑΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΝΑ ΖΗΣ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΑ ΜΥΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ. Ἀγαπητές μου Πρεσβυτέρες, σᾶς περιβάλλουμε μέ ἀγάπη καί τιμή. Θερμές οἱ προσευχές μας γιά σᾶς ἀναπέμπονται πρός τόν Θεό. Νά ζῆτε. Νά προοδεύετε πνευματικῶς. Νά φωτίζετε καί ἁλατίζετε τόν κόσμο. Νά τόν κάνετε ὡραῖο μέ τήν ὡραία καί γλυκειά σας παρουσία. Σᾶς εὐχαριστοῦμε πολύ. Ομιλία στην εκδήλωση για τις Πρεσβυτέρες της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών, στο Συνεδριακό Κέντρο των Α.Τ.Ε.Ι. την 11-11-2009 υπό της Πρεσβυτέρας Ελένης Παπαγεωργίου Σεβασμιώτατε Σεβαστοί πατέρες, αδελφές Πρεσβυτέρες και Διακόνισσες, Κύριοι εκπρόσωποι των Αρχών Κυρίες και κύριοι, Κατ’ αρχάς, θέλω να ευχαριστήσω πολύ, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, για την πρωτοποριακή αυτή εκδήλωση στην πόλη των Πατρών, προς τιμήν των Πρεσβυτερών και Διακονισσών της Μητροπόλεώς μας, στα πλαίσια των Πρωτοκλητείων 2009. Η σκέψη του Μητροπολίτου μας, να επαινέσει και να τιμήσει τις Πρεσβυτέρες για τους αγώνες της ζωής μας δίπλα στον ιερέα σύζυγό μας, μας δίνει δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, αλλά και μας ευχαριστεί συνάμα. «Ἦσαν δέ καί γυναῖκες ... αἵ καί ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ» (Μαρκ.15,40-41). Οι δύο αυτοί στίχοι από το Ευαγγέλιο του Μάρκου αναφέρονται στο ρόλο των γυναικών που ακολουθούσαν τον Κύριο, τα χρόνια που Εκείνος δίδασκε στον κόσμο την αλήθεια. Οι μαθήτριες αυτές του Κυρίου μας τον ακολουθούσαν παντού. Ακόμα και την ώρα της Σταυρώσεως, ήταν παρούσες μαζί με την Θεοτόκο. Και μετά την Αποκαθήλωση και την ταφή του Κυρίου μας, οι ίδιες πάλι, οι μυροφόρες, ξεκίνησαν πρωί - πρωί για να αλείψουν με μύρα τα σώμα του Χριστού. Και ήσαν οι πρώτες που είδαν τον Αναστάντα Κύριο που τους είπε να μην φοβούνται, αλλά να πάνε και να πουν στους μαθητές Του ότι ανέστη. Η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να γίνει στη γυναίκα πραγματοποιείται από τον ίδιο τον Κύριο. Με την έλευση του Μεσσία, η γυναίκα έπαψε να θεωρείται «res», πράγμα δηλαδή, όπως ελογίζετο μέχρι τότε. Ο Κύριος την εξύψωσε. Την έκανε ίση με τον άνδρα. Από τότε πέρασαν πολλοί αιώνες, έως ότου η γυναίκα βρει τη σωστή της θέση στην κοινωνία, θέση η οποία της δόθηκε από τον ίδιο το Δημιουργό. Σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, η σύγχρονη γυναίκα έπαψε να ζει παθητικά και αισθάνεται ότι έχει μεγάλη αποστολή στην κοινωνία και ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέλος του σώματός της. Η σημερινή ολοκληρωμένη γυναίκα, αισθάνεται την επιθυμία να διοχετεύσει το χρυσάφι της καρδιάς της και τη δύναμη της θέλησής της, στην προσπάθεια ενός καλύτερου κόσμου. Πιστεύει στο μεγάλο ρόλο που πρέπει να παίξει στη ζωή. Βρίσκει την αληθινή χειραφέτηση και ανεξαρτησία στο χριστιανικό μήνυμα «Ουκ ένι άρσεν και θήλυ». Η φράση αυτή την τοποθετεί ισότιμη δίπλα στον άνδρα, άξια βοηθό του και πνευματική συνεργάτιδά του. Ο σημερινός κόσμος είναι κουρασμένος και απογοητευμένος. Το άγχος, η αγωνία, και ο φόβος είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του. Όλοι γνωρίζουμε ότι έχει οδηγηθεί σε τραγικά αδιέξοδα. Μοναδικός φάρος σωτηρίας είναι η αγία μας Εκκλησία. Η παρηγοριά, η παραμυθία, η ελπίδα, το ξεκούρασμα και η ανακούφιση του ταλαιπωρημένου σημερινού ανθρώπου, είναι το έργο της Εκκλησίας, δια των ιερέων της. Οι Ιερείς, οπλισμένοι με τα χάρη του Θεού, στέκουν δίπλα στον σύγχρονο πονεμένο και κουρασμένο άνθρωπο και προσπαθούν να τον βγάλουν από τα τραγικά αδιέξοδά, να νοηματοδοτήσουν τη ζωή του και να τον οδηγήσουν στο λιμάνι της σωτηρίας. Να τον οδηγήσουν στην Ανάσταση και στην Πεντηκοστή, δια των ιερών μυστηρίων. Πλάϊ, όμως, στις χιλιάδες των εγγάμων ιερέων – εφημερίων, υπάρχουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και οι πρεσβυτέρες – σύζυγοι, συμπαραστάτες και συνεργάτες στο δύσκολο έργο τους. Σ’ αυτό το έργο, λοιπόν, της πρεσβυτέρας θα σταθούμε κι εμείς, γιατί πιστεύω ότι η προσφορά της στο χώρο της Εκκλησίας σήμερα, αλλά και στα χρόνια που έρχονται είναι σημαντική και πολυεπίπεδη. Α) Η πρεσβυτέρα και η Ιερωσύνη: Όλες θυμόμαστε τη γνωριμία μας με τον σύντροφό μας. Τη στιγμή της απόφασης για το ότι θα γίνει ο σύζυγός μας ιερέας και εμείς πρεσβυτέρες. Το βάρος μεγάλο. Μετά από ώριμη σκέψη καταλήξαμε, και το ναι ακούστηκε να βγαίνει όχι μόνο από τα χαμογελαστά χείλη μας, αλλά και από το βάθος της καρδιάς μας. Με το μυστήριο του γάμου, ο Κύριος μας ένωσε μυστηριακά με τον σύζυγό μας. Γίναμε ένα μέλος της υπάρξεως του συζύγου μας «οστούν εκ των οστών του και σάρξ εκ της σαρκός του». Ενωθήκαμε σε μια τέλεια, αγία και δυνατή ενότητα. Και μετά από λίγο καιρό έρχεται το δεύτερο μυστήριο, το μυστήριο της ιερωσύνης. Ο σύζυγός μας γίνεται ιερέας. Μέσα απ’ τη χειροτονία του συζύγου της, η πρεσβυτέρα έμμεσα βιώνει το μυστήριο της ιερωσύνης. Μέγα Μυστήριο, αχώρητο για το ανθρώπινο μυαλό. Ο αδύνατος άνθρωπος, ο χωματένιος, ο αμαρτωλός, με το χάρισμα του Παναγίου Πνεύματος γίνεται ο συνεχιστής του έργου των μαθητών του Κυρίου. Δέχεται το θεϊκό κάλεσμα και γίνεται ο οικονόμος των μυστηρίων. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει για την ιερωσύνη: «Η ιερωσύνη τελείται στη γη αλλά έχει τη θέση της εκεί που είναι τα επουράνια τάγματα. Γιατί, ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος ή αρχάγγελος, ούτε καμία άλλη δύναμη που έχει δημιουργηθεί, αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος έκανε αυτό το λειτούργημα και τους ιερείς. Και τους έδωσε τέτοια εξουσία, την οποία ούτε σε αγγέλους ούτε σε αρχαγγέλους έδωσε ο Θεός. Και είναι τόσο μεγάλη, όσο μεγαλύτερη είναι η αξία του ουρανού από την γη, και του σώματος από την ψυχή. Γιατί όπως λέγει ο Κύριος, δεν μπορεί κανείς να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών, αν δεν αναγεννηθεί δι ύδατος και πνεύματος (μυστήριο του Βαπτίσματος) και δεν λαμβάνει τη σάρκα και το αίμα Του (μυστήριο Θείας Ευχαριστίας). Όλα αυτά γίνονται όχι με κανένα άλλο τρόπο, αλλά δια των χειρών του ιερέως». Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γράφει: «Αν κάποια μέρα στο δρόμο μου συναντήσω έναν άγγελο και έναν ιερέα, πρώτα θα σκύψω να φιλήσω το χέρι του ιερέα και μετά θα προσκυνήσω τον άγγελο». Τη μεγάλη αυτή κλίση έκανε ο Θεός στο σύζυγό μας, με την άπειρη αγάπη Του, γιατί δεν είμαστε εμείς που αγαπάμε πρώτοι και διαλέγουμε τον Χριστό. Εκείνος μας αγάπησε, μας διάλεξε και μας κάλεσε. Αρωγός και βοηθός σε αυτό το δύσκολο έργο του ιερέως είναι η πρεσβυτέρα. Στέκεται πάντα δίπλα του, τον ξεκουράζει και τον βοηθά στις δύσκολες στιγμές. Ο Ιερέας είναι και αυτός άνθρωπος με αδυναμίες, και τους πειρασμούς να τον καταδιώκουν σε κάθε του βήμα. Στις δύσκολες αυτές στιγμές, η πρεσβυτέρα θα του συμπαρασταθεί, θα προσευχηθεί μαζί του και θα ζητήσουν από τον Κύριο να τους δώσει το χέρι Του, όπως τότε στον Πέτρο, και να τους σώσει από τις φουρτούνες και τα άγρια κύματα της ζωής. Να τους κάνει κυματοθραύστες, με καινούρια δύναμη, κουράγιο, θάρρος και ελπίδα. Η πρεσβυτέρα, μπορεί μέσα στην αφάνειά της, να κρύβει απέραντη υπομονή, πλούσια αγάπη, έντονη πνευματική ζωή, πνεύμα θυσίας, πραότητα, θαυμαστή καλωσύνη. Αληθινές αρετές, που έχουν μεγάλη και ακτινοβόλα δύναμη. Είναι μεγάλη αλήθεια, ότι πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα κρύβεται μια δυναμική γυναίκα, όπως και πίσω από κάθε ένα ιερέα με θερμή ιερατική κλίση και ζωντανή ενορία, κρύβεται μια ευσεβής πρεσβυτέρα. Η πρεσβυτέρα μπορεί να είναι μια τρυφερή σύζυγος, αλλά πρέπει να κρατά την απόσταση που την χωρίζει από το Άγιο Βήμα. Ζει κατά κάποιο τρόπο το μυστήριο της Παναγίας που κρατούσε τρυφερά τον υιό της, και ταυτόχρονα βαστούσε και τον Θεό της. Β) Η πρεσβυτέρα στην ενορία και στον συνάνθρωπο: Πρωταρχικό καθήκον της ενορίας, είναι να συνδέσει τα μέλη της μεταξύ τους. Πως είναι δυνατόν τα παιδιά του ίδιου πατέρα να είναι αδέλφια αγαπημένα και ενωμένα, αφού μεταξύ τους είναι άγνωστα και ξένα; Για τη γνωριμία αυτή, καλείται η πρεσβυτέρα να παίξει το σπουδαιότερο ρόλο. Η παρουσία της είναι καθοριστική. Μπορεί να μεταβάλει τη ζωή της ενορίας σε μικρό παράδεισο, όχι μόνο κατά τη Θεία Λειτουργία, αλλά και στην καθημερινή ζωή, για να γίνει η ζωή μας παρατεινόμενη ευχαριστία. Ένα πρόσχαρο καλημέρισμα, ενδιαφέρον και καλωσύνη την φέρνουν πιο κοντά στους ενορίτες. Ένας καφές, ένα τσάι μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας στο πνευματικό κέντρο της ενορίας, συζήτηση με τους ανθρώπους για θέματα που τους αφορούν και αναγωγή αυτών στα λόγια του Ευαγγελίου. Η πρεσβυτέρα δεν ανήκει στον εαυτό της αλλά σε όλους, χωρίς ιδιαίτερες προτιμήσεις σε ανθρώπους, αξίες, θέσεις ή ονόματα. Με το φτωχό πρέπει να είναι φτωχή, με τον πονεμένο πονεμένη, με τον χαρούμενο χαρούμενη, με τον απλό απλή, με τον κοινωνικό κοινωνική, χωρίς κάτι το εξεζητημένο. Με τον δύσκολο, γεμάτη αγάπη και κατανόηση. Όπως λέγει και ο Απόστολος των Εθνών, Παύλος θα είναι «τοις πάσι τα πάντα…». Οι Ρώσοι ονομάζουν την πρεσβυτέρα «MATOUCHKA» που θα πει «μητερούλα». Σαν μητέρα, λοιπόν, έχει την υποχρέωση να αισθάνεται την ενορία σαν την μεγάλη της οικογένεια, και όπως μέσα στην οικογένειά της γνωρίζει το πρόβλημα του καθενός και προσπαθεί να το λύσει, έτσι και στην μεγάλη της οικογένεια θα ζει κοντά στους συνανθρώπους της, προσπαθώντας να τους βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές τους. Μια επίσκεψη με τον ιερέα –σύζυγό της, στα σπίτια των πονεμένων παιδιών τους, θα τα κάνει να νοιώσουν ότι δεν αντιμετωπίζουν μόνοι τους τα προβλήματα και θα τους δώσει κουράγιο και ελπίδα. Ακόμα η επίσκεψη στο νοσοκομείο, κοντά στο κρεβάτι του πόνου εμψυχώνει τον πάσχοντα. Και στο βαρύ ψυχικό πόνο, η παρουσία της πρεσβυτέρας, είναι πιο αναγκαία. Και η παρουσία της πρέπει να είναι διττή, όχι μόνο προσωπική, αλλά και με την προσευχή. Αλλά και στις στιγμές της χαράς, η παρουσία της και η συμμετοχή της να είναι ειλικρινής και πηγαία. Και όπως «κλαίετε μετά κλεόντων, έτσι και «χαίρετε μετά χαιρόντων». Η δική της επίσκεψη στο σπίτι ενός νέου ζευγαριού, η συμμετοχή της στη χαρά τους, οι ονομαστικές γιορτές, η βάπτιση του παιδιού κ.λ.π. είναι ευκαιρίες σύνδεσης με την ενορία. Η γυναικεία ευαισθησία, και η δική της οργανωτικότητα βοηθά στην πραγματοποίηση αυτή. Χωρίς τη δική της συμβολή, ίσως, ο ιερέας σύζυγός της, λόγω φόρτου εργασίας και υποχρεώσεων στον ναό, δεν θα μπορούσε να τις πραγματοποιήσει παρόλο που θα το επιθυμούσε. Γ) Η πρεσβυτέρα ως διακόνισσα, και ως οικοδέσποινα: Μεγάλες μορφές γυναικών διακόνησαν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού μέχρι σήμερα την Εκκλησία. Ο Απόστολος Παύλος μας αναφέρει τα ονόματα όπως, της Φοίβης, της Χλόης, της Περσίδας κ.λ.π. Αργότερα, η Ανθούσα, η Ολυμπιάδα την εποχή του ιερού Χρυσοστόμου, η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είναι φωτεινά παραδείγματα προσφοράς της γυναίκας στο έργο της Εκκλησίας που μπορούν να γίνουν πρότυπα μίμησης. Η «Βασιλειάδα» στην εποχή του Μεγάλου Βασιλείου, ήταν αλυσίδα ιδρυμάτων, και μας δίνει την πραγματική διάσταση της Εκκλησίας μας στον κοινωνικό τομέα. Άλλωστε τα λόγια του Ιησού «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε», και ακόμη: «εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με», «ασθενής και επεσκέψασθέ με», «γυμνός και περιεβάλετέ με», πρέπει να είναι οδηγός για την πρεσβυτέρα, για ένα έργο όχι μόνο κοινωνικό αλλά και έργο σωτηρίας. Η χωρίς όρια αγάπη, ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας, του φυσικού περιβάλλοντος, η οργάνωση μιας αιμοδοσίας, η συγκρότηση μιας ομάδας κυριών που θα επισκέπτεται μοναχικούς και ίσως άρρωστους ηλικιωμένους, η οργάνωση μιας έκθεσης χριστιανικού βιβλίου για νέους και γονείς, μια ημερήσια ή πιο πολυήμερη εκδρομή, όπου οι ενορίτες θα έχουν την ευκαιρία να δεθούν πιο πολύ μεταξύ τους, είναι μερικά από τα στοιχεία που έμπρακτα μπορεί να προσφέρει στην ενορία και στον συνάνθρωπό της η πρεσβυτέρα. Ο ναός μπορεί να γίνει ένα «Πανδοχείο», όπως περιγράφεται στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη, που θα δέχεται τον τραυματισμένο και γεμάτο πληγές σημερινό άνθρωπο, για να του δέσει τα τραύματα, να του απαλύνει τον πόνο και να ξεκουράσει την ψυχή και το σώμα του στην αγκαλιά του Θεού, αλλά και στα χέρια των αδελφών του. Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της Εκκλησίας μας, σε σχέση με την κοινωνική πρόνοια. Δεν είμαστε οι προσφέροντες αλλά οι διακονούντες. Ο προσφέρων είναι ο Κύριος. Ότι δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος το αναθέτει σε Αυτόν δια της προσευχής. Γιατί ο ιερέας και η πρεσβυτέρα δεν προσφέρουν τίποτε άλλο, παρά την αγάπη του Χριστού, η οποία μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο. Η πρεσβυτέρα προχωράει μπροστά, δίνοντας το παράδειγμα και ενθαρρύνοντας τους άλλους με ταπείνωση, στην διακονία τους. Το σπίτι της πρέπει να είναι ένα μικρό «Πανδοχείο», μια «κατ’ οίκον Εκκλησία». Όπως, ο ναός είναι πάντα ανοιχτός για όλα τα παιδιά του, έτσι πρέπει να είναι και το σπίτι του ιερέως και της πρεσβυτέρας. Στο ναό, διάκονος του Θεού και των πιστών είναι ο ιερέας. Στο σπίτι, οικοδέσποινα και διακόνισσα των πιστών όλων, είναι η πρεσβυτέρα, πρόθυμη, με στοργή και καλωσύνη να τους εξυπηρετήσει. Πρότυπό της, μπορεί να είναι η γυναίκα του δεσμοφύλακα των φυλακών του Παύλου και του Σίλα στους Φιλίππους, που ενώ ο σύζυγός της με τρυφερότητα τους έπλενε τις πληγές, αυτή τους ετοίμαζε πλούσιο τραπέζι αγάπης και ευχαριστίας. Αλλά και η οικογένεια του Ακύλα και Πρίσκιλλας στην Κόρινθο, είναι ξεχωριστό παράδειγμα, καθότι η Πρίσκιλλα ήταν εκείνη που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της στον Παύλο και μοιράσθηκαν μαζί του το σπίτι, την εργασία και τα εισοδήματά τους. Δ) Η πρεσβυτέρα ως μητέρα: Ο Ρουμάνος κληρικός και λογοτέχνης Virgil Georgiou, στο βιβλίο του «Από την 25η ώρα στην αιώνια ώρα», γράφει για την μητέρα του που ήταν πρεσβυτέρα: «Η μητέρα μου ήταν ατόφια, από αυστηρή πάστα. Και επειδή η ζωή δεν είναι δυνατή, στην κατάσταση αυτή της απόλυτης καθαρότητας, η μητέρα μου κατέφευγε στον κόσμο της προσευχής και της ποιήσεως. Υψωνόταν στον ουρανό με την κλίμακα της πίστεως. Μιας πίστεως καθαρής και τέλειας σαν τη μεταξένια κλωστή. Η μητέρα μου έγραφε προσευχές, ακαθίστους ύμνους και ικεσίες με φλογερή και ουράνια ομορφιά. Η καρδιά της ήταν θυσιαστήριο «εν ω και εξ’ ου ευχαί καθαραί προσφέρονται το Πανυψίστω Θεώ». Τις χειμωνιάτικες νύχτες, όταν το χιόνι μεταμόρφωνε τα βουνά μας σε μια κόλαση λευκών φλογών, η μητέρα μου έβαζε αναμμένες λάμπες σε όλα τα παράθυρα, με τη σκέψη μήπως υπάρχουν κάποιοι δυστυχισμένοι ταξιδιώτες, που του βρήκε στον δρόμο ο άσχημος καιρός. Και όλη την νύχτα έγραφε για αυτούς περίφημες προσευχές, για να τους σώσει από τον θάνατο. Προσευχόταν επίσης κάποιες άνοιξες για τα μπουμπούκια και τα άνθη της κερασιάς που άνοιγαν πολύ νωρίς και έπεφταν κάτω παγωμένα σαν παιδιά που γεννήθηκαν και πέθαιναν πρόωρα». Τι ωραία περιγραφή του έργου μητέρας από το παιδί της, το σπλάχνο της; Η ευλογία που δίνει ο Θεός στην γυναίκα με την μητρότητα είναι ιερή. Το σπίτι που κατ’ αρχάς φιλοξενούσε δύο άτομα, σιγά σιγά γίνεται κυψέλη που ακούγονται γλυκές φωνούλες και βουητά παιδιών. Η μητρότητα είναι το μυστήριο συμμετοχής του ανθρώπου στο έργο του Δημιουργού. Η μητέρα, είναι συνδημιουργός του Θεού. Φέρνει τα παιδιά της στον κόσμο, για τούτη, μα και για την άλλη, την αιώνια ζωή. Κάθε θυσία της ξέρει ότι αξίζει τον κόπο. Το κάθε παιδί είναι μια άπλαστη, ακατέργαστη ύλη, που της εμπιστεύεται ο Θεός, για να την διαπλάσει σε άξιο πολίτη αυτής και της άλλης ζωής. Χρήσιμο για τους συνανθρώπους του στην κοινωνία και αιώνιο πολίτη της Βασιλείας των Ουρανών. Το θέμα της αγωγής των παιδιών, είναι πάντα τεράστιο και δύσκολο. Στις μέρες μας, είναι αλήθεια, ότι έχει γίνει πρόβλημα κοινωνικό και η λύση του πολύ δύσκολη. Ο καλύτερος τρόπος σωστής αγωγής των παιδιών μας, για να μην πω ο μοναδικός, είναι το παράδειγμά μας. Το παιδί από την νηπιακή του ηλικία αντιγράφει τη συμπεριφορά μας τις κινήσεις μας, τις συζητήσεις μας και τον τρόπο γενικά της ζωής μας. Όταν η πρεσβυτέρα σέβεται και τιμά τον ιερέα σύζυγό της, να είναι βεβαία ότι και το παιδί θα τον σεβαστεί. Όταν νοιώθει υπερήφανη που είναι πρεσβυτέρα, και το παιδί θα νοιώθει τιμή που είναι παιδί ιερέως. Η ηρεμία και η καλωσύνη της στον συνάνθρωπο, θα διδάξουν και το παιδί και μεγαλώνοντας θα έχει αγάπη για τον συνάνθρωπό του. Όταν σέβεται εκείνη τον εαυτόν της ως «εικόνα» Θεού, και το παιδί θα σεβαστεί τον εαυτόν του, θα τον διαφυλάξει από τα διάφορα δολώματα, που η ζωή σαν σειρήνα, θα του προσφέρει. Η σωστή πίστη της πρεσβυτέρας, και οι προσευχές της στην Υπεραγία Θεοτόκο για ενδυνάμωση των προσπαθειών της θα δώσει τα όπλα στο παιδί για τους πειρασμούς που θα αντιμετωπίσει. Τα παιδιά είναι σαν τους καθρέφτες. Αντανακλούν. Αν δεν τους δώσουμε τίποτα, δεν έχουν τίποτα να μας επιστρέψουν. Η βαθιά πίστη της, η σωστή κατήχηση, το χριστιανικό ήθος, η αλήθεια του Χριστού, ταυτόχρονα με την ζωή που προσπαθεί να ζήσει κοντά στον Χριστό, βοηθά τα παιδιά στην μελλοντική τους ζωή, να γίνουν συνειδητά μέλη της Εκκλησίας μας. Μια υποχρέωση ακόμα της πρεσβυτέρας, είναι να καλλιεργήσει και να αναπτύξει με αγάπη και σεβασμό το θεϊκό σπόρο στην ψυχή των αγοριών της, τον σπόρο της ιερωσύνης. Αυτός ο σπόρος, για να μεγαλώσει, πρέπει να καλλιεργηθεί και να αναπτυχθεί με αγάπη και σεβασμό, από χέρια λεπτά και αγαπητικά, δηλαδή, από χέρια μητρικά. Ιερέας δεν γίνεται κανείς τεχνικά, αλλά είναι φυσικός καρπός μιας χριστιανικής οικογένειας. Η χειροτονία του Τιμοθέου, από τον Απόστολο Παύλο, ήταν κρυφός πόθος της μητέρας του Ευνίκης και της γιαγιάς του Λωίδας. Και οι μητέρες των τριών Ιεραρχών Εμμέλια, Νόνα και Ανθούσα έδειχναν στα παιδιά τους τον δρόμο της ιερωσύνης. Αλλά και στις θυγατέρες της, η πρεσβυτέρα πρέπει να καλλιεργήσει την σκέψη να γίνουν πρεσβυτέρες. Πόσο μεγάλη τιμή για μια κοπέλα να γίνει σύζυγος του ανθρώπου που θα οδηγεί ψυχές αθάνατες στο θρόνο του Θεού! Κοντά σε έναν ικανό, άξιο και σεβαστό ιερέα θα δημιουργήσουν μια πρότυπη χριστιανική οικογένεια. Πρέπει εμείς οι πρεσβυτέρες να δίνουμε το παράδειγμα και να προτρέπουμε τα κορίτσια στο να γίνονται πρεσβυτέρες. Η ζωή μας, όχι απλώς δεν υπολείπεται των άλλων οικογενειών, αλλά είναι προνομιούχος, πολύ καλλίτερη, και πολύ ανώτερη. Όσοι λένε ότι η ζωή της οικογένειας ενός ιερέως είναι στερημένη, κάνουν το μεγαλύτερο λάθος. Ουδέν άλλο, τούτου ψευδέστερον. Η ζωή κοντά στον Χριστό, μέσα στην Εκκλησία και στην Ενορία, είναι γεμάτη χαρά, ελπίδα και αισιοδοξία. Η ανία, η πλήξη και το στρες δεν έχουν μέρος στην ζωή του ιερέως και της πρεσβυτέρας του. Ζουν το παρόν και νοσταλγούν τη Βασιλεία των Ουρανών. Τέλος, πρότυπο στους αγώνες μας και στις προσπάθειές μας, αλλά και αμέριστος βοηθός και συμπαραστάτης μας είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. «Η «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ». Η Παναγία μας, μετέχει στην ιερωσύνη του Κυρίου μας δια της μητρότητάς της. Εμείς οι πρεσβυτέρες, συμμετέχουμε στην ιερωσύνη του Κυρίου δια του γάμου με τον λειτουργό του Υψίστου και νοσταλγούμε τη Βασιλεία του Θεού, επικαλούμενοι το έλεός Του, γνωρίζοντας πάντα ότι και όλα τα διατεταγμένα αν ποιήσουμε, «πάλι αχρείοι δούλοι εσμέν». Είθε, δι’ ευχών της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά και δι’ ευχών Σας Σεβασμιώτατε, η ψυχή μας να ανυψώνεται και να ζει μέσα της ο Χριστός για πάντα. Σεβασμιώτατε, Τελειώνοντας αυτή την μικρή εισήγηση, για τον ρόλο της πρεσβυτέρας, θέλω και πάλι να σας ευχαριστήσω προσωπικά, για την τιμή που μου κάματε και με ορίσατε ομιλήτρια, αλλά και εκ μέρους όλων των πρεσβυτερών και διακονισσών, για την ευλογημένη αυτή συνάθροιση και την τιμή που μας περιποιείτε. Μας δόθηκε η ευκαιρία, για πρώτη φορά, πιστεύουμε ότι θα υπάρξουν και άλλες, να βρεθούμε όλες μαζί, να γνωριστούμε και να επικοινωνήσουμε. Είναι μια βραδιά που θα μας μείνει αξέχαστη για πάντα. Σας ευχαριστούμε και πάλι. Ευχόμαστε και προσευχόμαστε εκ βάθους ψυχής, ο Κύριος να Σας ενδυναμώνει στο δύσκολο έργο Σας. Είθε τα έτη Σας να είναι πολλά και καρποφόρα στον αμπελώνα του Κυρίου μας. Ευχαριστούμε πολύ.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΟΦ (από patrablog)



Ένας σύγχρονος μάρτυρας του Χριστού



Τον Ευγένιο Rontonof, τόν έσφαξαν σαν αρνί γιατί δεν έβγαζε τον Σταυρό από τον λαιμό του! Σήμερα, κάποιοι ζητούν να φύγουν οί Σταυροί από τα σχολεία. Έχουν την ίδια πιθανώς ψυχοσύνθεση με τους Ισλαμιστές, και εάν τους δινόταν η ευκαιρία και η Εξουσία ίσως και να έκοβαν τά κεφάλια όσων δήλωναν άρνηση…Σχετικό video τού σύγχρονου Νεομάρτυρος: http://www.youtube.com/watch?v=4XPvNq84EIw Γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 κοντά στη Μόσχα-και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ-. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=αγάπη) Βασίλιεβνα.Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δεν φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης, τού φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του• μάλιστα, έφτιαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον...περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε…. +++++++++++++++++++++++++= Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στο Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ηγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, αιχμαλωτίστηκε. Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες-μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο-να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς• φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δε σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λύτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του Άδη…». Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν-αν ήταν δυνατό-να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δεν θα τον αδικούσαμε». http://www.youtube.com/watch?v=fSHH3e910mc Στις 23 Μαΐου του 1996, δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον Αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια. Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε-μέχρι και ρούχα-για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λύτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κλπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του. ++++++++++++++++++++++++++++==



Rontonof2 ++++++++++++++++++++++++++++++++++++++ Αμέσως όμως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο Άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις: Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα». Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κλπ. Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας Άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.Το στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους. Το 1997 με ευλογία του Πατριάρχη της Ρωσίας Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του Αγίου μυροβλύζει. Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις. Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα. Ακόμα δεν έχει ανακηρυχθεί Άγιος για να μην παρεξηγούμαστε. Άλλωστε σημασία δεν έχει τι λένε οι άνθρωποι... Το πιο κάτω video περιέχει σκηνές ακραίας βίας ωστόσο δείχνει το μαρτύριο που υπέστη ο Ευγένιος. http://www.youtube.com/watch?v=4XPvNq84EIw http://www.youtube.com/watch?v=fSHH3e910mc

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ Ι.Ε.Κ.



ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ Ι.Ε.Κ. (7/10/2009)

Την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ επισκέφθηκε το Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο Πατρών και τέλεσε τον Αγιασμό επί τη ενάρξει των μαθημάτων του Εκκλησιαστικού Ι.Ε.Κ. Μετά το πέρας του Αγιασμού, ο Μητροπολίτης καλωσόρισε τους νέους σπουδαστές του Ι.Ε.Κ. και απευθυνόμενος προς όλους τους μαθητές, μεταξύ άλλων τόνισε: Οι απαιτήσεις της εποχής μας είναι πολύ μεγάλες. Δεν είναι όπως στις παλιές εποχές που οι Ιερείς μας μπορεί να ήσαν ολιγογράμματοι, είχαν όμως πνευματική καλλιέργεια. Τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει. Ο Ιερεύς πέρα από την πνευματική καλλιέργεια και την αγιότητα που πρέπει να εκπέμπει, πρέπει να έχει μεγάλη εγκύκλια μόρφωση για να μπορεί να σταθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις. Ο Ιερεύς δεν είναι ένας δημόσιος υπάλληλος. Είναι ο λειτουργός του Υψίστου και υπηρετεί τον λαό του Θεού, αυτό εξ άλλου σημαίνει και η λέξη «λειτουργός». Για να είναι επιτυχημένος ένας Ιερεύς πρέπει να έχει και κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα: 1. Να είναι άνθρωπος της προσευχής. Να προσεύχεται όχι μόνο για τον εαυτόν του, αλλά κυρίως για το ποίμνιο που ο Κύριος του έχει εμπιστευθεί. Η δύναμη της προσευχής είναι μεγάλη και σε αυτή πρέπει να βασίζεται ο Ιερεύς, αλλά και ο υποψήφιος Ιερεύς. 2. Στη ζωή μας όλοι πρέπει να έχουμε πρότυπα. Τα καλλίτερα πρότυπα είναι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας στους οποίους πρέπει να προσπαθήσουμε να ομοιάσουμε. Ο κάθε ένας πρέπει να έχει το δικό του πρότυπο, τον δικό του Άγιο. 3. Ο ρόλος του πνευματικού είναι πολύ αξιόλογος στη ζωή των υποψηφίων κληρικών. Είναι ο πνευματικός μας πατέρας που παρακολουθεί την πνευματική μας πορεία. Υπάρχουν πολλοί και καλοί πνευματικοί που πρέπει να εμπιστευόμαστε και να ζητούμε την καθοδήγησή τους . Και 4. Οι μαθητές του Εκκλησιαστικού Λυκείου Πατρών αλλά και του Εκκλησιαστικού ΙΕΚ είσθε πολύ τυχεροί γιατί έχετε καλούς καθηγητές. Ο Διευθυντής του Σχολείου, οι καθηγητές αλλά και όλο το προσωπικό, είναι άνθρωποι αγάπης και προσφοράς και φροντίζουν ασταμάτητα για την πνευματική σας πρόοδο και προκοπή. Ο Σεβασμιώτατος, τέλος ευχαρίστησε τον Διευθυντή, τους Καθηγητάς και το υπόλοιπο προσωπικό για την προσφορά τους στο Σχολείο, καθώς επίσης και τον Διευθυντή του 2ου ΙΕΚ Πατρών κ. Χαράλαμπο Κοντοχρήστο, για την άψογη συνεργασία μαζί του. Ο Διευθυντής κ. Ιωάννης Κόττορος, τόνισε ότι με τη βοήθεια του Θεού λειτουργεί και φέτος για 4η συνεχή χρονιά και με υποδειγματικό τρόπο το Εκκλησιαστικό Ι.Ε.Κ. Πατρών. Ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που επιδεικνύει για το Σχολείο μας και αυτό φαίνεται από τη συνεχή παρουσία και προσφορά του. Τέλος, ευχαρίστησε τους καθηγητές και το προσωπικό για την προσφορά, εργατικότητα και αγάπη που επιδεικνύουν στους Ιεροσπουδαστές.


Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

Μάρτυρες: Είναι οι πιστοί εκείνοι χριστιανοί που από τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο μέχρι και τους σύγχρονους μας νεομάρτυρες προτίμησαν τον Θάνατο και τον πιο φρικτό ακόμη αρκεί να μην αρνηθούν τον Χριστό και προδώσουν την πίστη Εκείνου, που πρώτος μαρτύρησε για την Σωτηρία όλων μας. Στην κατηγορία των μαρτύρων υπάγοντα:

1) Ιερομάρτυρες, οι κληρικοί δηλαδή μάρτυρες.

2) Οι Οσιομάρτυρες, οι μοναχοί δηλαδή μάρτυρες.

3) Οι Μεγαλομάρτυρες, που υπέφεραν πριν πεθάνουν τα πιο φρικτά βασανιστήρια για να ξαναγυρίσουν στην ειδωλολατρία.

4) Οι Παρθενομάρτυρες, οι γυναίκες Παρθένοι που μαρτύρησαν για τον Χριστό.

5) Οι Οσιοπαρθενομάρτυρες, οι μοναχές δηλαδή μάρτυρες. Και

6) Οι Νεομάρτυρες οι σύγχρονοι μας δηλαδή μάρτυρες, που βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν από τους Τούρκους γιατί αρνήθηκαν να αλλάξουν την πίστη τους (κάπου αναφέρει ο Φώτης Κόντογλου ότι οι Νεομάρτυρες εκτιμώνται περί τους 35.000!).


Κατάλογος Νεομαρτύρων

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Α Ὁσιομάρτυς Ἀββακούμ· ἐμαρτύρησε στὶς 6 Αὐγούστου 1628 στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν πίστη. Ὁσιομάρτυς Ἀγαθάγγελος ὁ Ἐσφιγμενίτης· ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν στὴ Σμύρνη, στὶς 19 Ἀπριλίου 1818. Ἅγιος Ἀγγελῆς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν 1 Σεπτεμβρίου 1680. Ἅγιος Ἀγγελῆς ἰατρὸς ἀπὸ τὸ Ἄργος· ἀπεκεφαλίσθη στὴ Χίο, στὶς 3 Δεκεμβρίου 1813. Ἅγιος Ἀγγελῆς, ἐκ Μελάμπων Ρεθύμνης Κρήτης· ἀπεκεφαλίσθη στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1824, πρό τῆς Μεγάλης Πόρτας Ρεθύμνης. Ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπὸ τὴν Κίο· ἐμαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 24 Ἰουλίου 1670 (ἀποκεφαλισμός). Ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπὸ τὴν Ἀττάλεια· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Σμύρνη, στὶς 7 Ἰανουαρίου 1700. Ἅγιος Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ἀπὸ τὴ Σπάρτη τῆς Ἀττάλειας· ἐμαρτύρησε στὶς 29 Ὀκτωβρίου 1653 «ἐν Μουντανίοις». Ἅγιος Ἀκάκιος ἀπὸ τὴν Μακεδονία· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν 1 Μαΐου 1815. Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ὁ Δερβίσης· ἐμαρτύρησε στὴν Σμύρνη, στὶς 26 Μαΐου 1794. Ἅγιος Ἀναστάσιος Πανέρης ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στόν Κασαμπᾶ τῆς Μ. Ἀσίας, στὶς 11 Αὐγούστου 1816. Ἅγιος Ἀναστάσιος ἀπὸ τὸ Ροδοβίσιο τῆς Βουλγαρίας· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στὶς 8 Αὐγούστου 1794, στὴ Θεσσαλονίκη. Ἅγιος Ἀναστάσιος ἀπὸ τὸ Ναύπλιο· ἐμαρτύρησε τὴν 1 Φεβρουαρίου 1655 στὸ Ναύπλιο. Ἅγιος Ἀναστάσιος ἱερομάρτυς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βλάσιο Ἰωαννίνων· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 8 Ἰουλίου 1743. Ἅγιος Ἀνδρέας Ἀργέντης ἀπὸ τὴν Χίο· ἐμαρτύρησε στὶς 29 Μαΐου 1465 γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἅγιοι Ἀνώνυμοι τρεῖς μάρτυρες ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο· ἀπαγχονίσθηκαν στὸ Βραχώρι τὸ 1786. Ἅγιος Ἀπόστολος ἀπὸ τὸν Ἅγιο Λαυρέντιο Πηλίου· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 16 Αὐγούστου 1686. Ἅγιος Ἀργύρης ἢ Ἀργυρὸς ἀπὸ τὴν Ἀπανομὴ Μακεδονίας· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Θεσσαλονίκη, στὶς 11 Μαΐου 1806. Ἁγία Ἀργυρῆ ἀπὸ τὴν Προύσσα· παρέδωσε τὸ πνεῦμα, κατόπιν πολυχρονίων δεινῶν, στὸ Χάσκιόϊ Κωνσταντινουπόλεως, στὶς 5 Ἀπριλίου 1721. Ἅγιος Ἀχμέδ Κάλφας· ἀπαγχονίσθηκε στὶς 3 Μαΐου 1682, στὸ Κεάτχανε Μπαξὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἅγιος Αὐξέντιος ἀπὸ τὴν Βελλᾶ· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 25 Ἰανουαρίου 1720. Γ Ἅγιος Γαβριήλ ἐν Αἰγύπτῳ· ἐμαρτύρησε στὴν Αἴγυπτο, στὶς 18 Ὀκτωβρίου 1522. Ἅγιος Γαβριήλ, Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Προύσσα, στὶς 3 Δεκεμβρίου 1659. Ἅγιος Γαβριήλ, Ἀρχιεπίσκοπος Πεκίου· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Προύσσα, στὶς 13 Δεκεμβρίου 1652. Ἅγιος Γαβριήλ ἐξ Ἀλλώνης τῆς Προκοννήσου· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 2 Φεβρουαρίου 1676. Ὁσιομάρτυς Γεδεών ἐκ Θεσσαλίας· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στόν Τύρναβο, στὶς 30 Δεκεμβρίου 1818. Ὁσιομάρτυς Γεννάδιος· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 6 Ἀπριλίου 1818. Ὁσιομάρτυς Γεράσιμος ὁ Καρπενησιώτης· ἀπεκεφαλίσθη γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 3 Ἰουλίου 1812. Ἅγιος Γεώργιος ἐκ Καράτοβα τῆς Σερβίας· ὑπέστη τὸν διὰ πυρὸς θάνατο, στὶς 11 Φεβρουαρίου 1515, στὴν Σόφια τῆς Βουλγαρίας. Ἅγιος Γεώργιος ὁ Μυτιληνιαῖος, ὁ Παϊζάνος· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν εὐσέβεια στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1693. Ἅγιος Γεώργιος (Χατζῆ Γεώργιος) ἐκ Φιλαδελφείας· ἀπεκεφαλίσθη ἐν Καρατζασοῦ, στὶς 2 Ὀκτωβρίου 1794. Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεαπολίτης· ἀπεκεφαλίσθη στὶς 3 Νοεμβρίου 1797. Ἅγιος Γεώργιος ἐξ Ἐφέσου· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ στὶς 5 Ἀπριλίου 1801, στὴν Ἔφεσο. Ἅγιος Γεώργιος ἐκ Χίου· ἐσφαγιάσθη γιὰ τὴν πίστη στὶς Κυδωνίες, στὶς 26 Νοεμβρίου 1807. Ἅγιος Γεώργιος ἐξ Ἀτταλείας· ἀπαγχονίσθηκε γιὰ τὴν πίστη στὶς 25 Ἰουνίου 1823. Ἅγιος Γεώργιος ἐκ Γρεβενῶν· ἀπαγχονίσθηκε στὰ Ἰωάννινα, στὶς 17 Ἰανουαρίου 1838. Ἅγιος Γεώργιος ἐκ Κρήτης· ἀπεκεφαλίσθη γιὰ τὴν πίστη στὶς 7 Φεβρουαρίου 1867. Ἅγιος Γεώργιος ἐκ Ραψάνης· ἀπεκεφαλίσθη στόν Τόρναβο, στὶς 5 Μαρτίου 1818. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ε´, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 10 Ἀπριλίου 1821. Δ Ὁσιομάρτυς Δαβίδ ἐκ Κυδωνιῶν· ἀπαγχονίσθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, στὶς 26 Ἰουνίου 1813. Ἅγιος Δαμασκηνὸς μοναχὸς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 13 Νοεμβρίου 1681. Ἅγιος Δαμιανός, μοναχὸς ἐκ Ριχόβου Ἀγράφων· ὑπέστη τὸν διὰ ἀπαγχονισμοῦ θάνατον στὴ Λάρισα, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1568. Ἅγιος Δημήτριος Τορναρᾶς· ἀπετμήθη τὴν κεφαλή γιὰ τὴν εὐσέβειά του, στὶς 19 Μαρτίου 1564. Ἅγιος Δημήτριος ἐκ Φιλαδελφείας· ἐμαρτύρησε στὴ Φιλαδέλφεια, στὶς 2 Ἰουνίου 1657. Ἅγιος Δημήτριος ἐκ Γαλατᾶ Κωνσταντινουπόλεως· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 27 Ἰανουαρίου 1784. Ἅγιος Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Τρίπολη, στὶς 28 Μαΐου 1794. Ἅγιος Δημήτριος ὁ Χιοπολίτης· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ στὶς 29 Ἰανουαρίου 1802. Ἅγιος Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος, ἐκ Τριφυλίας· ἐμαρτύρησε δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ στὴν Τρίπολη, στὶς 14 Ἀπριλίου 1803. Ἅγιος Δημήτριος Μοναχός, ἐκ Σαμαρίνης τῆς Πίνδου· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στὰ Ἰωάννινα, στὶς 17 Αὐγούστου 1808. Ἅγιος Δημήτριος ὁ Μπεγάζης, ἐκ Μυτιλήνης· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 11 Αὐγούστου 1816. Ἅγιος Διονύσιος ὁ Φιλόσοφος, Μητροπολίτης Λαρίσης· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὰ Ἰωάννινα, τὸ 1611. Ἅγιος Δούκας, ράπτης ἐκ Μυτιλήνης· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 24 Ἀπριλίου 1564. Ε Παρθενομάρτυς Εἰρήνη· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴ Λέσβο, στὶς 9 Ἀπριλίου 1463. Ὁσιομάρτυς Εὐθύμιος ἀπὸ τὴν Δημητσάνα· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 22 Μαρτίου 1814. Ζ Ἅγιος Ζαχαρίας, Μητροπολίτης Κορίνθου· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κόρινθο, στὶς 30 Μαρτίου 1684. Ἅγιος Ζαχαρίας ἀπὸ τὴν Ἄρτα· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο διὰ ραβδισμοῦ στὴν Πάτρα, στὶς 20 Ἰανουαρίου 1782. Ἅγιος Ζαχαρίας ἀπὸ τὴν Προύσσα· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Προύσσα, στὶς 28 Μαΐου 1802. Η Ἅγιος Ἠλίας Ἀρδούνης ἀπὸ τὴν Καλαμάτα· ὑπέστη τὸν διὰ πυρᾶς μαρτυρικό θάνατο στὴν Καλαμάτα, στὶς 31 Ἰανουαρίου 1686. Θ Ἅγιος Θεόδωρος· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὰ Δαρδανέλια, στὶς 2 Αὐγούστου 1690. Ἅγιος Θεόδωρος ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη· ἀπαγχονίσθηκε στὴ Μυτιλήνη, στὶς 30 Ἰανουαρίου 1784. Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, ἐκ Νεοχωρίου· ἀπαγχονίσθηκε στὶς 17 Φεβρουαρίου 1795, στὴν Μυτιλήνη. Ἅγιος Θεοφάνης· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν πίστη, στὶς 8 Ἰουνίου 1559. Ἅγιος Θεόφιλος ἐκ Ζακύνθου· ἐμαρτύρησε στὴ Χίο, στὶς 24 Ἰουλίου 1635. Ι Ἅγιος Ἰάκωβος ἀπὸ τὴν Καστοριά· ἀπαγχονίσθηκε γιὰ τὴν πίστη στὴν Ἀνδριανούπολη, τὴν 1 Νοεμβρίου 1520. Ἅγιος Ἰάκωβος, ἱεροδιάκονος· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Ἀδριανούπολη τὴν 1 Νοεμβρίου 1520. Ὁσιομάρτυς Ἰγνάτιος· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 8 Ὀκτωβρίου 1814. Ὁσιομάρτυς Ἱλαρίων ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 20 Σεπτεμβρίου 1804. Ἅγιος Ἰορδάνης ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 2 Φεβρουαρίου 1650. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα· ἀπεκεφαλίσθη στὸ Ἀσπρόκαστρο, στὶς 2 Ἰουνίου 1492. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 18 Ἀπριλίου 1526. Ὁσιομάρτυς Ἰωάννης Κουζικᾶς· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν εὐσέβεια, στὶς 18 Ἀπριλίου 1564. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κάλφας· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 26 Φεβρουαρίου 1575. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὰ Σφακιὰ Κρήτης· ἀπαγχονίσθηκε στὴ Ν. Ἔφεσο, στὶς 15 Σεπτεμβρίου 1811. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὴ Θάσο· ἀπεκεφαλίσθη γιὰ τὴν πίστη στὶς 20 Δεκεμβρίου 1652, στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βλάχος· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 12 Μαΐου 1662. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ναύκληρος· ὑπέστη τὸν διὰ πυρᾶς θάνατο στὴν Κῶ, στὶς 8 Ἀπριλίου 1669. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὴ Βουλγαρία· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 5 Μαρτίου 1784. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσοχόος, ἀπὸ τὴ Βουλγαρία· ἀπεκεφαλίσθη στὶς 14 Μαΐου 1802. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη· ἀπεκεφαλίσθη στὴ Σμύρνη, στὶς 29 Μαΐου 1802. Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὴν Κόνιτσα· ἀπεκεφαλίσθη στὸ Βραχώριο, στὶς 23 Σεπτεμβρίου 1814. Ὁσιομάρτυς Ἰωάσαφ· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 26 Ὀκτωβρίου1536. Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Χαλεπλῆς· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 4 Φεβρουαρίου 1686. Κ Ἅγιος Κοσμᾶς· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν εὐσέβεια, λίγο μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἅγιος Κυπριανὸς ἀπὸ τὰ Ἄγραφα· ἀπεκεφαλίσθη στὸ Φανάρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὶς 5 Ἰουλίου 1679. Ὁσιομάρτυς Κύριλλος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη· ἄθλησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 6 Ἰουλίου 1566. Ἅγιος Κυρμιδώλης· ὑπέστη φρικτό μαρτύριο γιὰ τὴν πίστη στὴν Αἴγυπτο, στὶς 18 Ὀκτωβρίου 1522. Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ρῶσσος· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 26 Δεκεμβρίου 1743. Ἅγιος Κωνσταντῖνος ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 2 Ἰουνίου 1819. Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος· ἀπαγχονίσθηκε γιὰ τὴν πίστη στὴ Ρόδο, στὶς 14 Νοεμβρίου 1800. Λ Ἅγιος Λάζαρος ἀπὸ τὴν Βουλγαρία· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στὴν Πέργαμο, στὶς 23 Ἀπριλίου 1802. Ἅγιος Λάμπρος· ἄθλησε γιὰ τὴν πίστη στὴ Μάκρη, στὶς 2 Ἰουλίου 1838. Ὁσιομάρτυς Λουκᾶς ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη· ἀπαγχονίσθηκε γιὰ τὴν πίστη στὴν Μυτιλήνη, στὶς 23 Μαρτίου 1802. Μ Ὁσιομάρτυς Μακάριος· ἀπεκεφαλίσθη στὴ Θεσσαλονίκη, στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1527. Ὁσιομάρτυς Μακάριος ἀπὸ τὴ Βιθυνία· ἐμαρτύρησε στὴν Προύσα, στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1590. Ὁσιομάρτυς Μαλαχίας ἀπὸ τὴ Ρόδο· ὑπέστη τὸν διὰ πυρᾶς θάνατο στὰ Ἱεροσόλυμα, στὶς 29 Σεπτεμβρίου 1500. Ἅγιος Μανουήλ ἀπὸ τὰ Σφακιὰ Κρήτης· ἀπεκεφαλίσθη στὴ Χίο, στὶς 15 Μαρτίου 1792. Ἁγία Μαρία· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη τὸν Μάϊο τοῦ 1826. Ἅγιος Μᾶρκος ἀπὸ τὴν Κρήτη· ἐμαρτύρησε στὴν Σμύρνη, στὶς 14 Μαΐου 1643. Ἅγιος Μᾶρκος ἀπὸ τὴν Σμύρνη· ἐσφαγιάσθη γιὰ τὴν πίστη στὴ Χίο, στὶς 5 Ἰουνίου 1801. Ἅγιος Μῆτρος (ἤ Δημήτριος) ὁ Πελοποννήσιος· ἐμαρτύρησε στὴν Τρίπολη, στὶς 28 Μαΐου 1794. Ἅγιος Μιχαήλ ἐξ Ἀγράφων· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴ Θεσσαλονίκη, στὶς 21 Μαρτίου 1544. Ἅγιος Μιχαήλ ὁ Μαυροειδής, ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Ἀδριανούπολη, στὶς 17 Φεβρουαρίου, τέλη 15ου αἰώνα. Ἅγιος Μύρων ἀπὸ τὴν Κρήτη· ἀπαγχονίσθηκε στὸ Ἡράκλειο Κρήτης, στὶς 20 Μαρτίου 1794. Ν Ἅγιος Νεκτάριος ἐκ Βρυούλλων· ἀπεκεφαλίσθη στὶς 11 Ἰουλίου 1820. Ὁσιομάρτυς Νικόδημος ἐκ Μετεώρων· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 16 Αὐγούστου 1551. Ἅγιος Νικόδημος ἐξ Ἑλβασάν· ἀπεκεφαλίσθη στὸ Ἑλβασάν, στὶς 11 Ἰουλίου 1722. Ἅγιος Νικήτας ὁ Νισύριος· ἀπεκεφαλίσθη στὴ Χίο, στὶς 21 Ἰουνίου 1732. Ἅγιος Νικήτας ἐξ Ἠπείρου· ἀπαγχονίσθηκε στὶς Σέρρες, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1809. Ἅγιος Νικόλαος ἐκ Θεσσαλονίκης· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴ Λέσβο, στὶς 9 Ἀπριλίου 1463. Ἅγιος Νικόλαος ἐκ Κορίνθου· ὑπέστη τὸν διὰ πυρᾶς θάνατον στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1554. Ἅγιος Νικόλαος ἐκ Μετσόβου· ἐμαρτύρησε στὰ Τρίκαλα, στὶς 17 Μαΐου 1617. Ἅγιος Νικόλαος Καραμάνος· ἀπαγχονίσθηκε στὴ Σμύρνη, στὶς 6 Δεκεμβρίου 1657. Ἅγιος Νικόλαος ἐκ Καρπενησίου· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 23 Σεπτεμβρίου 1672. Ἅγιος Νικόλαος· ἐμαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 12 Νοεμβρίου 1732. Ἅγιος Νικόλαος ἐκ Μαγνησίας· ὑπέστη φρικτὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν πίστη, στὶς 24 Ἀπριλίου 1796. Ο Ἅγιος Ὀνούφριος ἐκ Βουλγαρίας· ἀπεκεφαλίσθη στὴ Χίο, στὶς 4 Ἰανουαρίου 1818. Π Ἅγιος Πέτρος, ἱερομάρτυς· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν εὐσέβεια, λίγο μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν Τραπεζοῦντα. Ἅγιος Παρθένιος Γ´, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως· ἀπαγχονίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 24 Μαρτίου 1657. Ἅγιος Παρασκευᾶς ἐκ Τραπεζοῦντος· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, τὴν 1 Μαρτίου 1659. Ἅγιος Παῦλος ὁ Ρῶσος· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 3 Ἀπριλίου 1683. Ὁσιομάρτυς Παχώμιος· ἀπεκεφαλίσθη γιὰ τὴν πίστη, στὶς 21 Μαΐου 1732. Ἅγιος Πολύδωρος ἐκ Λευκωσίας· ὑπέστη τὸ δι᾿ ἀπαγχονισμοῦ μαρτύριο στὴ Ν. Ἔφεσο, στὶς 3 Σεπτεμβρίου 1794. Ὁσιομάρτυς Προκόπιος ἐκ Βάρνας· ἀπεκεφαλίσθη γιὰ τὴν πίστη στὴν Σμύρνη, στὶς 25 Ἰουνίου 1810. Ὁσιομάρτυς Παῦλος ἐκ Πελοποννήσου· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 22 Μαΐου 1818. Ἅγιος Παναγιώτης· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Ἰερουσαλήμ, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1827 - 1838. Ρ Ἅγιος Ραφαήλ ἐξ Ἰθάκης· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴ Λέσβο, στὶς 9 Ἀπριλίου 1463. Ὁσιομάρτυς Ρωμανὸς ἐκ Καρπενησίου· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 5 Ἰανουαρίου 1694. Ἅγιος Ρωμανὸς ἱερομάρτυς· ἐσφαγιάσθη γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 6 Ἰανουαρίου 1695. Σ Ἅγιος Σεραφείμ ἱερομάρτυς, ἐπίσκοπος Φαναρίου· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 4 Δεκεμβρίου 1601. Ἅγιος Συμεών ἐκ Τραπεζοῦντος· ὑπέστη μαρτυρικό τέλος στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 14 Αὐγούστου 1653. Ἅγιος Σταμάτιος ἐκ Βόλου· ἐσφαγιάσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 16 Αὐγούστου 1680. Ἅγιοι Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ Νικόλαος ἐκ Σπετσῶν· ἀπεκεφαλίσθησαν γιὰ τὴν πίστη στὴ Χίο, στὶς 3 Φεβρουαρίου 1822. Ἅγιος Σάββας Νιγδελῆς· ἐσφαγιάσθη γιὰ τὴν πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 12 Νοεμβρίου 1726. Τ Ἅγιος Τριαντάφυλλος ἐκ Ζαγορᾶς· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 8 Αὐγούστου 1680. Ὁσιομάρτυς Τιμόθεος ὁ Ἑσφιγμενίτης· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 29 Ὀκτωβρίου 1820. Φ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη στὴν Ἀθήνα, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589. Χ Ἅγιος Χρῆστος ὁ Κηπουρός· ἀπεκεφαλίσθη στὴν Κωνσταντινούπολη, στὶς 12 Φεβρουαρίου 1748. Ἁγία Χρυσῆ ἡ Παρθενομάρτυς· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 13 Ὀκτωβρίου 1795. Ὁσιομάρτυς Χριστοφόρος ἐξ Ἀδριανουπόλεως· ἐμαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη, στὶς 16 Ἀπριλίου 1818.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Παλαιό και Νέο Ημερολόγιο

Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου



Το «Ημερολογιακόν Ζήτημα» από ετών ταράσσει την Εκκλησίαν. Σημείον αντιλεγόμενον έχει καταστή. Οι Παλαιοημερολογίται διακηρύττουν απεριφράστως ότι ακολουθούν το «σωστόν», το «γνήσιον», εξ ου και αυτοκαλούνται «Γνήσιοι – Ορθόδοξοι – Χριστιανοί», Γ.Ο.Χ., φθάσαντες εις το σημείον να πιστεύουν και να διακηρύττουν ότι ο Παράδεισος είναι μόνον δι’ αυτούς. Δι’ ημάς δε τους υπολοίπους, τους Νεοημερολογίτας, τους «Φράγκους», τους «Σχισματικούς», τους «αιρετικούς» ως μας αποκαλούν, παραμένει η Κόλασις. Ακόμη διακηρύττουν απεριφράστως ότι τα Μυστήριά μας είναι άκυρα, καθ’ ο «άχαρα», άνευ χάριτος. Οι του Νέου δε Ημερολογίου, ως επί το πλείστον, αδιαφορούν δια τα προαναφερθέντα, ωρισμένοι αντιδρούν, άλλοι περνούν και εις την αντεπίθεσιν και ολίγοι προβληματίζονται προ των κατηγοριών των Παλαιοημερολογιτών μη γνωρίζοντες τι να πράξουν. Υπάρχουν λοιπόν θέματα, κατά την γνώμην μας, εις αμφοτέρας τας παρατάξεις, που άλλοτε ολίγον άλλοτε πολύ κερδίζει εξ αυτών μόνον ο Διάβολος. Το παρόν, έργον ανέκδοτον, απάντησις εις τινα Θεολόγον Μοναχόν, του αειμνήστου Πατρός Ιωήλ Γιαννακόπουλου, γνωστού απολογητού των Ορθοδόξων θέσεων, έρχεται να ρίξη άπλετον φως εις το εν προκειμένω αντιλεγόμενον ζήτημα του Ημερολογίου και να καταστήση αναπολογήτους όλους εκείνους, οίτινες καταδικάζουν την ενέργειαν της Εκκλησίας, (ενός ζωντανού Οργανισμού), ώστε να διορθώση το Ημερολόγιον, αλλά και να διαφωτίση τους θέλοντας, ίνα ούτω ειρηνεύσουν αι συνειδήσεις και μη κερδίζη πλέον ο Διάβολος. Το παρόν εκδίδεται εκ χειρογράφου, ευρισκομένου εις χείρας πνευματικού τέκνου του αειμνήστου Κληρικού, εις το οποίον είχε κάμει διορθώσεις τινάς ο ίδιος ο συγγραφεύς ολίγον προ της εκδημίας του (Δεκέμβριος 1966). ΠΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ

Οι Παλαιοημερολογίται μου είναι άνθρωποι συμπαθείς, διότι παρ’ όλην την άγνοιαν που έχουν εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, έχουν ζήλον και φόβον Θεού. Δια τον λόγον αυτόν δεν ηθέλησα να ασχοληθώ ούτε προφορικώς εις διάλεξίν μου τινά περί του Παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, ούτε να γράψω και δημοσιεύσω τι περί αυτού. Εθεώρησα σκοπιμώτερον να ασχοληθώ συγγραφικώς περί τον υπομνηματισμόν της Παλ. Διαθήκης και γύρω από τους Ευαγγελικούς, Χιλιαστάς και λοιπά θέματα προς διαφωτισμόν τους ευσεβούς λαού μας και ουδόλως με τους Παλαιοημερολογίτας. Εις όμως παλαιοημερολογίτης Θεολόγος Μοναχός, αντί να ασχοληθή και αυτός με τόσας αιρέσεις που κατακλύζουν την Πατρίδα μας, ήτοι Χιλιαστάς, Ευαγγελικούς κ.λ.π. και να γράψη τι κατ’ αυτών, καταφέρεται καθ’ ημών γραπτώς και προφορικώς, ονομάζων ημάς κακοδόξους, αιρετικούς, αβαπτίστους. Δεν αρκείται εις την γενικήν και ανώνυμον αυτήν καταφοράν καθ’ ημών, αλλά κατ’ επανάληψιν εις το παρελθόν έγραψε κατ’ εμού προσωπικώς και εσχάτως εις το τελευταίον βιβλίον του: «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» με αποκαλεί εν σελίδι 19 νεωτεριστήν, πάντα δε νεωτεριστήν θεωρεί εν σελίδι 43 αβάπτιστον. Έπειτα απ’ όλα αυτά, νομίζω, ότι δεν έπρεπε να σιωπήσω, διότι η σιωπή μου δύναται να θεωρηθή ως αδυναμία μου ή ως σιωπηρά συγκατάθεσις μου εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα. Επειδή δε ο Μοναχός ούτος φέρει τον τίτλον του Θεολόγου, η σιωπή μου θα επηρεάση ακόμη περισσότερον τους αναγνώστας του βιβλίου του. Απεφάσισα λοιπόν να απαντήσω. Και ιδού πως: Θα βασισθώ εις το τελευταίον βιβλίον του «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» και με την βοήθειαν του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας και με τας γνώμας των Αγίων Πατέρων και τα δεδομένα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας θα φέρω εις φως όλους τους παραλογισμούς και τας πλάνας του εν λόγω Μοναχού. Και συγκεκριμένως: Επειδή ούτος α) συγχέει το νέον ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν, το Παπικόν ημερολόγιον, β) αγνοεί τον τρόπον του κανονισμού του Πάσχα υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, γ) αγνοεί τον τρόπον του εορτασμού της μεγάλης ακινήτου εορτής των Χριστουγέννων και των συναφών προς αυτήν εορτών και δ) δεν έχει ιδέαν περί παραδόσεων, Εκκλησίας και σχίσματος, θα διαιρέσω την απάντησίν μου εις τέσσαρα μέρη: α) Ιουλιανόν και Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, β) το Πάσχα και ο χρόνος εορτασμού του κύκλου των κινητών εορτών, γ) τα Χριστούγεννα και αι συναφείς προς αυτά ακίνητοι εορταί και δ) αι παραδόσεις της Εκκλησίας, η Εκκλησία μας και το σχίσμα. Α’ ΙΟΥΛΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ Ο εν λόγω Μοναχός συνταυτίζει το Νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς οι Νεοημερολογίται, με το Γρηγοριανόν ή Παπικόν ή Φραγκικόν Ημερολόγιον εν σελίδι ΙΙ του εν λόγω βιβλίου του, εν ω το υπ’ αυτών ακολουθούμενον Παλαιόν (Ιουλιανόν) Ημερολόγιον θεωρεί εν την αυτή σελίδι ως πατροπαράδοτον γνήσιον Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον. Όχι, αγαπητέ Μοναχέ! Έχεις παχυλήν άγνοιαν του Ημερολογίου ή εν γνώσει σου σκοτίζεις και διαστρέφεις τα πράγματα. Το νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς, δεν είναι Γρηγοριανόν, Παπικόν, Φραγκικόν, όπως το ονομάζεις συ, αλλά Ιουλιανόν. Θέλεις απόδειξιν αυτού; Άκουσον: Πρώτον: Άνοιξε μίαν οιανδήποτε Κοσμογραφίαν που διδάσκεται εις τας ανωτέρας τάξεις του Γυμνασίου. Θα ίδης εις το κεφάλαιον περί του Ημερολογίου την διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου από απόψεως καθαρώς ημερολογιακής. Ιδού τι λέγει η Κοσμογραφία της ΣΤ’ τάξεως του Γυμνασίου εν σελ. 5: Γνωρίζομεν ότι το έτος αποτελείται ακριβώς από 365,242217 ηλιακάς ημέρας. Η διάρκεια του πολιτικού έτους του Ιουλιανού Ημερολογίου είναι 365 ημέρας και ¼ της ημέρας, διότι ανά τέσσερα χρόνια προστίθεται μία ημέρα η 29η Φεβρουαρίου. Επομένως το Ιουλιανόν Ημερολόγιον υπερέχει, είναι μεγαλύτερον του πραγματικού έτους κατά (365, 25-365, 242217) = 0,007783 ηλιακάς ημέρας. Η διαφορά αύτη εντός 400 ετών ανέρχεται εις 3,1132 ημέρας ανά 400 έτη. Ίνα διορθώση το σφάλμα τούτο ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ’, βοηθούμενος υπό του αστρονόμου LILIO, διέταξεν όπως η μετά την 4ην Οκτωβρίου 1582 ημέρα κληθή 15η Οκτωβρίου και ουχί 5η Οκτωβρίου. Ίνα δε μη εις το μέλλον επαναληφθή το σφάλμα αυτό, ώρισεν όπως εντός 400 ετών μη λαμβάνωνται 100 δίσεκτα έτη, ως γίνεται κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά μόνον 97. ούτω κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, η χρονολογία υστερεί εντός 400 ετών, μόνον κατά 0,1132 ημέρας. Πρέπει να παρέλθουν 4.000 έτη, όπως η χρονολογία υστερήση κατά 1,132 ημέρας. Προς διόρθωσιν του Ιουλιανού Ημερολογίου ώρισεν ο Πάπας Γρηγόριος όπως τα έτη των αιώνων (λόγου χάριν 1600, 1700, 1800) μη είναι δίσεκτα, εκτός αν ο αριθμός των εκατοντάδων διαιρήται δια 4. Ούτω το έτος 1600 ήτο δίσεκτον κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, διότι ο αριθμός των εκατοντάδων 16 είναι διαιρετός δια 4, δια το Ιουλιανόν Ημερολόγιον είναι ομοίως δίσεκτον, διότι ο αριθμός 1600 είναι διαιρετός δια 4. Τα έτη όμως 1700, 1800, 1900 είναι δίσεκτα κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, διότι οι αριθμοί ούτοι 1700, 1800, 1900 είναι διαιρετοί δια 4, δια το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν είναι δίσεκτα, διότι οι αριθμοί των εκατοντάδων 17, 18, 19 δεν είναι διαιρετοί δια 4. Ούτω μετά πάροδον από σήμερον 1600 περίπου ετών, όσα περίπου παρήλθον από της Α’ Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, ημείς, επειδή ακολουθούμεν το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και θα έχωμεν δίσεκτα έτη τα διαιρετά δια 4, θα έχωμεν νέαν διαφοράν 13 ημερών, εν ω το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν θα έχη, διότι ανά 400 έτη θα έχη 97 δίσεκτα έτη και ουχί 100. Ιδού η διαφορά Νέου Ημερολογίου που ακολουθούμεν ημείς και του Γρηγοριανού, το οποίον ακολουθούν οι Δυτικοί από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως! Εκείνοι θα έχουν 97 έτη δίσεκτα ανά 400 έτη, ημείς όμως θα έχωμεν 100. ο Πάπας Γρηγόριος δεν ηρκέσθη εις την ημερολογιακήν αυτήν μεταρρύθμισιν. Προσήρμοσε και το Πάσχα του προς το Ημερολόγιον του αγνοήσας το Πάσχα των Εβραίων και την απόφασιν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου σχετικήν με το Χριστιανικόν Πάσχα και το Εβραϊκόν. Β’ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ Εάν ανοίξωμεν το Πηδάλιον, θα ίδωμεν εις την σελίδα 9, ότι 4 σημεία είναι εκείνα τα οποία πρέπει να τηρώνται δια την εορτήν του Πάσχα! α) Εαρινή ισημερία. β) Πρώτη πανσέληνος μετά την ισημερίαν ταύτην. γ) Μετά το Νομικόν Πάσχα και δ) Η πρώτη Κυριακή μετά από όλα αυτά Το Γρηγοριανόν ή Παπικόν Ημερολόγιον λαμβάνει υπ’ όψιν του μόνον τα τρία: Εαρινήν ισημερίαν, πανσέληνον και Κυριακήν. Αγνοεί εντελώς το Νομικόν Πάσχα των Εβραίων. Ούτως οι Παπικοί συνεορτάζουν το Πάσχα των μετά των Εβραίων ή προηγούνται αυτού παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και παρά την ιστορικήν ακρίβειαν, καθ’ ην ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ημείς όμως οι Νεοημερολογίται λαμβάνομεν υπ’ όψιν και τα 4 σημεία του Πάσχα και ούτω διαφέρομεν του Γρηγοριανού ή Παπικού Ημερολογίου και Εκκλησιαστικώς. Εορτάζομεν δηλαδή το Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων, συμφώνως με την διάταξιν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Επομένως: Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς διαφέρομεν σεις και ημείς με το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σεις και ημείς ακολουθούμεν Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς το Ιουλιανόν Ημερολόγιον! Διατί συνταυτίζεις τελείως το Νέον Ημερολόγιον, αυτό που ακολουθούμεν ημείς, με το Παπικόν Γρηγοριανόν, αφού υπάρχη τόση μεγάλη διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ των; Αλλοίμονον σου! Θα δώσης μεγάλον λόγον εις τον Θεόν. Μαντεύω την αντίρρησίν σου. Θα μου είπης: Διατί να γίνη η προώθησις των 13 ημερών; Σου απαντώ: Η προώθησις αύτη μόνη της δεν έθιξε το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά το μηνολόγιον του Ημερολογίου τούτου. το Ημερολόγιόν μας παρέμεινεν και θα παραμείνη Ιουλιανόν. Ιουλιανόν έχετε σεις. Ιουλιανόν έχομεν και ημείς. Χώνεψέ το καλά αυτό μέσα εις το μυαλό σου. Μόνον ότι το ιδικόν μας Ιουλιανόν είναι διορθωμένον. Και πάλιν θα μου είπης: Έστω. Διατί να μεταβληθή το μηνολόγιον του Ιουλιανού Ημερολογίου; Σου απαντώ: Γνωρίζομεν από το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ότι οι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, που εκανόνισαν το Πάσχα με βάσιν την εαρινήν ισημερίαν, είχον τότε εαρινήν ισημερίαν 21 Μαρτίου. Αυτό μας το λέγει το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Μετά την πάροδον όμως 1600 περίπου ετών από τότε μέχρι σήμερον, εξέπεσαμεν από την ημερομηνίαν εκείνην και εφθάσαμεν να έχωμεν εαρινήν ισημερίαν την 8ην Μαρτίου. Και αυτό αναφέρεται εις το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Με ένα πήδημα λοιπόν 13 ημερών ημείς οι λεγόμενοι «Νεοημερολογίται» έχομεν εαρινήν ισημερίαν εκείνην που είχον οι Άγιοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ούτω έχομεν την παλαιάν ημερομηνίαν της εαρινής ισημερίας, 21 Μαρτίου, ενώ σεις έχετε την νέαν ημερομηνίαν της ισημερίας ταύτης, 8 Μαρτίου. Επομένως ημείς ακολουθούμεν την παλαιάν ημερομηνίαν, σεις την νέαν ημερομηνίαν. Ημείς πηγαίνομεν με το παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, σεις με το Νέον Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Κατά συνέπειαν ημείς είμεθα όντως Παλαιοημερολογίται και σεις Νεοημερολογίται, διότι και πάλιν σου επαναλαμβάνω έχομεν την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν όπως είχον οι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, ενώ σεις εξεπέσατε και έχετε την 8ην Μαρτίου. Θα μου είπης: Διατί ο Άγιος Νικόδημος μαζί με τον Χρυσόστομον εις τα υποσημειώσεις του Πηδαλίου, σελ. 9, καταφέρεται κατά της προωθήσεως των 10 ημερών υπό του Γρηγοριανού Ημερολογίου; Απαντώ: Ο Ιερός Χρυσόστομος ουδεμίαν σημασίαν δίδει εις τας ημερομηνίας των εορτών ως κόπτεσθε σεις δι’ αυτάς. Μας το λέγει ρητώς: «Ει τω δείνα μηνί ει τω δείνα μηνί εορτάσητε το Πάσχα ουδείς ποτέ εκολάσθη ουδέ ενεκλήθη». Ήκουσες; Εάν εορτάσωμεν την τάδε του μηνός ή την τάδε του μηνός ημέραν το Πάσχα ή άλλην εορτήν ουδείς ποτέ εκολάσθη ούτε κατηγορήθη. Εκείνο το οποίον ενδιαφέρει τον Άγιον αυτόν Πατέρα είναι ο εορτασμός του Πάσχα κατά τους ορισμούς της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ποίοι είναι οι όροι αυτοί; Μα τους αναλύει θαυμασίως ο Άγιος Νικόδημος εις τους υπομνηματισμούς του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος δηλαδή Νικόδημος καταφέρεται κατά του Γρηγοριανού Ημερολογίου εις τας υποσημειώσεις του Πηδαλίου του, διότι το Ημερολόγιον αυτό δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και ούτω οι Δυτικοί εορτάζουν ενίοτε προ του Εβραϊκού Πάσχα ή μαζί με αυτό παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και την ιστορικήν αλήθειαν, καθ΄ ότι ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ιδού τι λέγει ο Άγιος Νικόδημος εις την πρώτην υποσημείωσιν αυτού του Κανόνος: «Το να κάνη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνομεν ημείς οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα. Το να σχίση όμως την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα ασυγχώρητον». Πως σχίζουν οι Δυτικοί την Εκκλησίαν; Μας το λέγουν ευθύς αμέσως τα σχόλια του ιδίου Αγίου Πατρός Νικοδήμου: «Η ακρίβεια αύτη (του Γρηγοριανού Ημερολογίου) προξενεί δύο μεγάλας ατοπίας εις τους Λατίνους το να εορτάζουν δηλαδή το Πάσχα ή μετά Ιουδαίων ή προ των Ιουδαίων». Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ μου, τι λέγει το Πηδάλιον; Δεν είναι έγκλημα, δεν είναι σχίσμα, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα, αλλά κακόν είναι να γίνεται το ιδικόν μας Πάσχα προ του Πάσχα των Εβραίων ή μαζί με αυτό. Ιδού που ο Άγιος Νικόδημος εντοπίζει την κυρίαν διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου. Να μη γίνεται το Πάσχα μας προ ή μαζί με το Πάσχα των Εβραίων. Αυτό όμως αποφεύγεται από ημάς. Διατί λοιπόν συ ταυτίζεις και συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν; Θα μου είπης: Δεν έπρεπε να ονομάσωμεν την 8ην Μαρτίου 21ην, ώστε να προωθήσωμεν το μηνολόγιόν μας κατά 13 ημέρας. Το Πηδάλιον μας είπεν, ως είδομεν άνω, ότι δεν είναι έγκλημα, όταν εορτάζωμεν το Πάσχα εις δύο διαφόρους χρόνους μετά την 8ην Μαρτίου ή μετά την 21ην Μαρτίου, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Πολύ περισσότερον δεν έχει ουδεμίαν σημασίαν αφού σεις και ημείς εορτάζομεν το Πάσχα την αυτήν ημέραν και η ημέρα αύτη είναι δι’ ημάς η 22α Μαρτίου και ημείς την ονομάζομεν 1ην Απριλίου. Αφού δηλαδή κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον και το Πηδάλιον της Εκκλησίας, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα δεν είναι έγκλημα, ουδέ καταδίκη τις, πολύ περισσότερον δεν έχει σημασίαν ο παρ’ ημίν κατά τον χρόνον μεθ’ υμών, αλλά κατά διάφορον ημερομηνίαν εορτασμός του, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Είδες ποία η διπλή διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ Ιουλιανού και Γρηγοριανού; Ας έλθωμεν όμως να εξετάσωμεν πλατύτερον το θέμα του εορτασμού του Πάσχα. Δεύτερον: Το Πάσχα: Εν σελίδι 14 του βιβλίου σου γράφεις δια το Πάσχα: «Οι Θεοφόροι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν το Πάσχα, κατ’ έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος, ίνα κυμαίνεται από 22 Μαρτίου μέχρι 25 Απριλίου». Ή αγνοείς τα πράγματα ή τα διαστρέφεις εν γνώσει σου! Εις πρακτικά της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ουδαμού μνημονεύεται η ημερομηνία αύτη που γράφεις συ, αλλά 4 σταθερά, ως είπον και προηγουμένως, τα οποία αναφέρει το Πηδάλιον: Πρώτον: ισημερία. Δεύτερον: Πανσέληνος. Τρίτον: Νομικόν Πάσχα. Και τέταρτον: Ημέρα Κυριακή. Και επί λέξει: «Τέσσαρα τινα αναγκαία ζητούνται δια το ιδικόν μας Πάσχα. Πρώτον, ότι το Πάσχα πρέπει να γίνεται πάντοτε ύστερα από την ισημερίαν της ανοίξεως. Δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεται εις την αυτήν ημέραν με το Νομικόν Πάσχα (τα οποία ταύτα και τα δύο διορίζονται από τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα). Τρίτον, να μη γίνεται απλώς και αορίστως ύστερα από την εαρινήν ισημερίαν, αλλά ύστερα από την πρώτην πανσέληνον, όπου τύχη μετά την ισημερίαν. Και τέταρτον, να γίνεται την πρώτην Κυριακήν ύστερα από την πανσέληνον. (Ταύτα τα δύο εκ παραδόσεως έχομεν και όχι από Κανόνα)». Πηδάλιον σελ. 9-10. Βλέπεις, ποία είναι τα «αναγκαία», ως ονομάζεις αυτά, χρονικά σημάδια, τα «απαραίτητα», δια τον εορτασμόν του Πάσχα; Διατί λοιπόν συ θέτεις ένα μόνον όρον, την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου που πρέπει να κυμαίνεται το Πάσχα; Διαστρέφεις το κείμενον του Πηδαλίου, αφού ουδόλως αναφέρεται ως αναγκαίον στοιχείον του υπολογισμού του Πάσχα η ημερομηνία 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου, αλλά τα τέσσαρα «χρονόμετρα» που αναφέρθησαν: Εαρινή Ισημερία, Πρώτη Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή. Μαντεύω την απορίαν σου: Η ημερομηνία 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου που κυμαίνεται το Πάσχα με το Παλαιόν Ημερολόγιον ουδόλως θα ληθφή υπ’ όψιν; Πως αναγράφεται αύτη εις το τέλος των Ευαγγελίων της Εκκλησίας και βάσει αυτών κανονίζονται τα Ευαγγελικά και Αποστολικά αναγνώσματα όλου του έτους; Αγαπητέ μου, η ημερομηνία αύτη έχει την θέσιν της, όχι όμως εκείνην που της δίδεις συ. Η ημερομηνία 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου δεν είναι μοναδική χρονολογία υπολογισμού του Πάσχα, ως την παρουσιάζεις συ, αλλά Πέμπτη κατά σειράν και συμπτωματική, διότι κανονίζεται από τα τέσσερα «αναγκαία» στοιχεία: Εαρινή ισημερία. Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή. Συνέπεσε δηλαδή, κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδον, η εαρινή ισημερία να είναι την 21ην Μαρτίου και το Πάσχα των Εβραίων να κυμαίνεται μέχρι 20 Απριλίου, ωρίσθη το Πάσχα μας την 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου. Εάν όμως αύριον οι Εβραίοι διορθώσουν το ημερολόγιόν των κατά 13 ημέρας και ούτω το Πάσχα των γίνη ενωρίτερον του σημερινού, τότε προκειμένου να τηρηθή ένα από τα 2 απαραίτητα σημεία του 7ου Αποστολικού Κανόνος (ο ορισμός δηλαδή του Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων) θα πρέπει να αγνοήσωμεν την ημερομηνίαν του παλαιού 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου και να μεταφέρωμεν το Πάσχα μας ενωρίτερον. Αν θελήσωμεν να εμμείνωμεν εις την ημερομηνίαν του Παλαιού Ημερολογίου 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου, θα παραβώμεν τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα, διότι η Εκκλησία μας ανέκαθεν την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων εώρταζε το ιδικόν μας Πάσχα. Θα παραβώμεν την ιστορικήν αλήθειαν, καθόσον ευθύς μετά το Πάσχα ο Κύριος ανέστη. Τούτο εξάγεται και εκ του Πηδαλίου το οποίον, ως είπομεν και ανωτέρω, λέγει τα εξής: «Το να κάμη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου, ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα... Ασυγχώρητον είναι το σχίσμα καθ’ ο εορτάζουν οι Λατίνοι μετά των Ιουδαίων ή προ αυτών». Ως βλέπεις η ημερομηνία της 21ης Μαρτίου δια την εορτήν του Πάσχα δεν έχει σημασίαν, αλλά μόνον το μετά Ιουδαίων ή προ αυτών εορτάζειν το Πάσχα. Βλέπεις λοιπόν, τι διώρισαν οι Άγιοι Πατέρες μας ως χρονολογικά σημεία του εορτασμού του Πάσχα; Έθεσαν εαρινήν ισημερίαν, πρώτην πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν, και όχι ημερομηνίαν 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου, ως νομίζεις συ. Ιδού η πρώτη πλάνη σου. Αγνοείς τα τέσσερα αναγκαία σημεία, τα βασικά του Πάσχα: Εαρινή ισημερία, Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή και αναφέρεις πέμπτον και συμπτωματικόν ως μοναδικόν όρον: 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου! Η πλάνη σου αύτη προέρχεται από άλλην άγνοιαν. Νομίζεις ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά και ευρίσκεις ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού του Πάσχα την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου. Δια τούτο γράφεις εν σελίδι 14: «Οι Πατέρες είχον πλήρην επίγνωσιν ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά... Οι θείοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην Μαρτίου...». Ουδέποτε περίμενα από Θεολόγον να λέγη τόσον αμαθή πράγματα! Η ισημερία, αγαπητέ μου, είναι σταθερά. Δι’ αυτό το Πηδάλιον την ονομάζει «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού». Ιδέ σελίδα 10. Μεταβλητή είναι η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, διότι αύτη εις την εποχήν των Αποστόλων ήτο 22α Δρύστου, του Μαρτίου, κατά δε την εποχήν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου την 21ην Μαρτίου, και σήμερον την 8ην Μαρτίου με το παλαιόν. Τούτο αναφέρει το Πηδάλιον εις σελίδα 10. Άλλο πράγμα λοιπόν είναι η εαρινή ισημερία και άλλο η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας. Το πρώτον, η εαρινή ισημερία, είναι σταθερόν και ως τοιούτον είναι «διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», το δε δεύτερον, η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, είναι μεταβλητόν και μετέπεσεν από 23 Μαρτίου μέχρι 8 Μαΐου. Και έπειτα γράφεις: « Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην μηνός Μαρτίου». Καλέ μου άνθρωπε: Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν; Η ισημερία είναι σταθερά. Η ημερομηνία της κυμαίνεται. Χώρισε τα πράγματα αυτά εις το μυαλό σου και μη εντροπιάζεις το όνομα του Θεολόγου. Άλλο πράγμα είναι η ισημερία, η οποία ως σταθερά και πάλιν λέγω, κατά το Πηδάλιον, σελίς 10, είναι «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», άλλο δε η ημερομηνία της ισημερίας, ήτις κυμαίνεται. Μετά τας δύο αυτάς πλάνας σου γύρω από το Πάσχα έρχεται και τρίτη πλάνη σου. Εν σελίδι 15 γράφεις: «Τους Λατίνους ελέγχει ο θείος Χρυσόστομος ως σχισματικούς και ομολογεί ότι οι Θεόπνευστοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν ως ημέραν ισημερίας την 21ην Μαρτίου». Τόσον ανιστόρητος είσαι; Ο Χρυσόστομος έζησεν τον 4ον αιώνα. Πως είναι δυνατόν να ελέγχη ο Θείος αυτός Πατήρ το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το οποίον έγινε έπειτα από 1100 χρόνια; Αναφέρει βέβαια το Πηδάλιον κάτι επ’ αυτού. Τούτο όμως έχει ανάγκην διασαφήσεως. Δεν έπρεπε συ ως Θεολόγος να ανατρέξης εις την πηγήν, το ίδιον κείμενον του Ιερού Χρυσοστόμου, και να ίδης, τι ακριβώς λέγει ο Άγιος Πατήρ, δια να εννοήσης την συμπεπυκνωμένην αυτήν σημασία του εν τω Πηδαλίω; Άκουσε λοιπόν να μάθης τι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος επ’ αυτού. Επί της εποχής του Χρυσοστόμου έζων Χριστιανοί τινες, οι οποίοι, ακολουθούντες παλαιάν παράδοσιν του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, στηριζόμενοι και εις το του Αποστόλου Παύλου «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» Α’ Κορινθ. 5, 7, εώρταζον το Πάσχα κατά την 14ην του μηνός Νισάν, Μαρτίου, ότε ο Κύριος εσταυρώθη. Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να τελήται το Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων, διότι μετά το Πάσχα των Εβραίων ανέστη ο Κύριος. Ούτω οι Χριστιανοί οι εορτάζοντες το Πάσχα κατά την 14ην του Μαρτίου τεσσαρεσκαιδεκατίται ονομαζόμενοι (Στεφανίδης Ιστορία 1, 101), εώρταζον μετά των Ιουδαίων και είχον Πάσχα σταυρώσιμον. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να γίνεται Πάσχα αναστάσιμον, την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ο Ιερός αυτός Πατήρ θέλει να απομακρύνη τους Χριστιανούς από το σταυρώσιμον Πάσχα και να τους οδηγήση εις το αναστάσιμον Πάσχα. Εκείνοι επιμένουν και εορτάζουν Χριστιανικόν Πάσχα συγχρόνως με τους Εβραίους και ο Ιερός Πατήρ τους ελέγχει. Και ιδού τι λέγει: «Ιδού γουν κατά τον παρόντα ενιαυτόν η πρώτη των αζύμων εις Κυριακήν ημέραν εμπίπτει και η ανάγκη πάσαν νηστεύσαι την εβδομάδα....» (Τομ. ΙΙ, 398. BAREILLE). Εκείνοι όμως δεν ήθελον και έλεγον: «Τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;» Ενήστευσα τόσην τεσσαρακοστήν και να μεταθέσω τώρα την εορτήν του Πάσχα; Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε το Πάσχα ημέραν Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Τότε ο Πατήρ τους ελέγχει: «Ει γαρ εσφάλλετο η Εκκλησία ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον το έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος». Επομένως ο Άγιος Πατήρ καταφέρεται κατά των Παλαιοημερολογιτών της εποχής του, διότι δεν θέλουν να τηρήσουν τον κανών της Α’ Οικουμενικής Συνόδου περί του εορτασμού του Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Δια τον αυτόν περίπου λόγον λαμβάνει και το Πηδάλιον τον λόγιον του Αγίου Πατρός και καταφέρεται κατά των Δυτικών, διότι εορτάζουν το Πάσχα ούτοι προ των Ιουδαίων ή μαζί με αυτούς παρά τον Κανόνα και ούτοι της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ουδαμού ο Ιερός Πατήρ αναφέρει ότι οι Πατέρες ώρισαν 21ην Μαρτίου την ισημερίαν. Δεν κάμνει λόγον ο Ιερός Πατήρ περί ημερομηνίας, αλλά περί εορτασμού του Πάσχα μας, μετά Πάσχα των Εβραίων εν ημέρα Κυριακή. Πόσο λοιπόν πλανάσαι! Τέταρτη πλάνη σου γύρω από το Πάσχα. Γράφεις εν σελίδι 39 κεφ. 51ον: «Η κατά 13 ημέρας προώθησις του ημερολογίου φέρει την εορτήν του Αγίου Γεωργίου, ούτινος η ασματική ακολουθία είναι συνυφασμένη με χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως του Κυρίου προ του Πάσχα, οπότε η προκύπτουσα αταξία εις την Εκκλησιαστικήν διάταξιν φθάνει εις ανίερον κωμικοποίησιν της θρησκευτικής πίστεως, προς παράκαμψιν της οποίας η σχισματική Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει την εορτήν ταύτην εις άλλην ημέραν μετά το Πάσχα, αλλ’ όμως αυθαιρέτως και αντικανονικώς. Σημειωτέον ότι η εορτή αύτη του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν Ημερολόγιον συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα». Εδώ συλλαμβάνεσαι επ’ αυτοφώρω ψευδόμενος ασυστόλως. Γράφεις, ότι η εορτή του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν ημερολόγιον «συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα» Καλέ μου άνθρωπε! Αφού η εορτή του Πάσχα φθάνει το βραδύτερον την 25ην Απριλίου, ως γράφεις ο ίδιος εν σελίδι 25, και η εορτή του Αγίου Γεωργίου είναι 23 Απριλίου, δεν θα συμβή με το παλαιόν ημερολόγιον να συμπέση η εορτή του Αγ. Γεωργίου την Μ. Παρασκευήν, αν το Πάσχα φθάση το έσχατον όριον της 25ης Απριλίου, ή το Μέγα Σάββατον, αν το Πάσχα γίνη την 24ην Απριλίου; Όταν λοιπόν κατά το παλαιόν ημερολόγιον το Πάσχα έλθη τόσον αργά, 24 ή 25 Απριλίου, και η εορτή του Αγ. Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή το Μ. Σάββατον, τι θα κάμητε; Θα εορτάσητε την εορτήν του Αγίου Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή Μέγα Σάββατον; Δεν θα την μεταθέσητε και σεις την Δευτέραν του Πάσχα; « Η Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει αυτήν», γράφεις, «όλως αυθαιρέτως και αντικανονικώς». Η ιδική σας μετάθεσις δεν είναι αυθαίρετος και αντικανονική; Συνεχίζων τας ανοησίας σου λέγεις, ότι «όταν η εορτή του Αγ. Γεωργίου συμπέση προ του Πάσχα (1926-1936 κ.λ.π) έπρεπε να κάμωμεν προηγιασμένην Λειτουργίαν και να μη μεταθέσωμεν αυτήν την Δευτέραν του Πάσχα, διότι ουδείς έχει το δικαίωμα της τοιαύτης μεταθέσεως». Σεις όμως, όταν συμπέση η 23 Απριλίου, εορτή Αγίου Γεωργίου, το Μέγα Σάββατον, διατί την μεταθέτετε; Σεις έχετε το δικαίωμα μεταθέσεως, ημείς δεν έχομεν; Δι’ ημάς η μετάθεσις είναι αντικανονική, ανίερος κωμικοποίησις! Δια σας δεν είναι; Το ίδιον τυπικόν της Εκκλησίας διατάσσει την μετάθεσιν ταύτην! Διάβασέ το καλά! Ναι, λέγεις, «Το Πάσχα τηρείται υπό των Νεοημερολογιτών σύμφωνα με τα ορισθέντα 4 αναγκαία σημεία που ώρισε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος. Η προώθησις όμως 13 ημερών του μηνολογίου ετάραξε τον κύκλον των ακινήτων εορτών (Χριστούγεννα και τας εξ αυτών εξαρτωμένας χρονικώς εορτάς) και εορτάζομεν αυτάς εις ημέρας διαφορετικάς εκείνων τας οποίας ώρισεν ο Θεός»!!! Πρέπει λοιπόν να ίδωμεν βάσει της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, αν αι εορταί αυταί, δηλ. των Χριστουγέννων και αι εξ αυτών εξαρτώμεναι εορταί, είναι υπό του Θεού ωρισμένοι χρονικώς ή ο καθορισμός των έχει άλλην πηγήν. Γ’. ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΑ ΑΚΙΝΗΤΟΙ ΕΟΡΤΑΙ Φροντίζεις να αποδείξης τον ακριβή χρόνον των εορτών των Χριστουγέννων, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Γεννήσεως του Προδρόμου, Υπαπαντής του Σωτήρος και Περιτομής εκ της εμφανίσεως του Αρχαγγέλου εις τον Ζαχαρίαν, τον πατέρα του Προδρόμου, κατά την 23ην Σεπτεμβρίου. Και γράφεις: «Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Α’ 8-24: «Εγένετο δεν εν τω ιερατεύειν αυτόν (τον Ζαχαρίαν) εν τη τάξει της εφημερίας αυτού έναντι του Θεού κατά το έθος της ιερατίας έλαχε του θυμιάσαι, εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου...» Αι ημέραι αύται, καθ’ ας έλαχεν ο Ζαχαρίας να ιερατεύη και είδε τον Γαβριήλ, είναι αι ημέραι της εορτής της Σκηνοπηγίας κατά την παράδοσιν. (Όρα μηνολόγιον μεγάλου Ωρολογίου 23 Σεπτεμβρίου και Χρυσοστόμου: Λόγος εις το γενέθλιον του Σωτήρος, Γαλανού β’ σελίδα 917-925). Ότε λοιπόν ετελείωσεν η εορτή της Σκηνομηγίας, δηλαδή κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, εγένετο η σύλληψις του τιμίου Προδρόμου κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, κανονισθείσα όντως υπ’ αυτού του Θεού δι’ αγγελικής οπτασίας. Η 23η λοιπόν Σεπτεμβρίου είναι η εορτή της συλλήψεως του Αγίου Προδρόμου ορισθείσα από αυτόν τον Θεόν». (Κεφ. 8ον σελίς 19-20). Αφού δηλαδή η εμφάνισις του Αγγέλου έγινε κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, «τω έκτω μηνί» (Λουκ. Ι, 26) εφάνη ο Αρχάγγελος εις την Θεοτόκον, άρα έχομεν τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου την 25ην Μαρτίου. Κατά συνέπειαν μετά 9 μήνας θα έχωμεν την Γέννησιν του Σωτήρος, ήτοι την 25ην Δεκεμβρίου και την Υπαπαντήν του Σωτήρος την 2αν Φεβρουαρίου, την Γέννησιν του Προδρόμου 23 Ιουνίου». Ερωτάται όμως: Είναι ακριβής ο χρονικός προσδιορισμός δια την εμφάνισιν του Αγγέλου εις τον Πατέρα του Προδρόμου την 23ην Σεπτεμβρίου; Κάμνεις χρήσιν της Γραφής, της Παραδόσεως και κυρίως του Ιερού Χρυσοστόμου. Εις αυτά θα στηριχθώ και εγώ. Εν πρώτοις ο ιερός Χρυσόστομος δεν ορίζει ημέραν του μηνός, ημερομηνίαν, ως κάμετε σεις, αλλά μήνα Σεπτέμβριον εις την σχετικήν ομιλίαν του περί του Ευαγγελισμού του Ζαχαρίου. Πλην αυτού: Ο Ιερός Χρυσόστομος ομιλεί περί του Ζαχαρίου του πατρός του Ιωάννου (εν σελ. ΙΙΙ, 6000 BAREILLE), ότι ήτο Αρχιερεύς και ως τοιούτος εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Τιμώμεν και σεβόμεθα απολύτως τον Άγιον Πατέρα. Η γνώμη ούτως αύτη δεν φαίνεται να έχη ισχυρά στηρίγματα. Ας ίδωμεν τι περί του θέματος τούτου μαρτυρεί η Γραφή και οι Πατέρες. Και πρώτον η Αγία Γραφή: Εις τα Άγια των Αγίων εισήρχετο ο Αρχιερεύς άπαξ του έτους κατά τον έβδομον μήνα. Ο Ζαχαρίας όμως δεν ήτο Αρχιερεύς, αλλά ιερεύς. Μας το λέγει ρητώς ο Λουκάς: «εν ταις ημέραις Ηρώδου του βασιλέως της Ιουδαίας, Ιερεύς τις ονόματι Ζαχαρίας εξ εφημερίας Αβιά» Λουκ. 1, 5. Βλέπεις ο Ζαχαρίας ονομάζεται Ιερεύς. Εκτός της ρητής αυτής δηλώσεως, ότι ο Ζαχαρίας ούτος ήτο Ιερεύς, ανήκεν εις την εφημερίαν Αβιά, Λουκ. 1, 5, 8, γνωρίζομεν ότι η εφημερία Αβιά είναι ιερατική τάξις του Αβιά, ήτις κατά το Α’ Παραλ. ΚΔ, 10 ήτο όγδοη εν τη ιερατική τάξει. Πως λοιπόν ο ιερεύς Ζαχαρίας έγινε Αρχιερεύς, ώστε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων, δεν δυνάμεθα να το εννοήσωμεν. (Σημείωση της ΟΟΔΕ: Ο Ζαχαρίας, ΔΕΝ ήταν Αρχιερέας, και ΔΕΝ μπήκε στα Άγια των Αγίων, όπου έμπαινε μόνο ο Αρχιερέας. Το εδάφιο του Λουκά είναι σαφές, (Λουκ. 1/α: 11), ότι ο Ζαχαρίας ήταν στο θυσιαστήριο του θυμιάματος. Το θυσιαστήριο αυτό, ήταν στα Άγια, όπου είχαν πρόσβαση όλοι οι ιερείς. Δεν ήταν στα Άγια των Αγίων). Αλλ’ έστω. Ας δεχθώμεν, ότι η αναγγελία της γεννήσεως του Προδρόμου εις τον πατέρα του Ζαχαρίαν, έγινε τον έβδομον μήνα και ο ιερεύς Ζαχαρίας ήτο Αρχιερεύς! Πως θα ορισθή βάσει του υπολογισμού αυτού η 23η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εμφανίσεως του Αγγέλου προς τον Ζαχαρίαν; Πως δηλαδή θα προσαρμοσθή το Ιουλιανόν ημερολόγιον, που ακολουθούμεν σήμερον και το οποίον ήρχισε το έτος 45 π.Χ., με το Εβραϊκόν ημερολόγιον το οποίον είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη; Είναι γνωστόν, ότι έκαστον ηλιακόν έτος έχει δώδεκα σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας. Προς συμπλήρωσιν λοιπόν των 11 ημερών ανά 2 ή 3 έτη οι Εβραίοι προσέθετον ένα σεληνιακόν μήνα και είχον έτος με 13 μήνας. Ο 13ος μήνας ωνομάζετο ΒΕ – Αδάρ, δεύτερος Αδάρ. Ούτω τα έτη των Εβραίων διέφερον κατά 11 ημέρας το πρώτον του δευτέρου και κατά 20 ημέρας το πρώτον του τρίτου. Ανά 2 ή 3 έτη προσέθετον ένα ολόκληρον μήνα. Εκείνο δηλαδή το οποίον κάμνομεν ημείς με το Ιουλιανόν Ημερολόγιον προσθέσαντες 13 ημέρας έπειτα από 1600 περίπου έτη, το έκαμον οι Εβραίοι προσθέτοντες ένα μήνα ανά δύο ή τρία έτη. Μέσα λοιπόν εις αύτην την ανωμαλίαν σεληνιακών μηνών και ηλιακού έτους παρ’ Εβραίοις, πως είναι δυνατόν να ευρεθή, βάσει του υπολογισμού, ώστε να συμπέση, η ημέρα του εξιλασμού παρ’ Εβραίοις με την 23ην Σεπτεμβρίου με το Ιουλιανόν ημερολόγιον; Είναι αδύνατον! Τούτο καταφαίνεται και από τους πατέρας της Εκκλησίας και από αυτόν τον Ιερόν Χρυσόστομον, οι οποίοι ηγνοούν την ημέραν της Γεννήσεως του Χριστού! Και ιδού: Δεύτερον. Η παράδοσις των Πατέρων Α’. Εν Ιερουσαλήμ: Ο ασκητής Κοσμάς Ινδικοπλεύστης ζήσας το 500-550 μ.Χ. γράφει εν Ε’ Χριστιανική τοπογραφία (Ε.Π. 88, 9-477): «Οι Ιεροσολυμίται τοις Επιφανίοις ποιούσιν την Γένναν». Οι Χριστιανοί δηλαδή των Ιεροσολύμων κατά τα Επιφάνια, ήτοι την 6ην Ιανουαρίου, εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού. «Εκ στοχασμού πιθανού ουκ ακριβώς δε ποιούσι τοις Επιφανίοις». Εώρταζον, λέγει ο ίδιος, τα Επιφάνεια την 6ην Ιανουαρίου όχι από εξηκριβωμένα ιστορικά δεδομένα, αλλά από πιθανότητας. (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Το ίδιον συμβαίνει και δια την εορτήν των Χριστουγέννων, την οποίαν συνεώρταζον μετά των Θεοφανείων. Δεν είχον δηλαδή ιστορικάς μαρτυρίας ούτε περί της ημερομηνίας της Γεννήσεως του Χριστού. Η μετά της εορτής των Επιφανείων σύνδεσις της Γεννήσεως του Χριστού καταφαίνεται και εκ τούτου, ότι εν τη Εκκλησία των Ιεροσολύμων η σχετική Θεία Λειτουργία ετελείτο εν τω Σπηλαίω της Βηθλεέμ» (MIGNE 64, 44) (Στεφανίδου Τ.Α. 104). Ιδού μαρτυρία του Αγίου αυτού ασκητού μαρτυρούντος, ότι ηγνόουν οι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ την εορτήν των Χριστουγέννων, ως ιδιαιτέραν εορτήν. Β’. Εν Αιγύπτω: Ο Μοναχός Ιωάννης Κασσιανός 365 μ.Χ. ιδρυτής πολλών Μονών εν Σικελία εν COLLATIONES PATRUM «διαλέξεις Πατέρων» Χ 2, γράφει: INRA AEGYPTI REGIONEM MOS ISTE ANTIQUA TRADITIONE SERVATUR, UT PERACTO EPIPHANIORUM DIE, QUAM PROVINCIAE ISTIUS SACERDOTES VEL DOMINICI BAPTISMI VEL SECUNDUM CARNEM NATIVITATIS ESSE DEFINIUNT, ET IDCIRCO UTRIYSQUE SACRAMENTI SOLEMNITATEM NON BIFARIE, UT IN OCCIDIUS PROVINCIIS SED SUB UNA HUIUS DIEI FESTIVITATE CONCELEBRANT (REAL ENCYKLOPADIE τομ. 16ος σελίς 690). «Εν τη χώρα δηλ. της Αιγύπτου η αρχαία αύτη συνήθεια επεκράτησε, όπως κατά την ημέραν της τελετής των Θεοφανείων, ην της επαρχίας ταύτης οι ιερείς ορίζουν είτε ως ημέραν βαπτίσεως του Κυρίου είτε ως ημέραν γεννήσεως Αυτού και ούτω εκατέρας την ιεράν επισημότητα ουχί διττώς (εις δύο διαφόρους ημέρας ως εις τας επαρχίας της Δύσεως γίνεται), αλλά εν μια ημέρα δι’ εορτής πανηγυρίζουν». Επομένως και εν Αιγύπτω τα Χριστούγεννα εωρτάζοντο το 365 μ.Χ. κατά την εορτήν των Θεοφανείων! Γ’. Εν Αλεξανδρεία: Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Στρωμ. Α’ κεφαλ. κα’, γράφει, ότι άλλοι μεν την κε’ του μηνός Παχών (20 Μαΐου), άλλοι δε την κδ’, ή κε’ του Φαρμουθί (19 ή 20 Απριλίου) ετοποθέτουν την Γέννησιν του Χριστού. (Εκκλησ. Ιστορία Κοντογόνου σελίς 32-33). Δ’ Εν Κύπρω: Ο Άγιος Επιφάνιος αρχάς του 3ου αιώνος γράφει εις το κατά αιρέσεων ΝΑ, 29: «Ημέρα Επιφανίων, ότε εγεννήθη εν σαρκί ο Κύριος» (Ε.Π. τομ. 41-43). (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Επομένως και εν Κύπρω η Γέννησις του Χριστού εωρτάζετο την ημέραν των Θεοφανείων, την 6ην Ιανουαρίου. Ε’. Εν Κωνσταντινοπόλει: Μη υπαρχούσης έτι εορτής ιδίας Χριστουγέννων, την 6ην Ιανουαρίου εορτήν των Θεοφανείων εωρτάζετο η Γέννησις του Σωτήρος», γράφει ο Μπαλάνος εν τη Πατρολογία του σελίς 312 εις τον βίον του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, όστις πρώτος εισήγαγε την ιδιαιτέραν εορτήν των Χριστουγέννων την 25ην Δεκεμβρίου το 379 μ.Χ. (Ε.Π. 36, 312-356). ΣΤ’. Εν Αντιοχεία: Η εορτή των Χριστουγέννων εισήχθη την 25ην Δεκεμβρίου του έτους 386 μ.Χ. υπό του Χρυσοστόμου. Ο ίδιος Πατήρ γράφει: «Την Γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού άδηλον μεν έτι ούσαν, προ δε ολίγων ετών γνωρισθείσαν των από της Δύσεως ελθόντων και αναγγειλάντων, ούπω δέκατον έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα γεγένηται». (BAREILLE τόμ. 3ος, 592). Επομένως Αίγυπτος, Αλεξάνδρεια, Παλαιστίνη, Βυζάντιον, Αντιόχεια επί 300 και πλέον έτη ηγνόουν την ημέραν του Δεκεμβρίου ως ημέραν εορτής των Χριστουγέννων· ούτε ο Άγιος Κοσμάς, ούτε ο Άγιος Επιφάνιος, ούτε ο Άγιος Χρυσόστομος εγνώριζον προηγουμένως αυτήν. Μόνον εν Ρώμη ήτο γνωστή ως ημέρα εορτής των Χριστουγέννων η ημέρα αύτη, 25η Δεκεμβρίου. Ο Ιερώνυμος (345 μ.Χ.) γράφει: «EPIPHANIORUM DIES NON, UT CUIDAM PUTAI, NATALIS IN CARNE, TUNC ENIM AL CONDITUS EST ET NON APPARUIT». «Η ημέρα των Θεοφανείων δεν είναι ως νομίζουν τινές, η κατά σάρκα γέννησις (του Κυρίου), διότι τότε (κατά την γέννησιν) κεκρυμμένος ήτο και ουχί φανερός» (Κοντογόνου, Εκκλησιαστική Ιστορία 621). Εδώ ο Ιερώνυμος χωρίζει Χριστούγεννα και Θεοφάνεια. Αλλά και εκεί, εν Ρώμη, δεν εωρτάζετο η γέννησις του Κυρίου προ του 334-357 μ.Χ. Προ της χρονολογίας ταύτης δεν απαντά ουδεμία εορτή των Χριστουγέννων. Και αυτή η εορτή των Θεοφανείων εισήχθη το 300 μ.Χ. δια λόγους πολεμικούς – δογματικούς. (Ιδέ Στεφανίδου Ιστορίαν Τ. Α’ 104). Συμπέρασμα: Τριακόσια χρόνια από του Χριστού μέχρι του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου, Επιφανίου, ουδαμού φαίνεται η εορτή των Χριστουγέννων! Λέγεις, ότι αι εορταί Χριστούγεννα και λοιπαί έχουν ορισθή υπό του Θεού. Εάν η Γέννησις του Χριστού είχεν ορισθή υπό του Θεού, θα ήτο γνωστή εις την αρχαίαν Εκκλησίαν. Διατί προ του 300 μ.Χ. ουδαμού αναφαίνεται ως ιδιαιτέρα εορτή αγομένη την 25ην Δεκεμβρίου; Διατί μέχρι το 300 μ.Χ. την εώρταζον οι Χριστιανοί της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου, της Κύπρου την 6ην Ιανουαρίου κατά τα Θεοφάνεια; Εάν η 25ην Δεκεμβρίου ήτο έκπαλαι γνωστή ως ημέρα Γεννήσεως του Χριστού και είχεν ορισθή υπό του Θεού, διατί ο Ιερός Χρυσόστομος να ομιλή περί εορτής νέας, ήτις εισήχθη μόλις προ δεκαετίας; Και τώρα σε ερωτώ: Ποίος γνωρίζει καλλίτερα την εορτήν των Χριστουγέννων, συ που την ορίζεις εις την 25ην Δεκεμβρίου ακριβώς ή η αρχαία Εκκλησία η οποία την ηγνόει επί 300 έτη; Είσαι ανώτερος συ του Αγίου Επιφανίου, Επισκόπου Κύπρου, του ασκητού Κοσμά Ινδικοπλεύστου, του περιφήμου Μοναχού Κασσιανού, οι οποίοι μαρτυρούν, ότι αι Εκκλησίαι Κύπρου, Αιγύπτου, Παλαιστίνης, εώρταζον την 6ην Ιανουαρίου; Είσαι ανώτερος του Χρυσοστόμου, ο οποίος ρητώς έλεγεν, όταν εξεφώνει τον λόγον του εις τα Χριστούγεννα, ότι μόλις προ 10 ετών εισήλθεν η εορτή αύτη; Πως λοιπόν καταφέρεσαι εναντίον μου και με ονομάζεις νεωτεριστήν εις το βιβλίον σου, διότι γράφω εις το βιβλίον μου «Ζωή Χριστού», ότι η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού κατά την 25ην Δεκεμβρίου δεν ωρίσθη ιστορικώς, αλλά δογματικώς; Αντικατέστησαν δηλαδή οι Πατέρες την εθνικήν ειδωλολατρικήν εορτήν του χειμερινού ηλιοστασίου με την Γέννησιν του νέου Ηλίου της Δικαιοσύνης του Χριστού. Την γνώμην ταύτην τονίζουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Άγιος Αμβρόσιος παραβάλλων την εορτήν της Γεννήσεως του Χριστού προς την ειδωλολατρικήν εορτήν του ηλίου του χειμερινού ηλιοστασίου γράφει: «BENE QUODAM MODO SANCTUM HUNC DIEM NATALIS DOMINI SOLEM NOVUM VULGUS APPELATI». Καλώς την ιεράν ταύτην ημέραν γενέθλιον του Κυρίου νέον Ήλιον ο λαός καλεί». (SERMONI IN APP. BENED. P. 393 REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος 690). Και ο Μάξιμος (επίσκοπος) Τουρίνου ρήτωρ του Ε’ αιώνος (MIGNE P. L. 57, 221-832) λέγει ότι ο Χριστός εγεννήθη κατά τας εθνικάς εορτάς, ίνα αντικαταστήση ταύτας. Ο ιερός Αυγουστίνος λέγει ότι: «Οι Χριστιανοί εορτάζουν την Γέννησιν του Χριστού, όχι ως άπιστοι ένεκα του ηλίου, αλλά ένεκα του Δημιουργού του ηλίου» (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). Ιδέ και Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν Στεφανίδου 1, 10. Ο Άγιος Προυδέντιος 348-405 μ.Χ. εν ύμνω αυτού εις την Γέννησιν του Κυρίου λέγει: QUID EST QUOD ARCTUM CIRCULUM SOL JAM RECURRENS DESERIT? (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). «Τι είναι εκείνο, το οποίον τον κύκλον (αστερισμόν) της άρκτου ο ήλιος ήδη διατρέχων εγκαταλείπει; Ο Χριστός δεν γεννάται εν τη γη, όστις αυξάνει τον δρόμον του φωτός;». Ομοίως εκφράζεται ο ιερός Παυλίνος ο Επίσκοπος Νόλης ζήσας κατά το 400 μ.Χ. (Ποίημα XIV, 15.P. 382 ED. MURATORI) NAM POST SOLSTITUM GUO CHRISTUS CORPORE NATUS SOLE NOVO GELIDIAE MUTAVIT TEMPORA BRUMAE PROCEDENTE DIE SECUM DECRESCERE NOCTES JUSSIT. (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). «Μετά την τροπήν του ηλίου, ότε Χριστός σωματικώς εγεννήθη, κατά τον νέον ήλιον μετέβαλε τας ψυχράς ημέρας του χειμερινού ηλιοστασίου και διέταξε τη επιούση ημέρα αι νύκτες να μειώνωνται μετ’ αυτού». Βλέπεις την ιστορίαν της Εκκλησίας; Ναι, θα μου είπης. Επεκράτησεν όμως η ημερομηνία αύτη και έπρεπε ως παράδοσις της Εκκλησίας να τηρήται. Έχεις μεγάλην σύγχυσιν περί παραδόσεως και Εκκλησίας. Ας έλθωμεν λοιπόν και εις το ζήτημα αυτό. Δ’ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ – ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΣΧΙΣΜΑ Εκείνο εις το οποίον έχεις πάθει μεγάλην σύγχυσιν είναι εις τας παραδόσεις, την Εκκλησίαν και το σχίσμα. Συμπνίγεις την Εκκλησίαν μέσα εις τας παραδόσεις και νομίζεις ότι η Εκκλησία διευθύνεται μόνον με τας παραδόσεις της και πάσα παρέκκλισις απ’ αυτών αποτελεί σχίσμα. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρώτος σχισματικός είσαι συ, διότι παραβαίνεις Αποστολικάς, Πατερικάς και Συνοδικάς παραδόσεις και Κανόνας ουκ ολίγους. Πρώτον: Παραδόσεις και Εκκλησία. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Εάν ανήρ τις κομά ατιμία αυτώ εστι» Α’ Κορινθ. 11, 14. Άνδρας ο οποίος φέρει κόμην είναι άτιμος. Αι Αποστολικαί διαταγαί Α’. 3 MIGNE 1564-5 διατάσουν να κόπτωμεν την κόμην: «την τρίχα της κόμης συγκόπτειν και καθαίρειν αυτήν... ουκ έξεστί σοι τρέφειν τας τρίχας της κεφαλής σου». Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς καταφέρεται κατά της κόμης ονομάζων το τρόπον αυτόν πορνικόν. «Πορνικός ο τρόπος και άθεος...». Κλήμης Αλεξ. Παιδ. Γ’ 3 MIGNE 8, 577. Ο Άγιος Επιτάφιος MIGNE 42, 765-8. «Αλλότριόν εστι της καθολικής Εκκλησίας κόμη εκτεινομένη... ανήρ ουκ οφείλει κομάν». Ο Ιερώνυμος συνιστά να αφήνωμεν την κόμην τόσον μόνον, ώστε να καλύπτεται το δέρμα της κεφαλής, την δε άλλην να αποκόπτωμεν. MIGNE P. L. 25, 437. Κατά τον 11ον αιώνα ο περίφημος Αρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης Ευστάθιος κανονίζει τους Μοναχούς φέροντας κόμην λέγων: «Οι πλείους παρανομείτε κανταύθα τρέφοντες κόμην...» Την κόμην μας καταδικάζουν όχι μόνον αι φωναί των αγίων ανδρών, αλλά και οι κανόνες και δη ο 22ος, 42ος και 96ος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Και τα διάφορα χειροτονικά αυτό διακελεύσουσι: «Προσαγόμενος τω αρχιερεί (ο αναγνώστης) κείρεται σταυροειδώς, είτα τέλειον υπό τινος κληρικού κείρεται». Αφού θέλεις να είσαι πιστός τηρητής όλων των αρχαίων παραδόσεων, διατί τρέφεις κόμην και δεν κουρεύεσαι; Που είναι η τήρησις των παραδόσεων και των Κανόνων της Εκκλησίας; Διατί τους παραβαίνεις; Είσαι σχισματικός! Πρέπει να κουρευθής, αν θέλης να τηρήσης πιστώς τους Κανόνας και τας παλαιάς παραδόσεις και μάλιστα την Αποστολικήν διαταγήν του Παύλου Α’ Κορινθ. 11, 14. Δεύτερον: Σχετική με την κουράν της κόμης είναι η αρχαιοτάτη παπαλήθρα, την οποίαν είχεν η παλαιά Εκκλησία, αλλά σήμερον δεν υπάρχει. Και συγκεκριμένως: Εις το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ο Άγιος Νικόδημος ερμηνεύων τον ΚΑ’ Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ομιλεί περί παπαλήθρας των Κληρικών. «Η παπαλήθρα αύτη ήτο μία στρογγυλοειδής κουρά των εν τη κορυφή τριχών της κεφαλής παρομοία με στέφανον. Τούτο ήτο έθος, παράδοσις όλης της Εκκλησίας, ως βεβαιούται από τον 21ον Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και από τους Αγίους Πατέρας. Ο Άγιος Ιερώνυμος γράφων προς τον Αυγουστίνον λέγει: «Παρακαλώ την στεφάνην σου». Ομοίως και ο Αυγουστίνος έγραφε προς τον Επίσκοπον Προκουλιανόν: «Μα την υμετέραν στεφάνην». Η στεφάνη αύτη ήτο το διακριτικόν γνώρισμα των Κληρικών». Και τέλος ο Άγιος Νικόδημος σημειώνει: «Πρέπει να ποιούσι και οι καθ’ ημάς Κληρικοί εν τη κορυφή την τοιαύτην στεφάνην. Ου γαρ δίκαιον όρια αιώνια μεταίρειν, α έθεντο οι Πατέρες ημών». Οι Κληρικοί σας με το «Παλαιόν Ημερολόγιον» φέρουν εις την κεφαλήν των την παπαλήθραν αυτήν, την στεφάνην ταύτην; Όχι! Διατί παραβαίνετε τον ΚΑ’ Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ο οποίος ομιλεί ρητώς περί αυτής; Διατί παραβαίνετε την αρχαίαν ταύτην παράδοσιν της Εκκλησίας; Διατί δεν ακολουθείτε τους παλαιούς Αγίους Κληρικούς, οι οποίοι έφερον την στεφάνην ταύτην; Διατί «αίρετε όρια αιώνια» α έθεντο οι Πατέρες ημών, ως ομολογεί ο Άγ. Νικόδημος; Αφού παραβαίνετε τον ΚΑ’ Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και όλην την εν προκειμένω παράδοσιν της αρχαίας Εκκλησία, είσθε παραβάται, είσε σχισματικοί! Τρίτον: Ο Ε’ Κανών των Αγίων Αποστόλων λέγει «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος την εαυτού γυναίκα μη εκβαλέτω προφάσει ευλαβείας. Εάν δε εκβάλη αφοριζέσθω, επιμένων δε καθαιρέσθω». Ο Κανών εδώ ομιλεί περί Επισκόπου και λέγει ότι δεν πρέπει ούτος να απομακρύνη την γυναίκα του προφάσει ευλαβείας. Βλέπεις; Οι Επίσκοποι παλαιά ηδύναντο να είναι έγγαμοι. Δια το αυτό, περί εγγάμου Επισκόπου, ομιλεί και ο 18ος Αποστολ. Κανών. Έρχεται όμως ο 12ος Κανών της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και τροποποιεί τον Αποστολικόν αυτόν Κανόνα και απαγορεύει να έχουν γυναίκα οι Επίσκοποι! Η τροποποίησις αύτη προήλθεν εκ του ότι ο Αρχιερεύς έπρεπε να είναι ο τελειότερος και δια τούτο έπρεπε να είναι άγαμος, διότι η παρθενία είναι ανωτέρα του γάμου κατά το Α’ Κορινθ. 7, 38. Δεν παύει όμως η τροποποίησις αύτη να είναι αναίρεσις του Ε’ Αποστολικού Κανόνος και μεταβολή παραδόσεως της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, η οποία εδέχετο τον γάμον των Επισκόπων. Δυνάμεθα να κατηγορήσωμεν ως παραβάτην την 6ην Οικουμενικήν Σύνοδον, διότι κατήργησε το έγγαμον των Αρχιερέων, ήτοι παλαιάν και μάλιστα αποστολικήν παράδοσιν; Τέταρτον: Ο ΡΑ’ Κανών της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει να δίδεται η Θεία Κοινωνία εις τους λαϊκούς δια τινος αντικειμένου, ως γίνεται σήμερον δια της λαβίδος, αλλά απ’ ευθείας να τίθεται ο Άγιος Άρτος εις τας χείρας των λαϊκών και το Αίμα του Κυρίου δια του αγίου Ποτηρίου να προσφέρεται δια των Διακόνων εις το στόμα των πιστών, όπως, δηλαδή μεταλαμβάνουν σήμερον οι Κληρικοί. Ο Κανών ούτος διατάσσει να αφορίζεται ο Ιερεύς ο οποίος δεν θα δώση το Άγιον Άρτον εις αυτάς ταύτας τας χείρας των πιστών. Αφωρισμένον θέλει και το λαϊκόν ο οποίος κοινωνεί κατ’ άλλον τρόπον και όχι δεχόμενος επί των χειρών του το Σώμα του Κυρίου: Και επί λέξει: «Ει δε τις αλώ της αχράντου κοινωνίας μεταδιδούς τοις τοιαύτα δοχεία προσφέρουσι αφοριζέσθω και αυτός και ο τοιαύτα επιφερόμενος». Ο Άγιος Κυρίλλος Ιεροσολύμων (Κατηχ. Μυσταγ. Ε’) ορίζει σαφέστερον την παλαιάν παράδοσιν λέγων «Όταν πλησιάζης εις τα μυστήρια άπλωνε τας παλάμας σου... το μεν αριστερόν χέρι υποκάτω το δε δεξιόν επάνω και βαθουλώντας την παλάμην σου έτσι δέχου το Σώμα του Χριστού». Πηδάλιον σελίς 310. ήκουσες τι διατάσσει ο 101ος Κανών ούτος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου; Ήκουσες τι ορίζει η παλαιά παράδοσις; Να κοινωνής με τα ίδια σου τα χέρια και όχι με άλλα αντικείμενα, ως π.χ. είναι η λαβίς. Είναι δε υπό αφορισμόν και ο λαϊκός ο οποίος κοινωνεί με άλλον τρόπον και ο Κληρικός ο οποίος δίδει το Σώμα του Χριστού ούτω. Συ ο οποίος κοινωνείς όχι δια των χειρών σου, αλλά με λαβίδα και θεωρείς ότι μόνον Κανόνες και παραδόσεις υπάρχουν και τίποτε άλλο, πως θα δικαιολογήσης την παράβασιν αυτήν; Που θα στηριχθής; Μία υποσημείωσις του Πηδαλίου φέρει πιθανήν ερμηνείαν της καταργήσεως του Κανόνος την έλλειψιν των Διακόνων εις την αρχαίαν Εκκλησίαν και ότι ο Ιερεύς δεν ηδύνατο μόνος του να μεταδίδη χωριστά το Σώμα του Χριστού από το Αίμα. Ήνωσεν αυτά εις το Άγιον Ποτήριον και τα μεταδίδει ομού με την λαβίδα ή δια να διευκολύνωνται τα νήπια. Αυτή η πιθανή κατά το Πηδάλιον ερμηνεία δεν είναι ικανοποιητική, διότι Διακόνοι υπάρχουν σήμερον εις πολλάς Εκκλησίας. Θα έπρεπε, τουλάχιστον όπου λειτουργεί Ιερεύς και Διάκονος, να τηρήται ο Κανών ούτος και να μη παραβαίνεται. Αν πάλιν έγινε δια την διευκόλυνσιν των νηπίων, έπρεπε να περιορισθή μόνον εις αυτά και να μη γενικευθή εις όλους. Μέχρι της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ότε ετέθη ο νόμος, πως εκοινώνουν τα νήπια; Έτσι να κοινωνούν και μετά ταύτα. Αλλά και μία άλλη δικαιολογία δια την εισαγωγήν της λαβίδος, την οποίαν αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος εις το Πηδάλιον, δεν είναι καθόλου ικανοποιητική: «Το αίτιον δε οπού επενοήθη η λαβίδα ήτο, διατί μερικοί, ή υποκρινόμενοι πως είναι Χριστιανοί, ή αιρετικοί ή δεισιδαίμονες, λαμβάνοντες εις χείρας τον Άγιον Άρτον ή τον έρριπτον ή τον έκρυπτον ή εις μαγείας ή πονηρίας άλλας τον εμεταχειρίζοντο. Όθεν δια της επινοήσεως της λαβίδος, διδομένης της Αγίας Κοινωνίας εις το στόμα, εσηκώθη από το μέσον κάθε αιτία και πρόφασις της Μυστηρίου τοιαύτης καταφρονήσεως». Αλλ’ είναι προφανές ότι και με την χρήσιν της λαβίδος ουδέ κατ’ ελάχιστον εμειώθη ο κίνδυνος οιασδήποτε τοιαύτης καταφρονήσεως του Μυστηρίου. Ο λαμβάνων εις το στόμα την Αγίαν Κοινωνίαν ημπορεί ευκολώτατα και ανετώτατα να μη την καταπίη, αλλά να την κρατήση και ρίπτοντάς την αμέσως εις ένα κουτάκι που θα έχη εις την τσέπην του, να την χρησιμοποιήση εις οιανδήποτε πονηρίαν ή μαγείαν ή να την καταφρονήση και να την βεβηλώση, με όποιον τρόπον του υπαγορεύσει ο Διάβολος... Δεν προστατεύει λοιπόν η λαβίς το Μυστήριο από καταφρόνησιν ή βεβήλωσιν. Βλέπεις, ότι φέρομεν μέχρι σήμερα όχι μόνο ημείς, αλλά και σεις την παράβασιν του Κανόνος τούτου; αφού όλοι οι Κανόνες, όλαι αι παραδόσεις της Εκκλησίας, είναι απαράβατοι και η παράβασίς των σημαίνει σχίσμα, πως καταργήσατε τον 101ον αυτόν Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου; Θα ηδυνάμην να φέρω και άλλα παρόμοια τοιαύτα παραδείγματα καταργήσεως παλαιών Κανόνων δια νεωτέρων, όχι μόνο από ημάς τους νεοημερολογίτας αλλά και από σας τους παλαιοημερολογίτας. Τα τέσσερα όμως ως άνω παραδείγματα είναι αρκετά, δια να μη μακρηγορώ. Και σε ερωτώ: Που στηρίζεσθε σεις οι παλαιοημερολογίται και καταργήσατε τους ανωτέρω Κανόνας, Αποστ. Διαταγάς, παλαιά έθη, αρχαίας συνηθείας και παραδόσεις της Εκκλησίας άνευ νεωτέρας Οικουμενικής Συνόδου; Ασφαλώς δεν δύνασαι να απαντήσης και να δικαιολογήσης τας παραβάσεις σας αυτάς, διότι συγχέεις παραδόσεις και Εκκλησίαν. Νομίζεις ότι η Εκκλησία είναι μόνον αι αρχαίαι παραδόσεις και οι παλαιοί Κανόνες. Ουδεμίαν σημασίαν δίδεις εις την σημερινήν Εκκλησίαν ως όλον, ως Σώμα, με τα Πατριαρχεία και τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας. Θεωρείς αυτάς σχισματικάς, διότι τινές ακολουθούν το νέον ημερολόγιον και αι άλλαι, αι ακολουθούσαι το παλαιόν, έχουν πνευματικήν επικοινωνίαν με νεοημερολογίτας. Είσαι Θεολόγος και δεν πρέπει να αγνοής την διαφοράν παραδόσεων και Εκκλησίας. Άκουσον λοιπόν την διαφοράν: Η Εκκλησία διαιρείται, ως γνωρίζεις, εις δύο μέρη: θριαμβεύουσαν και στρατευομένην. Θριαμβεύουσα είναι η εν τω ουρανώ Εκκλησία, οι Άγιοι Απόστολοι και Μάρτυρες και Πατέρες και Όσιοι και Δίκαιοι, οι οποίοι απέθανον. Στρατευομένη είναι η εν τη γη ζήσα Εκκλησία. Η ήδη εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία αφήκεν ωρισμένους Νόμους, Κανόνας, συνηθείας. Αυτά λέγονται παραδόσεις. Η στρατευομένη Εκκλησία δύναται και αυτή να θέτη νόμους, να νομοθετή δια τον εξής λόγον: Ο Κύριος όταν είπεν ότι «μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» Ματθ. 28, 20, δεν απηυθύνετο εις την θριαμβεύουσαν εν τω ουρανώ Εκκλησίαν, αλλά εις την εν τη γη στρατευομένην, διότι μετά της στρατευομένης θα είναι μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι «της συντελείας του αιώνος», ενώ μετά της θριαμβευούσης θα είναι και πέραν της «συντελείας του αιώνος» και του κόσμου τούτου, εις αιώνας αιώνων. Τούτο βεβαιοί και η ιστορία της Εκκλησίας μας. Θα σου φέρω μερικά παραδείγματα: Όταν έγιναν η 6η Οικουμενική Σύνοδος το έτος 690 μ.Χ. είχον οι τότε Πατέρες προ αυτών τας παραδόσεις και τους Κανόνας των προ αυτής Αποστόλων και Αγίων Πατέρων, οίτινες απετέλουν ήδη την θριαμβεύουσαν εν ουρανώ Εκκλησίαν. Ως Εκκλησία ζώσα η στρατευομένη τότε Εκκλησία, το 690, είχε το δικαίωμα να τροποποιήση τους δύο Αποστολικούς Κανόνας, οι οποίοι ομιλούν υπέρ του γάμου των Επισκόπων. Κατήργησε την παλαιάν συνήθειαν και παράδοσιν του γάμου των Επισκόπων, καίτοι αύτη είχε Αποστολικήν καταγωγήν, και εθέσπισεν νέαν κατάστασιν: Την υποχρεωτικήν αγαμίαν των Επισκόπων. Οι Πατέρες της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν επίσης δια του ΡΑ’ Κανόνος ότι δεν πρέπει να κοινωνώμεν δ’ οιουδήποτε αντικειμένου (ως είναι και η λαβίς), αλλά δια των ιδίων μας χειρών, όχι μόνον οι Κληρικοί, αλλά και οι λαϊκοί. Οι Πατέρες της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απέθανον και μετεφέρθησαν εις την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν. Έμεινεν ο Κανών αυτός ως παράδοσις. Ήλθεν η έπειτα Εκκλησία τον 10ον ή 11ον αιώνα μέχρι σήμερον και ως Εκκλησία ζώσα καταργεί εν τη πράξει τον Κανόνα αυτόν. Η κουρά των Μοναχών και Κληρικών μετά της παπαλήθρας απετέλεσε παράδοσιν της Εκκλησίας μέχρι του 15ου αιώνος. Έφυγον όλοι οι Πατέρες εκείνοι, μετέβησαν εις τον ουρανόν και αφήκαν την παράδοσιν της κουράς. Η μετά τον 16ον αιώνα Εκκλησία κατήργησε την παράδοσιν αυτήν και σήμερον όλοι οι Κληρικοί, ιδικοί μας, και ιδικοί σας, φέρουν κόμην και ουδεμίαν παπαλήθραν. Τι διδασκόμεθα από τα παραδείγματα, που σου ανέφερα; Άλλο πράγμα είναι αι παραδόσεις και άλλο η Εκκλησία. Παραδόσεις είναι τα κατάλοιπα εν γη της θριαμβευούσης εν ουρανώ Εκκλησίας. Αυτά είναι αρχαίαι συνήθειαι, διάφοροι Κανόνες Συνόδων Οικουμενικών και Τοπικών και γνώμαι Αγίων Πατέρων ευρισκομένων σήμερον εν τω ουρανώ. Εκκλησίαν δε λέγοντας εννοούμεν την εκάστοτε ζώσαν εν γη Εκκλησίαν, την στρατευομένην, ήτις έχει παρά Θεού την εξουσίαν είτε να νομοθετή ρητώς, ως έκαμεν η 6η Οικουμενική Σύνοδος, καταργήσασα Αποστολικούς Κανόνας και αρχαιοτάτην παράδοσιν περί εγγάμων Επισκόπων, ή και να ζη σιωπηρώς καταστάσεις διαφόρους των καταλοίπων της θριαμβευούσης εν ουρανώ Εκκλησίας, ως έκαμε και κάμνει η μετά την 6ην Οικουμενικήν Σύνοδον Εκκλησία μέχρι σήμερον με την εισαγωγήν της αγίας λαβίδος και η μετά τον 16ον αιώνα Εκκλησία μέχρι σήμερον δια την κουράν των Κληρικών. Εκκλησία λοιπόν και παραδόσεις αποτελούν ένα ζώντα οργανισμόν. Όπως εις πάντα οργανισμόν υπάρχουν δύο πράγματα, ένα αμετάβλητον και ένα μεταβλητόν, κατά παρόμοιον τρόπον παραδόσεις και Εκκλησία, ήτοι παλαιά και νέα Εκκλησία, αποτελουμένη από Θείον και ανθρώπινον στοιχείον, έχει τι το αμετάβλητον, απολύτως με το δόγμα και την ηθικήν, σχετικώς δε παν ό,τι ολόκληρος η Εκκλησία σιωπηρώς ή ρητώς θεσπίση. Ουδείς δηλαδή έχει το δικαίωμα μόνος του, έστω και αν είναι Ιερεύς η Αρχιερεύς, να παραβή παράδοσίν τινα των Πατέρων. Ούτε μία Εκκλησία δικαιούται εις γενικής φύσεως ζητήματα να αγνοή την συγκατάθεσιν των άλλων τοπικών Εκκλησιών. Επομένως σχίσμα δεν λέγεται η παράβασις μιας αρχαίας παραδόσεως (τοιαύται ως είδομεν ανωτέρω έγιναν πολλαί χωρίς να γίνη σχίσμα), αλλά όταν παράβασις της αρχαίας παραδόσεως σχίση την μίαν Εκκλησίαν από της άλλης, όταν διακοπή η κοινωνία των Εκκλησιών. Μόνον λοιπόν «η παράδοσις της Πίστεως», ήτοι η ηθική, είναι πράγματα αιωνίως αμετάβλητα και αναλλοίωτα και δεν επιδέχονται ουδεμίαν τροποποίησιν. Αι άλλαι όμως παραδόσεις, αι αναφερόμεναι εις θέματα λατρείας, διοικήσεως, εκκλησιαστικής ευταξίας κ.λ.π. δύνανται να τροποποιούνται και να μεταβάλλωνται, υπό τον όρον βεβαίως ότι τούτο γίνεται όχι υπό του α’ ή β’ ατόμου, έστω και αν είναι Ιερεύς ή Αρχιερεύς (εν τη περιπτώσει ταύτη έχομεν παράβασιν και ανταρσίαν), αλλ’ υπό της ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ! Το Νέον Ημερολόγιον αποτελεί σχίσμα; Αφού εξεκαθαρίσαμεν το έδαφος περί παραδόσεων Εκκλησίας, Σχίσματος, ας ίδωμεν εάν το Νέον Ημερολόγιον αποτελή σχίσμα. Δια να αποδείξης ότι το Νέον Ημερολόγιον είναι σχισματικόν, επικαλείσαι διάφορα επιχειρήματα, τα οποία θα εξετάσωμεν ένα προς ένα: Και πρώτον: Επικαλείσαι τας Πανορθοδόξους Συνόδους 1582, 1587, 1593, 1848 εν σελ. 26-29 και αλλαχού, αι οποίαι κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σου απαντώ: Επειδή ταυτίζεις το Γρηγοριανόν και Νέον Ημερολόγιον, ισχυρίζεσαι ότι είναι καταδικασμένον και αυτό που έχομεν ημείς. Εις την αρχήν της πραγματείας μου σου απέδειξα ότι το Νέον λεγόμενον Ημερολόγιον δεν είναι Γρηγοριανόν, αλλά διωρθωμένον Ιουλιανόν, όχι μόνον από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως, αλλά και από Εκκλησιαστικής, καθ’ όσον το Γρηγοριανόν δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και εορτάζουν οι Δυτικοί προ αυτού ή μαζί με αυτό. Αι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το Πασχάλιον τούτου και το Καλανδάριον, το εορτολόγιον δηλ. των κινητών εορτών Μεσοπεντηκοστής, Αναλήψεως, Πεντηκοστής, Αγίας Τριάδος κ.λ.π., διότι ξεφεύγει από τας πραγματικάς οροθεσίας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, καθ’ ην το Πάσχα μας πρέπει να γίνεται μετά το Εβραϊκόν Πάσχα. Το Νέον Ημερολόγιον τηρεί την διάταξιν ταύτην. Άρα δεν υπάγεται εις την καταδίκην αυτήν. Μόνη η προώθησις των 13 ημερών, εφ’ όσον δεν έθιξε το Πασχάλιον ούτε το Καλανδάριον του Πασχαλίου, δεν υπόκειται εις την καταδίκην εκείνην των Πανορθοδόξων Συνόδων των ετών 1582, 1587, 1593, 1848. Δεύτερον «Με την προώθησιν των 13 ημερών και την διατήρησιν του Πασχαλίου κύκλου περιωρίσθη, ενίοτε δε καταργείται η νηστεία των Αγίων Αποστόλων», γράφει εν σελ. 13. Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων αν και δεν έχει νομοθετηθή υπό Οικουμενικής ή τοπικής Συνόδου, ως αρχαίον έθος έχει νόμου ισχύν και δεν δύναται να καταργηθή ή τροποποιηθή. Ναι, δεν δύναται να τροποποιηθή η νηστεία αύτη υπό τινος Χριστιανού, έστω και Αρχιερέως. Δεν δύναται ακόμη να μην καταργήση μία Εκκλησία εν αγνοία της άλλης. Εφ’ όσον όμως και αι τηρούσαι το Παλαιόν και διατηρούσαι το Νέον Ημερολόγιον Εκκλησίαι, αι μεν δέχονται και αι άλλαι ανέχονται τον περιορισμόν αυτόν, δεν έγινε Σχίσμα. Σχίσμα θα ήτο, εάν διεφώνουν επί του προκειμένου αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι και τα Πατριαρχεία και διέκοπτον τας σχέσεις των μετά των Νεοημερολογιτικών Εκκλησιών. Τούτο όμως δεν έγινε. Άρα δεν υπάρχει Σχίσμα! Τρίτον: Θεωρείς ως Σχίσμα εν τη Εκκλησία το ότι αι Εκκλησίαι Νεοημερολογιτών και Παλαιοημερολογιτών έχουν τας εορτάς Χριστουγέννων και τας άλλας ακινήτους εορτάς και νηστεύουν κατά διάφορον χρόνον. Ούτω, όταν η μία Εκκλησία νηστεύη, η άλλη δεν νηστεύει. Όταν η μία Εκκλησία νηστεύη η άλλη έχει τα Φώτα κ.λ.π. Βεβαίως ωραιότερον είναι να συνεορτάζουν όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και να νηστεύουν ομού κατά τον αυτόν χρόνον. Ουδεμία αντίρρησις υπάρχει επ’ αυτού. Η διαφορά όμως του χρόνου της εορτής και της νηστείας Χριστουγέννων και Αγίων Αποστόλων, δεν αποτελεί Σχίσμα, διότι η αρχαία μας Εκκλησία μέχρι της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου ούτε τα Χριστούγεννα ούτε το Πάσχα συνεώρταζεν ούτε και η νηστεία της ήτο η αυτή πανταχού. Εν τούτοις δεν υπήρχε Σχίσμα εις τας επιμέρους Εκκλησίας. Το ότι δεν εώρταζον ουδέ συνεώρταζον οι προ του 300 μ.Χ. Χριστιανοί τας ακινήτους εορτάς, έδειξα δι’ ων είπον προηγουμένως. Όχι μόνον τα Χριστούγεννα και τας συναφείς προς αυτά εορτάς δεν συνεώρταζον οι παλαιοί Χριστιανοί, αλλά ουδέ το Πάσχα. Αυτό μας λέγει η ιστορία: Ο Άγιος Πολύκαρπος (150 μ.Χ.) Επίσκοπος Σμύρνης μετέβη εις την Ρώμην και συνηντήθη με τον Επίσκοπον Ανίκητον. Συνέπεσε το Πάσχα. Ο πρώτος ήθελε να τελέση αυτό την 14ην του μηνός Νισάν. Ο Πάπας Ανίκητος ήθελε να κάμη το Πάσχα την Κυριακήν. Συνεζήτησαν επ’ αυτού. Ούτε ο Πολύκαρπος έπεισε τον Ανίκητον ούτε ο Ανίκητος τον Πολύκαρπον. Συνελειτούργησαν και απεχωρίσθησαν ειρηνικώς (Ευσεβίου εκκλης. Ιστορ. Ε’ 24, 14). Δεν απετέλεσε Σχίσμα μεταξύ των ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα (ιδέ Εκκλης. Ιστορ. Στεφανίδου σελίδα 99). Ούτε και η κατά διάφορον χρόνον γινομένη νηστεία αποτελεί Σχίσμα. Ιδού τι λέγει επ’ αυτού η Εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου Ε’ 24, 12-13. «Ου μόνον περί της ημέρας εστίν η αμφισβήτησις, αλλά και περί του είδους αυτού της νηστείας. Οι μεν οίονται μίαν ημέραν δεις αυτούς νηστεύειν, οι δε δύο, οι δε και πλείονας. Οι δε τεσσαράκοντας ώρας ημερινάς τε και νυκτερινάς.... Πάντες ούτοι ειρήνευσάν τε και ειρηνεύομεν προς αλλήλους και η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν». Βλέπεις· τι εγίνετο εις την πρώτην Εκκλησίαν; Είχον διαφοράς εις την νηστείαν και όμως ειρήνευον μεταξύ των και η διαφορά αύτη όχι μόνον δεν ετάρασσεν αυτούς, αλλά «η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν»! Διατί λοιπόν συ θέτεις τόση βαρύτητα εις την διαφοράν της νηστείας των Αγίων Αποστόλων, αφού εις την αρχαίαν Εκκλησίαν «η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν»; Θα μου είπης ότι πριν κανονισθούν αι εορταί και αι νηστείαι, είχε το δικαίωμα εκάστη Εκκλησία να τηρή την παράδοσίν της. Όταν όμως εκανονίσθησαν, δεν δικαιούμεθα να εκφεύγωμεν της οροθεσίας αυτής. Ναι, δεν δύναται, επαναλαμβάνω, έκαστον άτομον, έστω και Αρχιερεύς, παρά την γνώμην της Εκκλησίας του ή και εκάστη Εκκλησία εν αγνοία των άλλων, να παραβαίνη χρόνους εορτών και διάρκειαν νηστειών. Όταν όμως η Εκκλησία ως όλον, ως Σώμα, με τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας και τα Πατριαρχεία, δέχεται ή ανέχεται το Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον και τον διάφορον χρόνον των εορτών και της νηστείας, ουδείς δύναται να ομιλή περί Σχίσματος. Μήπως και αι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι που κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν παρέβαινον τον ρητώς ομιλούντα περί του τρόπου της θείας Κοινωνίας 101 Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και εκοινώνουν τους λαϊκούς με λαβίδα, ή δεν έφερον κόμην και παρέβαινον τους σχετικούς Κανόνας; Και όμως δεν ήσαν Σχισματικοί! Τέταρτον: Θα μου είπης: Διατί λοιπόν γίνεται τόσος λόγος περί τηρήσεως της Παραδόσεως; Ο Απόστολος Παύλος, οι Πατέρες της Εκκλησίας, αι Σύνοδοι φωνάζουν: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις». Επί του σημείου αυτού αναφέρεις πλήθος παραπομπών εις ωρισμένους Κανόνας που ρητώς καταφέρονται κατά νεωτερισμών. Πως, θα μου είπης, τόσαι φωναί περί παραδόσεως ελέχθησαν εις μάτην; Όχι, αγαπητέ μου. Αι αφωναί αύται ισχύουν και πρέπει να ισχύουν. Πρέπει να προσέξης όμως, εις ποίον απευθύνονται αι φωναί και οι αφορισμοί ούτοι. Αι φωναί αύται απευθύνονται υπό της Εκκλησίας δια των αντιπροσώπων της, Πατέρων και Συνόδων Οικουμενικών και Τοπικών, εις τους πιστούς και όχι από τους πιστούς προς τας Εκκλησίας των! Τα μέλη της Εκκλησίας δηλαδή είναι υποχρεωμένα να τηρούν τας γραπτάς και αγράφους Παραδόσεις. Δεν δικαιούται τις να παραβή αυτάς, έστω και αν είναι Ιερεύς ή Αρχιερεύς. Διότι τούτοι όλοι οι Κανόνες έχουν την φράσιν: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος....», απευθύνονται προς επί μέρους άτομα. Η Εκκλησία όμως ως όλον, ως Σώμα, έχει διαφορετικήν θέσιν από τα μέλη της. Αύτη είναι ο Ύπατος Κριτής της Παραδόσεως. Τι είδομεν προηγουμένως εις το θέμα του γάμου των Αρχιερέων; Ενώ ούτος επετρέπετο κατά τους Αποστολικούς Κανόνας και την αρχαίαν παράδοσιν, η Εκκλησία τον κατήργησε ρητώς δια της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Τι είδομεν εις το θέμα της λαβίδος; Ότι η Εκκλησία σιωπηρώς έθεσεν εις αχρηστίαν τον 101ον Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου εισαγαγούσα εν τη κοινωνία των λαϊκών την χρήσιν λαβίδος. Η ίδια πάλιν Εκκλησία έθεσεν εις αχρησίαν νόμους και παραδόσεις περί κουράς, θεσπίσασα σιωπηρώς την κόμην των Κληρικών. Μάθε λοιπόν ότι ημείς μεν ως άτομα δεν δυνάμεθα να καταργώμεν ή να τροποποιώμεν τας παραδόσεις. Η Εκκλησία όμως έχει άλλην δύναμιν· δεν είμεθα ίσοι με αυτήν. Αυτό μας διακηρύσσει η ιστορία της Εκκλησίας, η Παράδοσις! Πέμπτον: Εν κεφ. 1 και 2 γράφεις ότι «το Νέον Ημερολόγιον εισήχθη μονομερώς αντικανονικώς άνευ της συναινέσεως απασών των ορθοδόξων Εκκλησιών και διέσπασεν την ενότητα της καθ’ όλου ορθοδόξου Εκκλησίας». Απαντώ: Ούτε το Ημερολόγιον ήλλαξεν, όπως σου είπα εις την αρχήν (Ιουλιανόν – διορθωμένον – έχομεν και ημείς) ούτε αντικανονική υπήρξεν η προώθησις του μηνολογίου κατά 13 ημέρας, διότι αύτη εγένετο κατόπιν συνεννοήσεως των Εκκλησιών και ούτω δεν διεσπάσθη η ενότης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τούτο άλλωστε απέδειξε και το εν Ρόδω συνελθόν Πανορθόδοξον Συνέδριον του 1961 και 1964 όπου Εκκλησίαι Παλαιού και Νέου Ημερολογίου συνελειτούργησαν και έδωσαν τον ασπασμόν της αγάπης. Μόνον σείς ως σχισματικοί απεκλείσθητε του Διορθοδόξου αυτού Συνεδρίου, διότι ουδείς εξ υμών των αυτοτιτλοφορουμένων «γνησίων ορθοδόξων Χριστιανών» εγένετο δεκτός εις το Πανορθόδοξον αυτό Συνέδριον 1961 και 1964. Έκτον: Εν κεφ. 5ω γράφεις ότι η τήρησις υφ’ υμών των Νεοημερολιγιτών αθίκτου του Πασχαλίου Κανόνος επέδρασεν επί του εορτολογίου του ενιαυσίου κύκλου των εορτών, μεθ’ ου αναποσπάστως συνδέεται ο υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου καθιερωθείς Πασχάλιος Κανών και επέφερε διαταραχήν. Απαντώ: Η σημερινή διαταραχή εορτολογίου κινητών και ακινήτων εορτών, είναι επάνοδος εις τας ημερομηνίας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, διότι επανήλθον εις την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν που είχον οι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Εν άτομον, έστω και Αρχιερεύς, μία επί μέρους Εκκλησία, δεν δύναται, εν αγνοία των άλλων, να κάμη τας αναπροσαρμογάς αυτάς, έστω και αν αύται μας επαναφέρουν εις τας αρχαίας ημερομηνίας. Η ηνωμένη όμως Εκκλησία Νεοημερολογιτών και Παλαιοημερολογιτών, ως όλον, ως Σώμα, δεχομένη η πρώτη, ανεχομένη η δευτέρα, το Νέον Ημερολόγιον έχει δικαίωμα να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον δια της προωθήσεως 13 ημερών φθάνομεν, ως είπομεν, εις τας πραγματικάς ημερομηνίας των Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι είχον εαρινήν ισημερίαν, επαναλαμβάνω, την 21ην Μαρτίου ως έχομεν ημείς με την προώθησιν αυτήν και όχι την 8ην Μαρτίου που έχετε σεις. Έβδομον: Εις το κεφ. 16 γράφεις ότι, αι ακολουθούσαι το Παλαιόν Ημερολόγιον Εκκλησίαι έχουν 200 εκατομμύρια πιστών αι ακολουθούσαι το Νέον έχουν 25 εκατομμύρια. Ιδού λοιπόν ότι έγινε Σχίσμα. Σχίσμα, αγαπητέ μου, έχομεν όταν διακοπή η πνευματική κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών και όχι όταν εορτάζουν κατά διάφορον χρόνον τας εορτάς. Αυτό λέγει η ιστορία της Εκκλησίας, ως ίδωμεν προηγουμένως εις τον διάφορον εορτασμόν του Πάσχα προ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Εφ’ όσον λοιπόν αι ακολουθούσαι το Παλαιόν Ημερολόγιον Εκκλησίαι δεν διέκοψαν τας σχέσεις των μετά των Νεοημερολογιτών, Σχίσμα δεν υπάρχει. Διάβασε καλά την Ιστορίαν της Εκκλησίας μας. Μου αναφέρεις τον αριθμόν των ακολουθούντων το Παλαιόν Ημερολόγιον, 200.000.000 με τα 25.000.000 που ακολουθούν το Νέον δια να δείξης ότι η πλειονότης είναι με το Παλαιόν. Σου απαντώ: Τα 200 εκ. των Παλαιοημερολογιτών εφ’ όσον είναι ηνωμένα με τας Εκκλησίας των «σχισματικών Νεοημερολογιτών», κατά την γνώμην σας, είναι σχισματικοί! Διατί λοιπόν τους επικαλείσαι; Εν σελ. 47 καταδικάζεις συ ο ίδιος όλας τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας όχι μόνον των Νεοημερολογιτών αλλά και των Παλαιοημερολογιτών και λέγεις: «Δεν είναι εν τάξει, διότι όταν εκαινοτόμησεν η Εκκλησία της Ελλάδος έπρεπε να κόψουν πάσαν επικοινωνίαν». Δεν έκοψαν όμως. Άρα είναι και αυτοί Σχισματικοί! Αφ’ ου και τα 200 αυτά εκ. είναι Σχισματικοί, πως παρουσιάζεις τους αριθμούς των ως απόδειξιν υπέρ του Παλαιού Ημερολογίου; Βλέπεις, πως αντιφάσκεις; Όγδοον: Εις το κεφ. 83 φροντίζεις να αποδείξης ότι είναι μυθώδες και από αστρονομικής απόψεως η μετατόπισις των εποχών του Χειμώνος και του Θέρους, εάν συνεχίζετο η διαφορά του Ημερολογίου. Και λέγεις: «Αφού Μάρτιον είχομεν την έξοδον των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου το 1500 μ.Χ., Μάρτιον έχομεν και σήμερον 2000 μ.Χ., πως δεν επήλθε μεταβολή τις; Απλούστατα το προ του Ιουλιανού Ημερολογίου 45 π.Χ. ακολουθούμενον ημερολόγιον των Εβραίων είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη. Επειδή το ηλιακόν έτος έχει 12 σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας οι Εβραίοι προσέθετον ως είπομεν ανωτέρω ανά 3 ή 2 έτη τον 13ον μήνα τον οποίον ωνόμαζαν βε – Αδάρ και ούτω εκάλυπτον την διαφοράν. Εκείνο δηλ. το οποίον κάνομεν ημείς με την προσθήκην των 13 ημερών εις 1600 έτη δια να καλύψωμεν την διαφοράν του Ιουλιανού ημερολογίου από της Α’ Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, το έκαμνον οι Εβραίοι ανά δύο ή τρία έτη προ του Ιουλιανού Ημερολογίου, ήτοι προ του 45 π.Χ., προσθέτοντες ολόκληρον, σεληνιακόν μήνα ανά δύο ή τρία έτη και ούτω διετηρήθη το Πάσχα των τον Μάρτιον μήνα. Την διαφοράν αυτήν των 13 ημερών από της Α’ Οικουμενικής Συνόδου την δέχεται και το ίδιον το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9, ερμηνείαν του 7ου Αποστολικού Κανόνος. Πως συ την αρνείσαι; Πλην αυτού γνωρίζομεν εκ της Κοσμογραφίας της 6ης τάξεως των Γυμνασίων σελ. 57, ότι το π.Χ. ακολουθούμενον ημερολόγιον υπό των Ρωμαίων από το 700 μέχρι το 45 π.Χ. ήτο το ημερολόγιον του Νουμά, το οποίον, είχεν 354 ημέρας. Ήτο δηλαδή όμοιον με το ημερολόγιον των Εβραίων, είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη. Καθ’ έκαστον έτος υπελείποντο 11 ημέραι. Προσέθετον οι Ρωμαίοι εις έκαστον 2ον έτος συμπληρωματικόν μήνα, 22 ημέρας. Ενόμιζον ότι ούτω θα καλυφθή η διαφορά του πολιτικού έτους και του ηλιακού, του τροπικού, έτους. Πράγματι όμως με τον συμπληρωματικόν μήνα το έτος ήτο μικρότερον του πραγματικού κατά 0,242217 μέσης ηλιακής ημέρας. Μέχρι δε του Ιουλίου Καίσαρος είχον προχωρήσει τοσούτον, ώστε αι εορταί του θερισμού εωρτάζοντο εις το τέλος του χειμώνος! Ο Ιούλιος Καίσαρ επεχείρησε το 45 π.Χ. να άρη την ασυμφωνίαν ταύτην καλέσας τον αστρονόμον Σωσιγένην εκ της Αλεξανδρείας. Και εν πρώτοις επεξέτεινε την διάρκειαν του έτους της μεταρρυθμίσεως (του 45 π.Χ.) εις 445 ημέρας. Ήτοι προσέθεσαν εις το ημερολόγιον του Νουμά 91 ημέρας, ούτως ώστε αι διάφοροι εορταί να εορτάζωνται εις τας καταλλήλους ημέρας του έτους. Το έτος τούτο ωνομάσθη έτος συγχύσεως. Έπειτα από αυτό ο Ιούλιος Καίσαρ ώρισε το Ιουλιανόν ημερολόγιον, 365 ημέρας, και εν δίσεκτον έτος ανά 4 έτη. Βλέπεις ότι ο Ιούλιος Καίσαρ προσέθεσεν 91 ημέρας εις το έτος 45 π.Χ. δια να καλύψη την διαφοράν των προηγουμένων ετών; Επομένως προ Χριστού Εβραίοι και Ρωμαίοι έκαμον προσθήκας προς κάλυψιν ημερολογιακών διαφορών. Πως αγνοείς τα πράγματα αυτά; Ένατον: «Πρέπει να υπακούωμεν», γράφεις εν κεφ. 86 σελ. 74, «εις τους Θεοφόρους και Αγίους εκείνους Πατέρας και όχι εις τους σημερινούς». Εκείνοι όμως οι Πατέρες εδέχοντο τον γάμον των Επισκόπων, δεν είχον κόμην, έφερον παπαλήθραν, εκοινώνουν τους λαϊκούς ουχί δι’ αγίας λαβίδος και κατεδίκαζον τους έχοντας κόμην, μη φέροντας παπαλήθραν και μη δίδοντας την θείαν Κοινωνίαν στους λαϊκούς επί των χειρών αυτών. Διατί και αυτά δεν τα τηρείς; Διατί δεν υπακούεις εις αυτούς; Δέκατον: Λέγεις εν σελίδι 85: Η Εκκλησία της Ελλάδος προτίθεται να προβή εις μεταρρυθμίσεις, ώστε να υπάρχη γάμος Μοναχών, κατάργησις Εικόνων, μεταβολή του Βαπτίσματος και άλλα. Εδώ είσαι συκοφάντης! Διάφορα σπερμολογήματα ανευθύνων τα παρουσιάζεις ως γνώμας της Εκκλησίας! Δέκατον: Λέγεις όλως αφελώς: «Με ποίους εορτάζουν τα επουράνια, όταν τα επίγεια έχουν διαφόρους ημέρας εορτών; Όταν δηλ. οι Νεοημερολογίται ψάλλουν «Σήμερον γεννάται ο Χριστός....» 13 ημέρας προ των Παλαιοημερολογιτικών Εκκλησιών, με ποίους θα εορτάσουν τα επουράνια την Γέννησιν του Χριστού, αφού υπάρχη διαφορά χρόνου; Όταν πάλιν μετά την Γέννησιν του Σωτήρος λέγομεν εις την σχετικήν ευχήν «Σήμερον τα άνω εορτάζουν...» με ποίους εορτάζουν τα επουράνια; Με το Παλαιόν ή το Νέον; Σε ερωτώ και εγώ: Όταν επί 300 έτη εώρταζον αι μεν Εκκλησίαι της Δύσεως Πάσχα την Κυριακήν μετά το Νομικόν Πάσχα, αι δε Εκκλησίαι της Μ. Ασίας την 14ην Νισάν, με ποίους εώρταζον το Πάσχα τα ουράνια; Την 14ην Νισάν με τον Άγιον Πολύκαρπον Σμύρνης ή την Κυριακήν με τον Άγιον Ανίκητον Πάπαν Ρώμης; Ασφαλώς και με τους δύο. Όταν η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη, η Κύπρος εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού την 6ην Ιανουαρίου μετά των Θεοφανείων, ως είδομεν, η δε Ρώμη την 25ην Δεκεμβρίου, με ποίους εώρταζον τα επουράνια; Και με τους δύο! Το ίδιον συμβαίνει και σήμερον, αφού η Εκκλησία η επί γης είναι ηνωμένη. Τα ουράνια εορτάζουν και με τους δύο. Τα ουράνια έχουν πάσαν ημέραν εορτήν, διότι εκεί δεν υπάρχουν εργασίαι ως εν τη γη και ημέραι ιδιαίτεραι εορτών. Τα ουράνια πανηγυρίζουν πάντοτε, διότι πάσα ημέρα εορτή εστι δια τους εκεί. Συμπέρασμα: Πρώτον: Συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν. Ιδού η εσφαλμένη σου βάσις. Σου απέδειξα ότι το Νέον Ημερολόγιον δεν είναι το Γρηγοριανόν από ημερολογιακής και εκκλησιαστικής απόψεως, αλλά διορθωμένον Ιουλιανόν με τας ημερομηνίας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Άρα το Ημερολόγιον που ακολουθούμεν είναι πράγματι το Παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Δεύτερον: Δια το Πασχάλιον Κανόνα δεν λαμβάνεις ως κύρια χαρακτηριστικά τα ορισθέντα υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (εαρινήν ισημερίαν, Πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν), αλλά την ημερομηνίαν 22αν Μαρτίου – 25ην Απριλίου, ήτις ουδόλως μνημονεύεται εις τα πρακτικά της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Την συμπληρωματικήν οροθεσίαν ταύτην 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου έλαβε ως μοναδικόν και κύριον χαρακτηριστικόν παρά του ρητούς Κανόνας. Τρίτον: Θεωρείς τας ακινήτους εορτάς Χριστουγέννων και τας συναφείς προς αυτάς ορισθείσας υπό του Θεού, και επομένως ουδείς δύναται να τας μετακινήση! Σου απέδειξα δια των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ότι αύται επί 300 έτη μ.Χ. ηγνοούντο. Κατόπιν η των Χριστουγέννων συνεωρτάζετο μετά των Θεοφανείων και έπειτα εχωρίσθησαν τα Χριστούγεννα από τα Θεοφάνεια. Αυτά λέγουν οι Πατέρες. Αν αι εορταί αύται ήσαν, ως λέγεις συ, υπό Θεού ορισθείσαι, ηγνόουν αυτάς οι Πατέρες και τας εγνώριζες συ; Τέταρτον: Συγχέεις παραδόσεις και Εκκλησίαν και νομίζεις ότι δεν δύναται η Εκκλησία ως όλον να κάμη μεταβολήν εις τας παραδόσεις. Και όμως σου απέδειξα πως εκάστοτε Εκκλησία, ζώσα ούσα, μετέβαλε ρητώς ή σιωπηρώς ουκ ολίγα έθιμα, προγενεστέρας συνηθείας και παραδόσεις. Πως και σεις σήμερον παραβαίνετε παραδόσεις αρχαίας της Εκκλησίας; Αφού λοιπόν δεν ημπόρεσες να διακρίνης διαφοράν παραδόσεων και Εκκλησίας και δεν εννοείς τι θα είπη Σχίσμα, θεωρείς Σχισματικήν την Εκκλησίαν των Νεοημερολογιτών, διότι ακολουθεί το Νέον Ημερολόγιον! Και όμως σου απέδειξα δια της Ιστορίας της Εκκλησίας ότι Σχίσμα δεν συνιστά ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός, αλλά η μη πνευματική κοινωνία των αυτοκεφάλων Εκκλησιών και Πατριαρχείων. Σεις λοιπόν που έχετε αποκοπή από την ολομέλειαν αυτήν της Ορθοδοξίας είσθε σχισματικοί και προς υμάς ως τοιούτους απευθύνονται όλοι οι αφορισμοί των Πατέρων και τα ουαί. Είχον υποχρέωσιν να σου απαντήσω, διότι γραπτώς και προφορικώς δια γνωστών σου προσώπων με προεκάλεσας εις τούτο. Έκαμα το καθήκον μου προς σε και πάντα άλλον, ο οποίος θέλει να μάθη την αλήθειαν περί Παλαιού και Νέου Ημερολογίου. Τα περαιτέρω ανήκουν εις σε, τους αναγνώστας μου και τον Θεόν! Υγίαινε!