Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Η ΚΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ
Τό θέμα τής εκκλησιαστικής περιουσίας έχει εξετασθή διεξοδικώς κατά καιρούς, επανέρχεται όμως συχνά στήν επικαιρότητα από πολλούς λόγους, είτε από σκανδαλώδεις συμπεριφορές Κληρικών, είτε από κομματικές-πολιτικές σκοπιμότητες. Η αντιμετώπιση τού θέματος είναι πολύπλευρη καί στό άρθρο αυτό θά τονισθούν μερικά μόνον σημεία.
Κατ' αρχάς, όταν ομιλούμε εδώ γιά Εκκλησία σέ σχέση μέ τήν περιουσία δέν τήν εννοούμε από θεολογικής καί πνευματικής πλευράς, αλλά από νομικής καί κοινωνικής. Έτσι εδώ δέν εννοούμε τήν Εκκλησία ως τόν Θεανθρώπινο οργανισμό, αλλά τά συγκεκριμένα Νομικά Πρόσωπα, ήτοι τήν Ιερά Σύνοδο, τίς Ιερές Μητροπόλεις, τίς Ενορίες καί τίς Μονές.
Μέ αυτήν τήν έννοια η Εκκλησία έχει περιουσία αφ' ενός μέν γιά νά καλύψη τίς λειτουργικές της ανάγκες, αφ' ετέρου δέ γιά νά ασκήση τό ποικίλο φιλανθρωπικό της έργο. Όσοι ασχολούνται μέ τήν διοίκηση τής Εκκλησίας γνωρίζουν ότι οι ανάγκες της είναι μεγάλες γιά νά λειτουργήσουν τά Γραφεία, νά είναι ανοικτοί οι Ιεροί Ναοί καί νά συντηρούνται, μερικοί από τούς οποίους είναι μνημεία πολιτισμού καί θά δαπανούσε τό Κράτος μεγάλα χρηματικά ποσά γιά νά τούς συντηρήση. Επίσης τό φιλανθρωπικό έργο τής Εκκλησίας είναι τεράστιο, αφού λειτουργούν γύρω στίς 200 Μονάδες προνοιακού χαρακτήρος καί γενικά πάνω από χίλια Ιδρύματα, όπως φαίνεται στό βιβλίο «Η μαρτυρία τής αγάπης» πού εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας, καί επομένως η Εκκλησία είναι ο μεγαλύτερος φιλανθρωπικός φορέας στήν Χώρα μας.
Βέβαια, η εκκλησιαστική περιουσία προέρχεται από τά μέλη της καί πρέπει νά προσφέρεται στόν λαό-πλήρωμά της γιά τήν θεραπεία τών διαφόρων κοινωνικών πληγών. Αυτό εξασκείται στίς περισσότερες περιπτώσεις μέ υπευθυνότητα. Επίσης, τό μεγαλύτερο μέρος τής περιουσίας τής Εκκλησίας έχει διατεθή στήν κοινωνία. Αρκεί νά σκεφθή κανείς ότι όλα τά μεγάλα Ιδρύματα τής Αθήνας (Ακαδημία, Πολυτεχνείο, Μαράσλειος Ακαδημίας, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη κλπ.) αλλά καί πολλά Νοσοκομεία (Ευαγγελισμός, Αρεταίειον, Παίδων, Συγγρού, Λαϊκό, Γ. Γεννηματάς, κλπ) έχουν ανοικοδομηθή σέ χώρους πού παρεχώρησαν οι Ιερές Μονές, ιδιαιτέρως η Ιερά Μονή Πετράκη, καί όποιος είναι καλοπροαίρετος μπορεί νά τό διαπιστώση διαβάζοντας σχετικά κείμενα καί καταλόγους μέ τέτοιες κοινωνικές προσφορές.
Όμως μιά σημαντική παράμετρος τού θέματος είναι τό πώς αποκτά καί αυξάνει η Εκκλησία τήν περιουσία, πώς τήν διαχειρίζεται καί πώς τήν χρησιμοποιεί. Όπως σέ όλα τά θέματα έτσι καί σέ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ο τρόπος κτήσης καί χρήσης καί χωρίς αυτόν τά πάντα απαξιώνονται.
Μερικές φορές αυτό τό πώς δείχνει τήν απληστία διαφόρων Κληρικών, τήν νεοπλουτίστικη νοοτροπία τους, τά πάθη τής φιλαργυρίας καί τής φιλοκτημοσύνης, τήν καπιταλιστική διάθεση, τήν πολυτέλεια κλπ. Ο Max Weber στό περίφημο έργο του «Η προτεσταντική ηθική καί τό πνεύμα τού καπιταλισμού» έδειξε ότι ο ευσεβιστικός ατομισμός, ο προτεσταντικός ασκητισμός καί τό καθήκον γιά τό επάγγελμα, γενικότερα η ηθική τού Προτεσταντισμού γέννησε τό «πνεύμα» τού Καπιταλισμού πού είναι προϊόν τής ορθολογιστικής οργάνωσης τής επιχείρησης, καθώς επίσης είναι δημιούργημα τών συμβουλών πού δόθηκαν από πουριτανούς ηγέτες «νά θεωρήσουν ότι ο χρόνος είναι χρήμα», «ότι η πίστωση είναι χρήμα», ότι «η περιουσία είναι ευλογία Θεού» κλπ. Έγινε μεγάλη συζήτηση γιά τήν ανάλυση πού έκανε ο Max Weber, αλλά ο προβληματσμός παραμένει ότι ο Καπιταλισμός έχει μιά μεταφυσική κατοχύρωση.
Μπορεί προσωπικά νά φαίνομαι καθυστερημένος, αλλά δέν μπορώ νά κατανοήσω Ορθοδόξους Κληρικούς νά ασχολούνται μέ εμπορικές επιχειρήσεις, μέ μετοχές στό Χρηματιστήριο, μέ συσσώρευση πλούτου, μέ αγώνες γιά μιά «ρατσιοναλιστική λογική» τού χρήματος, μέ εμπορικές εταιρείες κλπ. πού αποβλέπουν σέ μιά κοινωνική εξουσία καί δύναμη. Σέ μιά τέτοια περίπτωση τό Κράτος πρέπει νά θεωρή τούς Κληρικούς αυτούς ως εμπόρους καί νά τούς μεταχειρίζεται ανάλογα. Δέν είναι δυνατόν νά σέβεται κανείς τήν Εκκλησία καί ο σεβασμός αυτός νά επεκτείνεται καί σέ Κληρικούς πού διακρίνονται από τέτοιου είδους ακατανόητες, ακτιβιστικές καί ανορθόδοξες δραστηριότητες.
Εάν κανείς εξετάση τήν σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή στήν Ελλάδα θά διαπιστώση ότι υπάρχουν πλούσιες Μητροπόλεις, Ενορίες, Μονές από τίς οποίες άλλες κάνουν φιλανθρωπικό έργο καί άλλες κατασπαταλούν τό χρήμα καί τίς προσφορές τών πιστών, αλλά υπάρχουν καί πτωχές Μητροπόλεις, Ενορίες καί Μονές πού δέν μπορούν νά ανταποκριθούν στά βασικά λειτουργικά καί φιλανθρωπικά έξοδά τους. Υπάρχουν δέ Μητροπολίτες πού καταθέτουν μέρος τού μισθού τους στό ταμείο τών Ιερών Μητροπόλεών τους γιά νά επιτελέσουν στοιχειωδώς τό έργο τους. Γι' αυτό δέν μπορεί νά γίνονται γενικεύσεις καί απλοποιήσεις, οι οποίες είναι αποσπασματικές καί επικίνδυνες. Ακόμη, είναι άδικο νά επιβληθή βαρύτατη φορολογία σέ Ιερούς Ναούς τής Επαρχίας, γιά τούς οποίους καταβάλλεται μεγάλος αγώνας γιά νά λειτουργήσουν καί νά συντηρηθούν, αλλά καί σέ Μονές πού ζούν από τήν προσωπική εργασία τών μοναχών, τό «εργόχειρό» τους, επειδή μερικές άλλες Μονές έχουν ιδρύσει εμπορικές Εταιρείες.
Ο Ντοστογιέφσκι στούς «Αδελφούς Καραμάζοφ» καί μάλιστα στό μονόλογο τού Ιεροεξεταστή ανέλυσε ανάγλυφα καί τραγικά τούς τρείς πειρασμούς τού Χριστού καί τής Δυτικής Εκκλησίας, πού είναι η αγάπη γιά τόν πλούτο, τήν δόξα καί τήν εξουσία, καί έδειξε ότι ο Χριστός νίκησε τούς πειρασμούς αυτούς, ενώ η Δυτική Εκκλησία υπέκυψε σέ αυτούς. Τό ερώτημα πού έθεσε ο Ιεροεξεταστής στόν Χριστό είναι: «ευτυχία ή ελευθερία» καί έδωσε προτεραιότητα στήν ευτυχία τών ανθρώπων σέ βάρος τής ελευθερίας τους. Εντελώς κυνικά είπε στόν Χριστό ότι η Εκκλησία (η Δυτική) διόρθωσε τό δικό Του έργο καί κατά τρόπο ανάλγητο τού είπε: «Γιατί ήλθες λοιπόν τώρα νά μάς ενοχλήσης;». «Δίκασέ μας άν μπορείς καί άν τολμάς». «Μάθε πώς δέν σέ φοβάμαι».
Σκέπτομαι: Μήπως καί μερικοί ορθόδοξοι Κληρικοί σήμερα έχουν τήν αίσθηση ότι διορθώνουν μέ τίς πράξεις τους τό έργο τού Χριστού καί μάλιστα θεωρούν τόν Χριστό «ενοχλητικό» καί «επιζήμιο» γι' αυτούς καί δέν Τόν φοβούνται, γιατί απέκτησαν εξουσία καί χρήμα πού Εκείνος αποποιήθηκε;
(Δημοσιεύθηκε στήν Εφημερίδα «Τό Βήμα» τής Κυριακής 21-9-2008)