Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ




Η  ΑΓΙΑ  ΚΑΡΑ
Στην πόλη των Πατρών, έχει επιφυλαχθεί η μεγάλη δωρεά και η μοναδική τιμή από όλη την Ελλάδα να είναι μία πόλη όχι απλώς Αποστολική, δηλαδή να έχει ιδρυθεί από κάποιον Απόστολο, αλλά να έχει καθαγιασθεί από τo αίμα του Πρωτοκλήτου των Αποστόλων Αγίου Ανδρέου. Γι’ αυτό και η πόλη των Πατρών «κέκτηται ποιμένα και πολιούχον θείον».

Σύντομο Συναξάρι για τον Απόστολο Ανδρέα:
Υπήρξε ο πρώτος μαθητής από τους 12 που κλήθηκε στο Αποστολικό αξίωμα και γι’ αυτό ονομάσθηκε «Πρωτόκλητος». Αυτός και ο αδελφός του Πέτρος γεννήθηκαν στην κωμόπολη της Γαλιλαίας Βηθσαϊδά, παρά την λίμνη Γεννησαρέτ και ήταν και πατρίδα και των άλλων δύο μαθητών του Κυρίου, του Ιακώβου και του Ιωάννου.
Ο Ανδρέας ήταν αρχικά μαθητής του Προδρόμου και ακολούθησε πρώτος τον Χριστό όταν ο Πρόδρομος τους φανέρωσε ότι ο Ιησούς είναι ο «αμνός του Θεού» (Ιωάν. 1,36). Ακολούθως ο Ανδρέας γνώρισε στον Ιησού και τον αδελφό του τον Πέτρο και έγινε και αυτός μαθητής του Ιησού. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Ανδρέας είχε Ελληνικό όνομα και μαζί με τον Φίλιππο, ήσαν οι μοναδικοί από τον κύκλο των 12 μαθητών που είχαν Ελληνικά ονόματα. Για τον λόγο αυτό όταν Έλληνες θέλησαν να γνωρίσουν τον Κύριο, απευθύνθηκαν προς τον Φίλιππο και αυτός μαζί με τον Ανδρέα προσήγαγαν τους Έλληνες στον Ιησού και ο Κύριος είπε την περίφημη φράση «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου".
Μετά την Πεντηκοστή, ακολουθώντας την εντολή του Κυρίου (Ματθ. 28,19) άρχισε το ιεραποστολικό του έργο. Γνωρίζουμε ότι ο Απόστολος Ανδρέας κήρυξε σε περιοχές που ανθούσε το Ελληνικό στοιχείο. Πέρασε από την Παλαιστίνη στην Κύπρο και αποβιβάσθηκε σε μια περιοχή της Κύπρου, εκεί κοντά που σήμερα υπάρχει το μοναστήρι του στα κατεχόμενα και το οποίο τώρα τελευταίως ανέλαβε να το αναστηλώσει το Πανεπιστήμιο Πατρών.
Μετά την Κύπρο μετέβη στη Νίκαια της Βιθυνίας, στην Νικομήδεια και την Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Ακολούθως ανέβηκε και συνέχισε το ιεραποστολικό του έργο στα παράλια του Ευξείνου στις πόλεις του Ποντιακού Ελληνισμού. Σταθμοί του ήσαν η Σινώπη (όπου υπέστη φοβερό διωγμό και σώθηκε με θαυμαστό τρόπο), στην Σαμψούντα, Τραπεζούντα και ακολούθως πέρασε στην αντίπερα όχθη, στα μέρη της Σκυθίας, την σημερινή νότια Ρωσία. Οι περιοχές της Ταυρικής και πέραν του Καυκάσου φαίνεται ότι έγιναν στόχος ιεραποστολής του Αποστόλου Ανδρέου. Τοπική παράδοση σήμερα στο Κίεβο της Ουκρανίας αναφέρει ότι ο Απόστολος Ανδρέας έφθασε μέχρι εκεί για να μεταφέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου. Για τον λόγο αυτό όλοι αυτοί οι λαοί, τιμούν και ευλαβούνται τον Απόστολο Ανδρέα και έχομε γίνει μάρτυρες αυτής της τιμής όταν δύο φορές (μία στην Ρουμανία το 1996 και άλλη μία στο Κίεβο τον Αύγουστο του 2001) συνοδεύσαμε την ΑΓΙΑ ΚΑΡΑ του στα μέρη αυτά και ζήσαμε στιγμές ανεπανάληπτες.
Ακολούθως τα βήματά του οδηγούνται στα παράλια της σημερινής Ρουμανίας και Βουλγαρίας και ακολούθως καταλήγει στην μικρή τότε πολίχνη Βυζάντιο, όπου ίδρυσε την τοπική Εκκλησία και μάλιστα χειροτόνησε πρώτο επίσκοπό της τον Στάχυ. Για τον λόγο αυτό θεωρείται ιδρυτής της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, της οποίας η θρονική εορτή είναι η ημέρα της μνήμης του Αποστόλου Ανδρέου.
Μετά από το Βυζάντιο, ο Απόστολός μας ήλθε στην Θράκη, την Μακεδονία, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και κατέληξε σε μεγάλη ηλικία στη γη της Αχαΐας, την πόλη των Πατρών.
Την άφιξη του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα, βεβαιώνουν πολλές και αυθεντικές μαρτυρίες, όπως του Ιππολύτου Ρώμης, του Ιερωνύμου, του Θεοδωρήτου επισκόπου Κύρου, του Νικηφόρου Ξανθόπουλου κ.λ.π. Εκκλησιαστικές και εξωεκκλησιαστικές μαρυρίες. Στην Πάτρα και γενικά στην Αχαΐα έκανε πλείστα θαύματα και ιάσεις, και πάρα πολλοί κάτοικοι έγιναν χριστιανοί και βαπτίσθηκαν. Ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς των Πατρών εξέχουσα θέση κατέχει η γυναίκα του Ρωμαίου ανθυπάτου Αιγεάτου Μαξιμίλλα και ο αδελφός του Στρατοκλής, ο οποίος αργότερα όταν ο Απόστολος Ανδρέας ήταν στην φυλακή, τον χειροτόνησε Α΄ επίσκοπο Πατρών.
Ο Αιγεάτης, μετά την επιμονή της γυναίκας του στη νέα πίστη (την θεράπευσε ο άγιος από ανίατη ασθένεια), οργίσθηκε και διέταξε την σύλληψη του Αποστόλου, τον βασανισμό του και τελικά την θανατική του καταδίκη επάνω σε σταυρό σχήματος × κάτω από τους κλώνους ελιάς «παρά το χείλος της θαλασσίας ψάμμου» εκεί όπου σήμερα ευρίσκεται ο παλαιός Ιερός Ναός, δίπλα από το ιερό της Δήμητρας και την πηγή όπου ο Απόστολος Ανδρέας συνήθιζε να κηρύττει. Επικρατέστερη χρονολογία για το μαρτύριο είναι το 66 μ.Χ. επί Νέρωνος. Το σώμα του Αγίου Ανδρέου μετά το θάνατό του το ενεταφίασαν με τιμές ο Στρατοκλής, η Μαξιμίλλα και άλλοι μαθητές του κοντά στον τόπο όπου σταυρώθηκε. Μετά τον θάνατο του αγίου Ανδρέου, ο Αιγεάτης πηγαίνοντας με το άλογό του, έπεσε από αυτό και σκοτώθηκε στο λόφο των υψηλών αλωνίων.
Ιστορία των λειψάνων του Αποστόλου Ανδρέου:
Μέχρι τον 4ο αιώνα το λείψανο του Αγίου βρισκόταν ακέραιο στην Πάτρα. Ζητήθηκε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν αυτή έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος γιος του Μ. Κωνσταντίνου, ανέθεσε στον αξιωματικό του και κατόπιν μάρτυρα της πίστεώς μας Άγιο Αρτέμιο να μεταφέρει στην Πόλη το λείψανο του Αγίου Ανδρέου από την Πάτρα και του Ευαγγελιστού Λουκά από τη Θήβα. Η μεταφορά έγινε το 353 ή πιθανότερα το 357 και εναπετέθη στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες, ο Μ. Κων/νος έκτισε το ναό των Αγίων Αποστόλων και κατασκεύασε 12 λάρνακες (θήκες), εις μνήμην των 12 Αποστόλων και σιγά – σιγά να συγκεντρώσει και να εναποθέσει εκεί τα λείψανά τους.
Η Κάρα του Αγίου Ανδρέου ή τότε παρέμεινε στην Πάτρα, ή αργότερα τον 9ο αιώνα όταν αυτοκράτορας έγινε ο Βασίλειος ο Α΄ ο Μακεδών (867-886), δώρισε πίσω στην Πάτρα την Κάρα του Αγίου, κατόπιν μεσιτείας της Πατρινής αρχόντισσας Δανιηλίδος. Γεγονός πάντως είναι ότι η Κάρα από τον 9ο αιώνα ήταν στην Πάτρα, στον παράκτιο ναό του Αποστόλου.
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Βασίλειος ο Α΄πριν γίνει αυτοκράτορας, είχε επισκεφθεί την Πάτρα ως αξιωματούχος, στο Ναό του Αγίου Ανδρέου όταν πήγε να προσκηνύσει ένας γέροντας μοναχός με διορατικό χάρισμα, προέβλεψε ότι όταν θα γυρίσει στην Πόλη θα λάβει το μεγαλύτερο αξίωμα, δηλαδή το αυτοκρατορικό. Ίσως και αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για την επιστροφή της Κάρας του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα.
Στην Κων/πολη, μετά την κατάληψή της από τους Φράγκους το 1204, μετά την μεγαλύτερη λεηλασία που γνώρισε ποτέ χριστιανική πόλη από δήθεν χριστιανούς, μαζί με τους άλλους θησαυρούς, αρπάχτηκαν και τα λείψανα του Αποστόλου Ανδρέου, από τον Καρδινάλιο Πέτρο εκ Καπύης και μεταφέρθηκαν στην Γαέτα της Ιταλίας και στη συνέχεια στην πόλη Αμάλφη το έτος 1208 μ.Χ., όπως μαρτυρεί ο από την Αμάλγη διάκονος Ματθαίος.
Η Αγία Κάρα του Αποστόλου παρέμεινε στην Πάτρα μέχρι το 1460, οπότε ερχόμενοι οριστικά οι Τούρκοι στην Πάτρα, ο τελευταίος Δεσπότης του Μορέως, Θωμάς ο Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου ηρωικού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, την μετέφερε στη Δύση και δύο χρόνια αργότερα το 1462, παρεδόθη στον Πάπα Πίο τον Β΄ και τοποθετήθηκε στο ναό του αδελφού του, Αγίου Πέτρου της Ρώμης.
Επιστροφή της Αγ. Κάρας 26-04-1964
Από το 1962, η Ιερά Μητρόπολις Πατρών Και ο Δήμος Πατρέων, κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να πεισθεί η Ρώμη και να επιστρέψει την Αγία Κάρα στον τόπο του μαρτυρίου του. Οι προσπάθειες τελεσφόρησαν και με την βοήθεια και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, την 26η Σεπτεμβρίου του 1964, η Κάρα του Αγίου Ανδρέου, μετά από 504 χρόνια ξαναγύρισε στην Πάτρα, επί Μητροπολίτου Πατρών Κωνσταντίνου, μέσα σε ρίγη συγκινήσεως και Παλλαϊκής υποδοχής από τους κατοίκους όχι μόνο των Πατρών, αλλά και όλης της Αχαΐας. Σήμερα η Κάρα του Αποστόλου Ανδρέου φυλάσσεται σε νέα αργυρή εκλκλησιόσχημη λειψανοθήκη στον Νέο Ιερό Ναό.
Εκτός από την Αγία Κάρα, στον Παλαιό ναό του Αγίου Ανδρέου φυλάσσεται ένα μικρό τεμάχιο δακτύλου του Αγίου, δωρηθέντος το 1847 στον ναό από τον Ρώσο αυλικό Μουράβιεφ, ο οποίος το είχε αποκτήσει κατά την επίσκεψή του στη σκήτη του Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους.
Ο Παλαιός Ιερός ναός
ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΝΑΟΙ
Α. ΠΑΛΑΙΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ:Στη θέση όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρχε ναός προς τιμή του Αγίου. Ο ναός κτίσθηκε στο χώρο όπου υπήρχε το ιερό της Δήμητρας και δίπλα υπήρχε πηγή (μέχρι και σήμερα) που ονομαζόταν «πηγάδι του Αγίου Ανδρέου».
Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, ο ναός, όπως και όλη η Ελλάδα, περιήλθε στους Φράγκους. Ήταν Μητροπολιτικός και οχυρωμένος στις τέσσαρες γωνίες με πύργους για την απόκρουση των πειρατών αλλά και διαφόρων άλλων επιδρομέων. Την εποχή των Παλαιολόγων ο ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους. Κατά την επανάσταση του Ορλώφ, το 1770, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε από τους Τουρκαλβανούς. Μάλιστα οι Τούρκοι σε όλη την υπόλοιπη περίοδο μέχρι την επανάσταση του 1821 δεν επέτρεψαν την ανοικοδόμησή του με σουλτανικό φιρμάνι για τιμωρία ώστε να μην επαναστατήσουν πάλι.

Το 1836, με πρωτοβουλία 148 Πατρινών, επί βασιλείας του Όθωνος, άρχισε η ανέγερση του Ναού του Αγίου Ανδρέου και τελείωσε το έτος 1843. Ο Ναός εσωτερικά είναι περίφημη τρίκλιτη βασιλική, έργο του αρχιτέκτονα Λυσάνδρου Καυτάτζογλου. Είναι αγιογραφημένος με περίτεχνες και σπάνιες αγιογραφίες της Επτανησιακής Σχολής, οι περισσότερες είναι έργο του μεγάλου Κωνσταντινουπολίτη αγιογράφου και συγγραφέα Δ. Βυζάντιου. Το τέμπλο είναι έργο του 1885.
   Πρώτο σχέδιο Ν.Ναού Αιμιλίου Ρομπέρ

Β. Ο ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ: Οι κάτοικοι των Πατρών από ευλάβεια και ευγνωμοσύνη στον προστάτη και Πολιούχο τους, επιθυμούσαν την ανέγερση μεγαλοπρεπούς Ναού. Το έτος 1902, προκηρύχθηκε διεθνής διαγωνισμός για την εκπόνηση του αρχιτεκτονικού σχεδίου. Τα σχέδια υποβλήθηκαν στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βερολίνου, η οποία πρόκρινε το σχέδιο του Γάλλου αρχιτέκτονα Ρομπέρ. Ο νέος Ναός θεμελιώθηκε την 1 Ιουνίου του 1908 από τον βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄. Η ανοικοδόμηση του Ναού άρχισε με αργούς ρυθμούς, αφ’ ενός μεν λόγω του ότι πολλοί διαφωνούσαν με το σχέδιο, γιατί ήταν επηρεασμένο από τη Δυτική παράδοση, και αφ’ ετέρου λόγω του ότι οι πόλεμοι που επακολούθησαν συνετέλεσαν ώστε τα οικονομικά για ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα να είναι περιορισμένα. Η ανύψωση του κεντρικού τρούλου άρχισε το 1934. Το έτος 1955 με νόμο της πολιτείας θεσπίσθηκε ειδικό τέλος στο ρεύμα για τους κατοίκους των Πατρών και έτσι δόθηκε η δυνατότητα συνεχίσεως του έργου. Την συνέχιση του έργου ανέλαβε ο Έλληνας αρχιτέκτονας – ναοδόμος Γεώργιος Νομικός που προσάρμοσε το αρχικό σχέδιο στη Βυζαντινή Ελληνική παράδοση.
Ο Ναός εγκαινιάσθηκε επίσημα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974, δέκα ακριβώς χρόνια μετά την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ, πολλών Ιεραρχών και εκπροσώπων όλων των Πατριαρχείων. Περίφημα είναι τα ψηφιδωτά που έχουν κατασκευασθεί μέχρι σήμερα και με πρωτότυπα θέματα, όπως το ψηφιδωτό πάνω από τις τρεις καμάρες του νοτίου, δυτικού και βορείου κλίτους. Το θέμα είναι ενιαίο και είναι ειλημμένο από τον προοιμιακού ψαλμού.
Ο κεντρικός πολυέλαιος είναι ξυλόγλυπτος, πραγματικό αριστούργημα. Το δάπεδο είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο, με θαυμάσιες παραστάσεις. Οι αγιογραφίες του ναού είναι έργο του αγιογράφου Ι. Καρούσου. Είναι ο μεγαλύτερος ναός της Ελλάδος περίπου 2.000 τ.μ. και μαζί με τους γυναικωνίτες χωράει 8.000 περίπου άτομα.
Επίσης ο προσκυνητής μπορεί να θαυμάσει τον θαυμάσιο βαρύ ασημένιο επιτάφιο που βρίσκεται στο βόρειο κλίτος.
Το Πηγάδι του Αγίου Ανδρέου
 ΤΟ ΑΓΙΑΣΜΑ ή ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΑΝΔΡΕΑ: Δεξιά όπως μπαίνομε στον παλαιό Ιερό Ναό, υπάρχει πηγή σε θολωτό σπήλαιο, στην οποία κατεβαίνει κανείς με 11 σκαλοπάτια. Η πηγή είναι πάρα πολύ παλιά και ήταν μέρος του μαντείου της Δήμητρας. Αυτό υπενθυμίζει και η επιγραφή που βρίσκεται χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα:
«Νημερτές το δ’ ύδωρ/ Δημήτερος ήν ποτέ νούσοις.
Το πηγάδι του Αγ. Ανδρέου

Ένθα παγείς ξύλω Ανδρέας/ Πάτρας αμφιβέβηκεν».(Ιαματικό είναι τούτο το νερό, που κάποτε της θεάς Δήμητρας ήταν, όπου ο Ανδρέας σε ξύλο προσηλώθηκε και προστατεύει την Πάτρα). Το επίγραμμα αυτό αποδίδεται στον Αρχιεπίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό. Δεν αποκλείεται όμως να είναι και παλαιότερο. Σήμερα η πηγή είναι αγίασμα και προσφέρεται σε βοήθεια αυτών που την ζητούν και επιτελεί με τη δύναμη του Αποστόλου Ανδρέου πολλά θαύματα.



 ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΣΚΩΤΙΑ.
Η Αγία Κάρα
Παλιά παράδοση προερχομένη από τη Δύση κάνει λόγο για μεταφορά των Ιερών Λειψάνων τουνΑποστόλου Ανδρέου στην Σκωτία. Για την μεταφορά αυτή υπάρχουν διάφορες παραδόσεις. Άλλοι την τοποθετούν στα χρόνια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου του Μικρού (408 -450), άλλοι τον 4ο αιώνα όταν μεταφέρθηκαν τα λείψανα του Αποστόλου στην Κων/πολη και άλλοι τον 9ο αιώνα. Κατά την αφήγηση Σκωτικού χρονικού (του χρονογράφου Ιωάννου Fordum), όταν επρόκειτο να μεταφερθεί το Ιερό Λείψανο στην Κων/πολη από την Πάτρα, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον ύπνο μοναχού, ή κατ' άλλους στον επίσκοπο Ρέγουλο και του παρήγγειλε να αφαιρέσει από τα ιερά λείψανα τρία δάκτυλα από τό δεξιό χέρι, την ωμοπλάτη, ένα δόντι και μία επιγονατίδα. Με νέα εντολή του αγγέλου, ο Ρέγουλος με τα ιερά λείψανα επιβιβάσθηκε σε πλοίο με άγνωστη κατεύθυνση. Το πλοίο ναυάγησε και διασώθηκε ο Ρέγουλος με τα ιερά λείψανα σε λιμάνι της Σκωτίας με το όνομα τότε MUROS. Η πόλη αυτή αργότερα, περί το 568 έγινε πρωτεύουσα των Σκώτων και ονομάσθηκε Ανδρεόπολις. Ο ιστορικός των Πατρών Θωμόπουλος, τοποθετεί την πόλη αυτή στην κομητεία Φάϊθ, η οποία έχει Πανεπιστήμιο από το 1411 και σώζεται στην παραλία της ο πανάρχαιος πύργος του αγίου Ρέγουλου και η αρχαία Εκκλησία. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι στην Σκωτία υπάρχει ιπποτικό τάγμα του Αγίου Ανδρέου από το έτος 787 μ.Χ. Το έτος αυτό οι Σκώτοι, υπό την ηγεσία του βασιλιά τους Ούγου του καταγομένου από την Αχαΐα, νίκησαν τους Σάξωνες και την νίκη αυτή απέδωσαν στην βοήθεια του Αγίου Ανδρέου και αφιέρωσαν την σημαία τους στον Άγιο Ανδρέα. Από τότε η σημαία των Σκώτων φέρει το Χ , τον σταυρό του αγίου Ανδρέου και μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία, συμπεριελήφθη και στην Αγγλική σημαία μέχρι σήμερα.
Ο Σταυρός του μαρτυρίου του Αγ. Ανδρέου
Πάντως η μεταφορά λειψάνων του Αποστόλου Ανδρέου στην Σκωτία από τους ιστορικούς φαίνεται απίθανη. Η τιμή που αποδίδεται στον Απόστολο Ανδρέα από τους Σκώτους προήλθε από την επίδραση της Ρώμης. Στον ιερό Αυγουστίνο, πολλοί από τους νεώτερους ιστορικούς, αποδίδουν την δημοτικότητα του Αποστόλου Ανδρέου γενικά στους Άγγλους και την ίδρυση κατά τον 11ο αιώνα περί τους 800 ναούς επ' ονόματί του (analecta Bolladiana, t. 48, σελ. 36).
Από την εορτή του Αγίου Ανδρέου


Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΣΟΦΙΑ


Όλων τα γόνατα κόβονται όταν αντικρίζουν την Αγία Σοφία. Ξεναγείς, ανεβαίνεις, φορτίζεσαι. Αρχιτεκτονική, ιστορία, εκκλησία, μάρμαρα, σελίδες δόξης, εύκλείας, σελίδες βανδαλισμών, πόνου, δακρύων. Μισοτελειωμένη λειτουργία, ψηφιδωτά απαράμιλλα, περασμένα μεγαλεία. Παιχνίδια ευτράπελα της ιστορίας, ηζωηρά Ζωή, η Αυγούστα που άλλαξε στα ψηφιδωτά του γυναικωνίτη το πρόσωπο του πρώτου άντρα της Ρωμανού του Αργυρού με το πρόσωπο του τρίτου συζύγου της Κωνσταντίνου του Μονομάχου και έτσι τώρα βλέπουμε άλλο σώμα και άλλο κεφάλι. Όλα μαζί τραγικά και ένδοξα, άδοξα και κωμικά, χιλίων εξακοσίων χρόνων ιστορία. Μορφές Ιερές, του Κυρίου, της Θεοτόκου, του Προδρόμου υπερκάλως ιστορηθείσαι.
Αρχιμανδρίτης π. Δοσίθεος
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Είναι η πιο σπουδαία εκκλησία που έγινε στην Κωνσταντινούπολη από τους Βυζαντινούς. Το πρώτο οικοδόμημα χτίστηκε μεταξύ των 325 - 360. Ο αυτοκράτορας Κωνστα­ντίνος άρχισε τις εργασίες και ο γιος του Κωνστάντιος (337-361) τις ολοκλήρωσε. Ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης και του παλατιού, την ονόμαζαν επίσης Μεγάλη Εκκλησία. Μετά τον 5ο αιώνα, πήρε το όνομα Αγία Σοφία και το διατή­ρησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Από τους Τούρκους έγινε τζαμί και ονομάστηκε «Αγιασόφια».
Υποθέτουν ότι ο πρώτος ναός ήταν μία βασιλική από πέτρα, με ξύλινη στέγη. Γνωρίζουμε ότι μία μεγαλειώδης τελετή συνόδεψε τα εγκαίνια στις 30 Οκτωβρίου του 360. Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, μη μπορώντας να ανεχτεί τις επιθέσεις εναντίον της αυτοκράτειρας, εξόρισε τον Αρχιεπίσκο­πο της Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Χρυσόστομο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη λαϊκή οργή και το πλήθος να πυρπολήσει αυτό το πρώτο κτίσμα στις 20 Ιουνίου του 404. Ο Θεοδόσιος ο 2ος (408 - 450), ανάθεσε στον αρχιτέκτονα Ρουφίνο την επιμέλεια της αναστήλωσης της εκκλησίας, ο οποίος υιοθέτησε πάλι το ρυθμό της βασιλικής. Η εκκλησία λειτούργησε πάλι στις 8 Οκτωβρίου του 415. Κάηκε για δεύτερη φορά στις 13 Ιανουαρίου του 532, κατά τη διάρκεια των συμπλοκών της στάσης του «Νίκα».
Μπορούμε ακόμη και σήμερα να διακρίνουμε ίχνη μπροστά στο δυτικό τοίχο της Αγίας Σοφίας, ίχνη που βγήκαν στο φως με τις ανασκαφές που έγιναν το 1935. Μέσα σ' ένα χαντάκι βάθους 2 μέτρων, μπορούμε να διακρίνουμε ένα πρόστυλο, στο οποίο μας οδηγεί μία σκάλα με πέντε σκαλοπά­τια μαρμάρινα, που επικοινωνεί από τρεις πόρτες με το νάρθηκα. Τα ευρήματα επιτρέπουν να υπολογιστεί ότι το κτίσμα είχε 60 μέτρα φάρδος. Οι ανασκαφές δεν συνεχίστηκαν προς τα ανατολικά, από φόβο μήπως προκληθεί ζημιά στα θεμέ­λια της Αγίας Σοφίας. Γι' αυτό, αγνοούμε το μήκος που θα είχε ο ναός αυτός.
Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός θέλησε να ξαναχτίσει την καμένη εκκλησία, με την επιθυμία, η νέα οικοδομή να είναι η μεγαλύτερη και η ωραιότερη που είχε γίνει μέχρι τότε. Ανέθεσε αμέσως στους πιο διάσημους αρχιτέκτονες της εποχής, στον Ανθέμιο από τις Τράλλεις καΐ στον Ισίδωρο από τη Μίλητο, να διευθύνουν το έργο, έτσι ώστε οι εργασίες να αρχίσουν μόλις 39 μέρες μετά την πυρκαγιά. Ύστερα από τις πολύπαθες εμπειρίες του παρελθόντος, δεν χρησιμοποίησαν το ξύλο σαν υλικό κατασκευής. Έφεραν από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας πολύτιμα μάρμαρα. Πολλές από τις κολόνες του εσωτερικού, προέρχονται από ναούς αρχαίους, όπως του Μπάαλμπεκ της Συρίας, της Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου, της Εφέσου και των Δελφών. Λευκά μάρμα­ρα από την Προκόνησο, πράσινα από τη Θεσσαλία, χρυσαφιά από τη Λιβύη, κοκ­κινωπά από τη Φρυγία, κοκκαλί από την Καππαδοκία, χρησιμοποιήθηκαν για τις υπόλοιπες κολόνες, τα κιονόκρανα και τις επενδύσεις των τοίχων. Για τον τρούλο χρησιμοποίησαν τούβλα, όπως επίσης και για τα τόξα και τους τοίχους. Στο έργο δούλεψαν 1.000 μαστόροι και 10.000 εργάτες και διάρκεσε πέντε χρόνια. Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου 537. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έφθασε μέσα σε άμαξα. Τον υποδέχθηκε στην είσοδο του ναού ο Πατριάρχης Μηνάς και σύμφωνα με το πρωτόκολλο, μπήκαν μαζί στην εκκλησία. Ο Αυτοκράτορας ένοιωσε υπερηφάνεια και έκσταση, κατευθύνθηκε προς το Ιερό και διηγούνται ότι αφού προσευχήθηκε στο θεό που τον αξίωσε να πραγματοποιήσει αυτό το με­γάλο έργο, φώναξε «Νενίκηκά σε Σολομών».
Δεν υπολογίζονται προσθήκες και επιδιορθώσεις που έγιναν ανά τους αιώνες, έδωσαν όμως στην Αγία Σοφία, μία όψη διαφο­ρετική από αυτήν που είχε εκείνη η αρχική Βασιλική. Ο τρούλος της εκκλησίας κατέρρευσε πολλές φορές εξαιτίας των σεισμών, όπως το 558, όπου μέρος του γκρεμίστηκε. Ξαναχτίστηκε από τον Ισίδωρο το Νεώτερο, ο οποίος υψώνοντας τον κατά 6,25 μέτρα, παρέδωσε στο εκ­κλησίασμα το ναό το 562. Το οικοδόμημα, με τις αλλεπάλληλες επισκευές, έχασε την απαραίτητη στατική ισορροπία του. Οι συχνοί σεισμοί προκαλούσαν ζημιές, και οι επεμβάσεις αναγκαστικά αύξαναν. Το 1204, οι Φράγκοι που ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την 4η Σταυροφορία, κατέστρεψαν και λεηλάτη­σαν την Αγία Σοφία, λες και ο ναός ανήκε σε άλλο θρησκευτικό δόγμα. Οι στρατιώτες αφαιρούσαν κομμάτια επιχρυσωμένου ασημιού, ασημένιους και χρυσούς σταυρούς και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Οι ιερείς τους λαφυραγώγησαν τα σκεύη λατρείας. Έτσι, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι τις μεγαλύτερες ζημιές στην Αγία Σοφία, τις προκάλεσαν οι Σταυροφόροι.
Το 1261, όταν οι Παλαιολόγοι ξαναπήραν την πόλη, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο 8ος (1261-1282), ανάθεσε την επισκευή της βασιλικής σε αρχιτέκτονα που ήταν επίσης και μοναχός. Οι αντηρίδες της δυτικής όψης έγιναν τότε. Επί Ανδρόνικου του 2ου (1317), ο όγκος του τρούλου προκάλεσε απόκλιση στους εξωτερικούς βορεινούς και νότιους τοίχους, τους οποίους ενίσχυσαν με πυραμιδοειδή στηρίγματα. Το 1453, όταν ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 2ος ο Πορθητής κατέλαβε στην πόλη εκεί στην Αγία Σοφία έκανε την πρώτη προσευχή του και διάταξε να μετατραπεί ο ναός σε τζαμί. Πρόσθεσαν τότε ένα «Μιχράμπ» (Ιερό) προσανατολισμένο στη Μέκκα μέσα στην ανατολική Ιερή Κόγχη και κατασκεύασαν έναν ξύλινο μιναρέ σε ένα μικρό τρούλο, στα δυτικά.
Αργότερα, επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520 -1566), τα ψηφιδωτά σκεπάστηκαν με σοβά. Επί Φατίχ επίσης, ο ναός δέχθηκε επισκευές και προσθήκες, όπως ένας μιναρές από τούβλα στα νοτιοανατολικά και μία αντηρίδα στ' ανατολικά. Ο Μπεγιαζίτ ο 2ος (1481 - 1512), ύψωσε ένα λεπτό μιναρέ στα βορειανατολικά. Οι δύο μεγάλοι μιναρέδες στα δυτικά, έγιναν επί Σελίμ του 2ου (1566-1574) και τους έχτισε ο μεγάλος Σινάν.
Οι Οθωμανοί σουλτάνοι πλούτισαν το κτίριο με έργα ισλαμικής τέχνης. Ο Μουράτ ο 3ος (1574-1595), κατασκεύασε τον άμβωνα του «μουεζζίν» (ιεροψάλτη) αξιόλογο για τη λεπτοδουλειά στο μάρμαρο. Δύο μαρμάρινες υδρίες, ελληνιστικής επο­χής, που προέρχονταν από την Πέργαμο, τοποθετήθηκαν δεξιά και αριστερά της εισόδου. Τις πρόσθεσαν και από μία βρύση και τις χρησιμοποιούσαν σαν κρή­νες καθαρμού. Τους δύο μεγάλους κηροστάτες, που βρίσκονται πλάι στο «Μιχράμπ» (Ιερό), τους έφερε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής από τη Βουδαπέστη, ύστερα από την εκστρατεία του κατά της Ουγγαρίας. Το μαρμάρινο «Μιμπέρ» (άμβωνας) και η μαρμάρινη εξέδρα του ιεροκήρυκα, αριστερά κάτω από τον κε­ντρικό τρούλο, έγιναν επί Μουράτ του 4ου (1625 - 1640).
Νότια του Ιερού, η βιβλιοθήκη με 30.000 τόμους, διακοσμημένη με φαγιάνς της Νίκαιας, το συντριβάνι μέσα στην αυλή, ένα από τα πιο ωραία παρα­δείγματα της τουρκικής αρχιτεκτονικής, η Αίθουσα του Ρολογιού και η Σχολή Εφήβων, έγιναν επί Μαχμούτ του 1ου. Στον ανατολικό χώρο του κήπου, υψώ­νονται τέσσερα μαυσωλεία, που φυλάσσουν τα λείψανα πολλών Οθωμανών Σουλτάνων. Διακρίνουμε επίσης το πα­λαιό Βαπτιστήριο, που είχε μετατραπεί σε μαυσωλείο «τουρμπέ».
Στο σουλτάνο Αμπντουλμετζίτ (1823-1861) οφείλονται τα μεγαλύτερα έργα ανόρθωσης που έγιναν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αρχιτέκτονα τον Ελ­βετό Γκασπάρ Φοσσάτι, τα έργα διάρκεσαν δύο χρόνια. Ο τρούλος ενισχύθηκε από ένα διπλό σιδε­ρένιο στεφάνι. Οι μολυβένιες στέγες ανανεώθηκαν, οι κολόνες που έγερναν, διορ­θώθηκαν. Κάλυψαν τα ψηφιδωτά και επισκεύασαν τα καταστραμμένα σημεία. Κατόπι, επικάλυψαν καλλίτερα όλες τις παραστάσεις που είχαν αγίους και σταυ­ρούς. Το θεωρείο του σουλτάνου που υπάρχει σήμερα, είναι έργο του Φοσσάτι. Τα καλλιγραφικά έργα του Ιζζέτ Εφέντη και οι αραβικές επιγραφές των τεράστιων κυκλικών μενταγιόν (7,5 μ. διάμετρος) που κρέμονται στους τοίχους, έγιναν τότε. Οι στοίχοι του Κορανίου, που καλύ­πτουν όλο τον κεντρικό τρούλο, είναι επίσης έργα του ιδίου. Στις 24 Οκτωβρίου 1934, ο Ατατούρκ διάταξε η Αγία Σοφία να γίνει μουσείο.
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Η είσοδος της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στα δυτικά, μία πόρτα οδηγεί στον εξωνάρθηκα. Από εκεί, πέντε πόρτες μας οδηγούν στο νάρθηκα. Αξιοσημείωτα εί­ναι τα χρωματιστά μάρμαρα που καλύπτουν τους τοίχους. Από το νάρθηκα (11x60μ.), περνάμε στον κυρίως ναό, από εννέα πόρτες, από τις οποίες οι τρεις μεσαίες είναι αυτοκρατορικές και έχουν από πάνω ψηφιδωτό, του 9ου αιώνα. Διακρίνεται ο Ιησούς, καθισμένος σε θρόνο, να ευλογεί με το δεξί ενώ στο αριστερό χέρι κρατά το Ευαγγέλιο, στα γόνατα του.
Η Παρθένος και ο άγγελος Γαβριήλ αναπαρίστανται μέσα σε δύο κύκλους, ενώ ο Λέων ο 6ος (886 - 912) είναι μπροστά Του γονατιστός. Η επιφάνεια της εκκλησίας μαζί με το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα, είναι 7.570μ2. Είναι η τέταρτη σε μέγεθος στον κόσμο. Όχι εντελώς ημισφαιρικός ο κε­ντρικός τρούλος που κυριαρχεί στο εσωτερικό, έχει 55.60 μέτρα ύψος και διάμετρο μεταξύ 30.80μ. με 31.88μ. Ακουμπά σε τέσσερις γιγάντιους πεσσούς, που τους λένε «πόδια του ελέφαντα». Το μεσοδιάστημα καλύπτεται από τέσσερα λοφία. Το τύμπανο του τρούλου φέρει 40 παράθυρα, που φωτίζουν το κεντρικό κλίτος. Έργα του 10ου αιώνα θεωρούνται τα Χερουβείμ που κοσμούν τα τέσσερα λοφία και είναι τα μοναδικά βυζαντινά έργα που έχουν διασωθεί από τον τρούλο. Μέσα στην Κόγχη, το ψηφιδωτό παριστά την Παρθένο σ' ένα θρόνο να κρατά στα γόνατα τον Ιησού, σύμβολο ιδεώδους κάλλους. Χρονολογείται από τον 9ο αιώνα.
Πάνω στο βορεινό τοίχο, υπάρχουν τα ψηφιδωτά τριών αγίων που βρίσκονται μέσα στις θολωτές κόγχες, σε θέση μετωπική με χρυσό φόντο. Είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Ιωάννης - Χρυσόστομος, ο επίσκοπος Ατταλείας Ιγνάτιος και ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος. Μέσα στο βόρειο κλίτος βρίσκεται η περίφημη μαρμάρινη κολόνα που ιδρώνει. Υγραίνεται από μία στέρνα που υπάρχει εκεί από κάτω. Αν βάλουμε το δάχτυλο μας σ' ένα βαθούλωμα σκαμ­μένο στην κολόνα, που είναι στο τμήμα αυτό καλυμμένη από μπρούντζινες προστατευτικές πλάκες, θα αισθανθούμε υγρασία. Από τα βυζαντινά χρόνια, είχε θεωρηθεί θαυματουργή. Στο νότιο τμήμα του κεντρικού κλίτους, φαίνεται στο δάπεδο ένα μέρος μωσαϊκού από διαφόρων χρωμάτων μάρμαρα, που θεωρείται ως ο βυζαντινός Ομφαλός (ή κέντρο του κόσμου), όπου εκεί γινόταν η τελετή της στέψεως των Αυτοκρατόρων. Εκτός της Ιερής Κόγχης, η εκκλησία έχει και στις τρεις πλευρές πλάγια κλίτη, των οποίων οι θόλοι είναι πλούσια διακοσμημένοι και στους τοίχους υπάρχουν μερι­κά ψηφιδωτά μεγάλης αξίας. Στο νότιο υπερώο, το ψηφιδωτό της Δεήσεως είναι μερικά διατηρημένο και χρονολογείται από το 12ο αιώνα. Έχει γίνει από πολύ μικρές ψηφίδες και είναι εξαίρετης τεχνικής. Μέσα σε χρυσό φόντο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στην Παρθένο και τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή. Απέναντι από τη Δέηση, στη βάση του τοίχου, υπάρχει μια ταφόπετρα με χρονολογία 1205. Είναι ο τάφος του Ερρίκου Ντάντολο, δόγη της Βενετίας. Αν προχωρήσουμε λίγο στο υπερώο, προς την πλευρά του Ιερού, θα δούμε δύο υπέροχα ψηφιδωτά. Στα αριστερά, στο ψηφιδωτό του 11ου αιώνα, ο Χριστός εικονίζεται ανάμεσα στην αυτοκράτειρα Ζωή και τον τρίτο της σύζυγο, τον αυτο­κράτορα Κωνσταντίνο 9ο το Μονομάχο (1042 - 1054). Στα δεξιά, στο ψηφιδωτό του 12ου αιώνα, διακρίνουμε την Παρθένο με τον Ιησού βρέφος, ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό 2ο τον Πορφυρογέννητο (1118 - 1143) στα δεξιά Της και τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας. Δεξιά, στο στενό σημείο του τοίχου, ο γιος τους Αλέξης, του οποίου το πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται από υγεία. Γνωρίζουμε ότι πέθανε σε ηλικία 20 χρόνων. Από εδώ μπορούμε να θαυμάσουμε το ψηφιδωτό με την Παρθέ­νο, που διακοσμεί την Ιερή Κόγχη. Κατεβαίνουμε από το υπερώο, φτάνουμε στην έξοδο στα νότια του νάρθηκα και παρατηρούμε την τεράστια μπρούντζινη πόρτα, που προέρχεται από έναν ελληνι­στικό ναό στην Ταρσό. Πάνω από αυτήν την πόρτα, ένα ψηφιδωτό παρουσιάζει την Παρθένο Μαρία σε θρόνο με το Βρέφος. Στα δεξιά, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο 1ος Της αφιερώνει συμβολικά την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ιουστινιανός αριστερά, Της προσφέρει, επί­σης συμβολικά, την Αγία Σοφία.
Η διαδικασία της τεχνικής των ψηφιδωτών με το χρυσό, ήταν η ακόλουθη: Κολλούσαν φύλλα χρυσού πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυ­σό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του γυαλιού.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η Γέννηση του Χριστού αφετηρία να μετράμε το χρόνο

Όταν γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός, υπολόγιζαν τις χρονολογίες κυρίως με αφετηρία το έτος που κτίστηκε η Ρώμη. 600 περίπου χρόνια μετά από τη Γέννηση του Χριστού ένας μοναχός στη Δύση, ο Διονύσιος ο Μικρός, πρότεινε να αλλάξει αυτή η αφετηρία χρονολόγησης και να αντικατασταθεί με το έτος που γεννήθηκε ο Χριστός. Αιώνες μετά, αυτό το σύστημα χρονολόγησης του Διονυσίου επικράτησε σε όλη τη χριστιανοσύνη' είναι το ίδιο που επικρατεί μέχρι σήμερα.
Πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι ο Διονύσιος ο Μικρός είχε κάνει λάθος στους υπολογισμούς του 5-6 χρόνια. Δηλαδή ο Ιησούς γεννήθηκε 5-6 χρό-νια νωρίτερα από το έτος που είχε αρχικά υπολογίσει. Όταν επισημάνθηκε το λάθος, κρίθηκε ότι για πρακτικούς λόγους (έπρεπε να διορθωθούν αναρί-θμητες χρονολογίες) ήταν προτιμότερο να παραμείνει η χρονολόγηση, όπως είχε υπολογιστεί από το Διονύσιο. Γι’ αυτό και δεν είναι «περίεργο» που λέμε ότι ο Ηρώδης ο Μέγας πέθανε το 4 π.Χ.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ

Πριν από λίγες ημέρες γιορτάσαμε τα Χριστούγεννα. Τι σημαίνει όμως Χριστούγεννα και γιατί ο ίδιος ο Θεός κατέβηκε στη γη και έγινε άνθρωπος σαν και μας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που πρέπει πάντοτε να μας προβληματίζει και να μας απασχολεί. Ο Χριστός κατέβηκε στη γη για ν’ αποκαταστήσει τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό που είχε κλονισθεί λόγω της αμαρτίας. Με το προπατορικό αμάρτημα ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό, διέρρηξε κάθε σχέση μαζί του και τράβηξε δικό του δρόμο. Το δρόμο της αποστασίας. Συνέπεια της αποστασίας ήταν να βρεθεί ο άνθρωπος μακριά από τη χάρη του Θεού, να διαστραφεί η θέλησή του, να ρέπει συνεχώς προς το κακό, και η τραγικότερη συνέπεια της παρανομίας του ήταν ο θάνατος.

Την κατρακύλα αυτή του ανθρώπου ακολούθησε και η κτίση, η οποία από τότε μαζί με τον άνθρωπο συμπάσχει και συστενάζει. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι μέσα στον Παράδεισο οι σχέσεις του ανθρώπου με την φύση ήσαν αρμονικές. Ο άνθρωπος ήταν φυτοφάγος, και ζούσε από τους πολλούς και νόστιμους καρπούς των παραδείσιων δένδρων. Άγρια και επικίνδυνα ζώα δεν υπήρχαν, ο άνθρωπος ζούσε αρμονικά και με το λιοντάρι, αλλά και με την τίγρη. Η αποστασία και η αμαρτία του ανθρώπου παρέσυρε και την φύση που αγρίεψε.

Ο Θεός όμως, που τόσο αγάπησε τον άνθρωπο, δεν θέλησε να τον αφήσει και πάλι μόνο του και αβοήθητο. Η Θεία Αγάπη βρήκε τρόπο σωτηρίας. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου «εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού» (Γαλ. Δ, 4), στον κόσμο για τη σωτηρία όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και όλης της κτίσεως. Ο Θεός έγινε άνθρωπος και ήρθε για να οδηγήσει πάλι τον άνθρωπο πλησίον του Θεού. Ήρθε να διδάξει την καινούργια εντολή της αγάπης. Ήρθε να διώξει το μίσος και την κακία. Ήρθε να φέρει το μήνυμα της ειρήνης, «και επί γης ειρήνη» ψάλλουμε αυτές τις ημέρες καθημερινώς. Ήρθε να λείψουν οι πόλεμοι και να στερέψουν οι ποταμοί από τα αίματα που τρέχουν καθημερινώς. Ήρθε να κηρύξει την ισότητα των ανθρώπων και να διακηρύξει πως όλοι είμαστε παιδιά του Θεού και όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα πάνω στη γη. Ήρθε για να μας υπενθυμίσει ότι στο φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε δεν είμαστε ιδιοκτήτες αλλά χρήστες και ότι είμαστε απλοί διαχειριστές και φύλακες «εργάζεσθαι και φυλάσσειν αυτόν». Ήρθε με την ταπεινή του ζωή να μας μάθει να είμαστε αυτάρκεις και ολιγαρκείς, να αρκούμαστε στα λίγα, γιατί η πλεονεξία οδηγεί στην καταστροφή τη δική μας, αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος. Ήρθε τελικά για να επαναφέρει τον άνθρωπο στην παραδεισένια κατάσταση από την οποία εξέπεσε και στην οποία υπήρχε η πλήρης αρμονία.

Ο Χριστός ήρθε στη γη και προσέφερε τα πάντα για τη σωτηρία μας. Σήμερα, αλλά και σε κάθε εποχή γεννάται το ερώτημα, εμείς τι πρέπει να του προσφέρουμε; Σ’ αυτό το ερώτημα ο καθένας μας ας δώσει την δική του απάντηση.

Χρόνια πολλά και καλή και ευλογημένη χρονιά.

ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


  15  Αυγούστου, η γιορτή της Μητέρας  του κόσμου
      Μέσα στη σωματική και πνευματική νωχέλεια του καλοκαιριού η Εκκλησία μας για να μας αφυπνίσει και να μας καλέσει σε εγρήγορση προβάλει σαν μια δροσερή όαση τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας μας. Η γιορτή αυτή της Παναγίας μας, ή όπως ονομάζεται από πολλούς «το Πάσχα του καλοκαιριού», αποτελεί ένα μεγάλο και ξεχωριστό εορτολογικό σταθμό στη ζωή της Εκκλησίας. 
          Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται η Παναγία, ιδιαίτερος σεβασμός και ευλάβεια της αποδίδεται από εμάς τους Έλληνες που την ευλαβούμαστε και την τιμούμε με τρόπο ξεχωριστό. Αυτό αποδεικνύεται από τα μεγάλα εορταστικά κέντρα που της έχουν αφιερωθεί και ο κόσμος τρέχει είτε στην Ευαγγελίστρια της Τήνου, είτε στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου, είτε πάνω στο Βέρμιο για να προσκυνήσει την Παναγιά τη Σουμελά, είτε όπου αλλού υπάρχει εικόνα και Εκκλησία αφιερωμένη στη μεγάλη Μάνα και Μητέρα μας
Η Παναγία εκλέχθηκε από το Θεό ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλες γυναίκες αμέτρητων γενεών προκειμένου να γίνει Θεοτόκος, να κυοφορήσει στα σπλάγχνα της «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» τον Υιό του Θεού, Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως για την υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ο Θεός έδωσε τον Υιό Του τον Μονογενή και η ανθρωπότητα έδωσε την Παναγία. Στο ιερό πρόσωπο εκείνης έγινε η μεγάλη συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Μέσα στο πάναγνο σώμα της Παναγίας μας έγινε η μεγάλη καταλλαγή και από αυτό ξεκίνησε η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, η αναδημιουργία και τελικά η θέωση του μακριά από το Θεό ευρισκομένου ανθρώπου.
Η συμβολή της Παναγίας μας κατά τη διάρκεια του απολυτρωτικού έργου του Χριστού στη γη υπήρξε τεράστιο. Βρισκόταν συνεχώς πλάι στο Λυτρωτή μας από τη Γέννησή Του, ως το Πάθος και την Ανάληψή Του. Δοκίμασε σαν μητέρα τις πίκρες των παθημάτων με αποκορύφωμα εκείνη του Σταυρικού θανάτου Του. Ένιωσε την αγωνία Του που ήταν αγωνία σωτηρίας του «σύμπαντος κόσμου». Ένιωσε τον πόνο και καταλαβαίνει καλλίτερα από κάθε άλλον τι σημαίνει πόνος και δοκιμασία στη ζωή.
Κοντολογίς, η επί γης παρουσία της Παναγίας μας υπήρξε ένας συνεχής αγώνας και προσφορά για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Αυτό το γνωρίζει καλά ο πιστός λαός του Θεού και γι’ αυτό αποδίδει στη Θεοτόκο από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μέχρι σήμερα πολύ μεγάλη τιμή, τη μεγαλύτερη μετά τον Τριαδικό Θεό. Γι’ αυτό την αισθάνεται κοντά του, μάνα και μητέρα του, και σε όλες τις δύσκολες στιγμές και δοκιμασίες του τρέχει κοντά της για να ζητήσει τη βοήθειά της και την οποία την προσφέρει απλόχερα..
«Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, προς σε καταφεύγω, σωτηρίαν επιζητών, ω Μήτερ του Λόγου και Παρθένε, των δυσχερών και δεινών με διάσωσον».-

Η Γέννησίς σου Χριστέ...

Ο Θεός από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο και έπλασε τον άνθρωπο τον οποίο κατέστησε κυρίαρχο όλης της κτίσης. Αυτή η σχέση αγάπης Θεού και ανθρώπου δεν κράτησε για πολύ, γιατί ο άνθρωπος από δική του υπαιτιότητα, από εγωιστική διάθεση και ανυπακοή επαναστάτησε κατά του πλάστη και δημιουργού του με φυσική συνέπεια τον θάνατο και την καταστροφή του. Ξέχασε το δημιουργό του και τον αντικατέστησε με τα είδωλα. Λάτρεψε την κτίση, θεοποίησε τα βουνά, τα λαγκάδια τα ποτάμια, τις θάλασσες, τον ήλιο και τα αστέρια. Άλλοι με τη φαντασία τους, τοποθέτησαν στο ψηλότερο βουνό της Ελλάδος τον Όλυμπο τους Δώδεκα Θεούς υπό την αρχηγία του Δία γεμάτους ίντριγκες, μίση κακίες και πάθη. Βαθύ πνευματικό σκοτάδι σκέπασε τον κόσμο. Μάταια κάποιες φωνές φωτισμένων απ’ το Θεό ανθρώπων (Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης κ.λ.π.) προσπαθούσαν να διώξουν το πυκνό σκοτάδι που είχε σκεπάσει το ανθρώπινο γένος. Ζούγκλα απέραντη ο κόσμος. Σήψη ηθική, εξαχρείωση και εκθεμελίωση της ανθρώπινης κοινωνίας.

Όμως, ο Θεός της αγάπης δεν θέλησε το πλάσμα των χεριών του να μένει στη φθορά και στο θάνατο. Η άμετρη και απέραντη αγάπη του Θεού βρήκε τρόπο σωτηρίας του ανθρώπου. Κατέβηκε ο ίδιος ο Θεός, ο Ιησούς Χριστός, το β΄ πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και έγινε άνθρωπος, ίδιος με εμάς, εκτός αμαρτίας, για να μας σώσει. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος μας λέγει: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ώστε τον Υιό του τον μονογενή έδωκε και όποιος πιστέψει σ’ αυτόν να μην χάνεται αλλά να κληρονομεί την αιώνια βασιλεία». Ο ερχομός του Ιησού Χριστού αντιστοιχεί με το φως το οποίο έρχεται και διώχνει το σκοτάδι. « Η Γέννησίς Σου Χριστέ ο Θεός ημών ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…» ψάλλει η Εκκλησία μας και εμείς μαζί την ημέρα των Χριστουγέννων επί 2000 χρόνια τώρα.

Ο Χριστός ήρθε στη γη για να ελευθερώσει το ανθρώπινο γένος από τα δεσμά της αμαρτίας. Ήρθε να ψάξει και να βρει το χαμένο πρόβατο. Ήρθε να λυτρώσει και να σώσει τον σκλαβωμένο στην αμαρτία άνθρωπο. Ήρθε να σκορπίσει τα σκοτάδια και να φωτίσει τους ανθρώπους με το φως της αληθινής Θεογνωσίας «ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου νοητέ ήλιε της Δικαιοσύνης…». Ήρθε να μεταβάλλει τον γήινο άνθρωπο σε ουράνιο.

Η ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού δημιουργεί και πρέπει να δημιουργεί και σε μας κάποια ερωτήματα, τα οποία μπορεί να φαίνονται απλά είναι όμως ζωτικά για την πνευματική μας πορεία.

Ο Χριστός ήρθε ν’ αλλάξει τον κόσμο. Τι άλλαξε όμως σ’ εμένα η έλευση του Μεσσία; Καθάρισε ο νους μου, φωτίστηκε η διάνοιά μου ώστε να μην υπάρχουν σκοτεινές και αμαρτωλές σκέψεις; Φωτίστηκα από το αστέρι της Βηθλεέμ και βρήκα το σωστό δρόμο στη ζωή μου όπως οι Μάγοι της Ανατολής;

Ο Χριστός ήρθε να σώσει τον κόσμο. Ήρθε να ξεριζώσει το μίσος και την κακία και να φυτέψει το αγαθό της αγάπης. ΄Ηρθε να αναπλάσει τον παλαιό άνθρωπο, να τον αναγεννήσει και να ζει στη ζωή αυτή σαν άγγελος. Εγώ σήμερα μετά από 2000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού τι κάνω, πως ζω; Έχω αναγεννηθεί ή ζω σαν τυφλοπόντικας μέσα στα πάθη και την αμαρτία δεμένος στα πρόσκαιρα, στα μάταια και στα επίγεια;

Γεννήθηκε στην καρδιά μου ο Χριστός; Καθαρίσθηκε ο στάβλος της ψυχής μου; Έφυγε το σκοτάδι της απέραντης νύχτας που έφερε η αμαρτία και ήρθε το καινούργιο φως που έφερε το αστέρι της Βηθλεέμ; Μπορώ να γίνω και εγώ ένας επίγειος Άγγελος που να μπορώ να ψάλλω τον ύμνο της ειρήνης και ν’ αγωνίζομαι για την επικράτησή της σ’ όλο τον κόσμο; Μπορώ να γίνω απλός σαν τους βοσκούς που πρώτοι αξιώθηκαν να προσκυνήσουν τον Βασιλέα των Ουρανών; Μπορώ και εγώ να πάω και να κλίνω τα γόνατά του μπροστά στο Θείο Βρέφος όπως οι Μάγοι της Ανατολής και να προσφέρω αντί για θησαυρούς δώρα αγάπης, καλοσύνης και αρετής;

Από την απάντηση που δίνει κανείς στα ερωτήματα αυτά φαίνεται εάν γιορτάζει σωστά τα Χριστούγεννα. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε η γιορτή των Χριστουγέννων αποκτά ένα άλλο νόημα για τον άνθρωπο. Παίρνει άλλη αξία η ζωή του. Περιμένει τα Χριστούγεννα για να αναγεννηθεί και ν’ αναβαπτισθεί πνευματικά. Αντλεί θάρρος και δύναμη, παίρνει κουράγιο και ελπίδα και αντιμετωπίζει τη ζωή με αισιοδοξία έχοντας για οδηγό το αστέρι της Βηθλεέμ.