Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Εκδρομή στο Άγιον Όρος





Φωτογραφίες από την επίσκεψη στο Άγιο Όρος με τους σπουδαστές του 2ου ΙΕΚ Πατρών, τμήμα Εκκλησιαστικής και Πολιτιστικής Κατάρτισης, από 11 μέχρι 16 Απριλίου 2008.


Ε Κ Θ Ε Σ Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗΣ- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Το τμήμα της Εκκλησιαστικής και Πολιτιστικής Κατάρτισης του 2ου Ι.Ε.Κ. Πατρών, το οποίο στεγάζεται στο Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο Πατρών, πραγματοποίησε από 12 έως και 16 Απριλίου προσκυνηματική - εκπαιδευτική και ποιμαντική επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Συμμετείχαν 13 σπουδαστές, με συνοδούς τον Πρεσβ. π. Δημήτριο Παπαγεωργίου και τον κ. Χαράλαμπο Κοντοχρήστο, Διευθυντή του 2ου Ι.Ε.Κ. Πατρών. Το πρόγραμμα της επισκέψεως είχε ως εξής: 1.- Σάββατο 12-4-2008: Αναχώρηση 8,45 π.μ. από Ουρανούπολη για Δάφνη. Από εκεί ανεβήκαμε αμέσως στις Καρυές, πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Πρώτη επίσκεψη έγινε στο Σκήτη του Αγίου Ανδρέου, όπου προσκυνήσαμε εκτός των άλλων ιερών λειψάνων τμήμα της μυροβλίζουσας Κάρας του Αποστόλου Ανδρέου και θαυμάσαμε την μεγαλόπρεπη Ρωσική αρχιτεκτονική της Σκήτης αυτής. Συναντήσαμε τον Δικαίο της Σκήτης τον π. Εφραίμ, ο οποίος αφ’ ενός μεν μας ξενάγησε στους χώρους της Σκήτης και αφ ετέρου μίλησε στους σπουδαστές αναφερόμενος στην υψηλή αξία που έχει η ιερωσύνη καθώς επίσης για το πόσο άξιοι και προσεκτικοί πρέπει να είναι οι σημερινοί κληρικοί. Ακολούθως έγινε επίσκεψη στην Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Σχολή που στεγάζεται σε μία πτέρυγα της Σκήτης. Πληροφορηθήκαμε ότι η Αθωνιάδα έχει 42 μαθητές και ξεναγηθήκαμε στους χώρους της και κυρίως στο παρεκκλήσιο και στο εργαστήριο όπου οι μαθητές εξασκούνται στο ιερό έργο της αγιογραφίας. Μετά την επίσκεψή μας στην Αθωνιάδα κατεβήκαμε να προσκυνήσουμε στο Πρωτάτο όπου είναι θησαυρισμένη η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας μας «Αξιον εστί». Με ιερό ρίγος πλησιάσαμε προσκυνήσαμε και εκζητήσαμε με τις προσευχές τη χάρη της Παναγίας μας. Το Πρωτάτο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου και είναι το αρχαιότερο Καθολικό του Αγίου Όρους. Το εσωτερικό του Ναού που είναι τρίκλιτη Βασιλική, έχει αγιογραφηθεί από τον περίφημο αγιογράφο Εμμανουήλ Πανσέληνο και οι τοιχογραφίες του θεωρούνται από τα αριστουργήματα της Μακεδονικής αγιογραφικής σχολής. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε την Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Μετά την τακτοποίησή μας στον ξενώνα και μέχρι την ώρα που θα άρχιζε ο πανηγυρικός εσπερινός του Σαββάτου επισκεφθήκαμε τα κελιά της Παναγούδας (του π. Παϊσίου) και του π. Γαβριήλ που βρίσκονται κοντά στην Ι. Μονή. Στο κελί του π. Παϊσίου μας υποδέχθηκε ο π. Αρσένιος που ήταν υποτακτικός του π. Παϊσίου και είχε ζήσει από κοντά τη σύγχρονη αγία αυτή μορφή. Ενώ ήταν λιγομίλητος, μετά από απαίτηση των σπουδαστών, αναφέρθηκε στην απλότητα και λιτότητα της ζωής του π. Παϊσίου, καθώς επίσης και στα χαρίσματα με τα οποία τον είχε προικίσει ο Θεός και ιδιαίτερα για το χάρισμα της προορατικότητας. Με ιδιαίτερη συγκίνηση, αφού προσκυνήσαμε και προσευχηθήκαμε στο παρεκκλήσιο που προσευχόταν ο π. Παΐσιος, αναχωρήσαμε και σταματήσαμε στο κελί του π. Γαβριήλ. Ο γέροντας μας υποδέχθηκε με ιδιαίτερη χαρά και όταν πληροφορήθηκε ότι η ομάδα μας αποτελείται από υποψηφίους κληρικούς, μας είπε ότι η αποστολή του κληρικού στον κόσμο είναι πολύ μεγάλη. Για να πετύχει όμως πρέπει να καλλιεργεί τις αρετές. Μία από τις μεγαλύτερες αρετές είναι η ταπεινοφροσύνη και μας έκανε σύντομη, απλή αλλά και πολύ περιεκτική ανάλυση της παραβολής του Τελώνου και του Φαρισαίου. Επίσης τόνισε ότι ο κληρικός, αλλά και οι υποψήφιοι κληρικοί πρέπει να διαβάζουν την Αγία Γραφή. Η αποκάλυψη του Θεού και η σοφία του κόσμου βρίσκονται σ’ αυτό το βιβλίο. Όπως ο Μ. Αλέξανδρος διάβαζε και είχε κάτω από το προσκεφάλι του τα έργα του Ομήρου, έτσι και ο κληρικός δεν πρέπει ποτέ ν’ αποχωρίζεται την Αγ. Γραφή. Με την επιστροφή μας στην Ι.Μ. Κουτλουμουσίου παρακολουθήσαμε την πανηγυρικό εσπερινό, συμμετείχαμε στη Μοναστηριακή Τράπεζα και πριν αποσυρθούμε στους ξενώνες είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με το μοναχό π. Γεράσιμο και τον π. Γερβάσιο που κατάγεται από την Πάτρα και υπήρξε πνευματικό παιδί του π. Γερβασίου Παρασκευόπουλου. Και οι δύο μοναχοί, έδωσαν πνευματικές συμβουλές σε όλους τους προσκυνητές και ιδιαίτερα στα παιδιά, μάλιστα ο π. Γερβάσιος έδωσε και έντυπο υλικό που ο ίδιος είχε επιμεληθεί για να ανατυπωθεί και να διανεμηθεί. Κυριακή 13-4-2008: Ώρα 3,30 νυκτερινή, μέσα στη σιγαλιά της νύκτας σήμανε το τάλαντο που μας καλούσε να εγερθούμε από τον ύπνο, τον σωματικό και τον ψυχικό, και να κατεβούμε στο καθολικό για να παρακολουθήσουμε τις ιερές ακολουθίες, οι οποίες για πάνω από 10 αιώνες τελούνται στην Αθωνική Πολιτεία με την σωστή τάξη και την δέουσα κατάνυξη. Ήταν η πρώτη φορά που οι σπουδαστές βρέθηκαν στο Άγιο Όρος και τους δόθηκε η ευκαιρία αυτή ώστε να ζήσουν και να βιώσουν έστω και για λίγες ημέρες αυτή την μεγάλη πνευματική εμπειρία, συμμετέχοντας αρκετοί στο Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών, την Θεία Ευχαριστία. Γύρω στις 11 π.μ. έγινε η αναχώρηση για την Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου προσκυνήσαμε την εφέστιο εικόνα της Παναγίας της Παορταϊτίσσης. Ο υπεύθυνος μοναχός μας πληροφόρησε για την ιστορία της Ιεράς Μονής, αλλά και της Ιεράς Εικόνας της Παναγίας μας και για τα θαύματα που μέχρι σήμερα γίνονται. Αμέσως αναχωρήσαμε για την Ιερά Μονή Φιλοθέου. Μας υποδέχθηκε ο αρχοντάρης π. Φιλόθεος (Γερμανικής καταγωγής), μας οδήγησε στο καθολικό, όπου προσκυνήσαμε την ιερά εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσσης και μας έγινε η σχετική ξενάγηση για την Ι.Μονή υπενθυμίζοντάς μας πώς από την Ι.Μ. Φιλοθέου ξεκίνησε το έργο του ο μεγάλος εθναπόστολος ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Συγκινητική υπήρξε η στιγμή όταν γνωρίσαμε τον μοναχό π. Ισίδωρο (που είναι τυφλός αλλά βλέπει πολύ καλά με τα μάτια της ψυχής) και κατάγεται από την Πάτρα. Ο π. Ισίδωρος μας μίλησε για τις δύο μεγάλες μορφές του Αγιορείτικου μοναχισμού, τους αείμνηστους Γεροντάδες π. Ιωσήφ και π. Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, καθώς επίσης και για την αγάπη και οικονομία του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου, για την ταπείνωση που πρέπει να έχει ο άνθρωπος και πως μόνο με την ταπείνωση θα έχουμε καλή απολογία μπροστά στο βήμα του Κυρίου. Στη συνέχεια με πεζοπορία, μέσα σ’ ένα ανεπανάληπτο φυσικό περιβάλλον διηγούμενο την «δόξαν του Θεού» φθάσαμε στην Ι.Μονή Καρακάλλου, όπου με περισσή αγάπη μας υποδέχθηκε ο αρχοντάρης π. Νεκτάριος. Μετά την τακτοποίησή μας στους ξενώνες, κατεβήκαμε και προσκυνήσαμε στο καθολικό τα ιερά λείψανα και την εικόνα του αγίου Γεδεών του Νεομάρτυρος. και στη συνέχεια ξεναγηθήκαμε στο ιερό σκευοφυλάκιο με τους 279 χειρογράφους κώδικες, τα χρυσόβουλα και τα άλλα πολύτιμα ιερά σκεύη και αντικείμενα. Μετά τον εσπερινό και την τράπεζα, ο π. Νεκτάριος έμεινε μαζί μας και απάντησε σε πολλές ερωτήσεις των σπουδαστών σχετικές με την μοναχική ζωή, αλλά και με την διοίκηση και το καθεστώς του Αγίου Όρους. Δευτέρα 14-4-2008: Μετά τη συμμετοχή στην πρωινή ακολουθία και αφού ευχαριστήσαμε μέσα από την καρδιά μας τον π. Νεκτάριο, αναχωρήσαμε για την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, η οποία είναι μετά την Μεγίστη Λαύρα, η μεγαλύτερη σε έκταση Ι. Μονή. Μετά την τακτοποίησή μας στους ανακαινισμένους ξενώνες, το απόγευμα παρακολουθήσαμε την ακολουθία του εσπερινού, στο τέλος του οποίου ο εκκλησάρης μας κάλεσε να προσκυνήσουμε τα προτεθειμένα ιερά λείψανα, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν, τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, η Ζώνη της Παναγίας μας και η Κάρα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του οποίου το δεξιό αυτί σώζεται ολόσωμο. Ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής π. Εφραίμ, καλοσώρισε τους σπουδαστές και τους απηύθυνε πνευματικές συμβουλές τονίζοντας το πόσον σημαντικό είναι για τον κληρικό η μόρφωση στη σημερινή εποχή. Η αποστολή του κληρικού είναι πολύ μεγάλη και άρα πρέπει να έχει και τα απαραίτητα εφόδια. Αν ο ίδιος δεν είναι πνευματικός άνθρωπος, δεν ζει μυστηριακά, αν ο ίδιος δεν εξομολογείται, δεν θα μπορέσει να πείσει και να οδηγήσει τους ανθρώπους που του εμπιστεύθηκε ο Θεός στη σωτηρία. Αν ο ίδιος δεν είναι απαλλαγμένος από τα διάφορα πάθη, δεν θα μπορέσει να βοηθήσει στο να απαλλαγούν από τα πάθη τους οι άλλοι. Αλλά και πέρα από την καλλιέργεια της πνευματικής ζωής, ο κληρικός πρέπει να είναι και μορφωμένος και καταρτισμένος για να μπορεί να δίνει στους πιστούς τις σωστές κατευθύνσεις. Το βράδυ, σε σύναξη όλων των επισκεπτών της Ι. Μονής, ο μοναχός π. Ειρηναίος μίλησε για τα πάθη που βασανίζουν, ταλαιπωρούν και μαστίζουν τον σημερινό άνθρωπο. Ο άνθρωπος δεν βρίσκει καμία άλλη διέξοδο εκτός από την Εκκλησία, η οποία είναι το ιατρείο που μας απαλλάσσει από τα διάφορα φθοροποιά πάθη και ιδιαίτερα με το μυστήριο της εξομολογήσεως, για να οδηγηθούμε καθαροί στη Βασιλεία των Ουρανών. Στην Ι.Μ. Βατοπαιδίου αρκετοί σπουδαστές ζήτησαν και εξομολογήθηκαν. Τρίτη 15-4-2008: Με πλούσιες πνευματικές εμπειρίες αναχωρήσαμε από το Βατοπαίδι και κατεβήκαμε στο λιμάνι της Δάφνης για να πάρουμε το καραβάκι για την Ιερά Μονή Παντελεήμονος (το λεγόμενο Ρωσικό). Μας υποδέχθηκε με περισσή ευγένεια ο Ρώσος μοναχός π. Άννινος που μας ξενάγησε στο καθολικό και στα παρεκκλήσια της Αγίας Σκέπης και του Αγίου Αλεξάνδρου του Νέφσκι. Προσκυνήσαμε πολλά ιερά λείψανα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίσαμε τμήμα από το πόδι του Αποστόλου Ανδρέου. Ξεχωριστή εντύπωση έκανε στους σπουδαστές η Ρωσική αρχιτεκτονική και η Ρωσική τεχνοτροπία στις αγιογραφίες που είναι ένα κράμα Βυζαντινής και Ευρωπαϊκής τεχνης. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η μεγάλη Ρωσική καμπάνα της Μονής κάτω από την οποία χωρέσαμε και φωτογραφηθήκαμε όλοι. Στη συνέχεια με πεζοπορεία, μέσα στο θαυμάσιο Αθωνικό τοπίο, πήραμε το μονοπάτι που οδηγεί στην Ιερά Μονή Ξονοφώντος. Εκεί μας περίμενε και μας υποδέχθηκε ο αρχοντάρης π. Θεωνάς. Αφού τακτοποιηθήκαμε στους ανακαινισμένους ξενώνες, λάβαμε μέρος στην ακολουθία του Εσπερινού και κατόπιν στην τράπεζα, η οποία μολονότι ήταν αυστηρά νηστίσιμη, εν τούτοις ήταν πολύ νόστιμη. Μετά την τράπεζα, συναντήσαμε την ηγούμενο π. Αλέξιο, που απευθυνόμενος στους σπουδαστές τόνισε τον ενεργό ρόλο που πρέπει να έχει ο κλήρος στη διαποίμανση των πιστών, η αποστολή των κληρικών είναι μεγάλη και η παρουσία καλών και μορφωμένων κληρικών επηρεάζει όχι μόνο την Εκκλησία, αλλά και την κοινωνία ολόκληρη. Οι κληρικοί είναι τα παραδείγματα και τα υποδείγματα. Το βράδυ, μετά το απόδειπνο, έμεινε μαζί μας ο π. Θεωνάς και μας πληροφόρησε ότι και ο ίδιος είναι απόφοιτος της Ιερατικής Σχολής Τήνου, στην οποία οφείλει πολλά για την μετέπειτα πορεία του. Οι σπουδαστές έκαναν πολλές ερωτήσεις για τη ζωή των μοναχών στο Άγιο Όρος, για τη διαδικασία της επιλογής των, την περίοδο της δοκιμασίας και την κουρά τους. Άλλες ερωτήσεις είχαν σχέση με τα διοικητικά θέματα της Μονής, τις αρμοδιότητες του ηγουμενοσυμβουλίου, την διοίκηση του Αγίου Όρους και το πρόβλημα των σχισματικών. Κάποιοι από την συνοδεία ζήτησαν και προσήλθαν στο μυστήριο του λουτρού της ψυχής, την Ιερά Εξομολόγηση. Τετάρτη 16-4-2008: Την άλλη μέρα το τάλαντο μας ξύπνησε γύρω στις 3,30 το πρωί. Όλοι σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε στο Καθολικό για να παρακολουθήσουμε τις ιερές ακολουθίες. Ήταν το τελευταίο μας πρωινό στο Άγιο Όρος. Προσπαθήσαμε να ζήσουμε όσο μπορούσαμε καλλίτερα την εμπειρία τις Ορθρινής και ακατάπαυστης Αγιορείτικης δοξολογίας του Θεού. Με το πέρας της ακολουθίας, με τη δροσιά ξεκινήσαμε με τα πόδια να πάμε στο κοντινό μοναστήρι του Δοχειαρίου και να προσκυνήσουμε την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου. Η επίσκεψή μας εκεί ήταν σύντομη, επιστρέψαμε αμέσως στην Ι.Μ. Ξενοφώντος ώστε να προλάβουμε να παρακολουθήσουμε την Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, που θα άρχιζε στις 10,30 π.μ. και αρκετοί από τους σπουδαστές, αφού είχαν προετοιμασθεί, να μετάσχουν στο ποτήριο της Ζωής, την Θεία Ευχαριστία. Έτσι με αυτό τον τρόπο έκλεισε η προσκυνηματική και εκπαιδευτική μας επίσκεψη στην Αθωνική Πολιτεία, στο «Περιβόλι της Παναγίας» μας, γιατί αμέσως μετά πήραμε το καραβάκι και το δρόμο για την επιστροφής, γεμάτοι πνευματικές εμπειρίες, οι οποίες θα μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη μας για όλη μας τη ζωή. Δώσαμε όμως υπόσχεση ότι μόλις μας το επιτρέψουν οι συνθήκες θα επιστρέψουμε για να ζήσουμε ακόμη περισσότερες πνευματικές εμπειρίες και να βιώσουμε ακόμη λίγο από τον τρόπο της ζωής των Μοναχών που είναι η ακατάπαυστη δοξολογία του Θεού και η προσευχή «υπέρ σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου».-


Posted by Picasa

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ


Εθνική Ιδεολογία
Ο Μέγας Κωνσταντίνος εγκαινιάζει στίς 11 Μαΐου τού έτους 330 τήν νέα Ρώμη, πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους. Σύμφωνα μέ τόν Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο η Ρωμαϊκή κυριαρχία διήρκησε μέχρι τόν 5ο αιώνα, καί ομοίως συμφωνεί η ιστορικός Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ, η οποία αναφέρει: "Κατά τήν διάρκεια της περίοδου (379-641), τό Βυζάντιο θά αποκτήσει τά χαρακτηριστικά, πού θά τό καταστήσουν αργότερα, Ελληνική Αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής." O Finlay θεωρεί ότι: "από τό 716 η ιστορία των Ελλήνων τοσούτον στενώς συμπλέκεται μετά των χρονικών της κραταιώς ήδη οργανωθείσης αυτοκρατορικής κυβερνήσεως, ώστε η ιστορία του ανατολικού κράτους αποτελεί έκτοτε έν όλον μετά της του ελληνικού έθνους ιστορίας."

Η Ελληνική αυτοκρατορία ήταν ο προμαχώνας της χριστιανικής Ευρώπης γιά χίλια καί πλέον έτη, προστατεύοντάς τήν από επιδρομές βαρβάρων, επιδρομές οι οποίες ήταν ικανές νά διαγράψουν τελείως τήν πολιτιστική ταυτότητα της Ευρώπης πού γνωρίζουμε σήμερα. Αν οι Πέρσες ή οι Aραβες ή οι Οθωμανοί είχαν κατακλύσει τήν Ευρώπη, σίγουρα η Ευρωπαϊκή ιστορία θά ήταν πολύ διαφορετική σήμερα. Επίσης τό κράτος του Βυζαντίου ήταν ο θεματοφύλακας της Ελληνικής γλώσσας καί της πνευματικής κληρονομιάς των Αρχαίων Ελλήνων. Αν δέν είχαν αντιγραφεί τά χιλιάδες έργα των αρχαίων σοφών καί είχαν παραδοθεί στό έλεος των ασιατών εισβολέων, ελάχιστα θά γνωρίζαμε γιά τίς αρχαίες επιστήμες καί τήν αρχαία φιλοσοφία.
Οι αρχαίοι Ελληνες ανέπτυξαν όλες τίς επιστήμες, αλλά παρέλειψαν νά κάνουν κάτι εξίσου σημαντικό. Δέν δημιούργησαν Ελληνικό κράτος μέ αποτέλεσμα νά γίνουν υπόδουλοι των αρχαίων Ρωμαίων χωρίς νά οργανώσουν ούτε τήν υποτυπώδη αντίσταση. Οι μεσαιωνικοί Έλληνες δημιούργησαν καί οργάνωσαν τό πρώτο Ελληνικό κράτος, τό οποίο ήταν τό ισχυρότερο του τότε γνωστού κόσμου. Όλοι οι υπόλοιποι λαοί σέβονταν τόν Έλληνα αυτοκράτορα καί φθονούσαν τόν πλούτο καί τήν αίγλη της Κωνσταντινουπόλεως. Η Ελληνική γλώσσα ακούγονταν από τήν Σικελία μέχρι τήν Καππαδοκία καί τόν Πόντο, καί από τήν Μακεδονία μέχρι τήν Κρήτη καί τήν Κύπρο. Οι Ελληνες, γιά πρώτη φορά ήταν ενωμένοι καί δέν μάχονταν ο ένας τόν άλλον.
Οι αρχαίοι Ελληνες ανέπτυξαν τήν ιατρική, αλλά οι Βυζαντινοί δημιούργησαν νοσοκομεία καί ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι αρχαίοι Ελληνες είπαν: "Υπέρ πάντων η Πατρίς", αλλά οι Βυζαντινοί έκτισαν τά δυνατότερα τείχη καί οργάνωσαν τόν ισχυρότερο στρατό καί στόλο της εποχής, οι αρχαίοι Ελληνες μίλησαν πρώτοι γιά δικαιοσύνη καί ισότητα, αλλά οι Βυζαντινοί ανέπτυξαν τό καλύτερο νομοθετικό καί διοικητικό σύστημα γιά νά διοικήσουν τό αχανές κράτος τους, οι αρχαίοι Ελληνες ήταν οι καλύτεροι μαθηματικοί καί φυσικοί, αλλά οι Βυζαντινοί έκτισαν τό μεγαλύτερο κτίριο του τότε γνωστού κόσμου μέσα σέ πέντε χρόνια, τήν του Θεού Αγία Σοφία. Οι μεσαιωνικοί Ελληνες ή Ρωμιοί, όπως αποκαλούσαν τούς εαυτούς τους, ήταν εξίσου ικανοί μέ τούς προγόνους τους στήν τέχνη. Σύμφωνα μέ τόν ιστορικό Steven Runciman: "Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τίς μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Ελληνας δέ θά μπορούσε νά χτίσει τήν Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση".
Οι Βυζαντινοί πού συνέχισαν μέ φανατισμό νά ομιλούν τήν αρχαία Ελληνική γλώσσα καί νά εξελληνίζουν τά ξένα ονόματα θεωρούσαν τιμή τους ότι ήταν απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων. Τά πρώτα βιβλία πού μάθαιναν τά παιδιά ήταν η Ιλιάδα καί η Οδύσσεια του Ομήρου καί οι αγαπημένοι τους ήρωες ήταν μεταξύ άλλων, ο Λεωνίδας καί ο Μέγας Αλέξανδρος. O Παναγιώτης Κανελλόπουλος άριστος μελετητής της Ελληνικής Ιστορίας μάς παραθέτει στό βιβλίο του, Γεννήθηκα στό 1402: "Οι πατέρες της Εκκλησίας πήραν από τήν αρχαία Αθήνα τά φώτα τους, ενώ οι άριστα μορφωμένοι Πατριάρχες, Φώτιος καί Αρέθας, είχαν αγκαλιάσει τόν Πλάτωνα. Όταν δε οι Φράγκοι κατέλαβαν τήν Βασιλεύουσα, ξύπνησε έντονα η Ελληνική συνείδηση των Ελλήνων καί αισθάνθηκαν όσοι αποσύρθηκαν στήν Μικρά Ασία, αντικρύζοντας τήν Σμύρνη, τήν Έφεσσο καί τή Μίλητο, τό Ελληνικό αίμα νά ρέει στίς φλέβες τους. Εάλω μέν η πατρίς, αλλ' ανδρί σοφώ πάς τόπος Ελλάς".


H Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, στό έργο της: L'idelogie politique de l' empire byzantin υποστηρίζει ότι: "Tό βασικό χαρακτηριστικό της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου κατά τούς αιώνες του μεγαλείου του, παραμένει η ανανέωση του ενδιαφέροντος γιά τήν ελληνική αρχαιότητα καί τίς επιτεύξεις της. Είναι πράγματι σημαντικό ότι σ'αυτή τήν περίοδο οι αναφορές στόν κλασσικό κόσμο καί στίς αξίες του πολλαπλασιάζονται, ενώ η μελέτη της κλασσικής λογοτεχνίας κατακτά όλο καί περισσότερο, όχι μόνο τίς σχολές της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά επίσης καί τό ενημερωμένο κοινό. Oι βυζαντινοί συνειδητοποιούν όλο καί περισσότερο, τούς προνομιακούς δεσμούς τους μέ τήν ελληνική αρχαιότητα εξαιτίας της ελληνοφωνίας τους. Αυτό τούς διαφοροποιεί από τόν λατινικό κόσμο, ενώ στίς στιγμές κρίσης μεταξύ της χριστιανικής Δύσης καί του Βυζαντίου, η αναφορά στόν ελληνισμό βεβαιώνει τήν υπεροχή της βυζαντινής παιδείας έναντι των Δυτικών τούς οποίους τούς συγχέουν σκόπιμα μέ τόν βαρβαρικό κόσμο." O αρχαίος ελληνισμός καί η μεσαιωνική ελληνικότητα αποτελούν δύο σταθμούς της ιστορίας καί του πολιτισμού της Ελλάδος καί είναι λάθος νά παραμερίζουμε τόν δεύτερο, διότι έτσι αποκόβουμε τους εαυτούς μας από τόν πρώτο σταθμό. Καί οι δύο αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τίς εφόδους του βαρβαρικού κόσμου γιά τήν τιμή καί τήν σωτηρία του πολιτισμένου κόσμου. Απλά επειδή οι σύγχρονοι Ελληνες, είμαστε μιμητές των Δυτικών αφιερώνουμε όλη μας τήν προσοχή στήν αρχαιότητα όπως κάνουν καί εκείνοι, που θεωρούν τούς εαυτούς τους κληρονόμους της αρχαίας Ελληνικής Παιδείας, αφού οι πρόγονοί τους εκείνη τήν εποχή δέν είχαν αναπτύξει στοιχειώδη πολιτισμό. Στόν Μεσαίωνα η Δύση άρχισε νά αναπτύσει τόν πολιτισμό καί τήν ταυτότητά της, οπότε θα ήταν μειωτικό γι'αυτούς νά ασχολούνται μέ τόν δικό μας μεσαιωνικό πολιτισμό ο οποίος ήταν πολύ ανώτερός τους. Ενώ οι ανιστόρητοι πολίτες της Δύσης ξέχασαν καί αγνοούν τό Ελληνικό κράτος του Μεσαίωνα, οι ιστορικοί της Δύσης μάλλον είναι αυτοί πού μάς δίδαξαν γιά αυτό τό κράτος. Δέν υπάρχει ούτε μία ταινεία στόν Αμερικανικό κινηματογράφο πού νά αναφέρει έστω τήν λέξη Κωνσταντινούπολη. Απλά αναφέρω ότι μία αμερικανική ταινεία πού είχε σάν θέμα της τή ζωή τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, τελείωσε μέ τήν τελευταία του μάχη πού τόν καθιέρωσε μόνο καί πανίσχυρο αυτοκράτορα, αγνοώντας παντελώς τή ίδρυση της Νέας Ρώμης, καί τήν μεταφορά της πρωτεύουσας στήν αρχαία πόλη του Βυζαντίου. Ευτυχώς όμως η ξένη βιβλιογραφία γιά τό Βυζάντιο είναι απέραντη. O ιστορικός Norman H. Baynes υποστηρίζει μέσα από τό βιβλίο του BYZANTIUM, INTRODUCTION TO EAST ROMAN CIVILIZATION, Oxford University Press: Μέσα στήν αυτοκρατορία, η παιδεία του ελληνιστικού κόσμου, πού αναπτύχθηκε στά βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, συνεχίζεται καί επηρεάζει βαθιά τά επιτεύγματα του Βυζαντίου. Γιατί οι Βυζαντινοί είναι χριστιανοί Αλεξανδρινοί. Στήν τέχνη ακόμα ακολουθούν τά ελληνιστικά πρότυπα, κληρονομούν τή ρητορική παράδοση, τήν φιλομάθεια, τό θαυμασμό γιά τό μεγάλο αιώνα της κλασσικής Ελλάδος. Είναι τιμή του πού ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του καί ζήτησε νά ελαφρώσει τά βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία γιά τούς ασθενείς, τούς λεπρούς καί τούς αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία γιά τούς οδοιπόρους καί τούς ξένους, γηροκομεία γιά τούς γέρους, οίκους μητρότητος γιά τίς γυναίκες, καταφύγια γιά τά εγκαταλελειμμένα παιδιά καί τούς πτωχούς καί φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

Γ.΄ Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ:

Πέρα από την Εκκλησία και τον μοναχισμό και η αυτοκρατορική εξουσία έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην Βυζαντινή πρόνοια. Ο αυτοκράτορας έπρεπε να μιμείται το Θεό στα καλά έργα και όπως ο Θεός κυβερνά τον κόσμο, έτσι και ο αυτοκράτορας την Πολιτεία. Ο επίγειος βασιλιάς πρέπει ν’ αντανακλά τις φιλάνθρωπες ιδιότητες του ουρανίου Βασιλέως. Αυτή η ιδέα είχε διαποτίσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία σε όλη την χιλιόχρονη ιστορική της πορεία.
Ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος Βυζαντινός και χριστιανός αυτοκράτορας φρόντισε για την κοινωνική πρόνοια των υπηκόων του κάνοντας τομές και στον τομέα εν σχέσει με τους προκατόχους του. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας μας πληροφορεί ότι ο Κωνσταντίνος προσέφερε χρήματα στις Εκκλησίες να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για το φιλανθρωπικό της έργο, «για τους ενδεείς, τα ορφανά και τις άπορες γυναίκες». Ανήγειρε μαζί με τη μητέρα του Αγία Ελένη πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα όπως πτωχοκομεία, γηροκομεία, νοσοκομεία κ.λ.π. ιδρύματα για την ανακούφιση των φτωχών. Η Φλάκιλλα, σύζυγος του Μ. Θεοδοσίου, επισκεπτόταν αρρώστους στα σπίτια τους και τους παρείχε ό,τι είχαν ανάγκη . ΄Εδειξε ενδιαφέρον για τα νοσοκομεία και τα διάφορα άσυλα τα οποία ανακαίνισε και πολλές φορές τα επισκεπτόταν φροντίζοντας η ίδια τους ασθενείς.
Ο Ιουστινιανός περιόρισε τα έξοδα για δεξιώσεις και πανηγύρεις για να ενισχύσει φτωχούς και σεισμόπληκτους .΄Όταν ολοκληρώθηκε η Αγία Σοφία, μοίρασε στους φτωχούς τριάντα χιλιάδες μοδίους σιταριού και διατήρησε την δωρεάν διανομή ψωμιού στους φτωχούς απαγορεύοντας την πώλησή του. Στην νομοθεσία του φρόντισε ν’ ανακουφίσει τις ασθενείς τάξεις, να κάνει πιο δίκαιους τους νόμους του και να προστατεύονται οι φτωχοί. Μετά τον Ιουστινιανό δόθηκαν με νόμους προνόμια στις Ενορίες που τους επέτρεπαν να έχουν και να συντηρούν ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία, ιδρύματα για ηλικιωμένους και ξένους και να μοιράζουν ενδύματα και τροφές στους φτωχούς. Στην νομοθεσία των Ισαύρων προστατεύονταν οι φτωχοί από τους δυνατούς και γινόταν ειδική μνεία για τα φιλανθρωπικά ιδρύματα των Ενοριών και των Επισκοπών.
Τον 9ο αιώνα ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, παρά το ότι ήταν εικονομάχος ήταν συμπαθής στο λαό γιατί ήταν φιλάνθρωπος και αυτό του αναγνωρίζεται. Είχε πάθος για τη δικαιοσύνη, εκδίκαζε ο ίδιος στο βασιλικό δικαστήριο πολλές φορές και ήταν άτεγκτος και σε άτομα του στενού του συγγενικού κύκλου. Μία φορά την εβδομάδα επισκεπτόταν την αγορά πάνω στο άλογό του ελέγχοντας τα εμπορεύματα, τις τιμές, ακούγοντας τα παράπονα και τα αιτήματα των ανθρώπων. Η γυναίκα του Θεοδώρα, όταν παρέδωσε στον γιό της Μιχαήλ, αφιερώθηκε στα φιλανθρωπικά έργα.
Ο Βασίλειος ο Α΄ ο Μακεδών, ανήγειρε πάνω από εκατό ιδρύματα όπως αναφέρει ο Θεοφάνης στη χρονογραφία του. Ο γιος του Λέων ΣΤ΄ ο σοφός έδειξε ενδιαφέρον για τα φιλανθρωπικά ιδρύματα της αυτοκρατορίας , εξέδωσε προστατευτικό νόμο για την οικονομική τους άνεση και τα απάλλαξε από τη φορολογία. Με την νεαρά του με τον αριθμό 12 επίσης ο Λέων προσέφερε στο ναό της Αγίας Σοφίας 1100 εργαστήρια τα έσοδα των οποίων έπρεπε να δαπανώνται σε έργα κοινωνικής προνοίας και ισχυριζόταν ότι έτσι διαιωνίζεται το φιλανθρωπικό πρόγραμμα που είχε αρχίσει πριν 500 περίπου χρόνια ο Μέγας Κων/νος και συνέχιζαν οι διάδοχοί του. Από τη νεαρά αυτή καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλο και εκτεταμένο ήταν το φιλανθρωπικό έργο της Μεγάλης Εκκλησίας, της Αγια-Σοφιάς.
Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, κάθε Τετάρτη του Πάσχα, προσκαλούσε ορφανά στα ανάκτορα, γίνονταν δεκτά από τον ίδιο και όταν έφευγαν τους έδινε και ένα πορτοφόλι με χρήματα. Αλλά και για τους φυλακισμένους έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, φροντίζοντας τη βελτίωση τους. ΄Εδειξε επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα λεπροκομεία και ιδιαίτερα γι’ αυτό του Ζωτικού, επισκεπτόταν τους ασθενείς και έβαζε αλοιφές στα σώματά τους με τα ίδια του τα χέρια, έδειξε δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την λεγομένη τρίτη ηλικία ανεγείροντας νέα γηροκομεία. Η τακτική του για τη κοινωνική πρόνοια φαίνεται και από τους νόμους που έκανε εναντίον των δυνατών ,δηλαδή, των απλήστων πλουσίων, που προσπαθούσαν να πλουτίσουν παράνομα σε βάρος των αδυνάτων και φτωχών. Αξιόλογη φιλανθρωπική δράση ανέπτυξε ο Ρωμανός Λεκαπηνός, που θεωρείται ο πιο φιλάνθρωπος Βυζ. Αυτοκράτορας. Από τους χρονογράφους της εποχής του σκιαγραφείται σαν συμπονετικός και φιλάνθρωπος. Στον λιμό 928 πήρε γενναία μέτρα για την ανακούφιση των πληγέντων. Κάθε μέρα καλούσε τρεις φτωχούς να δειπνήσουν φάνε μαζί του και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή συνέτρωγε με τρεις φτωχούς μοναχούς. Ανήγειρε επίσης γηροκομεία, ξενώνες και νοσοκομεία για την ωφέλεια της ψυχής του μετά το θάνατό του. Στην διαθήκη του όρισε να μοιράζονται 3.000 καρβέλια ψωμί στους φτωχούς κοντά στον τάφο του κάθε μέρα όπως αναφέρει ο Θεοφάνης.
Σπουδαίο κεφάλαιο στη Βυζαντινή πρόνοια και φιλανθρωπία αποτελεί η δυναστεία των Κομνηνών τον 11ο και 12ο αιώνα. Ο Αλέξιος Κομνηνός χαρακτηρίζεται από τους συγχρόνους του ως «φιλάνθρωπος» και «ανθρωπιστής». Ο όρος ανθρωπισμός για τους Δυτικούς είναι νεώτερος. Ανακάλυψαν τον ανθρωπισμό τον 15ο αιώνα, ενώ στην Ελληνορθόδοξη Ανατολή ο «ανθρωπισμός» ήταν αδιάκοπος και θα παραμένει αδιάκοπος όσο βαστάμε τις παραδόσεις μας και διατηρούμε την Ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας, τα οποία δυστυχώς σήμερα κάποιοι έχουν βαλθεί να μας ξεριζώσουν.
Ο Ιστορικός και κανονολόγος Ιωάννης Ζωναράς γράφει για τον Αλέξιο Κομνηνό: «αυτός ο βασιλιάς ανακαίνισε το ορφανοτροφείο που ήταν ακατοίκητο, το ενίσχυσε περιουσιακά και τοποθέτησε σ’ αυτό πολλούς ηλικιωμένους που είχαν ανάγκη φροντίδας. Ακόμη μέσα στο χώρο του ορφανοτροφείου έκτισε κατοικίες για μοναχούς και μοναχές καθώς και σχολείο για ορφανά και πτωχά παιδιά. Τοποθέτησε δασκάλους και παιδαγωγούς και τους χορήγησε τα απαραίτητα για τη συντήρησή τους» (Ιωάννου Ζωναρά, επιτομή ιστοριών, ΙΙΙ,744). Η σύζυγος του Αλ. Κομνηνού Ειρήνη, ίδρυσε το μοναστήρι της «ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ» και μέσα σ’ αυτό έχτισε διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Στο τυπικό του μοναστηριού αναφέρονται οι φιλανθρωπίες που πρέπει να γίνονται όπως διανομή διαφόρων αγαθών στους φτωχούς , υιοθεσία ορφανών κοριτσιών και προικοδότησή τους όταν μεγαλώσουν κ.λ.π φιλανθρωπικές ενέργειες.
Η Ειρήνη, σύζυγος του Ιωάννου Κομνηνού, βοήθησε στην ίδρυση της μονής «ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ». Ο Ιωάννης Κίνναμος, σύγχρονός της ιστορικός μας πληροφορεί πώς τα χρήματα που είχε η Ειρήνη, δεν τα δαπανούσε σε κοσμήματα και πολυτέλειες, αλλά τα προσέφερε σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη. Υπήρξε πολύ σπλαχνική ώστε φρόντιζε για φιλανθρωπίες και μετά το θάνατό της. Την ίδια τακτική ακολούθησαν σχεδόν όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου μέχρι την αποφράδα ημέρα της 29ης Μαίου του 1453, όπου το φως του κόσμου της εποχής εκείνης έσβησε και παραχώρησε τη θέση στο σκοτάδι της πικρής σκλαβιάς.
Πολλοί από τους μελετητές του Βυζαντινού πολιτισμού προβληματίζονται και προσπαθούν να εξηγήσουν την φιλανθρωπία της πλειονότητας των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. ΄Ησαν πράγματι φιλάνθρωποι, ή το έργο τους αυτό είχε πολιτική σκοπιμότητα; Γινόταν από πολιτικούς ή θρησκευτικούς λόγους, μήπως γινόταν ν’ ανακουφισθεί η συνείδησή τους και να εξασφαλισθεί η σωτηρία της ψυχής τους; Οι μαρτυρίες που σώζονται μας πληροφορούν ότι η φιλανθρωπία γινόταν από αρετή, γινόταν από τα ιδανικά από τα οποία ήταν διαποτισμένη όλη η Βυζαντινή κοινωνία. Το φιλανθρωπικό έργο των αυτοκρατόρων αλλά και όλων των Βυζαντινών σχετίζεται, κυρίως και κατ’ εξοχήν με το «φιλάνθρωπο» έργο του Θεού. Ο Θεός από αγάπη και φιλανθρωπία έγινε άνθρωπος. Αυτό το χριστιανικό ιδεώδες της αγάπης γινόταν έργο και πράξη. Ο αυτοκράτορας , ως ο πρώτος πολίτης, έπρεπε να είναι και ο πρώτος και που πίστευε και εφάρμοζε τη φιλανθρωπία. Μόνο μέσα από τη φιλανθρωπία θα έμοιαζε στο Θεό. Και στους τελευταίους αιώνες της πολιτικής και στρατιωτικής παρακμής , τα ιδανικά της αγάπης και της φιλανθρωπίας χαρακτηρίζουν την Βυζαντινή πολιτεία. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός αναφέρει στην ιστορία του ότι η αυτοκρατορία «ήταν γεμάτη φιλανθρωπία». Ο αυτοκράτορας , τα μέλη της βασιλικής και οι άλλοι αξιωματούχοι, αλλά και μεμονωμένα άτομα, συναγωνίζονταν στον τομέα της φιλανθρωπίας.

Β΄ Η ΠΡΟΝΟΙΑΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ:

Αρκετοί χωρίς να έχουν μελετήσει ιδιαίτερα το θέμα,(η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια), αποφαίνονται ότι οι μοναχοί στο Βυζάντιο ήσαν ξεκομμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα, ζούσαν για τον εαυτό τους και αυτό που κοίταζαν ήταν μόνο η καλοπέρασή τους. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, αυτό λένε οι πηγές και οπωσδήποτε εάν υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις δεν ήταν ο κανόνας, εξαιρέσεις πάντα υπάρχουν. Ο άγιος Παχώμιος, πατέρας του κοινοβιακού συστήματος, πριν γίνει μοναχός, είχε παρατηρήσει πως οι Χριστιανοί, εν αντιθέσει προς τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες που περιόριζαν την φιλανθρωπία στα μέλη τους , προχωρούσαν πολύ πιο πέρα. Βοηθούσαν όσους είχαν ανάγκη χωρίς καμία διάκριση. Αυτό εφάρμοσε και ο ίδιος όταν έγινε Χριστιανός. Μαζί με τον Μ. Βασίλειο έγραψαν κανόνες και δημιούργησαν κοινοβιακό σύστημα που δίνουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα του μοναχισμού. Μετά την «Βασιλειάδα» του Μ. Βασιλείου, κάθε μοναστική κοινότητα είχε ειδικό κτίριο για ιατρείο όχι μόνο των μοναχών, αλλά και νοσοκομείο για τους λαϊκούς. Οι ξένοι, οι πτωχοί, οι άρρωστοι, εύρισκαν καταφύγιο εκεί. Από δόκιμοι οι μοναχοί μάθαιναν να είναι φιλόθεοι, φιλάνθρωποι και φιλόπτωχοι. Ο Μ. Βασίλειος θέσπισε ότι ο μοναχισμός δεν πρέπει να κινείται χωριστά από τις ανάγκες των λαϊκών και ότι η φιλανθρωπία πρέπει ν’ αποτελεί βασικό στοιχείο της ζωής του μοναχού.
Μοναστηριακοί κανόνες όριζαν να μοιράζεται φαγητό στην πύλη του μοναστηριού. Πολλοί που είχαν ανάγκη, πήγαιναν στα μοναστήρια τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης για να πάρουν τρόφιμα και να γιορτάσουν και αυτοί όπως σιτάρι, κρασί, κρέας, μέλι, φασόλια κ.λ.π. είδη πρώτης ανάγκης. ΄Οπου υπήρχε ανάγκη μοίραζαν χρήματα και προσέφεραν ότι μπορούσαν περισσότερο σκεπτόμενοι ότι η προσφορά τους αυτή απευθυνόταν στον ίδιο το Χριστό. Παράλληλα με την περισυλλογή και την αδιάλειπτη προσευχή την οποία θεωρούσαν το ιδανικό, παράλληλα θεωρούσαν και μέγιστο καθήκον τους την συμμετοχή τους στα κοινωνικά προβλήματα.
Το πρώτο δείγμα συμπόνιας ήταν να μοιράσουν την περιουσία τους σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη πριν ακόμη γίνουν μοναχοί. Η ενατένιση του Θεού έπρεπε να γίνεται μέσα από την έμπρακτη αγάπη για το συνάνθρωπο. Δεν μπορεί να πάσχει ο αδελφός μας και μεις να μένουμε αμέτοχοι, αρκούμενοι μόνο σ’ ευχολόγια. Από την Αίγυπτο μας έρχονται πληροφορίες πως οι μοναχοί συντηρούσαν πολλούς πτωχούς στην Αλεξάνδρεια. ΄Ενας κληρικός, ο Σεραπίων, ήταν υπεύθυνος για τα προϊόντα των μοναχών στην περιοχή της Αρσινόης. Φρόντιζε να μην υπάρχει πεινασμένος και παρακολουθούσε την μεταφορά του σταριού στην Αλεξάνδρεια.
Εκτός από τους φτωχούς καταφύγιο στα μοναστήρια εύρισκαν οι καταδιωκόμενοι, τα ορφανά και πολύ περισσότερο οι άρρωστοι. Ο μοναχός Υπάτιος που ήταν και γιατρός έγινε σύμβολο προσφοράς. Θεράπευε ασθενείς και ιδιαιτέρως φτωχούς που έπασχαν από ανίατες ασθένειες και ιδιαίτερα από λέπρα που ήταν και μεταδοτική. Σύνθημά του ήταν το χωρίο της Σοφίας Σειράχ (17,22) «ελεημοσύνη ανδρός ως σφραγίς μετ’ αυτού». Και στην Βιθυνία που πήγε οργάνωσε δικό του μοναστήρι με βασική φροντίδα τους φτωχούς, τους ξένους και τους αρρώστους. Ο Νικήτας από την Παφλαγονία, ευφυής και πολύ μορφωμένος όταν έγινε αναχωρητής στον Πόντο μοίρασε τα υπάρχοντά του σε σπουδαστές και φτωχούς. Το ίδιο έκανε και ο άγιος Νίκων το 998. Ο άγιος Φιλάρετος τακτικά καλούσε στο σπίτι του σε γιορτινές ημέρες να φάνε μαζί του αναπήρους, ακρωτηριασμένους, αρρώστους και κάθε είδους δυστυχισμένους. Με τέτοια παραδείγματα αγίων και μοναχών είναι γεμάτα τα αγιολογικά κείμενα.
Στο πρόσωπο του αγίου Κυρίλλου του Φιλεώτη, συναντάμε και άλλες ιδιότητες του Βυζαντινού μοναχού. Πέρα από τα φιλανθρωπικά έργα, ασχολήθηκε και με την κοινωνική δικαιοσύνη και έγινε ο συνήγορος των φτωχών και των αδυνάτων από την καταπίεση των πλουσίων. Ονομάσθηκε ελεήμων όχι γιατί μοίραζε μόνο χρήματα ,αλλά και γιατί μοίραζε είδη που είχαν ανάγκη οι φτωχοί αγρότες για να εργασθούν όπως γεωργικά μηχανήματα και άλλα εργαλεία. Δώρα αυτοκρατορικά που του δόθηκαν τα έδωσε σ’ αυτούς που τα είχαν ανάγκη.
Πέρα, όμως, από την ωραία αυτή εικόνα των μοναχών υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρξαν μοναχοί και μοναστήρια που δεν εκπλήρωναν και την κοινωνική τους αποστολή. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης μας παρουσιάζει μια τέτοια εικόνα τον 12ο αιώνα. Ενώ επαινεί το σωστό φιλανθρωπικό έργο των μοναχών, από την άλλη γίνεται σκληρός κριτής των μοναστικών καταχρήσεων. Πέρα όμως από τις όποιες καταχρήσεις και εξαιρέσεις, χωρίς αμφιβολία ο μοναχισμός διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην κοινωνική πρόνοια του Βυζαντίου. ΄Ηταν η σπονδυλική του στήλη. Ο Ακαδημαϊκός Αλέξανδρος Διομήδης, αυστηρός κριτικός του μοναχισμού παραδέχεται ότι ο Μοναχισμός « ήταν ένα φωτεινό στοιχείο της Ελληνοχριστιανικής Ανατολής στην άσκηση της φιλανθρωπίας»Το θέμα της προσφοράς του Μοναχισμού θα το εξετάσουμε μόνο του αν και θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο προηγούμενο κεφάλαιο. Επειδή ο μοναχισμός είχε τεράστια κοινωνική προσφορά στο Βυζάντιο αξίζει να το δούμε σε αυτοτελή ενότητα. Αρκετοί χωρίς να έχουν μελετήσει ιδιαίτερα το θέμα,(η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια), αποφαίνονται ότι οι μοναχοί στο Βυζάντιο ήσαν ξεκομμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα, ζούσαν για τον εαυτό τους και αυτό που κοίταζαν ήταν μόνο η καλοπέρασή τους. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, αυτό λένε οι πηγές και οπωσδήποτε εάν υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις δεν ήταν ο κανόνας, εξαιρέσεις πάντα υπάρχουν. Ο άγιος Παχώμιος, πατέρας του κοινοβιακού συστήματος, πριν γίνει είχε παρατηρήσει πως οι Χριστιανοί, εν αντιθέσει προς τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες που περιόριζαν την φιλανθρωπία στα μέλη τους , προχωρούσαν πολύ πιο πέρα. Βοηθούσαν όσους είχαν ανάγκη χωρίς καμία διάκριση. Αυτό εφάρμοσε και ο ίδιος όταν έγινε Χριστιανός. Μαζί με τον Μ. Βασίλειο έγραψαν κανόνες και δημιούργησαν κοινοβιακό σύστημα που δίνουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα του μοναχισμού. Μετά την «Βασιλειάδα» του Μ. Βασιλείου, κάθε μοναστική κοινότητα είχε ειδικό κτίριο για ιατρείο όχι μόνο των μοναχών, αλλά και νοσοκομείο για τους λαϊκούς. Οι ξένοι, οι πτωχοί, οι άρρωστοι, εύρισκαν καταφύγιο εκεί. Από δόκιμοι οι μοναχοί μάθαιναν να είναι φιλόθεοι, φιλάνθρωποι και φιλόπτωχοι. Ο Μ. Βασίλειος θέσπισε ότι ο μοναχισμός δεν πρέπει να κινείται χωριστά από τις ανάγκες των λαϊκών και ότι η φιλανθρωπία πρέπει ν’ αποτελεί βασικό στοιχείο της ζωής του μοναχού.
Μοναστηριακοί κανόνες όριζαν να μοιράζεται φαγητό στην πύλη του μοναστηριού. Πολλοί που είχαν ανάγκη, πήγαιναν στα μοναστήρια τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης για να πάρουν τρόφιμα και να γιορτάσουν και αυτοί όπως σιτάρι, κρασί, κρέας, μέλι, φασόλια κ.λ.π. είδη πρώτης ανάγκης. ΄Οπου υπήρχε ανάγκη μοίραζαν χρήματα και προσέφεραν ότι μπορούσαν περισσότερο σκεπτόμενοι ότι η προσφορά τους αυτή απευθυνόταν στον ίδιο το Χριστό. Παράλληλα με την περισυλλογή και την αδιάλειπτη προσευχή την οποία θεωρούσαν το ιδανικό, παράλληλα θεωρούσαν και μέγιστο καθήκον τους την συμμετοχή τους στα κοινωνικά προβλήματα.
Το πρώτο δείγμα συμπόνιας ήταν να μοιράσουν την περιουσία τους σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη πριν ακόμη γίνουν μοναχοί. Η ενατένιση του Θεού έπρεπε να γίνεται μέσα από την έμπρακτη αγάπη για το συνάνθρωπο. Δεν μπορεί να πάσχει ο αδελφός μας και μεις να μένουμε αμέτοχοι, αρκούμενοι μόνο σ’ ευχολόγια. Από την Αίγυπτο μας έρχονται πληροφορίες πως οι μοναχοί συντηρούσαν πολλούς πτωχούς στην Αλεξάνδρεια. ΄Ενας κληρικός, ο Σεραπίων, ήταν υπεύθυνος για τα προϊόντα των μοναχών στην περιοχή της Αρσινόης. Φρόντιζε να μην υπάρχει πεινασμένος και παρακολουθούσε την μεταφορά του σταριού στην Αλεξάνδρεια.
Εκτός από τους φτωχούς καταφύγιο στα μοναστήρια εύρισκαν οι καταδιωκόμενοι, τα ορφανά και πολύ περισσότερο οι άρρωστοι. Ο μοναχός Υπάτιος που ήταν και γιατρός έγινε σύμβολο προσφοράς. Θεράπευε ασθενείς και ιδιαιτέρως φτωχούς που έπασχαν από ανίατες ασθένειες και ιδιαίτερα από λέπρα που ήταν και μεταδοτική. Σύνθημά του ήταν το χωρίο της Σοφίας Σειράχ (17,22) «ελεημοσύνη ανδρός ως σφραγίς μετ’ αυτού». Και στην Βιθυνία που πήγε οργάνωσε δικό του μοναστήρι με βασική φροντίδα τους φτωχούς, τους ξένους και τους αρρώστους. Ο Νικήτας από την Παφλαγονία, ευφυής και πολύ μορφωμένος όταν έγινε αναχωρητής στον Πόντο μοίρασε τα υπάρχοντά του σε σπουδαστές και φτωχούς. Το ίδιο έκανε και ο άγιος Νίκων το 998. Ο άγιος Φιλάρετος τακτικά καλούσε στο σπίτι του σε γιορτινές ημέρες να φάνε μαζί του αναπήρους, ακρωτηριασμένους, αρρώστους και κάθε είδους δυστυχισμένους. Με τέτοια παραδείγματα αγίων και μοναχών είναι γεμάτα τα αγιολογικά κείμενα.
Στο πρόσωπο του αγίου Κυρίλλου του Φιλεώτη, συναντάμε και άλλες ιδιότητες του Βυζαντινού μοναχού. Πέρα από τα φιλανθρωπικά έργα, ασχολήθηκε και με την κοινωνική δικαιοσύνη και έγινε ο συνήγορος των φτωχών και των αδυνάτων από την καταπίεση των πλουσίων. Ονομάσθηκε ελεήμων όχι γιατί μοίραζε μόνο χρήματα ,αλλά και γιατί μοίραζε είδη που είχαν ανάγκη οι φτωχοί αγρότες για να εργασθούν όπως γεωργικά μηχανήματα και άλλα εργαλεία. Δώρα αυτοκρατορικά που του δόθηκαν τα έδωσε σ’ αυτούς που τα είχαν ανάγκη.
Πέρα, όμως, από την ωραία αυτή εικόνα των μοναχών υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρξαν μοναχοί και μοναστήρια που δεν εκπλήρωναν και την κοινωνική τους αποστολή. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης μας παρουσιάζει μια τέτοια εικόνα τον 12ο αιώνα. Ενώ επαινεί το σωστό φιλανθρωπικό έργο των μοναχών, από την άλλη γίνεται σκληρός κριτής των μοναστικών καταχρήσεων. Πέρα όμως από τις όποιες καταχρήσεις και εξαιρέσεις, χωρίς αμφιβολία ο μοναχισμός διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην κοινωνική πρόνοια του Βυζαντίου. ΄Ηταν η σπονδυλική του στήλη. Ο Ακαδημαϊκός Αλέξανδρος Διομήδης, αυστηρός κριτικός του μοναχισμού παραδέχεται ότι ο Μοναχισμός «ήταν ένα φωτεινό στοιχείο της Ελληνοχριστιανικής Ανατολής στην άσκηση της φιλανθρωπίας»

Α) Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ:

Στο Βυζάντιο η Εκκλησία ακολούθησε την επανάσταση που έκανε στο χώρο αυτό η πρωτοχριστιανική Εκκλησία. Κανόνες τοπικών και Οικουμενικών συμβουλεύουν ότι πρέπει ν’ ανεγερθούν διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα σε κάθε πόλη της αυτοκρατορίας. Οι επίσκοποι έθεταν τα ορφανά, τις χήρες ,τους φτωχούς και τους ξένους που δεν είχαν τα προς το ζην κάτω από τη φροντίδα Ιερέων και Διακόνων. Αμέσως μετά την κατάπαυση των διωγμών η Εκκλησία ανέλαβε να καλλιεργήσει μια πιο φιλάνθρωπη συνείδηση στην Ελληνική Ανατολή και στην Λατινική Δύση. Από την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου η Εκκλησία ήταν παρούσα στα εργαστήρια, στην αγορά, στα σπίτια, στους δρόμους, ακόμη και στον Ιππόδρομο. Επί Θεοδοσίου του Β΄ και κυρίως επί του Ιουστινιανού , τα δικαστήρια αναδιοργανώθηκαν και επηρεάστηκαν από την Χριστιανική αντίληψη περί δικαιοσύνης με βάση την αγάπη και τη συμπόνια.
Η Εκκλησία σε καμία περίοδο της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας δεν περιόρισε τα ενδιαφέροντά της μόνο στην προσευχή και στις μεταφυσικές αναζητήσεις. Οι προσευχές δεν λέγοντας μόνο για να τις ακούσει ο Θεός, αλλά γίνονταν και προτροπές προς τους πιστούς για να παρακινηθούν σε δραστηριότητα. Η λειτουργική της ζωή ήταν αγάπη και διακονία. Κλασσικό παράδειγμα ο Μέγας Βασίλειος. Από πρεσβύτερος ακόμη ανάπτυξε αξιόλογη φιλανθρωπική δραστηριότητα. Στον μεγάλο λιμό του 368 πρωτοστάτησε στα έργα αγάπης. Εκτός από τα κηρύγματα, πούλησε μεγάλο μέρος της πατρικής του περιουσίας και οργάνωσε συσσίτια για όλους τους φτωχούς, ξένους, χριστιανούς, ειδωλολάτρες και Εβραίους. Η πεποίθησή του ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον τον οδήγησε να τονίσει ότι η μοναστική ζωή πρέπει να είναι μέσα στον κόσμο και να εκφράζεται με αγάπη στον πλησίον. Από τότε ένα μεγάλο μέρος του Βυζαντινού μοναχισμού τόνιζε την κοινωνική προσφορά και ιδιαίτερα την φροντίδα για τις ασθενείς τάξεις. ΄Ετσι δεν έχομε μόνο Μοναστήρια σε ερημικές περιοχές, αλλά έχομε Μοναστήρια και μέσα στον κόσμο, κοντά στις πόλεις και μέσα σ’ αυτές.
Άλλη βασική καινοτομία του Μ. Βασιλείου ήταν η συστηματική οργάνωση των διαφόρων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μετά την χειροτονία του σε επίσκοπο ο Βασίλειος χρησιμοποίησε το υπόλοιπο της περιουσίας του, καθώς και μεγάλες προσφορές πλουσίων φίλων και γνωστών του για την ίδρυση συγκροτήματος με νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενώνα για φτωχούς ταξιδιώτες, νοσοκομείο για αρρώστους με μεταδοτικές ασθένειες κ.λ.π ιδρύματα. ΄Ολο αυτό το συγκρότημα ονομάσθηκε «Βασιλειάς».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι άλλοι Καππαδόκες Πατέρες. Ο ΄Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγινε ο πιο δημοφιλής άγιος όχι γιατί υπήρξε μεγάλος Θεολόγος και ο μεγαλύτερος ρήτορας της Εκκλησίας μας, αλλά γιατί το ενδιαφέρον του και η αγάπη του στράφηκαν στους αδελφούς που είχαν ανάγκη. Διέθεσε την μεγάλη του περιουσία και τα προσωπικά του υπάρχοντα για την ανέγερση νοσοκομείων, πτωχοκομείων, κ.λ.π φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καταδίκαζε την κοινωνική αδικία από όπου και αν προερχόταν. Υπερασπιζόταν πτωχούς, ξένους, χήρες, ορφανά, ταξιδιώτες, αιχμαλώτους, ασθενείς, λεπρούς και αναπήρους. Υπεραμυνόταν των δικαιωμάτων των εργατών καθώς και των αγροτών που τους εκμεταλλεύονταν πλούσιοι κτηματίες. Αναφέρει σχετικά σε ομιλία του απευθυνόμενος σε κρατικό αξιωματούχο:
«Χτίζετε μαρμάρινα παλάτια, ενώ καταπιέζετε τους πτωχούς, αρνείστε το νόμισμα στον ζητιάνο, στολίζετε όμως με χρυσά χαλινάρια τα άλογά σας. Περιφρονείτε τους πτωχούς, αλλά τιμάτε τους σκύλους και τ’ άλογα στον ιππόδρομο».
Ο Ιερός Χρυσόστομος παρότρυνε του πλούσιους να μην είναι πλεονέκτες, υπερήφανοι, άπληστοι και χυδαίοι, αλλά να είναι ευεργέτες , υπερασπιστές και σωτήρες της κοινωνίας. Ο πλούτος και το εμπόριο πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μέσα για την ανάπτυξη του κοινωνικού συνόλου. (Εδώ μπορούμε να φαντασθούμε ποια θα ήταν η θέση του ιερού Χρυσοστόμου αν ζούσε σήμερα, στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης όπου ο πλούτος έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστα χέρια, αυτοί βεβαίως κολυμπούν μέσα στο χρήμα και στη χλιδή και από την άλλη μεριά δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη μας στερούνται βασικών αγαθών. Μόνο από αυτά που πετάει στα σκουπίδια η πολιτισμένη Δύση!!! Θα μπορούσαν να θρέψουν εκατομμύρια παιδιά και να μην πεθαίνουν από την πείνα).
Οι Κληρικοί έπρεπε να έχουν ιδιαίτερη αγάπη προς τους πτωχούς. Αυτό εθεωρείτο προσόν για τη χειροτονία τους. Όταν μια επισκοπική θέση ήταν κενή οι πιστοί έψαχναν να βρουν υποψήφιο για τη θέση ο οποίος θα ήταν άνθρωπος της αγάπης. Θα φημιζόταν για τη φιλανθρωπία του. Το ίδιο συνέβαινε και για τον Πατριαρχικό θρόνο όταν ήταν κενός και έχομε πολλά παραδείγματα αναδείξεως Πατριαρχών ανθρώπων των οποίων τα προσόντα υπερτερούσαν στη φιλανθρωπία και γενικά στα έργα αγάπης. Ο πατριάρχης Σισίνιος , ο επίσκοπος Κύπρου Θεοδώρητος, ο Επιφάνιος Κύπρου,ο άγιος Σπυρίδων, ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων έκαμε πρόγραμμα προνοίας για 7.500 ανθρώπους που είχαν ανάγκη στην Αλεξάνδρεια, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι ανήκουν στη κατηγορία που βασικό τους προσόν για την χειροτονία ήταν η φιλανθρωπία τους. Ο επίσκοπος Μαϊουμά Ζήνων συνέχισε το επάγγελμα του υφαντουργού και μετά την χειροτονία του για να έχει τη δυνατότητα να βοηθάει τους πτωχούς. Ο πατριάρχης Ταράσιος δημιούργησε τόσα φιλανθρωπικά έργα που κατά το βιογράφο του δεν είναι εύκολο ν’ απαριθμηθούν. Στέγασε ξένους , βοήθησε λεπρούς και αναπήρους, προστάτεψε ορφανά και χήρες. Την Κυριακή του Πάσχα ο ίδιος επισκεπτόταν ίδρυμα όπου συντρόφευε και υπηρετούσε τους τροφίμους του. Αλλά και ο Θεοφύλακτος Νικομηδείας , χειροτονία του Ταρασίου συνέχισε το έργο του πνευματικού του. Πέρα από την ανέγερση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων επισκεπτόταν τους αρρώστους στα νοσοκομεία, τους μοίραζε δώρα και τους εκδήλωνε την αγάπη του πλένοντας τις πληγές τους , ιδίως στα θύματα της λέπρας.
Ζηλωτές γενικά κληρικοί προσπαθούσαν να δώσουν νέα πνοή στην περιοχή τους μέσα από την φιλανθρωπία. Πολλοί κληρικοί για να ανταπεξέρχονται καλλίτερα στο έργο τους είχαν σπουδάσει και ιατρική. ΄Ετσι η προσφορά τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Παράλληλα με το έργο των κληρικών η Εκκλησία για να βοηθήσει καλλίτερα το φιλανθρωπικό της έργο χρησιμοποίησε και το θεσμό των Διακονισσών. Η τάξη αυτή έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πρωτοχριστιανική Εκκλησία, αλλά και στο Βυζάντιο δεν υστέρησε. Εκτός από τη βοήθεια στη βάπτιση των γυναικών, οι Διακόνισσες ανέλαβαν τη φροντίδα αρρώστων , ταλαιπωρημένων και έτρεχαν για τις ανάγκες των πτωχών και των δυστυχισμένων. Μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού και με τον περιορισμό των θρησκευτικών καθηκόντων των διακονισσών , η τάξη τους απέκτησε κοινωνική σπουδαιότητα στο προνοιακό έργο της Εκκλησίας. Επί Ιουστινιανού η Αγία Σοφία είχε 40 διακόνισσες. Μέχρι τον 12ο αιώνα συναντούμε το θεσμό των διακονισσών.
Εκτός από το θεσμό των διακονισσών, η Εκκλησία χρησιμοποίησε για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό της έργο και τον οργανισμό των «Διακονιών». Οι «διακονίες» ήταν όργανο όχι μόνο διανομής υλικών αγαθών από την Εκκλησία, αλλά προσέφερε και πνευματική βοήθεια και θρησκευτική καθοδήγηση. Η «Διακονία» διατηρούσε αποθήκες τροφίμων και υλικών εφοδίων σε διάφορα ζωτικά μέρη των πόλεων . Είχε αρκετό προσωπικό με υπεύθυνο κληρικό. Οι υπηρεσίες της «διακονίας» περιελάμβαναν όχι μόνο τροφές και ρούχα, αλλά και φροντίδα για την υγεία και την καθαριότητα. Προσέφερε τις υπηρεσίες της σ’ όλους που είχαν ανάγκη, χωρίς να γινόταν διάκριση, φυλής, φύλου και θρησκείας. Εξ άλλου και σήμερα η Εκκλησία μας αυτή την πρακτική ακολουθεί. Στην Αλβανία ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν κάνει καμία διάκριση στις έχοντες ανάγκη. Προσφέρει τη βοήθειά της Εκκλησίας αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος. Την περασμένη εβδομάδα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Χριστόδουλος, επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και προσέφερε οικονομική και φαρμακευτική βοήθεια στους δεινοπαθούντες Παλαιστινίους. Από πηγές που έχουν διασωθεί φαίνεται ότι ο θεσμός των «διακονιών» είχε εξαπλωθεί σε Ανατολή και Δύση προήλθε από Μοναστικές κοινότητες της Αιγύπτου. Στην Κωνσταντινούπολη διατηρήθηκε μέχρι και τον 12ο αιώνα.

Στο Βυζάντιο η Εκκλησία ακολούθησε την επανάσταση που έκανε στο χώρο αυτό η πρωτοχριστιανική Εκκλησία. Κανόνες τοπικών και Οικουμενικών συμβουλεύουν ότι πρέπει ν’ ανεγερθούν διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα σε κάθε πόλη της αυτοκρατορίας. Οι επίσκοποι έθεταν τα ορφανά, τις χήρες ,τους φτωχούς και τους ξένους που δεν είχαν τα προς το ζην κάτω από τη φροντίδα Ιερέων και Διακόνων. Αμέσως μετά την κατάπαυση των διωγμών η Εκκλησία ανέλαβε να καλλιεργήσει μια πιο φιλάνθρωπη συνείδηση στην Ελληνική Ανατολή και στην Λατινική Δύση. Από την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου η Εκκλησία ήταν παρούσα στα εργαστήρια, στην αγορά, στα σπίτια, στους δρόμους, ακόμη και στον Ιππόδρομο. Επί Θεοδοσίου του Β΄ και κυρίως επί του Ιουστινιανού , τα δικαστήρια αναδιοργανώθηκαν και επηρεάστηκαν από την Χριστιανική αντίληψη περί δικαιοσύνης με βάση την αγάπη και τη συμπόνια.
Η Εκκλησία σε καμία περίοδο της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας δεν περιόρισε τα ενδιαφέροντά της μόνο στην προσευχή και στις μεταφυσικές αναζητήσεις. Οι προσευχές δεν λέγοντας μόνο για να τις ακούσει ο Θεός, αλλά γίνονταν και προτροπές προς τους πιστούς για να παρακινηθούν σε δραστηριότητα. Η λειτουργική της ζωή ήταν αγάπη και διακονία. Κλασσικό παράδειγμα ο Μέγας Βασίλειος. Από πρεσβύτερος ακόμη ανάπτυξε αξιόλογη φιλανθρωπική δραστηριότητα. Στον μεγάλο λιμό του 368 πρωτοστάτησε στα έργα αγάπης. Εκτός από τα κηρύγματα, πούλησε μεγάλο μέρος της πατρικής του περιουσίας και οργάνωσε συσσίτια για όλους τους φτωχούς, ξένους, χριστιανούς, ειδωλολάτρες και Εβραίους. Η πεποίθησή του ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον τον οδήγησε να τονίσει ότι η μοναστική ζωή πρέπει να είναι μέσα στον κόσμο και να εκφράζεται με αγάπη στον πλησίον. Από τότε ένα μεγάλο μέρος του Βυζαντινού μοναχισμού τόνιζε την κοινωνική προσφορά και ιδιαίτερα την φροντίδα για τις ασθενείς τάξεις. ΄Ετσι δεν έχομε μόνο Μοναστήρια σε ερημικές περιοχές, αλλά έχομε Μοναστήρια και μέσα στον κόσμο, κοντά στις πόλεις και μέσα σ’ αυτές.
Άλλη βασική καινοτομία του Μ. Βασιλείου ήταν η συστηματική οργάνωση των διαφόρων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μετά την χειροτονία του σε επίσκοπο ο Βασίλειος χρησιμοποίησε το υπόλοιπο της περιουσίας του, καθώς και μεγάλες προσφορές πλουσίων φίλων και γνωστών του για την ίδρυση συγκροτήματος με νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενώνα για φτωχούς ταξιδιώτες, νοσοκομείο για αρρώστους με μεταδοτικές ασθένειες κ.λ.π ιδρύματα. ΄Ολο αυτό το συγκρότημα ονομάσθηκε «Βασιλειάς».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι άλλοι Καππαδόκες Πατέρες. Ο ΄Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγινε ο πιο δημοφιλής άγιος όχι γιατί υπήρξε μεγάλος Θεολόγος και ο μεγαλύτερος ρήτορας της Εκκλησίας μας, αλλά γιατί το ενδιαφέρον του και η αγάπη του στράφηκαν στους αδελφούς που είχαν ανάγκη. Διέθεσε την μεγάλη του περιουσία και τα προσωπικά του υπάρχοντα για την ανέγερση νοσοκομείων, πτωχοκομείων, κ.λ.π φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καταδίκαζε την κοινωνική αδικία από όπου και αν προερχόταν. Υπερασπιζόταν πτωχούς, ξένους, χήρες, ορφανά, ταξιδιώτες, αιχμαλώτους, ασθενείς, λεπρούς και αναπήρους. Υπεραμυνόταν των δικαιωμάτων των εργατών καθώς και των αγροτών που τους εκμεταλλεύονταν πλούσιοι κτηματίες. Αναφέρει σχετικά σε ομιλία του απευθυνόμενος σε κρατικό αξιωματούχο:
«Χτίζετε μαρμάρινα παλάτια, ενώ καταπιέζετε τους πτωχούς, αρνείστε το νόμισμα στον ζητιάνο, στολίζετε όμως με χρυσά χαλινάρια τα άλογά σας. Περιφρονείτε τους πτωχούς, αλλά τιμάτε τους σκύλους και τ’ άλογα στον ιππόδρομο».
Ο Ιερός Χρυσόστομος παρότρυνε του πλούσιους να μην είναι πλεονέκτες, υπερήφανοι, άπληστοι και χυδαίοι, αλλά να είναι ευεργέτες , υπερασπιστές και σωτήρες της κοινωνίας. Ο πλούτος και το εμπόριο πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μέσα για την ανάπτυξη του κοινωνικού συνόλου. (Εδώ μπορούμε να φαντασθούμε ποια θα ήταν η θέση του ιερού Χρυσοστόμου αν ζούσε σήμερα, στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης όπου ο πλούτος έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστα χέρια, αυτοί βεβαίως κολυμπούν μέσα στο χρήμα και στη χλιδή και από την άλλη μεριά δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη μας στερούνται βασικών αγαθών. Μόνο από αυτά που πετάει στα σκουπίδια η πολιτισμένη Δύση!!! Θα μπορούσαν να θρέψουν εκατομμύρια παιδιά και να μην πεθαίνουν από την πείνα).
Οι Κληρικοί έπρεπε να έχουν ιδιαίτερη αγάπη προς τους πτωχούς. Αυτό εθεωρείτο προσόν για τη χειροτονία τους. ΄Όταν μια επισκοπική θέση ήταν κενή οι πιστοί έψαχναν να βρουν υποψήφιο για τη θέση ο οποίος θα ήταν άνθρωπος της αγάπης. Θα φημιζόταν για τη φιλανθρωπία του. Το ίδιο συνέβαινε και για τον Πατριαρχικό θρόνο όταν ήταν κενός και έχομε πολλά παραδείγματα αναδείξεως Πατριαρχών ανθρώπων των οποίων τα προσόντα υπερτερούσαν στη φιλανθρωπία και γενικά στα έργα αγάπης. Ο πατριάρχης Σισίνιος , ο επίσκοπος Κύπρου Θεοδώρητος, ο Επιφάνιος Κύπρου,ο άγιος Σπυρίδων, ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων έκαμε πρόγραμμα προνοίας για 7.500 ανθρώπους που είχαν ανάγκη στην Αλεξάνδρεια, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι ανήκουν στη κατηγορία που βασικό τους προσόν για την χειροτονία ήταν η φιλανθρωπία τους. Ο επίσκοπος Μαϊουμά Ζήνων συνέχισε το επάγγελμα του υφαντουργού και μετά την χειροτονία του για να έχει τη δυνατότητα να βοηθάει τους πτωχούς. Ο πατριάρχης Ταράσιος δημιούργησε τόσα φιλανθρωπικά έργα που κατά το βιογράφο του δεν είναι εύκολο ν’ απαριθμηθούν. Στέγασε ξένους , βοήθησε λεπρούς και αναπήρους, προστάτεψε ορφανά και χήρες. Την Κυριακή του Πάσχα ο ίδιος επισκεπτόταν ίδρυμα όπου συντρόφευε και υπηρετούσε τους τροφίμους του. Αλλά και ο Θεοφύλακτος Νικομηδείας , χειροτονία του Ταρασίου συνέχισε το έργο του πνευματικού του. Πέρα από την ανέγερση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων επισκεπτόταν τους αρρώστους στα νοσοκομεία, τους μοίραζε δώρα και τους εκδήλωνε την αγάπη του πλένοντας τις πληγές τους , ιδίως στα θύματα της λέπρας.
Ζηλωτές γενικά κληρικοί προσπαθούσαν να δώσουν νέα πνοή στην περιοχή τους μέσα από την φιλανθρωπία. Πολλοί κληρικοί για να ανταπεξέρχονται καλλίτερα στο έργο τους είχαν σπουδάσει και ιατρική. ΄Ετσι η προσφορά τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Παράλληλα με το έργο των κληρικών η Εκκλησία για να βοηθήσει καλλίτερα το φιλανθρωπικό της έργο χρησιμοποίησε και το θεσμό των Διακονισσών. Η τάξη αυτή έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πρωτοχριστιανική Εκκλησία, αλλά και στο Βυζάντιο δεν υστέρησε. Εκτός από τη βοήθεια στη βάπτιση των γυναικών, οι Διακόνισσες ανέλαβαν τη φροντίδα αρρώστων , ταλαιπωρημένων και έτρεχαν για τις ανάγκες των πτωχών και των δυστυχισμένων. Μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού και με τον περιορισμό των θρησκευτικών καθηκόντων των διακονισσών , η τάξη τους απέκτησε κοινωνική σπουδαιότητα στο προνοιακό έργο της Εκκλησίας. Επί Ιουστινιανού η Αγία Σοφία είχε 40 διακόνισσες. Μέχρι τον 12ο αιώνα συναντούμε το θεσμό των διακονισσών.
Εκτός από το θεσμό των διακονισσών, η Εκκλησία χρησιμοποίησε για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό της έργο και τον οργανισμό των «Διακονιών». Οι «διακονίες» ήταν όργανο όχι μόνο διανομής υλικών αγαθών από την Εκκλησία, αλλά προσέφερε και πνευματική βοήθεια και θρησκευτική καθοδήγηση. Η «Διακονία» διατηρούσε αποθήκες τροφίμων και υλικών εφοδίων σε διάφορα ζωτικά μέρη των πόλεων . Είχε αρκετό προσωπικό με υπεύθυνο κληρικό. Οι υπηρεσίες της «διακονίας» περιελάμβαναν όχι μόνο τροφές και ρούχα, αλλά και φροντίδα για την υγεία και την καθαριότητα. Προσέφερε τις υπηρεσίες της σ’ όλους που είχαν ανάγκη, χωρίς να γινόταν διάκριση, φυλής, φύλου και θρησκείας. Εξ άλλου και σήμερα η Εκκλησία μας αυτή την πρακτική ακολουθεί. Στην Αλβανία ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν κάνει καμία διάκριση στις έχοντες ανάγκη. Προσφέρει τη βοήθειά της Εκκλησίας αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος. Την περασμένη εβδομάδα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Χριστόδουλος, επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και προσέφερε οικονομική και φαρμακευτική βοήθεια στους δεινοπαθούντες Παλαιστινίους. Από πηγές που έχουν διασωθεί φαίνεται ότι ο θεσμός των «διακονιών» είχε εξαπλωθεί σε Ανατολή και Δύση προήλθε από Μοναστικές κοινότητες της Αιγύπτου. Στην Κωνσταντινούπολη διατηρήθηκε μέχρι και τον 12ο αιώνα.

Α) Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ:

Στο Βυζάντιο η Εκκλησία ακολούθησε την επανάσταση που έκανε στο χώρο αυτό η πρωτοχριστιανική Εκκλησία. Κανόνες τοπικών και Οικουμενικών συμβουλεύουν ότι πρέπει ν’ ανεγερθούν διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα σε κάθε πόλη της αυτοκρατορίας. Οι επίσκοποι έθεταν τα ορφανά, τις χήρες ,τους φτωχούς και τους ξένους που δεν είχαν τα προς το ζην κάτω από τη φροντίδα Ιερέων και Διακόνων. Αμέσως μετά την κατάπαυση των διωγμών η Εκκλησία ανέλαβε να καλλιεργήσει μια πιο φιλάνθρωπη συνείδηση στην Ελληνική Ανατολή και στην Λατινική Δύση. Από την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου η Εκκλησία ήταν παρούσα στα εργαστήρια, στην αγορά, στα σπίτια, στους δρόμους, ακόμη και στον Ιππόδρομο. Επί Θεοδοσίου του Β΄ και κυρίως επί του Ιουστινιανού , τα δικαστήρια αναδιοργανώθηκαν και επηρεάστηκαν από την Χριστιανική αντίληψη περί δικαιοσύνης με βάση την αγάπη και τη συμπόνια.
Η Εκκλησία σε καμία περίοδο της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας δεν περιόρισε τα ενδιαφέροντά της μόνο στην προσευχή και στις μεταφυσικές αναζητήσεις. Οι προσευχές δεν λέγοντας μόνο για να τις ακούσει ο Θεός, αλλά γίνονταν και προτροπές προς τους πιστούς για να παρακινηθούν σε δραστηριότητα. Η λειτουργική της ζωή ήταν αγάπη και διακονία. Κλασσικό παράδειγμα ο Μέγας Βασίλειος. Από πρεσβύτερος ακόμη ανάπτυξε αξιόλογη φιλανθρωπική δραστηριότητα. Στον μεγάλο λιμό του 368 πρωτοστάτησε στα έργα αγάπης. Εκτός από τα κηρύγματα, πούλησε μεγάλο μέρος της πατρικής του περιουσίας και οργάνωσε συσσίτια για όλους τους φτωχούς, ξένους, χριστιανούς, ειδωλολάτρες και Εβραίους. Η πεποίθησή του ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον τον οδήγησε να τονίσει ότι η μοναστική ζωή πρέπει να είναι μέσα στον κόσμο και να εκφράζεται με αγάπη στον πλησίον. Από τότε ένα μεγάλο μέρος του Βυζαντινού μοναχισμού τόνιζε την κοινωνική προσφορά και ιδιαίτερα την φροντίδα για τις ασθενείς τάξεις. ΄Ετσι δεν έχομε μόνο Μοναστήρια σε ερημικές περιοχές, αλλά έχομε Μοναστήρια και μέσα στον κόσμο, κοντά στις πόλεις και μέσα σ’ αυτές.
Άλλη βασική καινοτομία του Μ. Βασιλείου ήταν η συστηματική οργάνωση των διαφόρων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μετά την χειροτονία του σε επίσκοπο ο Βασίλειος χρησιμοποίησε το υπόλοιπο της περιουσίας του, καθώς και μεγάλες προσφορές πλουσίων φίλων και γνωστών του για την ίδρυση συγκροτήματος με νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενώνα για φτωχούς ταξιδιώτες, νοσοκομείο για αρρώστους με μεταδοτικές ασθένειες κ.λ.π ιδρύματα. ΄Ολο αυτό το συγκρότημα ονομάσθηκε «Βασιλειάς».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι άλλοι Καππαδόκες Πατέρες. Ο ΄Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγινε ο πιο δημοφιλής άγιος όχι γιατί υπήρξε μεγάλος Θεολόγος και ο μεγαλύτερος ρήτορας της Εκκλησίας μας, αλλά γιατί το ενδιαφέρον του και η αγάπη του στράφηκαν στους αδελφούς που είχαν ανάγκη. Διέθεσε την μεγάλη του περιουσία και τα προσωπικά του υπάρχοντα για την ανέγερση νοσοκομείων, πτωχοκομείων, κ.λ.π φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καταδίκαζε την κοινωνική αδικία από όπου και αν προερχόταν. Υπερασπιζόταν πτωχούς, ξένους, χήρες, ορφανά, ταξιδιώτες, αιχμαλώτους, ασθενείς, λεπρούς και αναπήρους. Υπεραμυνόταν των δικαιωμάτων των εργατών καθώς και των αγροτών που τους εκμεταλλεύονταν πλούσιοι κτηματίες. Αναφέρει σχετικά σε ομιλία του απευθυνόμενος σε κρατικό αξιωματούχο:
«Χτίζετε μαρμάρινα παλάτια, ενώ καταπιέζετε τους πτωχούς, αρνείστε το νόμισμα στον ζητιάνο, στολίζετε όμως με χρυσά χαλινάρια τα άλογά σας. Περιφρονείτε τους πτωχούς, αλλά τιμάτε τους σκύλους και τ’ άλογα στον ιππόδρομο».
Ο Ιερός Χρυσόστομος παρότρυνε του πλούσιους να μην είναι πλεονέκτες, υπερήφανοι, άπληστοι και χυδαίοι, αλλά να είναι ευεργέτες , υπερασπιστές και σωτήρες της κοινωνίας. Ο πλούτος και το εμπόριο πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μέσα για την ανάπτυξη του κοινωνικού συνόλου. (Εδώ μπορούμε να φαντασθούμε ποια θα ήταν η θέση του ιερού Χρυσοστόμου αν ζούσε σήμερα, στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης όπου ο πλούτος έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστα χέρια, αυτοί βεβαίως κολυμπούν μέσα στο χρήμα και στη χλιδή και από την άλλη μεριά δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη μας στερούνται βασικών αγαθών. Μόνο από αυτά που πετάει στα σκουπίδια η πολιτισμένη Δύση!!! Θα μπορούσαν να θρέψουν εκατομμύρια παιδιά και να μην πεθαίνουν από την πείνα).
Οι Κληρικοί έπρεπε να έχουν ιδιαίτερη αγάπη προς τους πτωχούς. Αυτό εθεωρείτο προσόν για τη χειροτονία τους. Όταν μια επισκοπική θέση ήταν κενή οι πιστοί έψαχναν να βρουν υποψήφιο για τη θέση ο οποίος θα ήταν άνθρωπος της αγάπης. Θα φημιζόταν για τη φιλανθρωπία του. Το ίδιο συνέβαινε και για τον Πατριαρχικό θρόνο όταν ήταν κενός και έχομε πολλά παραδείγματα αναδείξεως Πατριαρχών ανθρώπων των οποίων τα προσόντα υπερτερούσαν στη φιλανθρωπία και γενικά στα έργα αγάπης. Ο πατριάρχης Σισίνιος , ο επίσκοπος Κύπρου Θεοδώρητος, ο Επιφάνιος Κύπρου,ο άγιος Σπυρίδων, ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων έκαμε πρόγραμμα προνοίας για 7.500 ανθρώπους που είχαν ανάγκη στην Αλεξάνδρεια, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι ανήκουν στη κατηγορία που βασικό τους προσόν για την χειροτονία ήταν η φιλανθρωπία τους. Ο επίσκοπος Μαϊουμά Ζήνων συνέχισε το επάγγελμα του υφαντουργού και μετά την χειροτονία του για να έχει τη δυνατότητα να βοηθάει τους πτωχούς. Ο πατριάρχης Ταράσιος δημιούργησε τόσα φιλανθρωπικά έργα που κατά το βιογράφο του δεν είναι εύκολο ν’ απαριθμηθούν. Στέγασε ξένους , βοήθησε λεπρούς και αναπήρους, προστάτεψε ορφανά και χήρες. Την Κυριακή του Πάσχα ο ίδιος επισκεπτόταν ίδρυμα όπου συντρόφευε και υπηρετούσε τους τροφίμους του. Αλλά και ο Θεοφύλακτος Νικομηδείας , χειροτονία του Ταρασίου συνέχισε το έργο του πνευματικού του. Πέρα από την ανέγερση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων επισκεπτόταν τους αρρώστους στα νοσοκομεία, τους μοίραζε δώρα και τους εκδήλωνε την αγάπη του πλένοντας τις πληγές τους , ιδίως στα θύματα της λέπρας.
Ζηλωτές γενικά κληρικοί προσπαθούσαν να δώσουν νέα πνοή στην περιοχή τους μέσα από την φιλανθρωπία. Πολλοί κληρικοί για να ανταπεξέρχονται καλλίτερα στο έργο τους είχαν σπουδάσει και ιατρική. ΄Ετσι η προσφορά τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Παράλληλα με το έργο των κληρικών η Εκκλησία για να βοηθήσει καλλίτερα το φιλανθρωπικό της έργο χρησιμοποίησε και το θεσμό των Διακονισσών. Η τάξη αυτή έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πρωτοχριστιανική Εκκλησία, αλλά και στο Βυζάντιο δεν υστέρησε. Εκτός από τη βοήθεια στη βάπτιση των γυναικών, οι Διακόνισσες ανέλαβαν τη φροντίδα αρρώστων , ταλαιπωρημένων και έτρεχαν για τις ανάγκες των πτωχών και των δυστυχισμένων. Μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού και με τον περιορισμό των θρησκευτικών καθηκόντων των διακονισσών , η τάξη τους απέκτησε κοινωνική σπουδαιότητα στο προνοιακό έργο της Εκκλησίας. Επί Ιουστινιανού η Αγία Σοφία είχε 40 διακόνισσες. Μέχρι τον 12ο αιώνα συναντούμε το θεσμό των διακονισσών.
Εκτός από το θεσμό των διακονισσών, η Εκκλησία χρησιμοποίησε για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό της έργο και τον οργανισμό των «Διακονιών». Οι «διακονίες» ήταν όργανο όχι μόνο διανομής υλικών αγαθών από την Εκκλησία, αλλά προσέφερε και πνευματική βοήθεια και θρησκευτική καθοδήγηση. Η «Διακονία» διατηρούσε αποθήκες τροφίμων και υλικών εφοδίων σε διάφορα ζωτικά μέρη των πόλεων . Είχε αρκετό προσωπικό με υπεύθυνο κληρικό. Οι υπηρεσίες της «διακονίας» περιελάμβαναν όχι μόνο τροφές και ρούχα, αλλά και φροντίδα για την υγεία και την καθαριότητα. Προσέφερε τις υπηρεσίες της σ’ όλους που είχαν ανάγκη, χωρίς να γινόταν διάκριση, φυλής, φύλου και θρησκείας. Εξ άλλου και σήμερα η Εκκλησία μας αυτή την πρακτική ακολουθεί. Στην Αλβανία ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν κάνει καμία διάκριση στις έχοντες ανάγκη. Προσφέρει τη βοήθειά της Εκκλησίας αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος. Την περασμένη εβδομάδα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Χριστόδουλος, επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και προσέφερε οικονομική και φαρμακευτική βοήθεια στους δεινοπαθούντες Παλαιστινίους. Από πηγές που έχουν διασωθεί φαίνεται ότι ο θεσμός των «διακονιών» είχε εξαπλωθεί σε Ανατολή και Δύση προήλθε από Μοναστικές κοινότητες της Αιγύπτου. Στην Κωνσταντινούπολη διατηρήθηκε μέχρι και τον 12ο αιώνα.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ

Ομιλία Πρεσβ. Δημητρίου Λ. Παπαγεωργίου
κατά τη Θεία Λειτουργία που έγινε για την προστασία του περιβάλλοντος στις 5 Ιουνίου 2005 στο Εκκλησάκι του Αγίου Ραφαήλ Σαραβαλίου.

          Στην Ορθόδοξη παράδοση η αρμονική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον είναι κάτι το ουσιώδες. Ο άνθρωπος, η κορωνίδα της δημιουργίας, δημιουργήθηκε από το Θεό και τοποθετήθηκε όχι σε ένα εχθρικό περιβάλλον αλλά στον παράδεισο. Η Αγία Γραφή αναφέρει σχετικά: «Και έλαβεν Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασεν, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» (Γεν. 2,15).
        Η δυσαρμονία στις σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον εμφανίζονται σαν συνέπεια της παρακοής και ανταρσίας του ανθρώπου εναντίον του Θεού. Ο άνθρωπος μέσα στον παράδεισο ήταν ο βασιλιάς της κτίσεως, αυτό εξάλλου σημαίνει και η ονοματοδοσία την οποία έδωσε ο άνθρωπος σε όλη την υλική κτίση. Αυτή η εξουσία του ανθρώπου πάνω στην υλική δημιουργία δεν είναι ούτε απόλυτη, ούτε απεριόριστη. Ο άνθρωπος είναι βασιλιάς, όχι σαν απόλυτος μονάρχης, αλλά σαν συνταγματικός. Έχει καθήκον να σεβαστεί το δώρο του Θεού.
           Με την πτώση του ο άνθρωπος συμπαρασύρει μαζί του και την κτίση. Από τότε και η κτίση «συστενάζει και συνωδίνη» μαζί του. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος και ο κόσμος δεν χωρίζονται στο σχέδιο της δημιουργίας και η πτώση του ανθρώπου που είχε σαν αποτέλεσμα τη φθορά και το θάνατο τον δικό του, επέφερε και την εξαχρείωση όλης της κτίσης. Και η φύση έκαμε τη δική της ανταρσία. Επαναστάτησε κατά του άνθρώπου, αγρίεψε «ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι… εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου … γη ει και εις γην απελεύσει» (Γεν. 3,18-19).
         Αυτή τη διαταραχθείσα σχέση Θεού και κόσμου ήλθε ν’ αποκαταστήσει ο Ιησούς Χριστός με την ενανθρώπισή του. Ο Χριστός με τον ερχομό του στη γη, λύτρωσε όχι μόνο την ανθρωπότητα, αλλά και ολόκληρο το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου. Εν Χριστώ σωτηρία σημαίνει ανάμεσα στ’ άλλα ότι ο άνθρωπος αποκτά την παλιά του θέση ως μεσολαβητής και αρχιερέας της δημιουργίας.
         Η μεγάλη σημασία της υλικής δημιουργίας φαίνεται με απλότητα σε όλες τις μεγάλες στιγμές της επίγειας ζωή του Χριστού: α) Στην ενανθρώπιση ο Κύριος έλαβε όχι μόνο ανθρώπινη ψυχή, αλλά και υλικό σώμα. το οποίο έκανε «πηγή αγιασμού». β) Με τη Βάπτισή του στον Ιορδάνη ο Κύριος πλένεται στο υλικό στοιχείο του νερού, που σημαίνει προτύπωση του μυστηρίου του βαπτίσματος, αλλά και κάθαρση και ανανέωση της υλικής δημιουργίας. γ) Στην Μεταμόρφωση βλέπομε το φυσικό σώμα του Χριστού να λάμπει από θεία δόξα. Την ίδια έμφαση στα υλικά πράγματα έδωσε ο Κύριος σε όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του.
        Ο Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, που προσέλαβε την ύλη, σκήνωσε μέσα στην ύλη και με αυτή απεργάσθηκε το μέγα μυστήριο της Θείας Οικονομίας που είναι η σωτηρία του ανθρώπου και η ανακαίνιση του κόσμου. Ο άνθρωπος σαν δημιούργημα του Θεού «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» έχει εξουσία στον κόσμο, αλλά έχει και ευθύνες. Δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τη φύση αυθαίρετα. Αν το κάνει οι συνέπειες είναι πολύ μεγάλες και τις γευόμαστε όλοι.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ




Η  ΑΓΙΑ  ΚΑΡΑ
Στην πόλη των Πατρών, έχει επιφυλαχθεί η μεγάλη δωρεά και η μοναδική τιμή από όλη την Ελλάδα να είναι μία πόλη όχι απλώς Αποστολική, δηλαδή να έχει ιδρυθεί από κάποιον Απόστολο, αλλά να έχει καθαγιασθεί από τo αίμα του Πρωτοκλήτου των Αποστόλων Αγίου Ανδρέου. Γι’ αυτό και η πόλη των Πατρών «κέκτηται ποιμένα και πολιούχον θείον».

Σύντομο Συναξάρι για τον Απόστολο Ανδρέα:
Υπήρξε ο πρώτος μαθητής από τους 12 που κλήθηκε στο Αποστολικό αξίωμα και γι’ αυτό ονομάσθηκε «Πρωτόκλητος». Αυτός και ο αδελφός του Πέτρος γεννήθηκαν στην κωμόπολη της Γαλιλαίας Βηθσαϊδά, παρά την λίμνη Γεννησαρέτ και ήταν και πατρίδα και των άλλων δύο μαθητών του Κυρίου, του Ιακώβου και του Ιωάννου.
Ο Ανδρέας ήταν αρχικά μαθητής του Προδρόμου και ακολούθησε πρώτος τον Χριστό όταν ο Πρόδρομος τους φανέρωσε ότι ο Ιησούς είναι ο «αμνός του Θεού» (Ιωάν. 1,36). Ακολούθως ο Ανδρέας γνώρισε στον Ιησού και τον αδελφό του τον Πέτρο και έγινε και αυτός μαθητής του Ιησού. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Ανδρέας είχε Ελληνικό όνομα και μαζί με τον Φίλιππο, ήσαν οι μοναδικοί από τον κύκλο των 12 μαθητών που είχαν Ελληνικά ονόματα. Για τον λόγο αυτό όταν Έλληνες θέλησαν να γνωρίσουν τον Κύριο, απευθύνθηκαν προς τον Φίλιππο και αυτός μαζί με τον Ανδρέα προσήγαγαν τους Έλληνες στον Ιησού και ο Κύριος είπε την περίφημη φράση «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου".
Μετά την Πεντηκοστή, ακολουθώντας την εντολή του Κυρίου (Ματθ. 28,19) άρχισε το ιεραποστολικό του έργο. Γνωρίζουμε ότι ο Απόστολος Ανδρέας κήρυξε σε περιοχές που ανθούσε το Ελληνικό στοιχείο. Πέρασε από την Παλαιστίνη στην Κύπρο και αποβιβάσθηκε σε μια περιοχή της Κύπρου, εκεί κοντά που σήμερα υπάρχει το μοναστήρι του στα κατεχόμενα και το οποίο τώρα τελευταίως ανέλαβε να το αναστηλώσει το Πανεπιστήμιο Πατρών.
Μετά την Κύπρο μετέβη στη Νίκαια της Βιθυνίας, στην Νικομήδεια και την Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Ακολούθως ανέβηκε και συνέχισε το ιεραποστολικό του έργο στα παράλια του Ευξείνου στις πόλεις του Ποντιακού Ελληνισμού. Σταθμοί του ήσαν η Σινώπη (όπου υπέστη φοβερό διωγμό και σώθηκε με θαυμαστό τρόπο), στην Σαμψούντα, Τραπεζούντα και ακολούθως πέρασε στην αντίπερα όχθη, στα μέρη της Σκυθίας, την σημερινή νότια Ρωσία. Οι περιοχές της Ταυρικής και πέραν του Καυκάσου φαίνεται ότι έγιναν στόχος ιεραποστολής του Αποστόλου Ανδρέου. Τοπική παράδοση σήμερα στο Κίεβο της Ουκρανίας αναφέρει ότι ο Απόστολος Ανδρέας έφθασε μέχρι εκεί για να μεταφέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου. Για τον λόγο αυτό όλοι αυτοί οι λαοί, τιμούν και ευλαβούνται τον Απόστολο Ανδρέα και έχομε γίνει μάρτυρες αυτής της τιμής όταν δύο φορές (μία στην Ρουμανία το 1996 και άλλη μία στο Κίεβο τον Αύγουστο του 2001) συνοδεύσαμε την ΑΓΙΑ ΚΑΡΑ του στα μέρη αυτά και ζήσαμε στιγμές ανεπανάληπτες.
Ακολούθως τα βήματά του οδηγούνται στα παράλια της σημερινής Ρουμανίας και Βουλγαρίας και ακολούθως καταλήγει στην μικρή τότε πολίχνη Βυζάντιο, όπου ίδρυσε την τοπική Εκκλησία και μάλιστα χειροτόνησε πρώτο επίσκοπό της τον Στάχυ. Για τον λόγο αυτό θεωρείται ιδρυτής της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, της οποίας η θρονική εορτή είναι η ημέρα της μνήμης του Αποστόλου Ανδρέου.
Μετά από το Βυζάντιο, ο Απόστολός μας ήλθε στην Θράκη, την Μακεδονία, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και κατέληξε σε μεγάλη ηλικία στη γη της Αχαΐας, την πόλη των Πατρών.
Την άφιξη του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα, βεβαιώνουν πολλές και αυθεντικές μαρτυρίες, όπως του Ιππολύτου Ρώμης, του Ιερωνύμου, του Θεοδωρήτου επισκόπου Κύρου, του Νικηφόρου Ξανθόπουλου κ.λ.π. Εκκλησιαστικές και εξωεκκλησιαστικές μαρυρίες. Στην Πάτρα και γενικά στην Αχαΐα έκανε πλείστα θαύματα και ιάσεις, και πάρα πολλοί κάτοικοι έγιναν χριστιανοί και βαπτίσθηκαν. Ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς των Πατρών εξέχουσα θέση κατέχει η γυναίκα του Ρωμαίου ανθυπάτου Αιγεάτου Μαξιμίλλα και ο αδελφός του Στρατοκλής, ο οποίος αργότερα όταν ο Απόστολος Ανδρέας ήταν στην φυλακή, τον χειροτόνησε Α΄ επίσκοπο Πατρών.
Ο Αιγεάτης, μετά την επιμονή της γυναίκας του στη νέα πίστη (την θεράπευσε ο άγιος από ανίατη ασθένεια), οργίσθηκε και διέταξε την σύλληψη του Αποστόλου, τον βασανισμό του και τελικά την θανατική του καταδίκη επάνω σε σταυρό σχήματος × κάτω από τους κλώνους ελιάς «παρά το χείλος της θαλασσίας ψάμμου» εκεί όπου σήμερα ευρίσκεται ο παλαιός Ιερός Ναός, δίπλα από το ιερό της Δήμητρας και την πηγή όπου ο Απόστολος Ανδρέας συνήθιζε να κηρύττει. Επικρατέστερη χρονολογία για το μαρτύριο είναι το 66 μ.Χ. επί Νέρωνος. Το σώμα του Αγίου Ανδρέου μετά το θάνατό του το ενεταφίασαν με τιμές ο Στρατοκλής, η Μαξιμίλλα και άλλοι μαθητές του κοντά στον τόπο όπου σταυρώθηκε. Μετά τον θάνατο του αγίου Ανδρέου, ο Αιγεάτης πηγαίνοντας με το άλογό του, έπεσε από αυτό και σκοτώθηκε στο λόφο των υψηλών αλωνίων.
Ιστορία των λειψάνων του Αποστόλου Ανδρέου:
Μέχρι τον 4ο αιώνα το λείψανο του Αγίου βρισκόταν ακέραιο στην Πάτρα. Ζητήθηκε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν αυτή έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος γιος του Μ. Κωνσταντίνου, ανέθεσε στον αξιωματικό του και κατόπιν μάρτυρα της πίστεώς μας Άγιο Αρτέμιο να μεταφέρει στην Πόλη το λείψανο του Αγίου Ανδρέου από την Πάτρα και του Ευαγγελιστού Λουκά από τη Θήβα. Η μεταφορά έγινε το 353 ή πιθανότερα το 357 και εναπετέθη στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες, ο Μ. Κων/νος έκτισε το ναό των Αγίων Αποστόλων και κατασκεύασε 12 λάρνακες (θήκες), εις μνήμην των 12 Αποστόλων και σιγά – σιγά να συγκεντρώσει και να εναποθέσει εκεί τα λείψανά τους.
Η Κάρα του Αγίου Ανδρέου ή τότε παρέμεινε στην Πάτρα, ή αργότερα τον 9ο αιώνα όταν αυτοκράτορας έγινε ο Βασίλειος ο Α΄ ο Μακεδών (867-886), δώρισε πίσω στην Πάτρα την Κάρα του Αγίου, κατόπιν μεσιτείας της Πατρινής αρχόντισσας Δανιηλίδος. Γεγονός πάντως είναι ότι η Κάρα από τον 9ο αιώνα ήταν στην Πάτρα, στον παράκτιο ναό του Αποστόλου.
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Βασίλειος ο Α΄πριν γίνει αυτοκράτορας, είχε επισκεφθεί την Πάτρα ως αξιωματούχος, στο Ναό του Αγίου Ανδρέου όταν πήγε να προσκηνύσει ένας γέροντας μοναχός με διορατικό χάρισμα, προέβλεψε ότι όταν θα γυρίσει στην Πόλη θα λάβει το μεγαλύτερο αξίωμα, δηλαδή το αυτοκρατορικό. Ίσως και αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για την επιστροφή της Κάρας του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα.
Στην Κων/πολη, μετά την κατάληψή της από τους Φράγκους το 1204, μετά την μεγαλύτερη λεηλασία που γνώρισε ποτέ χριστιανική πόλη από δήθεν χριστιανούς, μαζί με τους άλλους θησαυρούς, αρπάχτηκαν και τα λείψανα του Αποστόλου Ανδρέου, από τον Καρδινάλιο Πέτρο εκ Καπύης και μεταφέρθηκαν στην Γαέτα της Ιταλίας και στη συνέχεια στην πόλη Αμάλφη το έτος 1208 μ.Χ., όπως μαρτυρεί ο από την Αμάλγη διάκονος Ματθαίος.
Η Αγία Κάρα του Αποστόλου παρέμεινε στην Πάτρα μέχρι το 1460, οπότε ερχόμενοι οριστικά οι Τούρκοι στην Πάτρα, ο τελευταίος Δεσπότης του Μορέως, Θωμάς ο Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου ηρωικού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, την μετέφερε στη Δύση και δύο χρόνια αργότερα το 1462, παρεδόθη στον Πάπα Πίο τον Β΄ και τοποθετήθηκε στο ναό του αδελφού του, Αγίου Πέτρου της Ρώμης.
Επιστροφή της Αγ. Κάρας 26-04-1964
Από το 1962, η Ιερά Μητρόπολις Πατρών Και ο Δήμος Πατρέων, κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να πεισθεί η Ρώμη και να επιστρέψει την Αγία Κάρα στον τόπο του μαρτυρίου του. Οι προσπάθειες τελεσφόρησαν και με την βοήθεια και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, την 26η Σεπτεμβρίου του 1964, η Κάρα του Αγίου Ανδρέου, μετά από 504 χρόνια ξαναγύρισε στην Πάτρα, επί Μητροπολίτου Πατρών Κωνσταντίνου, μέσα σε ρίγη συγκινήσεως και Παλλαϊκής υποδοχής από τους κατοίκους όχι μόνο των Πατρών, αλλά και όλης της Αχαΐας. Σήμερα η Κάρα του Αποστόλου Ανδρέου φυλάσσεται σε νέα αργυρή εκλκλησιόσχημη λειψανοθήκη στον Νέο Ιερό Ναό.
Εκτός από την Αγία Κάρα, στον Παλαιό ναό του Αγίου Ανδρέου φυλάσσεται ένα μικρό τεμάχιο δακτύλου του Αγίου, δωρηθέντος το 1847 στον ναό από τον Ρώσο αυλικό Μουράβιεφ, ο οποίος το είχε αποκτήσει κατά την επίσκεψή του στη σκήτη του Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους.
Ο Παλαιός Ιερός ναός
ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΝΑΟΙ
Α. ΠΑΛΑΙΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ:Στη θέση όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρχε ναός προς τιμή του Αγίου. Ο ναός κτίσθηκε στο χώρο όπου υπήρχε το ιερό της Δήμητρας και δίπλα υπήρχε πηγή (μέχρι και σήμερα) που ονομαζόταν «πηγάδι του Αγίου Ανδρέου».
Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, ο ναός, όπως και όλη η Ελλάδα, περιήλθε στους Φράγκους. Ήταν Μητροπολιτικός και οχυρωμένος στις τέσσαρες γωνίες με πύργους για την απόκρουση των πειρατών αλλά και διαφόρων άλλων επιδρομέων. Την εποχή των Παλαιολόγων ο ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους. Κατά την επανάσταση του Ορλώφ, το 1770, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε από τους Τουρκαλβανούς. Μάλιστα οι Τούρκοι σε όλη την υπόλοιπη περίοδο μέχρι την επανάσταση του 1821 δεν επέτρεψαν την ανοικοδόμησή του με σουλτανικό φιρμάνι για τιμωρία ώστε να μην επαναστατήσουν πάλι.

Το 1836, με πρωτοβουλία 148 Πατρινών, επί βασιλείας του Όθωνος, άρχισε η ανέγερση του Ναού του Αγίου Ανδρέου και τελείωσε το έτος 1843. Ο Ναός εσωτερικά είναι περίφημη τρίκλιτη βασιλική, έργο του αρχιτέκτονα Λυσάνδρου Καυτάτζογλου. Είναι αγιογραφημένος με περίτεχνες και σπάνιες αγιογραφίες της Επτανησιακής Σχολής, οι περισσότερες είναι έργο του μεγάλου Κωνσταντινουπολίτη αγιογράφου και συγγραφέα Δ. Βυζάντιου. Το τέμπλο είναι έργο του 1885.
   Πρώτο σχέδιο Ν.Ναού Αιμιλίου Ρομπέρ

Β. Ο ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ: Οι κάτοικοι των Πατρών από ευλάβεια και ευγνωμοσύνη στον προστάτη και Πολιούχο τους, επιθυμούσαν την ανέγερση μεγαλοπρεπούς Ναού. Το έτος 1902, προκηρύχθηκε διεθνής διαγωνισμός για την εκπόνηση του αρχιτεκτονικού σχεδίου. Τα σχέδια υποβλήθηκαν στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βερολίνου, η οποία πρόκρινε το σχέδιο του Γάλλου αρχιτέκτονα Ρομπέρ. Ο νέος Ναός θεμελιώθηκε την 1 Ιουνίου του 1908 από τον βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄. Η ανοικοδόμηση του Ναού άρχισε με αργούς ρυθμούς, αφ’ ενός μεν λόγω του ότι πολλοί διαφωνούσαν με το σχέδιο, γιατί ήταν επηρεασμένο από τη Δυτική παράδοση, και αφ’ ετέρου λόγω του ότι οι πόλεμοι που επακολούθησαν συνετέλεσαν ώστε τα οικονομικά για ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα να είναι περιορισμένα. Η ανύψωση του κεντρικού τρούλου άρχισε το 1934. Το έτος 1955 με νόμο της πολιτείας θεσπίσθηκε ειδικό τέλος στο ρεύμα για τους κατοίκους των Πατρών και έτσι δόθηκε η δυνατότητα συνεχίσεως του έργου. Την συνέχιση του έργου ανέλαβε ο Έλληνας αρχιτέκτονας – ναοδόμος Γεώργιος Νομικός που προσάρμοσε το αρχικό σχέδιο στη Βυζαντινή Ελληνική παράδοση.
Ο Ναός εγκαινιάσθηκε επίσημα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974, δέκα ακριβώς χρόνια μετά την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ, πολλών Ιεραρχών και εκπροσώπων όλων των Πατριαρχείων. Περίφημα είναι τα ψηφιδωτά που έχουν κατασκευασθεί μέχρι σήμερα και με πρωτότυπα θέματα, όπως το ψηφιδωτό πάνω από τις τρεις καμάρες του νοτίου, δυτικού και βορείου κλίτους. Το θέμα είναι ενιαίο και είναι ειλημμένο από τον προοιμιακού ψαλμού.
Ο κεντρικός πολυέλαιος είναι ξυλόγλυπτος, πραγματικό αριστούργημα. Το δάπεδο είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο, με θαυμάσιες παραστάσεις. Οι αγιογραφίες του ναού είναι έργο του αγιογράφου Ι. Καρούσου. Είναι ο μεγαλύτερος ναός της Ελλάδος περίπου 2.000 τ.μ. και μαζί με τους γυναικωνίτες χωράει 8.000 περίπου άτομα.
Επίσης ο προσκυνητής μπορεί να θαυμάσει τον θαυμάσιο βαρύ ασημένιο επιτάφιο που βρίσκεται στο βόρειο κλίτος.
Το Πηγάδι του Αγίου Ανδρέου
 ΤΟ ΑΓΙΑΣΜΑ ή ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΑΝΔΡΕΑ: Δεξιά όπως μπαίνομε στον παλαιό Ιερό Ναό, υπάρχει πηγή σε θολωτό σπήλαιο, στην οποία κατεβαίνει κανείς με 11 σκαλοπάτια. Η πηγή είναι πάρα πολύ παλιά και ήταν μέρος του μαντείου της Δήμητρας. Αυτό υπενθυμίζει και η επιγραφή που βρίσκεται χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα:
«Νημερτές το δ’ ύδωρ/ Δημήτερος ήν ποτέ νούσοις.
Το πηγάδι του Αγ. Ανδρέου

Ένθα παγείς ξύλω Ανδρέας/ Πάτρας αμφιβέβηκεν».(Ιαματικό είναι τούτο το νερό, που κάποτε της θεάς Δήμητρας ήταν, όπου ο Ανδρέας σε ξύλο προσηλώθηκε και προστατεύει την Πάτρα). Το επίγραμμα αυτό αποδίδεται στον Αρχιεπίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό. Δεν αποκλείεται όμως να είναι και παλαιότερο. Σήμερα η πηγή είναι αγίασμα και προσφέρεται σε βοήθεια αυτών που την ζητούν και επιτελεί με τη δύναμη του Αποστόλου Ανδρέου πολλά θαύματα.



 ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΣΚΩΤΙΑ.
Η Αγία Κάρα
Παλιά παράδοση προερχομένη από τη Δύση κάνει λόγο για μεταφορά των Ιερών Λειψάνων τουνΑποστόλου Ανδρέου στην Σκωτία. Για την μεταφορά αυτή υπάρχουν διάφορες παραδόσεις. Άλλοι την τοποθετούν στα χρόνια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου του Μικρού (408 -450), άλλοι τον 4ο αιώνα όταν μεταφέρθηκαν τα λείψανα του Αποστόλου στην Κων/πολη και άλλοι τον 9ο αιώνα. Κατά την αφήγηση Σκωτικού χρονικού (του χρονογράφου Ιωάννου Fordum), όταν επρόκειτο να μεταφερθεί το Ιερό Λείψανο στην Κων/πολη από την Πάτρα, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον ύπνο μοναχού, ή κατ' άλλους στον επίσκοπο Ρέγουλο και του παρήγγειλε να αφαιρέσει από τα ιερά λείψανα τρία δάκτυλα από τό δεξιό χέρι, την ωμοπλάτη, ένα δόντι και μία επιγονατίδα. Με νέα εντολή του αγγέλου, ο Ρέγουλος με τα ιερά λείψανα επιβιβάσθηκε σε πλοίο με άγνωστη κατεύθυνση. Το πλοίο ναυάγησε και διασώθηκε ο Ρέγουλος με τα ιερά λείψανα σε λιμάνι της Σκωτίας με το όνομα τότε MUROS. Η πόλη αυτή αργότερα, περί το 568 έγινε πρωτεύουσα των Σκώτων και ονομάσθηκε Ανδρεόπολις. Ο ιστορικός των Πατρών Θωμόπουλος, τοποθετεί την πόλη αυτή στην κομητεία Φάϊθ, η οποία έχει Πανεπιστήμιο από το 1411 και σώζεται στην παραλία της ο πανάρχαιος πύργος του αγίου Ρέγουλου και η αρχαία Εκκλησία. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι στην Σκωτία υπάρχει ιπποτικό τάγμα του Αγίου Ανδρέου από το έτος 787 μ.Χ. Το έτος αυτό οι Σκώτοι, υπό την ηγεσία του βασιλιά τους Ούγου του καταγομένου από την Αχαΐα, νίκησαν τους Σάξωνες και την νίκη αυτή απέδωσαν στην βοήθεια του Αγίου Ανδρέου και αφιέρωσαν την σημαία τους στον Άγιο Ανδρέα. Από τότε η σημαία των Σκώτων φέρει το Χ , τον σταυρό του αγίου Ανδρέου και μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία, συμπεριελήφθη και στην Αγγλική σημαία μέχρι σήμερα.
Ο Σταυρός του μαρτυρίου του Αγ. Ανδρέου
Πάντως η μεταφορά λειψάνων του Αποστόλου Ανδρέου στην Σκωτία από τους ιστορικούς φαίνεται απίθανη. Η τιμή που αποδίδεται στον Απόστολο Ανδρέα από τους Σκώτους προήλθε από την επίδραση της Ρώμης. Στον ιερό Αυγουστίνο, πολλοί από τους νεώτερους ιστορικούς, αποδίδουν την δημοτικότητα του Αποστόλου Ανδρέου γενικά στους Άγγλους και την ίδρυση κατά τον 11ο αιώνα περί τους 800 ναούς επ' ονόματί του (analecta Bolladiana, t. 48, σελ. 36).
Από την εορτή του Αγίου Ανδρέου


Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΣΟΦΙΑ


Όλων τα γόνατα κόβονται όταν αντικρίζουν την Αγία Σοφία. Ξεναγείς, ανεβαίνεις, φορτίζεσαι. Αρχιτεκτονική, ιστορία, εκκλησία, μάρμαρα, σελίδες δόξης, εύκλείας, σελίδες βανδαλισμών, πόνου, δακρύων. Μισοτελειωμένη λειτουργία, ψηφιδωτά απαράμιλλα, περασμένα μεγαλεία. Παιχνίδια ευτράπελα της ιστορίας, ηζωηρά Ζωή, η Αυγούστα που άλλαξε στα ψηφιδωτά του γυναικωνίτη το πρόσωπο του πρώτου άντρα της Ρωμανού του Αργυρού με το πρόσωπο του τρίτου συζύγου της Κωνσταντίνου του Μονομάχου και έτσι τώρα βλέπουμε άλλο σώμα και άλλο κεφάλι. Όλα μαζί τραγικά και ένδοξα, άδοξα και κωμικά, χιλίων εξακοσίων χρόνων ιστορία. Μορφές Ιερές, του Κυρίου, της Θεοτόκου, του Προδρόμου υπερκάλως ιστορηθείσαι.
Αρχιμανδρίτης π. Δοσίθεος
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Είναι η πιο σπουδαία εκκλησία που έγινε στην Κωνσταντινούπολη από τους Βυζαντινούς. Το πρώτο οικοδόμημα χτίστηκε μεταξύ των 325 - 360. Ο αυτοκράτορας Κωνστα­ντίνος άρχισε τις εργασίες και ο γιος του Κωνστάντιος (337-361) τις ολοκλήρωσε. Ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης και του παλατιού, την ονόμαζαν επίσης Μεγάλη Εκκλησία. Μετά τον 5ο αιώνα, πήρε το όνομα Αγία Σοφία και το διατή­ρησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Από τους Τούρκους έγινε τζαμί και ονομάστηκε «Αγιασόφια».
Υποθέτουν ότι ο πρώτος ναός ήταν μία βασιλική από πέτρα, με ξύλινη στέγη. Γνωρίζουμε ότι μία μεγαλειώδης τελετή συνόδεψε τα εγκαίνια στις 30 Οκτωβρίου του 360. Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, μη μπορώντας να ανεχτεί τις επιθέσεις εναντίον της αυτοκράτειρας, εξόρισε τον Αρχιεπίσκο­πο της Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Χρυσόστομο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη λαϊκή οργή και το πλήθος να πυρπολήσει αυτό το πρώτο κτίσμα στις 20 Ιουνίου του 404. Ο Θεοδόσιος ο 2ος (408 - 450), ανάθεσε στον αρχιτέκτονα Ρουφίνο την επιμέλεια της αναστήλωσης της εκκλησίας, ο οποίος υιοθέτησε πάλι το ρυθμό της βασιλικής. Η εκκλησία λειτούργησε πάλι στις 8 Οκτωβρίου του 415. Κάηκε για δεύτερη φορά στις 13 Ιανουαρίου του 532, κατά τη διάρκεια των συμπλοκών της στάσης του «Νίκα».
Μπορούμε ακόμη και σήμερα να διακρίνουμε ίχνη μπροστά στο δυτικό τοίχο της Αγίας Σοφίας, ίχνη που βγήκαν στο φως με τις ανασκαφές που έγιναν το 1935. Μέσα σ' ένα χαντάκι βάθους 2 μέτρων, μπορούμε να διακρίνουμε ένα πρόστυλο, στο οποίο μας οδηγεί μία σκάλα με πέντε σκαλοπά­τια μαρμάρινα, που επικοινωνεί από τρεις πόρτες με το νάρθηκα. Τα ευρήματα επιτρέπουν να υπολογιστεί ότι το κτίσμα είχε 60 μέτρα φάρδος. Οι ανασκαφές δεν συνεχίστηκαν προς τα ανατολικά, από φόβο μήπως προκληθεί ζημιά στα θεμέ­λια της Αγίας Σοφίας. Γι' αυτό, αγνοούμε το μήκος που θα είχε ο ναός αυτός.
Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός θέλησε να ξαναχτίσει την καμένη εκκλησία, με την επιθυμία, η νέα οικοδομή να είναι η μεγαλύτερη και η ωραιότερη που είχε γίνει μέχρι τότε. Ανέθεσε αμέσως στους πιο διάσημους αρχιτέκτονες της εποχής, στον Ανθέμιο από τις Τράλλεις καΐ στον Ισίδωρο από τη Μίλητο, να διευθύνουν το έργο, έτσι ώστε οι εργασίες να αρχίσουν μόλις 39 μέρες μετά την πυρκαγιά. Ύστερα από τις πολύπαθες εμπειρίες του παρελθόντος, δεν χρησιμοποίησαν το ξύλο σαν υλικό κατασκευής. Έφεραν από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας πολύτιμα μάρμαρα. Πολλές από τις κολόνες του εσωτερικού, προέρχονται από ναούς αρχαίους, όπως του Μπάαλμπεκ της Συρίας, της Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου, της Εφέσου και των Δελφών. Λευκά μάρμα­ρα από την Προκόνησο, πράσινα από τη Θεσσαλία, χρυσαφιά από τη Λιβύη, κοκ­κινωπά από τη Φρυγία, κοκκαλί από την Καππαδοκία, χρησιμοποιήθηκαν για τις υπόλοιπες κολόνες, τα κιονόκρανα και τις επενδύσεις των τοίχων. Για τον τρούλο χρησιμοποίησαν τούβλα, όπως επίσης και για τα τόξα και τους τοίχους. Στο έργο δούλεψαν 1.000 μαστόροι και 10.000 εργάτες και διάρκεσε πέντε χρόνια. Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου 537. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έφθασε μέσα σε άμαξα. Τον υποδέχθηκε στην είσοδο του ναού ο Πατριάρχης Μηνάς και σύμφωνα με το πρωτόκολλο, μπήκαν μαζί στην εκκλησία. Ο Αυτοκράτορας ένοιωσε υπερηφάνεια και έκσταση, κατευθύνθηκε προς το Ιερό και διηγούνται ότι αφού προσευχήθηκε στο θεό που τον αξίωσε να πραγματοποιήσει αυτό το με­γάλο έργο, φώναξε «Νενίκηκά σε Σολομών».
Δεν υπολογίζονται προσθήκες και επιδιορθώσεις που έγιναν ανά τους αιώνες, έδωσαν όμως στην Αγία Σοφία, μία όψη διαφο­ρετική από αυτήν που είχε εκείνη η αρχική Βασιλική. Ο τρούλος της εκκλησίας κατέρρευσε πολλές φορές εξαιτίας των σεισμών, όπως το 558, όπου μέρος του γκρεμίστηκε. Ξαναχτίστηκε από τον Ισίδωρο το Νεώτερο, ο οποίος υψώνοντας τον κατά 6,25 μέτρα, παρέδωσε στο εκ­κλησίασμα το ναό το 562. Το οικοδόμημα, με τις αλλεπάλληλες επισκευές, έχασε την απαραίτητη στατική ισορροπία του. Οι συχνοί σεισμοί προκαλούσαν ζημιές, και οι επεμβάσεις αναγκαστικά αύξαναν. Το 1204, οι Φράγκοι που ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την 4η Σταυροφορία, κατέστρεψαν και λεηλάτη­σαν την Αγία Σοφία, λες και ο ναός ανήκε σε άλλο θρησκευτικό δόγμα. Οι στρατιώτες αφαιρούσαν κομμάτια επιχρυσωμένου ασημιού, ασημένιους και χρυσούς σταυρούς και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Οι ιερείς τους λαφυραγώγησαν τα σκεύη λατρείας. Έτσι, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι τις μεγαλύτερες ζημιές στην Αγία Σοφία, τις προκάλεσαν οι Σταυροφόροι.
Το 1261, όταν οι Παλαιολόγοι ξαναπήραν την πόλη, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο 8ος (1261-1282), ανάθεσε την επισκευή της βασιλικής σε αρχιτέκτονα που ήταν επίσης και μοναχός. Οι αντηρίδες της δυτικής όψης έγιναν τότε. Επί Ανδρόνικου του 2ου (1317), ο όγκος του τρούλου προκάλεσε απόκλιση στους εξωτερικούς βορεινούς και νότιους τοίχους, τους οποίους ενίσχυσαν με πυραμιδοειδή στηρίγματα. Το 1453, όταν ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 2ος ο Πορθητής κατέλαβε στην πόλη εκεί στην Αγία Σοφία έκανε την πρώτη προσευχή του και διάταξε να μετατραπεί ο ναός σε τζαμί. Πρόσθεσαν τότε ένα «Μιχράμπ» (Ιερό) προσανατολισμένο στη Μέκκα μέσα στην ανατολική Ιερή Κόγχη και κατασκεύασαν έναν ξύλινο μιναρέ σε ένα μικρό τρούλο, στα δυτικά.
Αργότερα, επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520 -1566), τα ψηφιδωτά σκεπάστηκαν με σοβά. Επί Φατίχ επίσης, ο ναός δέχθηκε επισκευές και προσθήκες, όπως ένας μιναρές από τούβλα στα νοτιοανατολικά και μία αντηρίδα στ' ανατολικά. Ο Μπεγιαζίτ ο 2ος (1481 - 1512), ύψωσε ένα λεπτό μιναρέ στα βορειανατολικά. Οι δύο μεγάλοι μιναρέδες στα δυτικά, έγιναν επί Σελίμ του 2ου (1566-1574) και τους έχτισε ο μεγάλος Σινάν.
Οι Οθωμανοί σουλτάνοι πλούτισαν το κτίριο με έργα ισλαμικής τέχνης. Ο Μουράτ ο 3ος (1574-1595), κατασκεύασε τον άμβωνα του «μουεζζίν» (ιεροψάλτη) αξιόλογο για τη λεπτοδουλειά στο μάρμαρο. Δύο μαρμάρινες υδρίες, ελληνιστικής επο­χής, που προέρχονταν από την Πέργαμο, τοποθετήθηκαν δεξιά και αριστερά της εισόδου. Τις πρόσθεσαν και από μία βρύση και τις χρησιμοποιούσαν σαν κρή­νες καθαρμού. Τους δύο μεγάλους κηροστάτες, που βρίσκονται πλάι στο «Μιχράμπ» (Ιερό), τους έφερε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής από τη Βουδαπέστη, ύστερα από την εκστρατεία του κατά της Ουγγαρίας. Το μαρμάρινο «Μιμπέρ» (άμβωνας) και η μαρμάρινη εξέδρα του ιεροκήρυκα, αριστερά κάτω από τον κε­ντρικό τρούλο, έγιναν επί Μουράτ του 4ου (1625 - 1640).
Νότια του Ιερού, η βιβλιοθήκη με 30.000 τόμους, διακοσμημένη με φαγιάνς της Νίκαιας, το συντριβάνι μέσα στην αυλή, ένα από τα πιο ωραία παρα­δείγματα της τουρκικής αρχιτεκτονικής, η Αίθουσα του Ρολογιού και η Σχολή Εφήβων, έγιναν επί Μαχμούτ του 1ου. Στον ανατολικό χώρο του κήπου, υψώ­νονται τέσσερα μαυσωλεία, που φυλάσσουν τα λείψανα πολλών Οθωμανών Σουλτάνων. Διακρίνουμε επίσης το πα­λαιό Βαπτιστήριο, που είχε μετατραπεί σε μαυσωλείο «τουρμπέ».
Στο σουλτάνο Αμπντουλμετζίτ (1823-1861) οφείλονται τα μεγαλύτερα έργα ανόρθωσης που έγιναν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αρχιτέκτονα τον Ελ­βετό Γκασπάρ Φοσσάτι, τα έργα διάρκεσαν δύο χρόνια. Ο τρούλος ενισχύθηκε από ένα διπλό σιδε­ρένιο στεφάνι. Οι μολυβένιες στέγες ανανεώθηκαν, οι κολόνες που έγερναν, διορ­θώθηκαν. Κάλυψαν τα ψηφιδωτά και επισκεύασαν τα καταστραμμένα σημεία. Κατόπι, επικάλυψαν καλλίτερα όλες τις παραστάσεις που είχαν αγίους και σταυ­ρούς. Το θεωρείο του σουλτάνου που υπάρχει σήμερα, είναι έργο του Φοσσάτι. Τα καλλιγραφικά έργα του Ιζζέτ Εφέντη και οι αραβικές επιγραφές των τεράστιων κυκλικών μενταγιόν (7,5 μ. διάμετρος) που κρέμονται στους τοίχους, έγιναν τότε. Οι στοίχοι του Κορανίου, που καλύ­πτουν όλο τον κεντρικό τρούλο, είναι επίσης έργα του ιδίου. Στις 24 Οκτωβρίου 1934, ο Ατατούρκ διάταξε η Αγία Σοφία να γίνει μουσείο.
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Η είσοδος της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στα δυτικά, μία πόρτα οδηγεί στον εξωνάρθηκα. Από εκεί, πέντε πόρτες μας οδηγούν στο νάρθηκα. Αξιοσημείωτα εί­ναι τα χρωματιστά μάρμαρα που καλύπτουν τους τοίχους. Από το νάρθηκα (11x60μ.), περνάμε στον κυρίως ναό, από εννέα πόρτες, από τις οποίες οι τρεις μεσαίες είναι αυτοκρατορικές και έχουν από πάνω ψηφιδωτό, του 9ου αιώνα. Διακρίνεται ο Ιησούς, καθισμένος σε θρόνο, να ευλογεί με το δεξί ενώ στο αριστερό χέρι κρατά το Ευαγγέλιο, στα γόνατα του.
Η Παρθένος και ο άγγελος Γαβριήλ αναπαρίστανται μέσα σε δύο κύκλους, ενώ ο Λέων ο 6ος (886 - 912) είναι μπροστά Του γονατιστός. Η επιφάνεια της εκκλησίας μαζί με το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα, είναι 7.570μ2. Είναι η τέταρτη σε μέγεθος στον κόσμο. Όχι εντελώς ημισφαιρικός ο κε­ντρικός τρούλος που κυριαρχεί στο εσωτερικό, έχει 55.60 μέτρα ύψος και διάμετρο μεταξύ 30.80μ. με 31.88μ. Ακουμπά σε τέσσερις γιγάντιους πεσσούς, που τους λένε «πόδια του ελέφαντα». Το μεσοδιάστημα καλύπτεται από τέσσερα λοφία. Το τύμπανο του τρούλου φέρει 40 παράθυρα, που φωτίζουν το κεντρικό κλίτος. Έργα του 10ου αιώνα θεωρούνται τα Χερουβείμ που κοσμούν τα τέσσερα λοφία και είναι τα μοναδικά βυζαντινά έργα που έχουν διασωθεί από τον τρούλο. Μέσα στην Κόγχη, το ψηφιδωτό παριστά την Παρθένο σ' ένα θρόνο να κρατά στα γόνατα τον Ιησού, σύμβολο ιδεώδους κάλλους. Χρονολογείται από τον 9ο αιώνα.
Πάνω στο βορεινό τοίχο, υπάρχουν τα ψηφιδωτά τριών αγίων που βρίσκονται μέσα στις θολωτές κόγχες, σε θέση μετωπική με χρυσό φόντο. Είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Ιωάννης - Χρυσόστομος, ο επίσκοπος Ατταλείας Ιγνάτιος και ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος. Μέσα στο βόρειο κλίτος βρίσκεται η περίφημη μαρμάρινη κολόνα που ιδρώνει. Υγραίνεται από μία στέρνα που υπάρχει εκεί από κάτω. Αν βάλουμε το δάχτυλο μας σ' ένα βαθούλωμα σκαμ­μένο στην κολόνα, που είναι στο τμήμα αυτό καλυμμένη από μπρούντζινες προστατευτικές πλάκες, θα αισθανθούμε υγρασία. Από τα βυζαντινά χρόνια, είχε θεωρηθεί θαυματουργή. Στο νότιο τμήμα του κεντρικού κλίτους, φαίνεται στο δάπεδο ένα μέρος μωσαϊκού από διαφόρων χρωμάτων μάρμαρα, που θεωρείται ως ο βυζαντινός Ομφαλός (ή κέντρο του κόσμου), όπου εκεί γινόταν η τελετή της στέψεως των Αυτοκρατόρων. Εκτός της Ιερής Κόγχης, η εκκλησία έχει και στις τρεις πλευρές πλάγια κλίτη, των οποίων οι θόλοι είναι πλούσια διακοσμημένοι και στους τοίχους υπάρχουν μερι­κά ψηφιδωτά μεγάλης αξίας. Στο νότιο υπερώο, το ψηφιδωτό της Δεήσεως είναι μερικά διατηρημένο και χρονολογείται από το 12ο αιώνα. Έχει γίνει από πολύ μικρές ψηφίδες και είναι εξαίρετης τεχνικής. Μέσα σε χρυσό φόντο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στην Παρθένο και τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή. Απέναντι από τη Δέηση, στη βάση του τοίχου, υπάρχει μια ταφόπετρα με χρονολογία 1205. Είναι ο τάφος του Ερρίκου Ντάντολο, δόγη της Βενετίας. Αν προχωρήσουμε λίγο στο υπερώο, προς την πλευρά του Ιερού, θα δούμε δύο υπέροχα ψηφιδωτά. Στα αριστερά, στο ψηφιδωτό του 11ου αιώνα, ο Χριστός εικονίζεται ανάμεσα στην αυτοκράτειρα Ζωή και τον τρίτο της σύζυγο, τον αυτο­κράτορα Κωνσταντίνο 9ο το Μονομάχο (1042 - 1054). Στα δεξιά, στο ψηφιδωτό του 12ου αιώνα, διακρίνουμε την Παρθένο με τον Ιησού βρέφος, ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό 2ο τον Πορφυρογέννητο (1118 - 1143) στα δεξιά Της και τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας. Δεξιά, στο στενό σημείο του τοίχου, ο γιος τους Αλέξης, του οποίου το πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται από υγεία. Γνωρίζουμε ότι πέθανε σε ηλικία 20 χρόνων. Από εδώ μπορούμε να θαυμάσουμε το ψηφιδωτό με την Παρθέ­νο, που διακοσμεί την Ιερή Κόγχη. Κατεβαίνουμε από το υπερώο, φτάνουμε στην έξοδο στα νότια του νάρθηκα και παρατηρούμε την τεράστια μπρούντζινη πόρτα, που προέρχεται από έναν ελληνι­στικό ναό στην Ταρσό. Πάνω από αυτήν την πόρτα, ένα ψηφιδωτό παρουσιάζει την Παρθένο Μαρία σε θρόνο με το Βρέφος. Στα δεξιά, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο 1ος Της αφιερώνει συμβολικά την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ιουστινιανός αριστερά, Της προσφέρει, επί­σης συμβολικά, την Αγία Σοφία.
Η διαδικασία της τεχνικής των ψηφιδωτών με το χρυσό, ήταν η ακόλουθη: Κολλούσαν φύλλα χρυσού πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυ­σό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του γυαλιού.