Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

ΗΤΑΝ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΡΑΤΟΣ ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΟ;

 



ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική

Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα όποια μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος:

1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας.
3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς.
4) Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ' αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά.

1)                  Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας στη Δύση.

    2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστιανός. Σ' αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις όποιες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική σύνθεση ήταν μία πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του αρχαίου Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως άνηκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι, όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση πού δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης).

    3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία πού χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην Παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της.

Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κ.λπ.). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1.000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο άντικληρικαλιστικό πνεύμα το όποιο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή ή αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι' αυτό, άλλωστε, και άντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας[1].

        4) Σε ό,τι άφορα την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά πού είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, ή Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ' αυτά τα σχολεία, και, απ' ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση[2]. Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της Εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση πού μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αύτη την οποία παρείχαν τα μοναστήρια.

     Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» ή εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον όποιον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη[3]. Ό Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα απέξω[4]. Ή Άννα Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξι φορές στίχους του Όμηρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο...»[5]. Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα πού χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν υστέρα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά[6].

Πανεπιστήμιο Μαγναύρας

Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ' όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα πού δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β', το 425),οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους[7]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας(!), αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων[8]

Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα πού εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι ή μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου».

Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση πού έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι πού οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα.
Υπάρχουν και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς προς εξέταση κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινή» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.

 

Μαθητές και Φιλόσοφοι


Υποσημειώσεις
1) Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο μοναδικά αντικληρικαλιστικά ρεύματα πού εμφανίστηκαν στην Ελλάδα είναι απλές «μεταφράσεις» δυτικών ρευμάτων, χωρίς καμιά επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Το ένα είναι ο φιλελεύθερος διαφωτισμός όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το άλλο ο μαρξισμός. Ο πρώτος είναι τόσο ξεκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μιλάει για «τάγματα» ιερέων και αρχιμανδριτών, θεσμό άγνωστο στον τόπο μας (αλλά πολύ διαδεδομένο στη Δύση...). Ο κορυφαίος ερευνητής (και ενθουσιώδης υπέρμαχος) του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κ. Θ. Δημαράς, δέχεται ότι «πρέπει να μην αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για συγγραφέα στερημένο από ελληνική σχολική εκπαίδευση» (βλ. Κ. Θ. Δημαράς, 1977,σ. 48). Από την άλλη, ο μαρξισμός, με τα δύσκαμπτα ιδεολογικά σχήματα πού βασίζονταν αποκλειστικά στη δυτική εμπειρία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις συνεχείς «δυσκολίες» πού συναντούσε στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας καταφεύγοντας στην «ιδεολογική σύγχυση της ελληνικής άρχουσας τάξης» ή στην «εσφαλμένη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης». Θα χρειαζόταν ασφαλώς μια πληρέστερη μελέτη σχετικά με την παντελή άγνοια της ελληνικής Ιδιαιτερότητας από αυτά τα δυο ρεύματα.
2 Βλ. Buckler,σ. 309.


3 οπ. παρ., σ. 295.

4 Βλ.Ράνσιμαν (1979),σ. 250.

5 οπ. παρ., σ. 250.

6 Βλ. Γιαννακόπουλος (1966),σ. 54.

7 Βλ. Buckler (1986),σ. 310.

8 Βλ. Lemerle (1983), σ. 89-90.



ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ

Πηγή: Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική

 

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Ένα βυζαντινό νοσοκομείο του 12ου αιώνα : Η ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η οργανωμένη κοινωνική πρόνοια του Βυζαντίου κατασκεύασε φιλανθρωπικά ιδρύματα τα οποία πρώτη φορά είδε ο κόσμος
Ένα βυζαντινό νοσοκομείο του 12ου αιώνα : Η μονή Παντοκράτορος στην Πόλη
Η ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ Σήμερα 
Τσιόπας Ζήσης -Πτυχιούχος ιστορίας – αρχαιολογίας. Κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος βυζαντινής ιστορίας,  (Βυζαντινών ιστορικά)

             Η ύπαρξη νοσοκομείων στη βυζαντινή αυτοκρατορία έχει μακρά παράδοση. Ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα ο Μέγας Βασίλειος δημιουργεί το πρώτο νοσοκομείο – «ξενών» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονταν τα νοσοκομεία εκείνη την εποχή – στην πατρίδα του την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων νέα νοσοκομειακά ιδρύματα θα κάνουν την εμφάνιση τους τόσο στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη όσο και στις επαρχίες. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή τους προέρχονταν είτε από τους αυτοκράτορα, είτε από την εκκλησία ή ακόμα και από ιδιώτες.
             Τα νοσοκομεία συνήθως ήταν συνδεδεμένα με εκκλησιαστικά ιδρύματα και λειτουργούσαν κυρίως μέσα στα πλαίσια των μοναστηριών. Ένα από τα πιο διάσημα νοσοκομεία («ξενών») της βυζαντινής πρωτεύουσας ήταν αυτό του Χριστού Παντοκράτορα το οποίο λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια του ομώνυμου μοναστηριακού συγκροτήματος. Η μονή του Παντοκράτορος, η οποία περιλάμβανε τρεις εκκλησίες (Παντοκράτορα, Ελεούσας, Αρχαγγέλου Μιχαήλ) χτίστηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και της συζύγου του Ειρήνης, μεταξύ των ετών 1118-1136. Εκτός από το νοσοκομείο το μοναστήρι διέθετε ένα γηροκομείο καθώς και ένα λεπροκομείο, το οποίο όμως βρισκόταν σε διαφορετική τοποθεσία.
              Η λειτουργία και η δομή του νοσοκομείου καθορίζεται ιδιαίτερα επιμελώς μέσα στο τυπικό του μοναστηριού, το οποίο υπογράφει ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Η οργάνωση του θυμίζει σε πολλά σημεία σύγχρονα νοσοκομεία, γεγονός που αποδεικνύει την ιδιαίτερη φροντίδα που απέδιδαν στην υγεία και στην περίθαλψη οι βυζαντινοί μας πρόγονοι.
              Το νοσοκομείο διέθετε πέντε θαλάμους με χωρητικότητα πενήντα κλίνες• δέκα απ’ αυτές προορίζονταν για ασθενείς με πληγές και κατάγματα, οκτώ για όσους υπέφεραν από παθήσεις του ματιού, του στομαχιού ή από άλλες διάφορες επώδυνες ασθένειες. Για τις γυναίκες ασθενείς προβλέπονταν χωριστός αριθμός δώδεκα κλινών ενώ τα υπόλοιπα κρεβάτια θα ήταν για τους ελαφρά αρρώστους. Επιπλέον μέσα σε κάθε θάλαμο θα υπήρχε ακόμα ένα εφεδρικό κρεβάτι ενώ έξι ακόμα κρεβάτια θα βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα για να τοποθετηθούν ασθενείς, οι οποίοι ήταν αδύνατο να μετακινηθούν οπότε θα τα μετέφεραν δίπλα τους. Κάθε κλίνη διέθετε ψάθα, στρώμα και τρεις κουβέρτες τα λεγόμενα «ιοσνίκια» σκεπάσματα φτιαγμένα από μαλλί κατσικιού.
             Το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν υποχρεωμένο να προμηθεύει τους φτωχότερους ασθενείς ή τους πολύ βαριά αρρώστους με νέα ρούχα για όσο διάστημα κρατούσε η νοσηλεία τους. Τα προσωπικά ρούχα του κάθε ασθενούς καθαρίζονταν και του επιστρέφονταν μετά το τέλος της παραμονής του στο νοσοκομείο. Μόνο οι φτωχοί μπορούσαν να κρατήσουν τα ρούχα του νοσοκομείου και μετά το τέλος της νοσηλείας τους. Επίσης όλα τα είδη ιματισμού αλλά και τα στρώματα, τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια ανανεώνονταν κάθε χρόνο με νέα. Όσα απ’ αυτά τα παλαιά είδη μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν φυλάσσονταν ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν στους φτωχούς.
             Το ιατρικό προσωπικό : Οι γιατροί αλλά και οι βοηθοί τους ήταν κατανεμημένοι στους πέντε θαλάμους του νοσοκομείου. Σε κάθε αντρικό θάλαμο υπηρετούσαν δύο γιατροί, τρεις εξειδικευμένοι βοηθοί, δύο επικουρικοί (εφεδρικοί) βοηθοί και δύο νοσοκόμοι. Για το γυναικείο θάλαμο είχαν οριστεί τρεις γιατροί (δύο άντρες και μία γυναίκα), τέσσερις εξειδικευμένες γυναίκες βοηθοί, δύο επικουρικές και δύο νοσοκόμες. Επίσης υπήρχαν τέσσερις επιπλέον γιατροί (δύο παθολόγοι και δύο χειρουργοί), για τον τομέα των «εξωτερικών ιατρείων». Στο έργο τους συνεπικουρούνταν από τέσσερις εξειδικευμένους βοηθούς και ισάριθμους εφεδρικούς.
              Οι γιατροί των θαλάμων ονομάζονταν «πρωτομενίται». Ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες, οι οποίες εναλλασσόταν κάθε μήνα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Απαγορεύονταν ρητά στους γιατρούς να αναλάβουν οποιαδήποτε υπηρεσία εκτός νοσοκομείου ακόμα και αν αυτή σχετίζονταν με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Γενικά απαγορευόταν στους γιατρούς να ασκούν τα καθήκοντα τους σε πρόσθετες αποστολές εκτός του νοσοκομείου.
             Οι δύο γιατροί που υπηρετούσαν στους θαλάμους είχαν στη διάθεσή τους και δύο «πριμικήριους». Για ένα μήνα ένας από τους δύο «πριμικηριόυς» έπρεπε κάθε μέρα να επιτηρεί την κατάσταση των ασθενών, να ελέγχει αν η πορεία της θεραπείας τους βαίνει καλώς και να διορθώνει τυχόν λάθη και παραλείψεις που θα μπορούσαν να προκύψουν. Όφειλε επίσης να ελέγχει το ψωμί αλλά και οτιδήποτε άλλο δινόταν καθημερινά στους ασθενείς. Επιπλέον κάθε φορά που ερχόταν ένας βαρεία άρρωστος, ο γιατρός, ο οποίος τον αναλάμβανε αρχικά, έπρεπε να δώσει πλήρη αναφορά στον «πριμικήριο» για την κατάσταση του και κατόπιν με εντολή του τελευταίου ένας νέος γιατρός αναλάμβανε τη φροντίδα του ασθενούς.
             Εκτός από τους «πριμικηρίους» στους θαλάμους κοντά στους γιατρούς υπηρετούσαν ένας δάσκαλος της ιατρικής τέχνης. Ο δάσκαλος όφειλε να εκπαιδεύσει τους νεαρούς γιατρούς στις γνώσεις της ιατρικής επιστήμης λαμβάνοντας χορηγία σε χρήματα, φαγητό κτλ, για την εργασία του.

                                  Το διοικητικό και εργατικό προσωπικό
             Επικεφαλής του νοσοκομείου ήταν ο «νοσοκόμος» (κάτι ανάλογο με ένα διευθυντή ή πρόεδρο ενός σημερινού νοσοκομείου), ο οποίος μαζί με τον επιστάτη φρόντιζαν να προμηθεύονται σε επαρκείς ποσότητες όλα τα απαραίτητα είδη που χρειάζονταν το νοσοκομείο και να διανέμουν σε αφθονία όλα τα αναγκαία στους ασθενείς.
             Το νοσοκομείο διέθετε τέσσερις φαρμακοποιούς (ένας «αρχιφαρμακοποιός» και τρεις ειδικοί επί των φαρμάκων) καθώς και δύο βοηθούς τους, ένα θυρωρό, πέντε γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν στα πλυντήρια, έναν άνδρα επισταμένο για τη συνεχή ύπαρξη ζεστού νερού, δύο μαγείρους, δύο φουρνάρηδες, ένα μυλωνά, ένα σταβλίτη, ό οποίος θα είχε την ευθύνη για τα άλογα των γιατρών και παράλληλα θα εργαζόταν και στο μύλο, ένα φρουρό για την πύλη, ένα προμηθευτή των αναγκαίων ειδών, τρεις ιερείς (ένας θα ήταν υπεύθυνος για τις εξομολογήσεις των ετοιμοθάνατων και ένας άλλος για τις κηδείες), δύο αναγνώστες εκκλησιαστικών κειμένων, τέσσερις νεκροθάφτες και έναν καθαριστή των αποχετεύσεων.
         Το τυπικό του μοναστηριού καθόριζε τις μερίδες φαγητού για κάθε ασθενή, τη χρηματική βοήθεια που καθένας τους θα έπαιρνε από το νοσοκομείο αλλά και την τροφοδοσία του προσωπικού (βοηθούς, νοσοκόμους, υπηρέτες). Επίσης από το τυπικό λαμβάνονταν φροντίδα τόσο για την ατομική καθαριότητα των ασθενών, η οποία αποτελούσε ευθύνη του προσωπικού όσο και για την ύπαρξη ειδών καθαριότητας (πετσέτες, λεκάνες) και μαγειρικών σκευών. Επιπλέον – σύμφωνα πάντα με το τυπικό – ο νοσοκόμος και ο επιστάτης θα εφοδιάζονταν με χρήματα, τρόφιμα και όλα τα απαραίτητα παντοειδή υλικά για να ανταποκριθούν στις άμεσες ανάγκες του νοσοκομείου. Όλα τα μέλη του προσωπικού πληρώνονταν κανονικά (τα ποσά για κάθε εργασιακό πόστο ορίζονταν μέσα στο τυπικό) για την εργασία τους μέσα στο νοσοκομείο.
             Η οργάνωση, η δομή και η λειτουργία του νοσοκομείου της μονής Παντοκράτορα μας αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας πρότυπης μονάδας περίθαλψης μέσα στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς αν το συγκεκριμένο νοσοκομείο ήταν στα πρότυπα των υπόλοιπων βυζαντινών νοσοκομείων. Από τις διατάξεις ωστόσο του τυπικού, οι οποίες καθορίζουν και την παραμικρή λεπτομέρεια για τη φροντίδα των ασθενών και τη δράση του προσωπικού (γιατρών, νοσοκόμων, βοηθών, υπηρετών κτλ) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Κωνσταντινούπολη διέθετε ίσως το κορυφαίο νοσοκομείο στην μεσαιωνική Ευρώπη του 12ου αιώνα.


ΜΑΓΝΑΥΡΑ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΤΟ  ΠΑΝΔΙΔΑΚΤΗΡΙΟ ΤΗΣ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
(Από:  ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ)

 Το Πανδιδακτήριο ήταν εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολή) ανώτατης εκπαίδευσης, θεωρούμενο με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' το 425 και έκτοτε τελούσε υπό την αιγίδα των Αυτοκρατόρων. Κατά τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκε στον περίβολο του παλατιού, στη Μαγναύρα( μεγάλη αυλή),σε μια από τις πολυτελέστατες οικοδομές των βασιλικών παλατιών του Βυζαντίου, γι αυτό και αναφερόταν ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
 Μέσα από το αυτό το πανεπιστήμιο της αυτοκρατορίας αναδείχτηκαν πολλοί πνευματικοί άνθρωποι από τον χώρο των επιστημών αλλά και της θεολογίας. Ένας από τους ανθρώπους που συντέλεσε στην ίδρυση του ήταν η Πουλχερία, αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, μια ευσεβής  γυναίκα καθώς και η Ευδοκία, (Αθηναΐς), σύζυγός του αυτοκράτορα, μαζί με τον έπαρχο του Πραιτορίου, Κύρο Πανοπολίτη, γνωστό τότε Έλληνα ποιητή και φιλόσοφο. Στις 27 Φεβρουαρίου του 425, εκδόθηκε το πρώτο σχετικό διάταγμα από τον Θεοδόσιο το Β' που ρύθμιζε τις λεπτομέρειες λειτουργίας της Σχολής.


 Τα πρώτα μαθήματα που διδάσκονταν στο Πανδιδακτήριο, που λειτουργούσε  σαν ανεξάρτητο πνευματικό ίδρυμα ήταν γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Την ίδια περίοδο στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπήρχε ουσιαστικά καμία πνευματική αλλά και συγγραφική δραστηριότητα, (ευρωπαϊκός μεσαίωνας). Στην εποχή του Ιουστινιανού αναβαθμίστηκε η Νομική Σχολή, η οποία απέκτησε πενταετή διάρκεια σπουδών και ανεξαρτητοποιήθηκε, ενώ την ίδια περίοδο στην Πατριαρχική Σχολή διδασκόταν η θεολογία. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Φωκά, (602-610), το Πανδιδακτήριο διέκοψε τη λειτουργία του αλλά γρήγορα επαναλειτούργησε υπό τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, (610-641), ο οποίος μετά το 610 είχε καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον Στέφανο τον Αλεξανδρέα για να εποπτεύσει στην αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου.  

                     Ο 9ος αιώνας είναι εποχή μεγάλης ακμής στην οικονομία, τερματίζεται η εικονομαχική περίοδος, αντιμετωπίζονται οι εχθρικές επιθέσεις. Με την καλυτέρευση λοιπόν αυτών των συνθηκών, δίνεται βάρος στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.  Ο Βάρδας (842-867), θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και Καίσαρας μετά το 862,  προχωρεί στην αναδιοργάνωση του Πανδιδακτηρίου και στην μετεγκατάσταση  στο ανάκτορο της Μαγναύρας. Η Ανώτατη Σχολή Μαγναύρας   ήταν  ήταν υπό τη διεύθυνση του Μαθηματικού Λέοντα που δίδασκε φιλοσοφία και μαθηματικά, γεωμετρία δίδασκε ο μαθητής του Θεόδωρος,  αστρονομία ο Θεοδήγιος και  γραμματική  ο Κομητάς. Σημαντική θέση στην Ανώτατη Σχολή είχαν επίσης ο Μέγας Φώτιος και  ο διαφωτιστής των Σλάβων Κύριλλος. Και οι δύο μαζί με τον καίσαρα  Βάρδα διαμόρφωσαν την πολιτική του εκχριστιανισμού των Σλάβων και επεξεργάστηκαν την δημιουργία ενός Σλάβικου αλφαβήτου.
     Η ανώτατη αυτή σχολή έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διατήρηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και των επιστημών και βοήθησε την μεταπήδηση του πνεύματος και  της γνώσης στην Δυτική Ευρώπη, κάτι  που τελικά οδήγησε στην Αναγέννηση.
 Όλοι αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι  του Πανεπιστημίου της Μαγναύρας συνδέονταν μεταξύ τους με στενούς προσωπικούς δεσμούς. Συναντιόντουσαν στη βιβλιοθήκη του Μεγάλου Φωτίου, όπου συζητούσαν θέματα θρησκευτικά, φιλοσοφία, ποίηση έργα του Πλάτωνα και Αριστοτέλη, Λογική, Μαθηματικά, Φυσική και Αστρονομία, δηλαδή όλο το φάσμα του πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας. Μέσω της Σχολής και ιδιαίτερα μέσω του  Φωτίου και του Αρέθα οφείλουμε την διάσωση πολλών κειμένων με την συγκέντρωση στις βιβλιοθήκες τους έργων της αρχαίας Ελληνικής περιόδου. Μαζί με τον  πατριάρχη Φώτιο στη Σχολή δίδασκε και ο Αρέθας, μαθητής και συνεχιστής του έργου του. 
 Το πανεπιστήμιο της Μαγναύρας βελτιώθηκε τον 10ο αιώνα με πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, ο οποίος ενίσχυσε ηθικά αλλά και υλικά τους διδάσκοντες και τους σπουδαστές. Αναφέρεται ότι την εποχή εκείνη δίδασκαν τριάντα καθηγητές, δεκαπέντε στην ελληνική γλώσσα, γραμματική και φιλολογία, ενώ άλλοι δεκαπέντε δίδασκαν στη λατινική γλώσσα, ρωμαϊκή φιλολογία, φιλοσοφία και νομικά. Τον 11ο αιώνα ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ενδιαφέρθηκε για την διεύρυνση των σπουδών στο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και ίδρυσε δυο σχολές, το «Διδασκαλείον των Νόμων» και το «Γυμνάσιον», (φιλοσοφική). Στο Γυμνάσιον διδάσκονταν όλες οι επιστήμες, εκτός από τα νομικά που σπούδαζαν οι μελλοντικοί νομικοί, δικαστές και υπάλληλοι στο «Διδασκαλείο των Νόμων». Στο Γυμνάσιο, δηλαδή στη φιλοσοφική σχολή, διευθυντής, («Ύπατος των Φιλοσόφων»), τοποθετήθηκε ο Μιχαήλ Ψελλός και μετέπειτα ο Ιωάννης ο Ιταλός. Στο Διδασκαλείο των Νόμων διευθυντής έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, Νομοφύλαξ του κράτους. Μετά την περίοδο της φραγκοκρατίας και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς, το 1261, ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, (1261-1282), ανέθεσε την διεύθυνση του πανεπιστημίου της Μαγναύρας στο Γεώργιο Ακροπολίτη, μεγάλο Λογοθέτη, ως καθηγητή της Αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη, τη διδασκαλία της λεγόμενης «τετρακτύος», (δηλαδή αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική) στο αποκαλούμενο «Οικουμενικόν Διδασκαλείον».
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΟ
ΜΑΓΝΑΥΡΑ



Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΜΕΙΣ Στήβεν Ράνσιμαν


"Σερ Στήβεν Ράνσιμαν: Χρειαζόμαστε την πνευματική μετριοφροσύνη", 6/11/2000,  Πηγή: www.flash.gr ,
Επιμέλεια-Επιλογή αποσπασμάτων: Λαμπρινή Χ. Θωμά
            Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από το σερ Στήβεν Ράνσιμαν, στο Ελσισιλντς της Σκωτίας, στον πατρογονικό πύργο του, τον Οκτώβρη του 1994, για λογαριασμό της ΕΤ3, στις δημοσιογράφους Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά. Για τεχνικούς λόγους, δεν «βγήκε» ποτέ στον αέρα. Και οι δύο δημοσιογράφοι θεωρούν την συνέντευξη αυτή από τις πιο σημαντικές της καριέρας τους, μια και ανήκει στο είδος των «συζητήσεων» που σε διαμορφώνουν και δεν ξεχνάς ποτέ. Θεωρούν ότι πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας, έστω και με μια τόσο θλιβερή αφορμή, όπως ο θάνατος του μεγάλου φιλέλληνα. Ο Flash.gr δημοσιεύει, για πρώτη φορά, αδημοσίευτα αποσπάσματα από την συνέντευξη αυτή.  
Δημοσιογράφος: Πώς νοιώθει ένας άνθρωπος που ασχολείται τόσα χρόνια με το Βυζάντιο; Κουραστήκατε; 
Δύσκολο να απαντήσω. Το ενδιαφέρον μου ποτέ δεν εξανεμίστηκε. Οταν άρχισα να μελετώ το Βυζάντιο, υπήρχαν πολλοί λίγοι άνθρωποι σ' αυτήν τη χώρα (σ.σ. τη Μεγάλη Βρετανία) που ενδιαφέρονταν, έστω και ελάχιστα για το Βυζάντιο. Μ' αρέσει να πιστεύω πως «δημιούργησα» ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Αυτό που με ικανοποιεί, ιδιαίτερα σήμερα, είναι ότι πλέον υπάρχουν αρκετοί, πολλοί καλοί εκπρόσωποι (σ.σ. της σπουδής του Βυζαντίου) στη Βρετανία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πατρικά απέναντί τους. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.
Κι ήταν ελκυστικό για σας όλα αυτά τα χρόνια; 
Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. Το δε Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. Για να μελετήσεις το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία, να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από το σημερινό.
Καλύτερος ή χειρότερος;
Κοιτάξτε... Δεν είμαι σίγουρος αν θα μου άρεσε να ζήσω στους βυζαντινούς χρόνους. Δε θα μου άρεσε, λόγου χάριν, να αφήσω γένια. Ωστόσο, στο Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. Αλλωστε, όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.
 Άρα ήταν μία θρησκευτική Πολιτεία;
Ηταν ένας πολιτισμός, στον οποίο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ζωής.
Και στους έντεκα αυτούς αιώνες; 

Νομίζω ότι ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες κι παρέμεινε το ίδιο, ένας πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Είχε αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του -όπως το θρησκευτικό αίσθημα. Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα αλλά πίστευαν όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο. Ο σεβασμός, η εκτίμηση στις τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν το Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. Κι έτσι, παρ' ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μέσα στο σύνολο. 
Μιλάμε για θρησκεία κι ηθική. Το Βυζάντιο πολλοί το θεωρούν μία περίοδο πολέμων, δολοφονιών, δολοπλοκιών, «βυζαντινισμών» που ουδεμία σχέση είχε με την ηθική. 
Γίνονταν και τότε πολλοί φόνοι, αλλά δεν υπάρχει περίοδος της ιστορία που αυτοί να λείπουν. Κάποτε έδινα μια διάλεξη στις Η.Π.Α., και στο ακροατήριό μου ήταν κι η κόρη του προέδρου Τζόνσον, που μελετούσε το Βυζάντιο. Ηρθε στη διάλεξη με δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους που την πρόσεχαν. Μου εξήγησε ότι αγαπούν τη βυζαντινή ιστορία, γιατί είναι γεμάτη φόνους, και φαντάζει σαν σχολικό μάθημα (homework). Είχα το τακτ να μη της πω ότι, ως τότε, το ποσοστό των αμερικανών προέδρων που είχαν δολοφονηθεί ήταν πολύ μεγαλύτερο -σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης των Η.Π.Α.- από το ποσοστό των δολοφονημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων στη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να δολοφονούν. 
Ανοίξτε τα μάτια σας! 

Γράφετε στο Βυζαντινό πολιτισμό ότι δεν υπήρχε θανατική ποινή στο Βυζάντιο.
Οντως, δεν σκότωναν. Και η μεγάλη διαφορά φαίνεται στους πρώτους χρόνους. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, μία από τις βασικότερες αλλαγές ήταν να σταματήσουν οι μονομαχίες, να μη πετούν πια ανθρώπους στα λιοντάρια, κι όλα τα σχετικά. Η αυτοκρατορία έγινε πολύ πιο ανθρωπιστική. Και πάντα, απέφευγαν όσο μπορούσαν τη θανατική ποινή. Κατά καιρούς, κάποιοι αυτοκράτορες κατέφευγαν σε αυτή, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν ως εσχάτη τιμωρία, μια μέθοδο που σήμερα μας φαίνεται αποτρόπαια: τον ακρωτηριασμό κάποιας μορφής. Αλλά μου φαίνεται, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να τους κόψουν π.χ. ένα χέρι, παρά να τους θανατώσουν. 
Υπάρχει εδώ και καιρό ένας διάλογος ανοικτός στην Ελλάδα. Υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες διανοούμενοι που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, ότι δε δημιούργησε τίποτε, ότι είχε σχολιαστές των γραφών κι όχι διανοούμενους. Με μια φράση «δεν ήταν και τίποτε αξιομνημόνευτο». 
Νομίζω ότι αυτοί οι Έλληνες είναι πολύ άδικοι με τους βυζαντινούς τους προγόνους. Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους -αρκεί να δεις τη δουλειά και την πρόοδο της βυζαντινής ιατρικής. Μπορεί να μη συμπαθεί κάποιος τη θρησκεία, αλλά μερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως οι Καππαδόκες πατέρες, και πολλοί ακόμη, ως το Γρηγόριο τον Παλαμά, ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας... Υπήρχε έντονη διανόηση και πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. Κυρίως δε, στο τέλος των βυζαντινών χρόνων, π.χ. στην Παλαιοντολόγεια περίοδο. Είναι αρκετά περίεργο πως, την ώρα που η αυτοκρατορία συρρικνώνονταν η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ. 
Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είχε τέχνη. 
Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Έλληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι έλληνες διανοούμενοί σας λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί. 
Άρα, όσοι χαρακτηρίζουν «απλή μίμηση κι αντιγραφή» τη βυζαντινή τέχνη, μάλλον σφάλουν. 
Αν κάνεις κάτι άριστα, μπορείς να το επαναλάβεις άριστα. Αλλά υπήρχαν πάντα διαφορές. Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε -αν ήταν όλες ίδιες αυτό δε θα συνέβαινε. Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από αιώνα σε αιώνα. «Κόλλησε» και παρέμεινε η ίδια μετά την πτώση της Τουρκοκρατίας, διότι έλειπαν από τη χώρα σας οι φωτισμένοι χορηγοί.* Η τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια. Φυσικά, είχε και αναλογίες, αλλά δεν ήταν μιμητική. Τα πράγματα είναι απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι επετεύχθη.  
Ελλάδα, Βυζάντιο, σύγχρονη Δημοκρατία 
Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το βυζάντιο δεν ήταν Ελληνικό και δεν αποτέλεσε κανενός είδους συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Δεν είχε δημοκρατία, ή έστω δημοκρατικούς θεσμούς 
Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δε μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα -που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν- ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Ομως είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου.
Και, τι εννοείτε με τη λέξη «δημοκρατία»; Ήταν όλη η αρχαία Ελλάδα δημοκρατική; Όχι. Θα έλεγα στους Έλληνες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, να διαβάσουν την ίδια τους την ιστορία, ειδικότερα της κλασσικής Ελλάδας. Εκεί, θα βρουν πολλά να κατακρίνουν... Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία». Στα περισσότερα μέρη του κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει να σε κυβερνούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες, η τηλεόραση. Διότι, είναι θεμιτό να έχουμε αυτό που ονομάζεται «λαϊκή ψήφος» αλλά, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρίνουν μόνοι τους -κι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο που δε σκέφτονται- τότε μεταφέρουν την εξουσία στα χέρια όσων κατέχουν τα ΜΜΕ, οι οποίοι, με τη δύναμη που έχουν, θα έπρεπε να επιλέξουν το δύσκολο δρόμο και να μορφώσουν όλο τον κόσμο. Πολλοί εξ αυτών, όχι όλοι ευτυχώς, είναι ανεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον εάν έχουμε ένα υψηλής μόρφωσης κοινό. Σε μία πόλη σαν την αρχαία Αθήνα υπήρχε δημοκρατία -χωρίς να σκεφτόμαστε πως περνούσαν οι σκλάβοι ή οι γυναίκες-, διότι οι άνδρες είχαν όλοι πολύ καλή μόρφωση. Συνήθως δεν εξέλεγαν τους κυβερνήτες τους, τραβούσαν κλήρο, σα να το άφηναν στα χέρια του Θεού -καμία σχέση με τη βουλή των κοινοτήτων.
 Υπήρχε κοινωνικό κράτος στο Βυζάντιο;
Η Εκκλησία έκανε πολλά για τους ανθρώπους. Το Βυζάντιο είχε πλήρη κοινωνική αίσθηση. Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία, τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν -υπήρχαν και κρατικά. Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος. Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν στο Άγιον Όρος - ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια στις πόλεις. Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία -κυρίως τα αγόρια γιατί τα κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι- και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία διότι «απολάμβαναν» περισσότερη ιδιωτική, προσοχή. Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, στο Βυζάντιο είναι ιδιαίτερα υψηλή.
Και η παιδεία τους, κατά το Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Ομηρο, τον «διδάσκαλο των αρετών». 
Ηταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Είναι αξιομνημόνευτο, ωστόσο, ότι δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους Αττικούς Τραγωδούς, αλλά στους λοιπούς ποιητές. Υπάρχει η διάσημη ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας διηγείται η Αννα Κομνηνή. Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. Ολα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Ομηρο. Η Αννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Ομηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν. 
Αμόρφωτοι, δεν υπήρχαν στο Βυζάντιο;
Άλλα ήταν τα προβλήματα της βυζαντινής γραμματείας. Ηταν τόσο καλοί γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ώστε επηρεάστηκαν στη διαμόρφωση της γλώσσας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή της από την κλασσική γραμματεία. Οχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά, αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το δικό τους «δημιουργικό» καλό. 
Θα θέλατε να ζείτε στο Βυζάντιο;
Δεν ξέρω αν προσωπικά θα ταίριαζα στην εποχή του Βυζαντίου. Αν ζούσα τότε, σκέφτομαι ότι θα αναπαυόμουν σε κάποιο μοναστήρι, ζώντας, όπως πολλοί μοναχοί ζούσαν, μια ζωή διανοούμενου, χωμένος στις θαυμάσιες βιβλιοθήκες που διέθεταν. Δε νομίζω πως θα ήθελα μια ζωή στη βυζαντινή πολιτική, αλλά, είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία στην οποία θα ήθελες να ζήσεις... Ολα εξαρτώνται από το πολίτευμα, την κοινωνία, την τάξη στην οποία γεννιέσαι. Θα ήθελα να ζω στη Βρετανία του 18ου αιώνα αν είχα γεννηθεί αριστοκράτης, αλλιώς δε θα μου άρεσε καθόλου. Είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημά σας.
Εδώ είναι Βαλκάνια...Η κατάσταση στη Βαλκανική σας ανησυχεί; 
Με ενδιαφέρουν πολύ τα Βαλκάνια, είναι ένα μέρος του κόσμου που με «συντροφεύει» πολλά χρόνια, κι έτσι, φυσικά, και ενδιαφέρομαι και θλίβομαι. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να φέρει το μέλλον. Ενα από τα πράγματα που με ενοχλεί ελαφρώς στα γηρατειά μου, είναι ότι, θα ήθελα να γνωρίσω τι θα συμβεί σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου -και κυρίως στα Βαλκάνια- σε μερικά χρόνια. Η Ελλάδα θα προχωρήσει, και από τις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες μάλλον και η Βουλγαρία. Αλλά για τη Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία... νοιώθω απελπισμένος όταν σκέφτομαι το μέλλον τους...
Μήπως τα Βαλκάνια πληρώνουν την ιστορία τους, σήμερα;
Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη ιστορία. Διότι, έχεις πολύ περισσότερες μνήμες από ότι μπορείς να σηκώσεις. Είναι μια τραγωδία στην περιοχή αυτές οι μνήμες, διότι έχεις να νοιαστείς για πάρα πολλά. Δεν κυλούν εύκολα τα πράγματα, λόγω της αρχαίας, με βαθιές ρίζες, μνήμης. 
Πρόσφατα άνοιξε ένας παγκόσμιος διάλογος -και στη χώρα σας- για το κατά πόσον ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος θα είναι θρησκευτικός.
Ανησυχώ για συγκεκριμένες θρησκείες, με ανησυχούν οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ ρεαλιστικό κίνδυνο για τον πολιτισμό, αλλά η θρησκεία χρειάζεται. Οι άνθρωποι θα νοιώσουν ευτυχέστεροι, λιγότερο χαμένοι, με τη θρησκεία σήμερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε μία παγκοσμία θρησκεία, και οι διάφορες θρησκείες ποτέ δε συμπάθησαν ιδιαιτέρως η μία την άλλη. Η φιλανθρωπία δεν καλύπτει και το γείτονα της διπλανής πόρτας, αν αυτός πρεσβεύει άλλη θρησκεία. Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η θρησκεία θα είναι η σωτηρία, αλλά δεν γνωρίζω και τίποτε που να μπορεί να είναι η σωτηρία. Με τον πληθυσμό να αυξάνεται, είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν τα δεδομένα της εκπαίδευσης, σε παγκόσμια κλίμακα. Απλώς, ποτέ δε θα υπάρξουν αρκετοί δάσκαλοι στον κόσμο, τουλάχιστον μορφωμένοι δάσκαλοι. Φοβάμαι πως είμαι απαισιόδοξος. 
Ορθοδοξία, η αγαπημένη, Πώς βλέπετε την Ορθοδοξία μες σε αυτό τον κύκλο;
Εχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δε μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου.
Μα, χρειαζόμαστε το μυστήριο; 
Το χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αυτήν τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε τηνδιανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών. 
Αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχέσης των ορθοδόξων με τους αγίους τους -ο σεβασμός της ταπεινότητας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;
Ολοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση. Επιστρέφω σε όσα είπα για τις εκκλησίες. Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού.
Διανόηση, πολιτική και πίστη στα Θεία, λοιπόν, μπορούν να βαδίζουν μαζί;
Αποτελεί παράδειγμα η πόλη σας, η Θεσσαλονίκη. Ηταν πολύ φημισμένη για τους διανοητές της, ειδικά στα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Αλλά είχε και βοήθεια από τους στρατιωτικούς της που, όπως ο Άγιος Δημήτριος, που έρχονταν να τη σώσουν στη σωστή στιγμή. Η πίστη στους Αγίους σου δίνει κουράγιο να υπερασπιστείς την πόλη από τις επιθέσεις, όπως έκανε κι ο Αη-Δημήτρης.
Πώς βλέπετε τις άλλες εκκλησίες;
Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα βαρβαρικά βασίλεια, οι ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν αλλά οι εκκλησιαστικοί άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο. Έτσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο Βυζάντιο -και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν- η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί. Έχει πολύ ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς -και μελετώ εδώ και καιρό- το διάλογο ανάμεσα στην Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. Οι Αγγλικανοί ήταν ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι Ορθόδοξοι σχετικά με την μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και σώμα. Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». Οι Αγγλικανοί -όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί- ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. Αυτή είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι' αυτό ακριβώς αγαπώ τους Ορθοδόξους.
Τι γνώμη έχετε για τους νεοέλληνες;
Υπάρχει ακόμη ζωντανή στο λαό αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και των καταστάσεων. Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών: η ζωηρή περιέργεια. Και οι νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Ολα αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. Πολλά εξαρτώνται από τη γλώσσα, που είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. Η γραμματεία του Βυζαντίου πληγώθηκε από τη σχέση της με την αρχαία γραμματεία. Ευτυχώς, οι νεοέλληνες έχουν τη δημοτική που επέτρεψε στην νεοελληνική γραμματεία να προχωρήσει, να εξελιχθεί μ' έναν τρόπο που οι βυζαντινοί δεν κατάφεραν, με εξαίρεση την κρητική λογοτεχνία και το Διγενή. Τα μεγάλα βυζαντινά αριστουργήματα ήταν μάλλον λαϊκά. 
Βόλτα στον Κήπο και Ιστορίες Ποίησης**
Πρωτογνώρισα το Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο. Οταν ήρθε πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά. Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του Ρεύματος του Κόλπου. Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο σπίτι μου. Ηρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε «Είναι πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» -κάτι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι το θάνατό του... Οταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε την κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από ούζο και ρετσίνα. Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, έχω... Είχε πει ότι 'Οι Κέλτες είναι οι ρωμιοί του Βορρά', ναι, το διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ έχει αρκετό δίκαιο... 
Ο Καβάφης είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου, και μάλιστα πρωτότυπος... Εκείνον που δε μπορώ να διαβάσω είναι ο Καζαντζάκης, τον γνώριζα προσωπικά, αλλά δεν μπορώ να τον διαβάσω, ποτέ δε μου άρεσε για να είμαι ειλικρινής. Μ' αρέσει ο Ελύτης και πότε-πότε βρίσκω κάτι σημαντικό στο Σικελιανό. Τους νεώτερους δεν τους γνωρίζω, σταμάτησα να παρακολουθώ, κι όπως ξέρετε ανήκω σε μια πολύ παλιά γενιά. 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Οι βυζαντινοί αγιογράφοι δε μας είναι γνωστοί, διότι ο δημιουργός του ναού θεωρούνταν ο χορηγός, εκείνος που έδινε τα χρήματα και βεβαίως είχε άποψη επί του συνόλου. Σε ελάχιστες περιπτώσεις γνωρίζουμε το όνομα ενός αγιογράφου ή αρχιτέκτονα, στους έντεκα αιώνες του Βυζαντίου, αλλά σχεδόν πάντα μας είναι γνωστό το όνομα του χορηγού.

** Ο σερ Στήβεν μας ξενάγησε στον κήπο του σπιτιού του, μετά τη συνέντευξη, μιλώντας ελεύθερα, για τους αγαπημένους Ελληνες φίλους του. Η κουβέντα ήταν σχεδόν ολόκληρη «off the record», εκτός των αποσπασμάτων που δημοσιεύονται εδώ, τα οποία εν γνώσει του ειπώθηκαν «on camera», καθώς μας έδειχνε το αρχαιότερο δέντρο του κήπου του.



1204 Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΟΥΣ π. Γ. Μεταλληνού

Πρωτοπρεσβ.  π. Γεωργίου Μεταλληνού Καθηγητού Πανεπιστημίου
Εφημερ. «Χριστιανική», αριθ. 681 (994)/6.5.2004
     
  Αν η 29η Μαου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι φέρνει στη μνήμη μας την Άλωση της Πόλης από τούς Οθωμανούς το 1453, άλλο τόσο αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου, διότι κατ' αυτήν έπεσε η Πόλη το 1204 στους Φράγκους. Το δεύτερο γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι τού πρτου. Αυτή είναι σήμερα η κοινή διαπίστωση της ιστορικής έρευνας. Από το 1204, η Πόλη, και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρμης, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό χτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, πού έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν«μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί»(Ελ. Αρβελέρ).
Αξίζει, συνεπώς, μια θεώρηση τού γεγονότος αυτού, έστω και στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου.
        ΣΤΙΣ13 Απριλίου 1204, έπειτα από μια πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας/Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικότατο σε δύο κατευθύνσεις: 

α)εσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικά την περαιτέρω πορεία της Αυτοκρατορίας και
Πολιορκία Πόλης από Φράγκους
β)εξωτερικά, διότι καθόρισε επίσης τελεσίδικα τις σχέσεις με τη Δύση, αλλά και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών.

Η τραγική ιστορική επιλογή τού Ρωμαίικου, πού εκφράζεται με τον γνωστό εκείνο λόγο«κρειττότερον (..) φακιόλιον (..) Τούρκων ή καλύπτρα λατινική», υποστασινεται στα 1204, όταν πλέοναποκαλύπτονται αδιάστατα οι διαθέσεις της Φραγκιάςέναντι της Ρωμαίικης Ανατολής.

            Από το 1095 αρχίζουν οι Σταυροφορίες, εκστρατείες δηλαδή τού χριστιανικού κόσμου της Ευρώπης, με σκοπό, κατά τις επιφανειακές διακηρύξεις, την απελευθέρωση και υπεράσπιση των Αγίων Τόπων.
       Στις επιχειρήσεις αυτές, πού κράτησαν ως το ΙΕʹ αιώνα, πρωτοστατούσαν οι εκάστοτε Πάπες, διότι ήσαν «ιεροί πόλεμοι» κατά των απίστων. Βέβαια, η έρευνα έχει επισημάνει στις εκστρατείες αυτές και ταπεινά ελατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμού κ.ά. Είναι όμως σήμερα πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι οι Σταυροφορίες κύριο σκοπό είχαν τη φραγκική κυριαρχία στην Ορθόδοξη Ανατολή και, τελικά, τη διάλυση της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Νέας Ρμης, πού ήταν το εμπόδιο στον επεκτατισμό και τα μονοκρατορικά σχέδια της μετακαρλο-μάγνειας Φραγκοσύνης. Το 1204, η Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους, η διάλυση της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και η επακολουθήσασα Φραγκοκρατία επιβεβαινουν την εκτίμηση αυτήν.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑτου 1204 συνδέονται με την Δʹ Σταυροφορία. Η σχετική βούληση γι' αυτήν, εκφράσθηκε το 1199 με την ευλογία τού πάπαΙννοκεντίου Γʹ(1198-1216),«πνευματικού πατέρα» των δύο βασικών επεκτατικών μέσων της φραγκοπαπικής εξουσίας, της «Ιεράς Εξετάσεως» και της Ουνίας (ως ιδέας).

Συνεργάτης αυτόκλητος παρουσιάσθηκε ο δόγης (δούκας) της ΒενετίαςΔάνδολος, με το στόλο του.

Σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα είναι η εκτροπή της Δʹ Σταυροφορίας από τούς Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινούπολη.Ήταν σκοπός ανομολόγητος, ή τραγική σύμπτωση;
Η πλειονότητα των ιστορικών, και μάλιστα των αδέσμευτων, δέχεται το πρώτο. Επρόκειτο για καλά οργανωμένο σχέδιο, πού αποσκοπούσε στο να δοθεί ισχυρό κτύπημα στη Ορθόδοξη Αυτοκρατορία, πού περνούσε περίοδο κάμψεως, λόγω της εντάσεως τού τουρκικού κινδύνου.
Κατά τα δυτικά Χρονικά, μάλιστα, κάποιοι Λατίνοι άρχοντες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όταν έμαθαν την αλλαγή τού σκοπού της Σταυροφορίας. Οι περισσότεροι, όμως, συμβιβάσθηκαν από οικονομική ανάγκη. Έμειναν κυρίως οι «μηυμένοι» στη συνωμοσία κατά της Νέας Ρμης, κάτω από την «πνευματική» ηγεσία τού Πάπα και τη στρατιωτική τού Δόγη, πού μετέβαλε την Βενετία σε θαλασσοκράτειρα δύναμη, με την εκμηδένιση τού «Βυζαντίου». Ο Βενετικός στόλος μετέφερε στην Προποντίδα άγριες μάζες Φλαμανδών, Φράγκων, Γερμανών, εγκληματίες, καιροσκόπους. Η αμοιβή τού Δόγη: η μισή λεία από τη λεηλασία της πλουσιότερης πρωτεύουσας τού τότε κόσμου.
ΒΕΒΑΙΑ, τα φραγκοπαπικά σχέδια διευκολύνθηκαν από την εσωτερική αρρυθμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.
Από τον ΙΑʹ αιώνα άρχισε προοδευτικά η παρακμή της. Το 1071, στοΜατζικέρτ, ο «βυζαντινός» στρατός δέχθηκε μεγάλη ήττα από τούς Σελτζούκους Τούρκους, με συνέπεια την απώλεια μεγάλου τμήματος της Μ. Ασίας.
Παράλληλα (1071) χάθηκε το τελευταίο έρεισμα της Κωνσταντινουπόλεως στην Ιταλία, ηΒάρις, πέφτοντας στα χέρια των Νορμανδο-φράγκων.
Οι ανορθωτικές προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν σημαντικά αποτελέσματα και το κράτος υποχωρεί σταδιακά στην οικονομική ισχύ των ιταλικών πόλεων. Η Αυτοκρατορία παραχωρεί σημαντικά προνόμια στη Βενετία, Πίζα και Γένουα, με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να δημιουργηθούν ακμαίες δυτικές παροικίες στην Ανατολή, μεταβάλλοντας το έδαφος της Αυτοκρατορίας σε δικό τους εμπορικό χώρο. Οι Ιταλο-φράγκοι εδραιώθηκαν στην Ανατολή και ενίσχυσαν τη βουλιμία της ευρύτερης φραγκικής οικογένειας.
Αλλά και το κοινωνικό κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν την εποχή αυτή αρκετά αντίξοο.
Η Πόλη έχει πια απομονωθεί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις, λόγω της δυσαρέσκειας των επαρχιών. Διοίκηση και πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε διαφθορά.

Οι φορολογίες είναι δυσβάστακτες και βαρύνουν τούς πολίτες των επαρχιών. Η κεντρική εξουσία αμφισβητείται και σημειώνονται επαναστατικά κινήματα.

Η φήμη για τη μυθώδη πολυτέλεια της Πόλης και των κατοίκων της είχε διαδοθεί και στη Δύση, με εύλογες συνέπειες. Τα αμύθητα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως έτρεφαν τη φαντασία των πολλών και διευκόλυναν τα επεκτατικά σχέδια των λίγων, της φραγκικής ηγεσίας. Βέβαια, οι ανύποπτοι επαρχιώτες της Αυτοκρατορίας είδαν στην αρχή ως θεία τιμωρία την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ο δε όχλος της έλαβε μέρος στη λεηλασία. Αργότερα, όμως, θα συνειδητοποιηθούν οι σκοποί των Φράγκων και θα εκτιμηθούν σωστά τα γεγονότα.
Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ της Σταυροφορίας άρχισε το 1201.Σημαντικοί Φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουνος, ο κόμης της Καμπανίας Τιμπ, ο ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός.
Η συγκέντρωση τού στρατού έγινε στον Ιούνιο τού 1202, στη Βενετία. Το Νοέμβριο τού 1202, καταλήφθηκε για λογαριασμό των Βενετών, η δαλματική πόλη Ζάρα, πού είχε αποστατήσει και υπαχθεί στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Οι δυναστικές έριδες στην Κωνσταντινούπολη («Άγγελοι») διευκόλυναν -ως συνήθως- τα δυτικά σχέδια.

Οι Σταυροφόροι, στις24.5.1203ξεκίνησαν από τη Ζάρα και μέσω Κερκύρας κατευθύνθηκαν για την Κωνσταντινούπολη.

Η θέα της πόλεως τούς άφησε κατάπληκτους.«Δεν μπορούσαν να φαντασθούν πως υπήρχε στον κόσμο τόσο ισχυρή πόλη»σημειώνει ο Γ. Βιλλεαρδουνος στην «Ιστορία» του.
Στις 6 Ιουλίου άρχισε η πρώτη πολιορκία, με λεηλασίες στα προάστια και τις ακτές της Προποντίδας. Προσπάθεια των πολιορκουμένων τη νύκτα της Πρωτοχρονιάς τού 1204, να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, απέτυχε.Επικράτησε τότε αναρχία.
Στις 25 Ιανουαρίου, ο λαός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δʹ συνελήφθη και εκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αυτοκράτορας εκλέχθηκε ο Αλέξιος Εʹ ο Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα και να περιορίσει τις λεηλασίες.
Οι Σταυροφόροι, ήδη τον Μάρτιο τού 1204 είχαν υπογράψει συνθήκη για την τύχη της Αυτοκρατορίας μετά την πτώση της πρωτεύουσας.

Βασικές αποφάσεις: θα εκλεγόταν Λατίνος Αυτοκράτορας και Λατίνος Πατριάρχης. Έτσι, φάνηκαν και οι αληθινοί σκοποί της εκστρατείας. Επίσης, καθορίστηκε ο τρόπος διανομής της λείας και των εδαφών της Αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη επίθεση κατά τού θαλασσίου τείχους έγινε στις 9 Απριλίου. Η τελική όμως επίθεση έλαβε χώρα στις 12, και ξημερώνοντας 13, έπεσε η Πόλη.
Η ηγεσία είχε ήδη διαλυθεί. Αυτοκράτωρ και ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη και μόνο οι κληρικοί έμειναν, για να προϋπαντήσουν τούς Σταυροφόρους και να τούς δηλώσουν την υποταγή της Βασιλεύουσας.Ο λαός πίστευε στα χριστιανικά αισθήματα των νικητών, αλλά διαψεύστηκε οικτρά.
Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ των Σταυροφόρων αποκάλυψε στους Ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα.
Έγιναν από τούς Φράγκους ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας.Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά.Λεηλατούν και διαρπάζουν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων τού κόσμου».Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά συμφωνία, και ο Πάπας.
Το χειρότερο: πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν ένα τμήμα τού πληθυσμού της. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι βιασμοί των γυναικών και τα άλλα κακουργήματα. Μόνο την πρώτη μέρα, φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι της Πόλης.
ΤΑ ΚΛΕΜΜΈΝΑ ΆΛΟΓΑ ΤΟΥ ΙΠΠΟΔΡΌΜΟΥ
Ιδιαιτέρως δε, στόχος της θηριωδίας ήταν ο Κλήρος .Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης μόλις μπόρεσε, ξυπόλυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή.
Η Κωνσταντινούπολη απογυμνώθηκε από τούς θησαυρούς της. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, μάλιστα μέσα σε σκηνές φρίκης.Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός Κλήρος.

Κανείς δεν φανταζόταν ότι η Πόλη θα έκρυβε τόσο ανεκτίμητους θησαυρούς.

Επί πολλά χρόνια, τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς της στη Δ. Ευρώπη, όπου και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές (π.χ. Άγιος Μάρκος, Βενετία). Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τούς «βυζαντινούς» θησαυρούς τού Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.
ΒΑΘΥΤΕΡΑ ίχνη από την ίδια την καταστροφή «της Πόλης των πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων.

Για τούς Ρωμηούς, ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο ότι η Δʹ Σταυροφορία είχε απ' αρχής στόχο την άλωση της Πόλης και τη διάλυση της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας.

Και είναι γεγονός, ότι οι δυτικές πηγές βλέπουν την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως ως τιμωρία των «αιρετικών» (Γραικών), πού ήσαν «ασεβείς και χειρότεροι από τούς Εβραίους».Την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, τη βλέπουν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης». Το χάσμα, συνεπώς, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, πού είχε ανοίξει με το Σχίσμα (1054), γίνεται τώρα αγεφύρωτο. Οι «Βυζαντινοί» είχαν την ευκαιρία, άλλωστε, να ζήσουν το μίσος των Φράγκων εναντίον τους.
Κατά τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αυτόπτη μάρτυρα της Αλώσεως, η αρπακτικότητα και βαρβαρότητα των Σταυροφόρων δεν συγκρίνεται με την ηπιότητα των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, μόλις κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα, αρκέστηκαν απλώς στην επιβολή μικρού φόρου, αποφεύγοντας κάθε βιαιότητα.
            Οι «Βυζαντινοί» συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204, οι Λατίνοι-Φράγκοι ήσαν ο ουσιαστικός εχθρός τους, γιατί μόνο από αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η Παράδοση τού Γένους.

Έτσι, διαμορφώθηκε η στάση των Ανθενωτικών, που προέκριναν την πρόσκαιρη συνεργασία με τούς Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας μεταξύ δύο κακών. Μια στάση πού θα εκφρασθεί θεολογικά από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό το ΙΗʹ αιώνα.

Η Άλωση τού 1204, όμως, είχε και ευεργετικές συνέπειες σε μια άλλη διάσταση. Ο μέσος Ρωμιός θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διαλύσεως της Αυτοκρατορίας. Όσο μάλιστα θα παρατείνεται η Φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητος των επιμέρους εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας, με εμφάνιση της εθνικής συνειδήσεως. Ο τραυματισμός δε τού εθνικού γοήτρου, θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ανασυστάσεως της Αυτοκρατορίας.
ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ σημαντικότερα βιβλία πού έχουν γραφεί για την Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους είναι τού ERNLE BRADFORD, THE GREAT BETRAYAL (Η μεγάλη προδοσία), Λονδίνο 1966. Γερμανική μετάφραση (der verrat von 1204) το 1978 (σσ. 322). Το βιβλίο διαιρείται σε 18 κεφάλαια και περιέχει και σειρά πινάκων τού ζωγράφου PALMA IL GIOVANE (ΙΣΤʹ αι)..
Ο συγγραφέας, αποτιμώντας αντικειμενικά τα πράγματα, χαρακτηρίζει την άλωση και λεηλάτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ως μια «από τις φοβερότερες πράξεις της Ιστορίας». Ονομάζει, μάλιστα, την Πόλη «προμαχώνα της Δύσεως». «Ο χωρισμός και απομόνωση της ανατολικής από τη δυτική Ευρώπη ανάγεται σε τελευταία ανάλυση σε αυτό το γεγονός».
Οι συνέπειές του είναι αισθητές ως σήμερα. Στη διάσπαση της Αυτοκρατορίας ο συγγραφέας αποδίδει το μεταγενέστερο «βαλκανικό πρόβλημα», ως και τη διαίρεση της Ευρώπης σε Ανατολική και Δυτική.
Ως κύριο αίτιο της εκτροπής της Δʹ Σταυροφορίας θεωρεί το μίσος των Φράγκων κατά της Ορθοδόξου Ανατολής. Καταδικάζει τη στάση τού Πάπα και των δυτικών Χριστιανών για την «καταστροφή ενός χριστιανικού πολιτισμού» και αποκαλεί τούς καταστροφείς Σταυροφόρους «βαρβάρους».
Σημαντικότατη είναι η διαπίστωσή του, ότι «η συμπεριφορά των χριστιανών κατακτητών στα 1204, ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη των Τούρκων το 1453. Οι δυτικοί κατακτητές μισούσαν περισσότερο τούς εν πίστει αδελφούς τους από όσο οι Μουσουλμάνοι δύο αιώνες μετά».
Δέχεται δε και αυτός, ότι μία από τις σοβαρότερες συνέπειες τού 1204 ήταν το άνοιγμα τού δρόμου των Τούρκων προς την Ευρώπη.
Χρειάστηκε, πραγματικά, πολλή τόλμη και ευσυνειδησία για να γραφεί αυτό το βιβλίο, ένα από τα λίγα πού έχουν γραφεί για την«προδοσία τού 1204», διότι η δυτική ιστοριογραφία φροντίζει επιμελώς να ρίχνει το φώς της έρευνας μονομερώς στο 1453...