Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ*

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς
Οι επιβιώσεις του Βυζαντίου
Η Άλωση του 1453 δεν υπήρξε όπως συχνά νομίζεται η απαρχή του νεώτερου ελληνισμού αλλά μια διακοπή της κρατικής υπόστασης του, με ανυπολόγιστες συνέπειες μέχρι και σήμερα.
Ο νεώτερος ελληνισμός συγκροτείται κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο – όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι θέτουν κατηγορηματικά ως αφετηρία της ιστορίας του το 1000, το 1071, το 1204, ενώ και η πλέον όψιμη χρονολόγηση θέτει ως αφετηρία το 1261. Η Τουρκοκρατία συνιστά έτσι τη δεύτερη περίοδο του, την έναρξη της οποίας τοποθετούμε συμβατικά στα 1453, ενώ μια τρίτη, αρχίζει μετά το 1821. Επειδή το χρονικό βάθος της «βυζαντινής» διαδρομής του νεώτερου Ελληνισμού είναι μεγάλο, από 250 έως 450 χρόνια, η ελληνική ταυτότητα σφραγίζεται από τις επιβιώσεις του Βυζαντίου σε όλες τις εκφάνσεις του βίου των Ελλήνων. Ο Κ.Θ. Δημαράς το επισημαίνει στον Πρόλογό του στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας:
Μετά το 1261 μπορούμε να πούμε ότι Βυζάντιο και Ελλάδα συμπίπτουν.[ ] Γύρω στην Άλωση η συνείδηση των διανοουμένων φαίνεται καθαρά ελληνική «σμν γρ ον [ ] λληνες τ γένος ς τε φων κα πάτριος παιδεία μαρτυρε» γράφει ο Γεμιστός. Δυο μέρες πριν την Άλωση ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ονομάζει την Πόλη «λπίδα κα χαρν πάντων τν λλήνων». Η μετάβαση από το Βυζάντιο στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε: κι’ όπως μέσα στο Βυζάντιο είδαμε να γεννιέται ο νέος Ελληνισμός, έτσι και μέσα στον νέον Ελληνισμό θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε το Βυζάντιο που συνεχίζει τη ζωή του[1].
Μέχρι το 1922, το όραμα της ανασύστασης του υστερο-βυζαντινού ελληνικού κράτους, το οποίο απεκλήθη «Μεγάλη Ιδέα» από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1843, εμπνέει όλες τις επαναστατικές και πολιτικές απόπειρες. Σήμερα, αντιστρόφως, ο Ελληνισμός γνωρίζει ανάλογες προκλήσεις, mutatis-mu­tan­dis, με το ύστερο Βυζάντιο: επιστροφή του νεο-οθωμανικού επεκτατισμού, αποσύνθεση του βαλκανικού χώρου, αντιφατικές σχέσεις με τη Δύση, και κατά συνέπεια, εξακολουθούμε, εν πολλοίς, να ζούμε στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε τότε. Ο νεώτερος Ελληνισμός θα σφραγιστεί ανεξίτηλα από μια αντιστασιακή διαδικασία, που έχει ως αφετηρία τη «βυζαντινή» του περίοδο, και η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα λέγαμε μάλιστα πως, μετά μια «ευτυχή περίοδο» ανόδου και ανασυγκρότησης –1700-1922, τη νεώτερη Ελληνική Αναγέννηση– ο Ελληνισμός επιστρέφει και πάλι σε μια «παλαιολόγεια» εποχή καθολικής κρίσης.
Αυτή την ιστορική συνέχεια καταδεικνύουν –αν υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο– η σημασία και ο ρόλος της Ορθοδοξίας που εξέφρασε και ταυτόχρονα διαμόρφωσε την ιδιαίτερη, έναντι της Ανατολής και της Δύσεως, Ελληνική ταυτότητα: Η συνέχεια της Ελληνικής γλώσσας, τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή της εκδοχή· η επιβίωση και η αναπαραγωγή της λαϊκής παράδοσης και πολιτισμού, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1970, πριν ενσκήψει το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο που, από πολλές απόψεις, εκθεμελίωσε έναν πολιτισμό χιλιετιών.
*** Στα χρόνια της Επανάστασης, και αμέσως μετά, αρκετοί από τους Έλληνες λογίους, ακολουθώντας τον συρμό του δυτικού διαφωτισμού και του Γιββωνισμού, προσπαθούσαν να «αποσείσουν» στα μάτια των Δυτικών φιλελλήνων κάθε υποψία… «βυζαντινισμού», ενώ την ίδια στιγμή, για τον λαό, το Βυζάντιο συνέχισε να αποτελεί –απολύτως φυσιολογικά– τη θεμελιώδη καταγωγική του αναφορά. Σε αυτό συνηγορούν όλες οι μαρτυρίες των περιηγητών που επισκέφτηκαν τότε την Ελλάδα. Ο Τζων Καμ Κομπχάουζ (John Cam Cobhouse), το 1813, παρατηρεί:
«Μπορεί να φαίνεται τετριμμένο το να υπενθυμίζει κανείς στους Έλληνες τον Λεωνίδα· αλλά η αλήθεια είναι πως η πλειοψηφία του λαού έχει, τόσο γι’ αυτόν όσο και για τους άλλους ήρωες της αρχαιότητας, μια πολύ συγκεχυμένη ιδέα, και ελάχιστοι ανάμεσά τους πηγαίνουν πιο πίσω στο ένδοξο παρελθόν τους από την εποχή των Ελλήνων Αυτοκρατόρων. [ ] Όλες τους οι ελπίδες στρέφονται στην ανασύσταση του βυζαντινού τους βασιλείου»[2].
Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1824, ο Αμερικανός Μπρεκ (Breck), σε μια επιστολή του, προσπαθεί να εξηγήσει γιατί δεν είναι φιλέλληνας:
«Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν γνωρίζουν τίποτε για τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Σόλωνα και τις άλλες διασημότητες των αρχαίων καιρών· οι παραδόσεις τους δεν πηγαίνουν πέρα από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία»[3].
Ωστόσο, αν το βασικό πλαίσιο και οι συσχετισμοί δυνάμεων που ορίστηκαν στην υστεροβυζαντινή περίοδο παραμένουν επίκαιροι μέχρι σήμερα, η άμεση συνάφεια των μετά την Άλωση του 1453 εξελίξεων με την υστεροβυζαντινή εποχή, προφανώς, τροποποιείται στον χρόνο. Όσο απομακρυνόμαστε από τη Βυζαντινή περίοδο, οι επιδράσεις διαμεσολαβούνται από νέες συγκυρίες και συσχετισμούς, από νεωτερικές παραγωγικές συνθήκες και πολιτισμικά ρεύματα, που, όχι μόνο εξασθενούν την άμεση επιρροή του απομακρυνόμενου παρελθόντος, αλλά διαμορφώνουν καινοφανή δεδομένα και συστήματα παραδόσεων: Έτσι, για τον μετεπαναστατικό Ελληνισμό του νεώτερου Ελλαδικού κράτους, άμεση παράδοσή του γίνεται κατ’ εξοχήν η Τουρκοκρατία και η Φραγκοκρατία, μέσω των οποίων και διαμεσολαβείται η βυζαντινή παράδοση· σήμερα δε, στον αρχόμενο 21ο αιώνα, η ισχυρότερη παράδοση είναι πλέον αυτή του νεώτερου ελλαδικού κράτους και της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, που αποτελεί ένα ιστορικό παρελθόν με βάθος δύο αιώνων σχεδόν κ.ο.κ.
Συνεπώς, αν μπορούμε να διακρίνουμε ακόμα και σήμερα στοιχεία της άμεσης παράδοσής μας που έλκουν την καταγωγή τους απ’ ευθείας από το Βυζάντιο, ιδιαίτερα στις λατρευτικές συνήθειες, τη γλώσσα, τη λαϊκή παράδοση και τις γεωπολιτικές σταθερές, αυτά διαμεσολαβούνται πλέον από επιγενέστερα επάλληλα στρώματα παραδόσεων. Η συνάφεια με την υστεροβυζαντινή εποχή καθίσταται απόμακρη και συσκοτίζεται, ιδιαίτερα για τις νεώτερες γενεές, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε ορισμένοι –ενίοτε ακόμα και ιστορικοί– επιχειρούν να την αποκρύψουν παντελώς.
Στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, το Βυζάντιο, ή μάλλον η συνέχεια του Βυζαντίου μετά το Βυζάντιο, παραμένει ακόμα η άμεση παράδοση του Ελληνισμού, στις συνθήκες της Τουρκοκρατίας και της Φραγκοκρατίας. Και μόνο μετά το 1669 και την κατάληψη της Κρήτης –ή, για άλλους, το 1699 και τη συνθήκη του Πασάροβιτς, ή τέλος το 1715– αλλάζουμε «εποχή», με την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού χώρου από τους Τούρκους και την ταυτόχρονη και εντελώς αντιφατική έναρξη της μακράς περιόδου της οθωμανικής παρακμής και της άνθησης του νεώτερου ελληνισμού.
Μέχρι τον 17ο αιώνα, ο ελληνισμός παραμένει, λοιπόν, κατ’ εξοχήν βυζαντινός –ακριβέστερα υστεροβυζαντινός–, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως ο μόνος θεσμός του παρελθόντος που επιβιώνει στις νέες συνθήκες, συνέχει τους Έλληνες και τους λοιπούς ορθοδόξους των Βαλκανίων. Γι’ αυτό και θα επιφορτιστεί με έναν ευρύτερο ρόλο, ως ο αποκλειστικός εκφραστής του «γένους». Όχι μόνο θα αναλάβει την παιδεία των Ελλήνων, αλλά θα ενδυθεί και κοσμικές εξουσίες, στον τομέα της διοίκησης ή της δικαστικής δικαιοδοσίας. Θα μεταβληθεί στον αποκλειστικό εκπρόσωπο του «ρουμ-μιλέτ» έναντι της Υψηλής Πύλης, θα συγκρατήσει τα κύματα των εξισλαμισμών και, ιδίως στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την καθολική και φραγκική διείσδυση, συνεχίζοντας το έργο που είχε αρχίσει από τον 12ο αιώνα – σε μεγαλύτερη κλίμακα, μάλιστα, ως ο μοναδικός εκφραστής του γένους. Επί πλέον, η βυζαντινή ζωγραφική θα κυριαρχεί, το βυζαντινό μέλος, έστω και παραφθαρμένο, θα διαμορφώνει το μουσικό ήθος των Ελλήνων, και η γλώσσα θα ακολουθεί, λιγότερο ή περισσότερο, τα υστεροβυζαντινά πρότυπα, τόσο στη λαϊκή –δημώδη– όσο και στη λόγια μορφή.
Μόνο κατά τον ύστερο 17ο αιώνα, η ανάδυση των Φαναριωτών αρχικώς και της νέας εμπορικής αστικής τάξης, η ενδυνάμωση των θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης, των πολεμικών κοινοτήτων και των νέων εκπαιδευτικών θεσμών, η ανάπτυξη των σχέσεων με την ανερχόμενη Δύση, θα μετριάσουν το τεράστιο βάρος της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία: Καινοφανείς θεσμοί και αντιλήψεις, νέες δυνάμεις –που δεν κατάγονται πλέον άμεσα από την υστεροβυζαντινή περίοδο, αλλά απαντούν στις προκλήσεις της συγκυρίας– θα εμφανιστούν και, μαζί με τους προγενέστερους, θα συγκροτήσουν το νέο κράμα, τη νέα κυρίαρχη παράδοση του αναγεννώμενου ελληνισμού.
Οι νέοι προσανατολισμοί έμοιαζαν να απαντούν στα ελλείμματα και τα αδιέξοδα της υστεροβυζαντινής περιόδου, που οδήγησαν το Βυζάντιο στην παρακμή και την ήττα: Στον χώρο της οικονομίας, μια γηγενής αστική τάξη, εμπορική και ναυτική –που τόσο έλειψε μετά τον 11ο αιώνα από τον βυζαντινό ελληνισμό–, θα αναδυθεί ως η οιονεί αστική τάξη του βαλκανικού χώρου. Στο πεδίο της «πολεμικής αρετής», ανασυγκροτείται η ικανότητα για αυτοάμυνα των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι, μετά τον 12ο αιώνα, συμμετείχαν όλο και λιγότερο στην άμυνα της Αυτοκρατορίας, όπου οι παραδόσεις των Ακριτών και των Μακεδόνων αυτοκρατόρων είχαν ξεχαστεί και οι στρατοί του Βυζαντίου είχαν γίνει κατ’ εξοχήν μισθοφορικοί. Αντίθετα, στα χρόνια της οθωμανικής αποσύνθεσης, οι Έλληνες θα ξαναμάθουν και πάλι να πολεμούν και να νικούν τους Τούρκους, αρχικώς σε μικρή κλίμακα, με τους κλέφτες, τους αρματολούς, ή τις μεγάλες στρατιωτικές κοινότητες των Σουλιωτών και της Μάνης, και αργότερα, με την Επανάσταση, σε μεγαλύτερη κλίμακα. Τέλος, θα ενισχυθούν και πάλι οι κοινοτικοί θεσμοί και οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, ενώ συγκροτείται και ένα πρόπλασμα διοικητικής άρχουσας τάξης με τους Φαναριώτες.
Θα έχουν, δηλαδή, ωριμάσει οι όροι για την ελληνική Αναγέννηση. Από τον 17ο αιώνα και στο εξής, θα πάψει πλέον το Βυζάντιο να αποτελεί την αποκλειστική αναφορά του νεώτερου ελληνισμού, και θα μεταβληθεί σε μία –σημαίνουσα πάντα– συνιστώσα ανάμεσα σε άλλες.
Μνήμες της Άλωσης
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε τόσο βαθιά εντύπωση στους Έλληνες, από τον Πόντο και την Παλαιστίνη έως τη Νότια Ιταλία, ώστε αναρίθμητοι θρήνοι, δημοτικοί ή λογιότεροι, πλάστηκαν ή γράφτηκαν γι’ αυτό το σχεδόν απίστευτο κοσμοϊστορικό γεγονός. Παρ’ ότι η Βασιλεύουσα ήταν πια σκιά του εαυτού της, ερημωμένη και ερειπωμένη, μια νησίδα στην οθωμανική θάλασσα, εντούτοις η ύπαρξή της σηματοδοτούσε ακόμα την ύπαρξη του βυζαντινού ελληνισμού[4]. Γι’ αυτό και το τέλος της άργησε να γίνει πιστευτό από τους ραγιάδες και βιώθηκε ως μια ανεπανόρθωτη καταστροφή.
Ταυτόχρονα όμως, υπογραμμίζει ο Νικόλαος Πολίτης, η Άλωση λειτούργησε λυτρωτικά, απελευθέρωσε τους Έλληνες από τις φρούδες ελπίδες της ανάστασης ενός σεσηπότος οργανισμού και από την κατάθλιψη που τους βάραινε μπρος στο αναπόφευκτο τέλος:
Προ ταύτης μεν [δηλ. της αλώσεως] τα περί του μέλλοντος μαντεύματα ήσαν απαίσια και προανήγγελλον όλεθρον και καταστροφάς, μετά δε την άλωσιν αντίθετα όλως διεδίδοντο, μαρτυρούντα μεταβολήν του φρονήματος του έθνους. Από πολλού μεν χρόνου προ της αλώσεως της πρωτευούσης του κράτους ανεφέροντο χρησμοί περί της επικειμένης καταστροφής, ευθύς δ’ όμως μετά την άλωσιν εγεννήθησαν αίσιαι περί της μελλούσης τύχης του έθνους ελπίδες, και ερριζώθη η πεποίθησις παρά τω ελληνικώ λαώ ότι αφεύκτως διά της σπάθης θ’ ανακτήσει την διά της σπάθης αρπασθείσαν υπό των εχθρών πατρικήν κληρονομίαν[5].
Ο Γεώργιος Ζώρας, στη Βυζαντινήν Ποίησιν, καταγράφοντας τους «θρήνους» της Άλωσης, εμφαίνει τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε όσους γράφτηκαν αμέσως μετά την Άλωση και τους μεταγενέστερους, αφού είχε μεσολαβήσει η σκληρή δοκιμασία της σκλαβιάς. Ο άγνωστος συγγραφέας στην «λωσι Κωνσταντινουπόλεως», από τους 1045 στίχους –που άλλοτε αποδίδονταν στον Εμμανουήλ Γεωργιλά– επικρίνει τους Βυζαντινούς, διότι «τρία πράγματα χάλασαν τν ωμανίαν λην:/ φθόνος, φιλαργυρία κα κεν λπίδα», καθώς και τους Δυτικούς για την αδιαφορία τους:
296 Βενετία φουμιστή, μυριοχαριτωμένη,
Αθέντες εγενέστατοι, λάθος μεγάλον τον,
Ες τν Κωνσταντινούπολιν μεγάλο κρμα τον·
299 Πο τον βοήθεια σας, αθέντες Βενιτζιάνοι;[6]
Ωστόσο, επιχειρεί να συγκινήσει τους χριστιανούς, και κυρίως τον πάπα, ώστε να οργανώσουν μιαν απελευθερωτική σταυροφορία:
289 λθε καιρς τν χριστιανν, Λατίνων κα ω­μαί­ων,
ού­σων κα Βλά­χων κα Ογγρν, Σέρβων κα λαμάνων,
291 ­λοι ν ­μο­νοι­ά­σου­σιν, ν γέ­νου­σι τ ­να [ ]
604 κο­ρυ­φ τς κ­κλη­σι­ς, πα­να­γι­ώ­τα­τε πά­πα,
Τς πί­στης τ στε­ρέ­ω­μα, Χρι­στια­νν δό­ξα,
’ς τν ­γι­ο­σύ­νη σου κρε­μ λ’ χριστιανοσύνη·
ν τος ­φέ­ρς ες καλν κ τν δι­ατανωσύνη [ ]
608 κα ν ση­κώ­σς τν σταυ­ρν μ φόβον κα μ τρόμον[7].
Όμως, ενάμιση αιώνα αργότερα, και ενώ συνεχίζονται να γράφονται θρήνοι για την Άλωση, ο επίσκοπος Μυρέων Ματθαίος, το 1619, στο βιβλίο του «τέρα στορία τν κατ τν Ογγροβλαχίαν τελεσθέντων, ρξαμένη π Σερμπάνου βοηβόνδα μέχρι Γαβριλ βοηβόνδα, το νεσττος δουκός, ποιηθεσα παρ το ν ρχιερεσι πανιερωτάτου μητροπολίτου Μυρέων κυρο Ματθαίου το κ Πωγωνιανς, κα φιερωθεσα τ νδοξοτάτω ρχοντι κυρί ωάνν τ Κατριτζ», αφιερώνει τους στίχους 2305-2764 στην Άλωση από όπου ήδη αναφαίνεται μια ριζικά διαφορετική ιδεολογία. Ο Ματθαίος οικτίρει τους «Έλληνες» ( πς καταστάθηκε τ γένος τν λλήνων –στ. 2360), που περιμένουν τη σωτηρία τους από τους ξένους και από τους ψευδοχρησμούς:
2328 Οα σ’ μς, ­φέν­τη μου, μ τν ­λί­γην γν­σι,
­π’ ­χο­μεν τ θάρ­ρος μας μέ­σα ες τν Σπανί­αν,
κ’ ες τ χοντρ τ κάτεργα πο ’ναι ’ς τν Βενετίαν,
ν λ­θουσι μ τ σπαθ τν Τορκον ν σκοτώσουν,
ν πά­ρουν τ βασίλειον κ’ μς ν μς τ δώσουν·
2335 λ­πί­ζο­μεν ες τος χρη­σμούς, ’ς τς ψευ­δο­προ­φη­τε­ες,
Κα τν και­ρόν μας χά­νο­μεν ’ς τς μα­ται­ο­λο­γί­ες,
Ες τν βορ­ρν ’ς τν ­νε­μον ­χο­μεν τν λ­πί­δα,
2338 Ν πά­ρουν ­π πά­νω μας το Τούρ­κου τν πα­γί­δα[8].
Για τον επίσκοπο Μυρέων, η μόνη καταφυγή των υπόδουλων «Ελλήνων» είναι πλέον ο εαυτός τους και ο Θεός. Αν οι ίδιοι είναι πιστοί και ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους και εάν Εκείνος το επιθυμεί, θα ελευθερωθούν. Την ίδια στιγμή, ένας άλλος επίσκοπος, ο Διονύσιος ο «Σκυλόσοφος» της Λάρισας, με την εξέγερσή του, θα δοκιμάσει να θέσει σε εφαρμογή το «συν Αθηνά και χείρα κίνει»!
Τόσο έντονα σφραγίστηκε η λαϊκή φαντασία από την πτώση της Πόλης, ώστε δημιουργήθηκαν θρύλοι και παραδόσεις πανελλήνιας εμβέλειας και μακροχρόνιας αντοχής, όπως για τα μισοτηγανισμένα ψάρια, τον μαρμαρωμένο βασιλιά, τον παπά της Αγίας Σοφίας ή την Αγία Τράπεζα κ.λπ.
Τον καιρό που είχαν ζώση την Πόλη οι Τούρκοι, ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια ‘ς το τηγάνι. Τα είχε τηγανίση από τη μία μεριά κι’ ό,τι ήταν να τα γυρίση από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει, πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη˙ «Ποτέ δεν θα πατήσουν την Πόλη οι Τούρκοι, λέγει ο καλόγερος. Τότε θα το πιστέψω αυτό, αν αυτά τα ψάρια τα τηγανισμένα ζωντανέψουν!» Δεν απόσωσε το λόγο, και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά, κ’ έπεσαν ‘ς ένα νερό εκεί κοντά. Και είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια ‘ς το Μπαλουκλύ, και θα βρίσκωνται εκεί μισοτηγανισμένα και ζωντανά, ως να έρθη η ώρα να πάρωμε την Πόλη. Τότε λεν πως θαρθή ένας άλλος καλόγερος να τ’ αποτηγανίση[9].
Το γεγονός της Άλωσης μόνο με μια θαυματουργία θα μπορούσε να πιστοποιηθεί, να πηδήσουν τα μισοτηγανισμένα ψάρια στο νερό. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η πίστη στην αναπόφευκτη ανακατάκτηση. Την ίδια ή και μεγαλύτερη διάδοση είχε και ο θρύλος του «μαρμαρωμένου βασιλιά»:
Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψη η Πόλη, και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλλα ‘ς τάλογό του να τους εμποδίση. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκία, χιλιάδες τον έβαλαν ‘ς τη μέση, κ’ εκείνος χτυπούσε κ’ έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ’ άλογό του, κ’ έπεσε κι αυτός. Κ’ εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήση το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε, και τον πήγε σε μία σπηλιά βαθιά ‘ς τη γη κάτω, κοντά ‘ς τη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο Βασιλιάς, και καρτερεί την ώρα νάρθη πάλι ο άγγελος να τον σηκώση. [ ] Όταν είναι το θέλημα του Θεού, θα κατεβή ο άγγελος ‘ς τη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώση, και θα του δώση ‘ς το χέρι πάλι το σπαθί, που είχε ‘ς τη μάχη. Και θα σηκωθή ο βασιλιάς και θα μπή ‘ς την Πόλη από τη Χρυσόπορτα, και κυνηγώντας με τα φουσσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξη ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνη μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήση το μουσκάρι ‘ς το αίμα[10].
Μια παράδοση εξόχως ενδεικτική για τη διαμόρφωση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας, μέσα από τους μαιάνδρους της ιστορικής εμπειρίας, είναι αυτή η οποία αφορά στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας:
Την ημέρα που πάρθηκε η Πόλη έβαλαν ‘ς ένα καράβι την αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφιάς, να την πάη ‘ς τη Φραγκιά, για να μην πέση ‘ς τα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως ‘ς τη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η αγία τράπεζα εβούλιαξε ‘ς τον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι’ αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. [ ] Όταν θα πάρωμε πάλι την Πόλη, θα βρεθή και η αγία Τράπεζα και θα την στήσουν ‘ς την Αγία Σοφιά, να γίνουν ‘ς αυτή τα εγκαίνια[11].
Επρόκειτο, αρχικώς, για την αυθεντική Αγία Τράπεζα την οποία είχε τοποθετήσει ο Ιουστινιανός και την είχαν λεηλατήσει και κατατεμαχίσει οι Φράγκοι το 1204. Τότε πλάστηκε ο θρύλος ότι βούλιαξε στην Προποντίδα, όταν οι Ενετοί αποπειράθηκαν να τη μεταφέρουν στην Ιταλία. Το θαυματουργό γεγονός περιγράφει και ο χρονογράφος Δωρόθεος, επίσκοπος Μονεμβασίας – το Χρονικό του οποίου τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1637 και γνώρισε 18 εκδόσεις στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας: «­πα­γαί­νουν τι­νς ­κε μ πε­ρά­μα­τα, κα λαμ­βά­νουν ­π τν θά­λασ­σαν ­κεί­νην, ­που ε­ναι ­γί­α Τρά­πε­ζα, κα μυ­ρί­ζει θαυ­μα­σι­ώ­τα­τα μυ­ρω­δί­ας, ­π τ ­γιον μύ­ρον ­που ­χει κα τν λ­λων ­ρω­μά­των»[12].
Στη μεταγενέστερη παράδοση, η σύληση της Αγίας Τράπεζας από τους Φράγκους μεταβάλλεται σε προσπάθεια να διασωθεί με τη μεταφορά της… στη «Φραγκιά»! Έτσι, διατηρείται ο παλαιότερος πυρήνας για τη μεταφορά της, αλλά σε ένα πλαίσιο ριζικά διαφορετικό, σύμφωνα με τη νέα «βασική αντίθεση» που είναι η τουρκική κατοχή. Τέλος, σε μία αρχαιότερη εκδοχή, πριν από την Άλωση του 1204, η Αγία Τράπεζα έμελλε να καταστραφεί από το «γύναιον Μόδιον», λίγο πριν την έλευση του Αντιχρίστου. «Όθεν αι τύχαι της Αγίας Σοφίας και των ιερών σκευών αυτής [ ] συνάπτονται προς τας τύχας του ελληνικού έθνους» [13].
Αναρίθμητες είναι οι παραδόσεις που αφορούν στην Άλωση και στην πίστη στην «επιστροφή» της Πόλης στα χέρια των Ελλήνων, όπως ο φωτεινός σταυρός που φαίνεται πάνω απ’ την Αγιά Σοφιά ή ο θρύλος για τη λειτουργία της Αναστάσεως, που κατά μυστηριώδη τρόπο τελείται κάθε χρόνο στη μεταβληθείσα σε τζαμί εκκλησιά.
Η καθημερινότητα
Αλλά, εκτός από τη μνήμη του βυζαντινού κράτους των Ελλήνων και τους θρύλους της Άλωσης, αναρίθμητα «βυζαντινά» στοιχεία συναντούμε στην ίδια την καθημερινότητα, κάποτε και τη θεσμική, των μεταβυζαντινών.
Άμεση συνέπεια της τουρκικής κυριαρχίας και της επιβολής των οθωμανικών θεσμών πάνω στη βυζαντινή κληρονομιά ήταν «ο αποκεφαλισμός της, στο επίσημο επίπεδο, και η απομόνωση στο λαϊκό», όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Σπύρος Βρυώνης[14]. Η τουρκική κατοχή προκάλεσε βαθύτατες αλλαγές: στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, απλοποίηση της ταξικής δομής, οικονομική πτώχευση, εθνική αποσύνθεση, θρησκευτική οπισθοδρόμηση, στέρηση ατομικών δικαιωμάτων, αποθεσμοποίηση του πολιτισμού και πολιτισμική απομόνωση[15]. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η βυζαντινή κληρονομιά καταδύεται κυρίως στο λαϊκό επίπεδο, τις παραδόσεις, τις συμπεριφορές, την εκκλησία, την τέχνη, και εκεί εγκαταβιώνει ριζωμένη στην καθημερινότητα των ραγιάδων[16]. Γι’ αυτό και οι κατώτερες τάξεις, ο λαϊκός κλήρος, οι ορεσίβιοι, οι νη­σιώτες, όσοι, δηλαδή, στην καθημερινή τους ζωή, έρχονται λιγότερο σε επαφή με τους Οθωμανούς κατακτητές, θα διατηρήσουν σχεδόν αλώβητη τη βυζαντινή παράδοση, έστω και αν κάποτε αγνοούν το ιστορικό υπόβαθρο και τα μνημεία της ιστορικής συνέχειας.
Ωστόσο, και στο θεσμικό πεδίο, δεν εξαφανίζονται εντελώς οι επιβιώσεις αυτής της κληρονομιάς[17]. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που αφορούν στο βυζαντινό δίκαιο, το οποίο εχρησιμοποιείτο για έξι ολόκληρους αιώνες, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, το 1946! Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, κυκλοφόρησαν παραφράσεις του Αρμενοπούλου και της επιτομής του Βλαστάρεως στη δημώδη, όπως το Νομοκριτήριον, τον 17ο αιώνα. Μαρτυρούνται, επίσης, μορφές επιβίωσης της βυζαντινής Προτιμήσεως –που προστάτευε τους ελεύθερους αγρότες από τους γαιοκτήμονες[18]: Όντως, σε νόμους και έθιμα των διοικήσεων της Μυκόνου (1647), της Σύρου (1697, 1700, 1812), του Πόρου, της Σαντορίνης, της Φολεγάνδρου, εφαρμοζόταν μια ανάλογη πρακτική, γνωστή ως προτιμή, η οποία εφαρμοζόταν και σε περίπτωση πλειστηριασμού για χρέη, εξ αιτίας αδυναμίας καταβολής του χαρατσιού.
Για το δίκαιο της θάλασσας είναι ακόμα στενότερη η συνάφεια του νεότερου εθιμικού δικαίου –όπως εκείνου της Ύδρας (1793)– με τον βυζαντινό «Νόμον οδίων Ναυτικν» που ρύθμιζε τα ναυτικά δάνεια ή κατένειμε τα κέρδη και τις ζημιές ανάμεσα στον πλοίαρχο και το πλήρωμα των σκαφών – πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στα ψαράδικα σκάφη[19].
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η βυζαντινή νομοθεσία αποτελούσε την κύρια πηγή του δικαίου μαζί με το εθιμικό δίκαιο. Στα πρώτα Συντάγματα (1821-1827), το δίκαιο οριζόταν «συμφώνως προς τους νόμους των αειμνήστων Βυζαντινών αυτοκρατόρων», ενώ ο Καποδίστριας θεσμοθέτησε την ­ξά­βι­βλο του Αρμενοπούλου (1345) ως την αποκλειστική πηγή του αστικού δικαίου. Το διάταγμα 152 της 15/27 Αυγούστου 1830 θέσπιζε πως τα δικαστήρια θα έπρεπε να συμβουλεύονται και να εφαρμόζουν τους νόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιείχοντο στην ­ξά­βι­βλο. Εν τέλει δε, το ιδιωτικό δίκαιο ρυθμίστηκε, κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας, με το διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου του 1835, σύμφωνα με τους νόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιλαμβάνει η ­ξά­βι­βλος, έως ότου εκδοθεί νέος Αστικός Κώδικας, πράγμα που συνέβη μόλις το 1946![20]
Αν η θρησκευτική ζωή των Ελλήνων και η τέχνη –ζωγραφική, μουσική– παραμένει μέχρι σήμερα σφραγισμένη από το Βυζάντιο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, ορισμένες δεκαετίες πριν, ο αγροτικός κόσμος ζούσε, καλλιεργούσε και διασκέδαζε με μορφές παραπλήσιες, αν όχι ταυτόσημες, με τους Βυζαντινούς. Και αδιάψευστο μάρτυρα συνιστούν οι παραδόσεις, οι μύθοι, οι παροιμίες, τα τραγούδια[21].
Μια απλή καταγραφή των «βυζαντινών» στοιχείων που επιβιώνουν στη μακρά διάρκεια, σε παροιμίες, αποφθέγματα, γνωμικά –είναι άρρηκτα δεμένα με τον εθνικό χαρακτήρα των λαών, με τις συνέχειες και τις ασυνέχειές τους, τις τομές και τις τροπές τους–, αποτελεί από μόνη της ένα τιτάνιο έργο. Θα σταχυολογήσουμε απλώς ορισμένα λήμματα από τις συλλογές παροιμιών, αποφθεγμάτων και παροιμιωδών εκφράσεων των βυζαντινών συγγραφέων και φιλολόγων, υπενθυμίζοντας ότι πολλές από αυτές ανάγονται στον Αίσωπο και έχουν ζωή τουλάχιστον δύο χιλιάδων χρόνων.
Ανάμεσα σε εκείνους που συνέλεγαν παροιμίες κατά τη βυζαντινή περίοδο ήταν και ο Ψελλός, ο Πλανούδης, ο Γλυκάς, ο Μιχαήλ Αποστόλης, ενώ ο Κοραής, αρχικώς, και εν συνεχεία ο Σάθας, ο Κουρτς (Eduard Kurtz) και ο Κρουμπάχερ υπήρξαν από τους πρώτους που τις κατέγραψαν. Ο Κρουμπάχερ είχε καταμετρήσει 129, ενώ, λίγα χρόνια μετά, ο Νικόλαος Πολίτης καταγράφει ήδη 222[22]. Διαβάζουμε, λοιπόν, ορισμένες παροιμίες από τις παλαιότερες συλλογές: Από τα Αισώπεια, «Τ ταχ κα χάριν χει» ή «δωρ στάμενον ζει»· από τη συναγωγή του Μιχαήλ Ψελλού, «Μία χερέα νερ πνίγει με», «π σαλο κα με­θυ­στο τν ­λή­θειαν ­κου­ε», « λύ­κος τν τρί­χα ­λλάσ­σει, τν δ γνώ­μην οκ ­λλάσ­σει», « κό­σμος ­πον­τί­ζε­τον κα γυ­νή μου ­στο­λί­ζε­τον»[23]. Από βυζαντινές συλλογές που έχουν εξαρχαΐσει το γλωσσικό ιδίωμα: «Τν φρονί­μων τ παι­δί­α πρν πει­νά­σουν μα­γε­ρεύ­ουν», «ν ­χς τύ­χην τρέ­χε, κα ν οκ ­χς τύ­χην τί τρέ­χεις;» «Ες κουφο θύ­ραν ­σα θέ­λεις κρά­ζε», «κε­ που νι πολ­λο πε­τει­νο τα­κε ­μέ­ρα ο γί­νε­ται», «λ­λο­θι τ ­σμα­τα, λ­λα­χο δ γεν­ν­σιν ­λε­κτο­ρί­δες», «­πο­ρί­α ψάλ­του βήξ», «ρ­χη­γο πα­ρόν­τος, ρ­χ παυ­σά­σθω», «Τρες ­δου­σι, δύ­ο δ χο­ρεύ­ου­σι», «Χαί­ροις φί­λε – Κυά­μους σπεί­ρω»[24].
Ο Κουκουλές, για να καταδείξει την άμεση συνάφεια της νεώτερης ελληνικής και των εκφράσεών της με τη γλώσσα του Βυζαντίου[25], αφιέρωσε έναν τόμο της Ιστορίας του, το «Παράρτημα» του Ε΄ τόμου, στη «νέα ελληνική γλώσσα κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έθιμα». Ανάμεσα στ’ άλλα μας θυμίζει πως η παροιμιώδης έκφραση «έμεινε στα κρύα του λουτρού» αναφέρεται στα βυζαντινά ατμόλουτρα –ρωμαϊκής προελεύσεως, τα οποία περιγράφει και ο Γαληνός–, όπου ο λουόμενος περνούσε διαδοχικά από τρία διαμερίσματα, ψυχρό, χλιαρό και θερμό, ή κυρίως λουτρό. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, διακοπτόταν το λουτρό, έμενε κυριολεκτικά «στα κρύα του λουτρού»[26].
Το «κοντς ψαλμός, λληλούια» σημαίνει πως ένα γεγονός θα ολοκληρωθεί τόσο γρήγορα όσο σύντομα επέρχεται ο ενταφιασμός μετά τον «κοντό» ψαλμό και το αλληλούια. Και ήδη, στον 7ο αιώνα, απαντάται η φράση «ε δ τ το­μ θά­να­τος ­πι­δρά­μοι, βρα­χς ψαλ­μς ­πι­κή­δει­ος ­παλ­λάτ­τει τν πά­σχον­τα»[27]. Ο «κερατάς» αποκαλείται έτσι διότι, όπως τονίζει και ο Ψελλός στη μικρή μελέτη του «Πό­θεν τ το κε­ρα­τ ­νο­μα», τα κερασφόρα ζώα, σε αντίθεση με τα μη κερασφόρα, δεν είναι ζηλότυπα, εξ ού και η ονοματοδοσία κερατάς:
τν γρ ­λό­γων ζ­ων ­σα μν οκ ­χει κέ­ρα­τα, ρ­γί­λα κα ζη­λό­τυ­πα πε­ρ τς ε­νάς… τ δ κε­ρα­σφό­ρα σχε­δν ε­πεν ξύμ­παν­τα ῥᾷ­στα τ πά­θος ­φί­σταν­ται· ν­τε­θεν γον τν μ πε­ρ τν ­δί­αν γα­με­τν ζη­λο­τυ­πον­τα μη­δ’ λ­λως ­γα­να­κτον­τα ­π τ πράγ­μα­τι, κε­ρα­τν ­νο­μα­το­θέ­της νό­μα­σεν.
Πιθανότατα δε η έκφραση να προέρχεται από την αρχαιότητα, δεδομένου ότι ο Αρτεμίδωρος, στα νειροκριτικά του, τον Β΄ μ.Χ. αιώνα, υπογραμμίζει πως για τον ατιμαζόμενο σύζυγο έλεγαν ήδη «κέ­ρα­τα α­τ ποι­ε»[28]. Η έκφραση «δεν έμεινε ρουθούνι» παραπέμπει στη συνήθεια που υπήρχε στον Μεσαίωνα να κόβουν τις μύτες και τα αυτιά των νεκρών αντιπάλων, την οποία εφάρμοσαν στη συνέχεια και οι Τούρκοι, αλλά και οι Έλληνες κατά την επανάσταση του ’21. Ήδη ο βυζαντινός χρονογράφος του 11ου αιώνα, Γεώργιος Κεδρηνός, στη Σύ­νο­ψιν ­στο­ρι­ν του, αναφέρεται στον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη, που, αφού εφόνευσε πολλούς Άραβες, «τς ῥῖ­νας κα τ ­τα τν πε­σόν­των ­πο­τε­μν δι­ε­κό­μι­σε ν Καπ­πα­δο­κί­ τ βα­σι­λε» ενώ, σε ακριτικό άσμα του Πόντου, αναφέρεται πως ο ήρωας
Χι­λί­ους ­π’ μ­πρ’ ­σκό­τω­σεν κα μύ­ριους ­π’ ­πί­σω,
ν­ν κο­φί­νια ’­φόρ­τω­σεν ­τί­α κα μυτ­τί­α[29].
Η έκφραση «θα πεθάνεις στην ψάθα» ή «πέθανε στην ψάθα» παραπέμπει στο γεγονός ότι οι φτωχοί Βυζαντινοί κοιμόντουσαν όντως κατάχαμα, στην ψάθα, σε αντίθεση με τους εύπορους, που κοιμώνταν σε κρεβάτι. Έτσι, ο Πτωχοπρόδρομος λέει: «κα σ κοι­μ­σαι ες τ ψα­θν κα γέ­μεις κα τς φθε­ρας», ενώ αλλού: «Σ ­κοι­μ ες τ ψα­θν κι’ ­γ ες τ κλι­νά­ριν»[30].
Θα κλείσουμε με την πασίγνωστη έκφραση «τα ’κανε(ς) θάλασσα», που παραπέμπει στην καταστρεπτική δράση πλημμυρών και την υπερχείλιση ποταμών. Έτσι, διαβάζουμε στην Άννα Κομνηνή: «πλημ­μύ­ρας ον γε­νο­μέ­νης τν πο­τα­μί­ων ευ­μά­των κα ­περ­χει­λί­σαν­τος το ­δα­τος, θά­λασ­σαν ν ­ρν ­παν τ πε­δί­ον ­κε­νο»[31].
Όσο και αν μπαίνουμε στον πειρασμό να συνεχίσουμε αυτή την παράθεση, που αρκεί, σχεδόν αφ’ εαυτής, για να απαντηθεί το ζήτημα της ταυτότητας του ύστερου Βυζαντίου και της συνέχειας του ελληνισμού της Τουρκοκρατίας και του ελλαδικού κράτους μαζί του, αυτή η σύντομη αναφορά θέλει να υπομνήσει πως η εθνική συνέχεια δεν αποτελεί μόνον προνόμιο των λογίων ή των ιερωμένων. Αντιθέτως, εάν δεν ανιχνεύεται στην καθημερινότητα, τη λαϊκή θρησκευτικότητα και παράδοση, τότε είναι συχνά κίβδηλη. Ακόμα και αν τίποτε δεν είχε επιβιώσει από τη γραπτή παράδοση, όπως συνέβη με ένα μεγάλο μέρος της κατά τους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση, θα αρκούσε η ζωντανή μνήμη του λαού για να επανασυνδέσει τα «διεστώτα μέλη» της ιστορίας μας.
Η συνέχεια της «δημώδους»
Στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, ο λαϊκός πολιτισμός επιβιώνει μέσω της προφορικής παράδοσης, στην οποία περιλαμβάνονται, εκτός από δημοτικά τραγούδια, παραμύθια και αφηγήσεις, και η από στήθους απομνημόνευση έργων, όπως ο ­ρω­τό­κρι­τος, η Βο­σκο­πού­λα, το ­πος το Δι­γε­ν, η Φυλ­λά­δα το Με­γα­λέ­ξαν­δρου, τα οποία βρίσκονται στα στόματα λαϊκών αφηγητών. Ιδιαίτερα στα Επτάνησα, και κατ’ εξοχήν στη Ζάκυνθο, μετά την πτώση της Κρήτης, μένει ζωντανή η προφορική κρητική παράδοση και θα επηρεάσει αποφασιστικά τους εγχώριους λογίους, που θα συνεχίσουν να γράφουν στη δημοτική, προαναγγέλλοντας τον Σολωμό.
Παράλληλα, η επέκταση της εγγραμματοσύνης, ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και στο εξής, θα επιταχύνει και τη διάδοση του γραπτού δημώδους, αλλά και των εκκλησιαστικών έργων, σε ευρεία έκταση.
Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι η Φυλ­λά­δα το Με­γα­λέ­ξαν­δρου θα γνωρίσει 3 εκδόσεις στον 16ο αιώνα, 6 τον 17ο, 14 τον 18ο και 8 στα πρώτα είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα – σύνολο 31[32]. Ο Γιώργος Βελουδής[33] θα καταγράψει, για την περίοδο 1529-1926, 61 συνολικά εκδόσεις μέχρι το 1926, και θα υπολογίσει περίπου σε 60.000 τον αριθμό των αντιτύπων που τυπώθηκαν[34]. Αμέσως μετά, ακολουθούν οι Μ­θοι το Α­σώ­που οι οποίοι θα εκδοθούν δεκάδες φορές σε νεοελληνική μετάφραση, εκτός από τις αρχαιοελληνικές εκδόσεις[35], με σύνολο 50 εκδόσεις για την περίοδο 1529-1926[36]. Ο ­ρω­τό­κρι­τος θα πρωτοτυπωθεί το 1713 και, έως το 1819, θα πραγματοποιήσει 30 τουλάχιστον εκδόσεις[37]. Ο βυζαντινός Σπα­νός, την περίοδο 1553-1796, θα πραγματοποιήσει 8 εκδόσεις· η Βο­σκο­πού­λα (1627-1780) 11· η Θυ­σί­α το ­βρα­μ (1696-1798) 15, η Δι­ήγη­σις το ­πολ­λω­νί­ου βα­σι­λι τς Τύ­ρου[38] (1534-1778) 14, η Γαδάρου, Λύκου Κιαλουπος διήγησις ραία (1539-1793) 11, η ­ρω­φί­λη (1637-1772) 5, η ­μαρ­τω­λν Σω­τη­ρί­α του Αγάπιου Λάνδου (1641-1795) 24, Ο ν­δρα­γα­θεί­αις το Μι­χα­λ βο­ε­βό­δα (1638-1785) 11, η ­ξή­γη­σις το θαυ­μα­στο μ­πε­ρί­ου (1553-1779) 12, η Δι­ή­γη­σις ες τς πρά­ξεις Βε­λι­σα­ρί­ου (1548-1577) 5, η ­στο­ρί­α το Ῥὲ τς Σκότ­ζιας του Ιάκωβου Τριβώλη (1523-1799) 20, η ­πι­το­μ τς ­ε­ρο­κο­σμι­κς ­στο­ρί­ας του Νεκταρίου Ιεροσολύμων (1668-1783) 5, το Βι­βλί­ον ­στο­ρι­κν του Δωροθέου Μονεμβασίας (από το 1631 έως το 1818) 26, κ.λπ.[39] Σε αυτό τον ενδεικτικό κατάλογο των δημοφιλέστερων Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων περιλαμβάνονται βιβλία ιστορίας, θύραθεν και εκκλησιαστικής, μύθοι και λογοτεχνικά έργα, ορισμένα από τα οποία κυκλοφορούσαν ήδη ευρέως υπό μορφή χειρογράφου και στη βυζαντινή περίοδο, όπως ο Που­λο­λό­γος, η Φυλλάδα, ο Βελισάριος, η Γα­δά­ρου Λύ­κου Κι­α­λου­πος δι­ή­γη­σις ­ραί­α, ο Σπα­νός, οι Μ­θοι το Α­σώ­που κ.ά.
Δεν πρέπει δε να λησμονούμε πως τα πλέον διαδεδομένα «λαϊκά αναγνώσματα» υπήρξαν τα εκκλησιαστικά και θρησκευτικά κείμενα, με τα οποία οι ραγιάδες μάθαιναν γραφή και ανάγνωση και τα χρησιμοποιούσαν αδιάκοπα ως αναγνώσματα, πέρα από τη λειτουργική χρήση τους, για τους χιλιάδες ιερωμένους, ιδιαίτερα του κατώτερου κλήρου. Για λειτουργική χρήση, το ν­θο­λό­γιον το ­λου ­νια­υτο, που περιλάμβανε τα κυριότερα μέρη της Λειτουργίας, πραγματοποίησε σαράντα γνωστές εκδόσεις μεταξύ 1578 και 1821[40].
Η λόγια λογοτεχνική παράδοση θα διασωθεί και αυτή μέσα από τη σύνδεσή της με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα ως συνέχεια της βυζαντινής παράδοσης, την οποία ανέλαβε στις νέες συνθήκες, μέχρι το 1669, η Κρήτη και εν συνεχεία τα Επτάνησα. «Από τα Επτάνησα και την Πελοπόννησο ως τη Σμύρνη, και από την Κρήτη ως τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, τα κρητικά έργα έπαιζαν το ρόλο πραγματικής εθνικής παιδείας για τον ελληνικό λαό εκείνης της εποχής και έσωσαν για πολύ καιρό την καλαισθησία και την γλωσσική του ακεραιότητα»[41]. Η επτανησιακή παράδοση, η οποία σε μια αδιάσπαστη ενότητα θα διατηρήσει την επαφή με την κρητική λόγια και λαϊκή παράδοση, ενώ ταυτόχρονα θα εμπλουτίζεται από το ηπειρωτικό και πελοποννησιακό δημοτικό τραγούδι, θα γίνει η κατ’ εξοχήν γέφυρα προς τη νεοελληνική λογοτεχνική δημιουργία. Έτσι, η Ερωφίλη, τονίζει ο Βάλτερ Πούχνερ, θα λειτουργήσει τόσο ως πηγή έμπνευσης για λόγια έργα, όπως η Ιφιγένεια και ο Θυέστης του Κατσαΐτη, αλλά και για λαϊκές ομιλίες στα Επτάνησα, για το παραδοσιακό λαϊκό θέατρο στην Κεντρική Ελλάδα, και για… καρναβαλικά έθιμα στα Ζαγοροχώρια, μέχρι τουλάχιστον το 1915[42]. Ο Μαρτελάος και ο Σολωμός δεν θα πέσουν εξ ουρανού.
Ο εγκιβωτισμός του «φωτισμού» του ελληνικού λαού, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας σε έναν «διαφωτισμό», ο οποίος ενδύεται εξ ανάγκης τα ρούχα του δυτικού αντίστοιχού του, είναι τουλάχιστον προκρούστειος. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό για την αντίδραση ενός σημαντικού μέρους των εκκλησιαστικών παραγόντων και λογίων της εποχής οι οποίοι αγνοούσαν ή περιφρονούσαν τη δημώδη λογοτεχνία. Ο Καισάριος Δαπόντες θεωρεί πολύ αμφίβολη τη λογοτεχνική αξία του Ερωτόκριτου, που, όμως, σημειώνει, έκανε πολλές εκδόσεις και το «βαστούν εις τα προσκέφαλά τους οι πολλοί»[43]. Η περιφρόνηση για τα δημώδη και λαϊκά κείμενα διαπνέει εξ ίσου, και συμμετρικά, τις αντιλήψεις του Αδαμάντιου Κοραή –που σε επιστολή του το 1805 αναφέρεται στον Ερωτόκριτο και «άλλα τοιαύτα εξαμβλώματα της ταλαιπώρου Ελλάδος»[44]– όσο και εκείνες του… αντιπάλου του, του Νικόδημου του Αγιορείτη.
Έτι καθώς πρέπει να αποβάλλωμεν τα Αιρετικά βιβλία, έτζι πρέπει να αποβάλλωμεν και τα Ερωτικά βιβλία, καθώς είναι η ρίμα του Ερωτόκριτου, της Ερωφίλης, της Βοσκοπούλας και άλλων. Ομοίως και τα γελωτοποιά, και άσεμνα. Καθώς είναι η Χαλιμά, ο Μπερτόλδος, του Σπανού η φυλλάδα, και του Γαϊδάρου και τα όμοια[45].
Στην ακαδημαϊκή και ιστορική παραγωγή της μεταπολιτευτικής περιόδου, ιδιαίτερα μετά το 1980, θα προβάλλεται και θα ερευνάται συστηματικά η γραπτή και κατ’ εξοχήν λόγια παραγωγή και ο «διαφωτισμός», ενώ περιορίζονται οι μελέτες και τα έργα για τη λαϊκή και δημώδη παράδοση. Σε γεγονότα όπως οι επαναστάσεις, ή τα ορλωφικά, δεν θα αφιερώνονται νέες και πρωτότυπες μελέτες – σε αντίθεση με την περίοδο 1945-1967, η οποία υπήρξε πολύ πιο ισορροπημένη αφού ερευνώνταν όλες οι όψεις της νεοελληνικής αναγέννησης. Μορφές όπως ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Διγενής Ακρίτας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αλλά και ο Διονύσιος Σκυλόσοφος, ο Νικοτσάρας, ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Κατσαντώνης, ο Ανδρούτσος κ.ά., δεν διερευνώνται εις βάθος με σύγχρονα ιστορικά εργαλεία, και έχουν μεταβληθεί σε σχηματικές και ανοίκειες φιγούρες για τις νεώτερες γενιές. Θα αναπτυχθεί βεβαίως, καλύπτοντας ένα πραγματικό κενό, η έρευνα και η μελέτη του οικονομικού και του πνευματικού βίου, αλλά εις βάρος των γεγονότων που αφορούν στον εθνικό αγώνα. Ο Μακρυγιάννης θα διασωθεί μόνο και μόνο γιατί ο Σεφέρης και ο Ελύτης θα τον υψώσουν στη θέση του εθνικού μας λογοτέχνη, ενώ η συζήτηση για τον Ρήγα συνεχίζεται διότι ο Ρήγας υπήρξε ταυτοχρόνως «διαφωτιστής» και επιχειρείται η οικειοποίησή του από το στρατόπεδο του «φωταδισμού». Έτσι, οι ιδιαιτερότητες, ή και οι στρεβλώσεις της υλικής και πνευματικής ζωής του «γένους», αποσπώνται από την πραγματική τους βάση και μεταβάλλονται σε μέρος μιας αφηρημένης «ιστορίας των ιδεών», συνδεδεμένης κατ’ εξοχήν με τη Δύση.
*Ομιλία του Γιώργου Καραμπελιά στο Συνεδριακό Κέντρο Κρυάς στη Λιβαδειά στα πλαίσια της εκδήλωσης "Η Άλωσης της Κωνσταντινούπολης και η Ιστορική Μνήμη του Ελληνισμού" που διοργάνωσε ο ιερός Ναός Αγίου Ρηγινού Λιβαδειάς.



[1] Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γνώση, Αθήνα 92000, σ. σ. ια΄.
[2] John Cam Cobhouse, A Journey through Albania and the Other Provinces of Turkey, 1813, σ. 588. Βλ. Alexis Politis, «Christian Emperors to Greek Ancestors», στο David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), Byzantium and the Modern Greek Identity, Centre for Hellenic Studies, King Kollege, Λονδίνο 1998, σ. 2.
[3] Βλέπε Alexis Politis, ό.π., σ. 3.
[4] Για την Άλωση, βλέπε μεταξύ άλλων, Μιχαήλ Δούκας, Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1997· Κριτόβουλος Ίμβριος, Ιστορία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2005· Σφρατζής Γώργιος, PG 156, σ. 551-1022, καθώς και Βραχύ Χρονικό, εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2006· Γουσταύος Σλουμπερζέ, Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1954· Στ. Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Μπεργαδής, Αθήνα 1979· Ευ. Χρυσός (επιμ.), Η άλωση της Πόλης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994· Μ. Κορομηλά, Η ύστατη αγωνία της Βυζαντινής πρωτεύουσας, Πολιτιστική Εταιρεία «Πανόραμα», Αθήνα 1992· Έντουιν Πήαρς, Η Καταστροφή της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, Στοχαστής, Αθήνα· Αιμιλία Ιωαννίδου, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2000.
[5] », στο Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, ΒΒ, αρ. 1, Αθήνα ά.χ., σ. 36.
[6] Βλ. «Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως», στο Γ. Ζώρα, Βυζαντινή…, ό.π., σ. 183.
[7] Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή…, ό.π., σ. 183.
[8] Γ. Ζώρα, ό.π., σσ. 207-208.
[9] Νικολάου Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Πα­ρα­δόσεις, μέρος Α΄, Αθήνα 1904, φωτ. ανατύπωση, Βιβλιόραμα, Αθήνα 1998, σ. 21.
[10] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σ. 22.
[11] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σ. 24.
[12] Δωρόθεος Μονεμβασίας, Βιβλί­ον στορι­κν πε­ρι­έχον ν συ­νό­ψει δι­α­φό­ρους κα ­ξό­χους στο­ρί­ας, ρ­χό­με­νον ­π κτί­σε­ως κό­σμου, μέ­χρι τς ­λώ­σε­ως Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως κα ­πέ­κει­να…, (­νε­τί­η­σι 11637) 21781, σσ. 482-483.
[13] Νικολάου Πολίτου, ό.π., μέρος Β΄, σ. 682.
[14] Speros Vryonis, «The Byzantine Legacy and Ottoman Forms», Dumbarton Oaks Papers 23-24 (1969-1970), σσ. 251-308.
[15] Speros Vryonis, «The Greeks under Turkish Rule», στο Νικηφόρος Διαμαντούρος (επιμ.), Hellenism and the First Greek War of Liberation (1821-1830): Continuity and Change, ΙΒΣ, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 45-58.
[16] Βλέπε και Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Η ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών», στο, Παν. Κρήτης, 1453, Η άλωση…, ό.π., σσ. 61-71.
[17] Αναλυτικότερα πραγματεύομαι αυτό το ζήτημα στο υπό επεξεργασία βιβλίο μου Ελληνικός Διαφωτισμός, 1700-1821, «Μέρος Α΄: Η Βυζαντινή κληρονομιά».
[18] Η «προτίμησις» είχε θεσπιστεί τον 10ο αιώνα και, σύμφωνα με αυτή, όταν επωλείτο ένα αγροτεμάχιο, υπήρχε μια κλίμακα «προτιμήσεως» των αγοραστών: Προηγούντο οι συγγενείς, ακολουθούσαν οι γείτονες κ.ο.κ.
[19] Speros Vryonis, «Η βυζαντινή κληρονομιά στον επίσημο και έντεχνο πολιτισμό των βαλκανικών λαών», στο John Yiannias (επιμ.), Η βυζαντινή…, ό.π., σσ. 35-68.
[20]Karoula Argyriadis-Kervegan, «Byzantine law as practice and as history in the nineteenth century», στο David Ricks, Paul Magdalino, ό.π., σ. 36.
[21] Συνιστά όνειδος για τη νεώτερη ιστοριογραφία το ότι, μετά τον Φαίδωνα Κουκουλέ και το μνημειώδες έργο του Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, ελάχιστα πράγματα έχουν προστεθεί, ενώ η λαογραφία, που ανιχνεύει τη μακρά διάρκεια στην ιστορία των λαών, έχει μεταβληθεί στο αποπαίδι του σύγχρονου εκπαιδευτικού μας συστήματος.
[22] Νικολάου Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Πα­ροιμίαι, μέρος Α΄, Αθήνα 1899, ανατύπωση «Βιβλιόραμα», Αθήναι 1998, σσ. στ΄- θ΄.
[23] Νικολάου Πολίτου, ό.π., κεφ. Α΄, Συλλογαί Βυζαντινών Παροιμιών, σσ.4-9.
[24] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σσ. 16, 19, 26, 27, 72, 75, 75, 120.
[25] Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών…, ό.π., τόμ. Ε΄. Επίσης R. Browning, Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα, Παπαδήμας, Αθήνα 21983· Εμμ. Κριαράς, Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100-1669, τόμοι 14, Θεσσαλονίκη 1969-1997.
[26] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ 32.
[27] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 52.
[28] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σσ. 65-66.
[29] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 86.
[30] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 92.
[31] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 107.
[32] Κ.Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό.π., σ.130.
[33] Βλ. Εισαγωγή στο Διήγησις Αλεξάνδρου, ό.π., σ. κε΄.
[34] Ο Φίλιππος Ηλιού και ο Άλκης Αγγέλου, υπολογίζουν σε τρεις χιλιάδες περίπου τα «τραβήγματα» για τα πιο διαδεδομένα «Αναγνώσματα του Νέου Ελληνισμού» την εποχή της Τουρκοκρατίας, οπότε οδηγούμαστε σε ακόμα μεγαλύτερο αριθμό αντιτύπων. [Φίλιππος Ηλιού, «Σημειώσεις για τα “Τραβήγματα” των ελληνικών βιβλίων του 16ου αιώνα», Ελληνικά 28 (1975), σ. 109· Giulio Cesare dalla Croce, Άλκης Αγγέλου (εισ. - επιμ.), Ο Μπερτόλδος και ο Μπερτολδίνος, Ερμής, Αθήνα 1988, σ. 108.]
[35] Βλ. Αν. Νούκιος, Γ. Αιτωλός, Αισώπου Μύθοι, ό.π., σ. 72-79.
[36] Εισαγωγή Αγγέλου στη Διήγησι, ό.π., σσ. κδ-κε΄.
[37] Άλκης Αγγέλου, ό.π., σ. κε΄.
[38] Το ομώνυμο ελληνιστικό μυθιστόρημα της ύστερης Αρχαιότητας είναι ο απώτερος πρόγονος του έργου του 14ου-15ου αιώνα. Το δημώδες βυζαντινό έργο προέρχεται από ιταλική μετάφραση της λατινικής διασκευής του μυθιστορήματος, που γνώρισε μεγάλη διάδοση στον Μεσαίωνα. Το περιεχόμενο είναι περιπετειώδες: Ο Απολλώνιος, βασιλιάς της Τύρου, η γυναίκα του και η κόρη του περνούν διάφορες περιπέτειες, αποχωρίζονται, νομίζουν ο ένας τον άλλο νεκρό, και στο τέλος ξανασμίγουν ευτυχισμένοι. Βλ. Στέλιος Παναγιωτάκης (εισ. - επιμ.), Η ιστορία του Απολλωνίου, βασιλιά της Τύρου, Πατάκης, Αθήνα 1996, και Αικ. Κουμαριανού, Λ. Δρούλια, E. Layton, ό.π., σ. 110.
[39] G. C. dalla Croce, Ο Μπερτόλδος, ό.π., σσ. 114-115· Arnold van Gemert, «Λογοτεχνικοί πρόδρομοι», στο D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία…, ό.π., σ. 88.
[40] Πρβλ. Αικατερίνη Κουμαριανού, Λουκία Δρούλια, Evro Layton, ό.π., σ. 92.
[41] Στυλιανός Αλεξίου, Κρητική Ανθολογία, Ηράκλειον 21969, σ. 21.
[42] W. Puchner, «Τραγωδία», D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία..., ό.π., σσ. 177-181.
[43] Ξανθουδίδoυ, Σ.Α., Βιτζέντζου Κορνάρου: Ερωτόκριτος, Ηράκλειο 1915, σ. CXXXVI.
[44] Ξανθουδίδου, Σ.Α., Βιτζέντζου…, ό.π., σ. CXLI.
[45] Αικ. Κου­μα­ρια­νού, Λ. Δρού­λια, Evro Layton, ό.π., σσ. 110-111.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ



Την Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011 και ώρα 9 το πρωί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ επισκέφθηκε το Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο Πατρών για τον καθιερωμένο αγιασμό επι τη ενάρξει του νέου Σχολικού Έτους.
Μετά την τελετή του αγιασμού ο Σεβασμιώτατος καλωσόρισε τους νέους μαθητές της πρώτης τάξης και ευχήθηκε σε όλους τους μαθητές καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Ο Σεβασμιώτατος μίλησε στα παιδιά με πολλή αγάπη και πατρικό ενδιαφέρον και τους ανέλυσε τα περί της χάριστος του Θεού και των δωρεών Του μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας μας. Τους μίλησε επίσης για το μεγάλο μυστήριο της Ιερωσύνης για το οποίο προετοιμάζονται στο Σχολείο αυτό.
Ο Σεβασμιώτατος ανέφερε ότι εντός των ημερών θα γίνει η μετεγκατάσταση του Γενικού Εκκλησιαστικού Λυκείου Πατρών σε σύγχρονα κτίρια στην Παραλία Πατρών, τα οποία ανηγέρθησαν από την Ιερά Μητρόπολη Πατρών σε οικόπεδο της Εκκλησίας του Αγίου Ανδρέου Πατρών.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΑΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ & ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ


Με τον Μητροπολίτη Αργυροκάστρου κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟ
Στον Καθεδρικό Ναό του Ζάγκρεμπ
Στο Σπλίτ (Σπαλάτο) Παλάτι του ΔιοκλητιανούΑναπαράσταση Παλατιού Διοκλητιανού
Το Ντουμπρόβνικ
Το Ντουμπρόβνικ από ψηλά
Καλοκαιρινή εκδρομή στις Δαλματικές ακτές του Συλλόγου Προστασίας Υγείας και Περιβάλλοντος του Κέντρου Υγείας Χαλανδίτσας
ΔΑΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ

Ο Σύλλογος προστασίας Υγείας και Περιβάλλοντος της περιοχής του Κέντρου Υγείας Χαλανδρίτσας, φέτος το καλοκαίρι πραγματοποίησε την καλοκαιρινή του εκδρομή στις Δαλματικές Ακτές από 18 έως 12 Αυγούστου 2011.
Οι Δαλματικές ακτές παρουσιάζουν έντονο περιβαλλοντικό ενδιαφέρον γιατί η περιοχή είναι από τις ωραιότερες τις Αδριατικής και από την άλλη πλευρά οι κάτοικοί τους φρόντισαν αφ’ ενός μεν να προστατεύσουν το περιβάλλον και αφ’ ετέρου οι πόλεις που βρίσκονται εκεί, να διατηρήσουν την αρχιτεκτονική, το χρώμα και τη φυσιογνωμία τους, κάνοντάς τες σήμερα να αποτελούν έντονο πόλο έλξης τουριστών από όλο τον κόσμο.
Το εσωτερικό Αγίου Μάρκου Βενετίας
Πέμπτη 18-8-2011: Αναχωρήσαμε τρία (3) λεωφορεία από την Πάτρα με 140 άτομα για τις Δαλματικές ακτές.
Αφού περάσαμε τα Ελληνοαλβανικά σύνορα στην Κακαβιά, μπήκαμε στα ηρωϊκά και αιματοβαμμένα μέρη της Β. Ηπείρου, τα οποία ο Ελληνικός στρατός δύο φορές απελευθέρωσε, αλλά βρίσκονται ακόμη υπό Αλβανική κατοχή. Περάσαμε τα Ελληνικά χωριά της περιοχής της Δρόπολης που εκτείνονται από την Κακαβιά έως το Αργυρόκαστρο.
Το μεσημέρι γύρω στη 1 μ.μ. φθάσαμε στο Αργυρόκαστρο και ο πρώτος μας σταθμός ήταν η Ιερά Μητρόπολη Αργυροκάστρου. Μας υποδέχθηκε ο Μητροπολίτης κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ με πολλή αγάπη, μας προσέφερε αναψυκτικά, και μας μίλησε για το τεράστιο έργο που επιτελείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, με μπροστάρη την άγια μορφή του Αρχιεπισκόπου ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ.
Ο Αρχιεπίσκοπος ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ παρέλαβε ερείπια και σε μικρό χρονικό διάστημα ανάστησε και ζωντάνεψε την Εκκλησία της Αλβανίας. Το έργο του πολυδιάστατο. Ποιμαντικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, περιβαλλοντικό. Έκτισε 85 καινούργιες Εκκλησίες, αναστήλωσε 70, ανέγειρε και ανακαίνισε 310 εκκλησιαστικά κτίρια. Ίδρυσε νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια, εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις, τυπογραφείο, ραδιοφωνικό σταθμό, 1 διαγνωστικό κέντρο, πολυϊατρεία, κινητή οδοντιατρική μονάδα, 2 εκκλησιαστικές σχολές και 2 Ι।Ε।Κ. με 16 ειδικότητες. Φρόντισε για την κατασκευή υδραγωγείων, δρόμων, γεφυρών, για ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση των χωριών, ανέγερση σχολείων, αναστύλωση μνημείων και άλλων έργων «ων ουκ έστιν αριθμός».Κατόπιν αναχωρήσαμε για το ΔΥΡΡΑΧΙΟ.
Η πόλη ιδρύθηκε με το όνομα Επίδαμνος το 627 π.Χ. από Κερκυραίους αποικιστές και λίγους Κορίνθιους. Η γεωγραφική της θέση ήταν πάρα πολύ προνομιακή, καθώς διέθετε φυσικό βραχώδες λιμάνι, το οποίο περιστοιχιζόταν από έλη της ενδοχώρας και ψηλά απότομα βράχια στην παραθαλάσσια πλευρά, καθιστώντας έτσι πολύ δύσκολη την επίθεση από θαλάσσης ή από την ξηρά. Η Επίδαμνος ήταν γνωστή ως μία πολιτικά ανεπτυγμένη κοινωνία, προτρέποντας έτσι το μεγάλο φιλόσοφο Αριστοτέλη να επαινέσει το πολιτικό της σύστημα. Από το Δυρράχιο στα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά χρόνια ξεκινούσε η Εγνατία οδός που περνούσε από Θεσσαλονίκη και κατάληγε στην Κωνσταντινούπολη.
Απέχει 33 χιλιόμετρα από τα Τίρανα και έχει πληθυσμό 300.000. Είναι το σπουδαιότερο λιμάνι της Αλβανίας και συνδέεται με το Μπάρι και της Αγκόνα της Ιταλίας.
Τακτοποιηθήκαμε στο Ξενοδοχεία και το βράδυ είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε μια βόλτα στην παραλία που έχει αρκετά αξιοποιηθεί.
Παρασκευή 19-8-2011: Πρωινή αναχώρηση για τα ΤΙΡΑΝΑ.
Τα ΤΙΡΑΝΑ Χτίστηκαν από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 520, ο οποίος μια μέρα έκανε βόλτα για να ονομάσει την περιοχή, και περπατώντας με το άλογο του, συνάντησε μια γιαγιά της περιοχής και την ρωτάει, τι φτιάχνεις γιαγιά, (τιρ αν) του απαντάει η γιαγιά, δηλαδή δημιουργούσε κλωστή από μαλλί προβάτου. (Στοιχεία από παλιά έγραφα στο ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ). Η πόλη ιδρύθηκε το 1614 από Τούρκο στρατηγό. Η πόλη πήρε το όνομα της πιθανόν από την Αλβανική λέξη të rrëna δηλαδή πεσμένα(εξού και ο πληθυντικός ΤΑ τίρανα) εννοώντας τις κατολισθήσεις από το βουνό Dajti στους πρόποδες του οποίου είναι χτισμένη η πρωτεύουσα. Αυτή είναι η πιο έμπιστη εκδοχή για την ονομασία της πόλης και δεν έχει καμία σημασιολογική συγγένεια με τους Τυράνους. Στις 8 Φεβρουαρίου 1920, τα Τίρανα επιλέχτηκαν ως προσωρινή πρωτεύουσα της Αλβανίας, που είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία το 1912, από το συνέδριο της Lushnja. Η πόλη επιλέχτηκε ως μόνιμη πρωτεύουσα στις 31 Δεκεμβρίου 1925. Στην κεντρική πλατεία των Τιράνων είναι τοποθετημένο το άγαλμα του Γεωργίου Καστριώτη ή Σκερντέμπεη (έφιππος). Οι Αλβανοί με αυτό τον τρόπο προσπαθούν τον μεγάλο αυτό ήρωα, που πολέμησε θαρραλέα τους Τούρκους να τον εξαλβανίσουν. Η ιστορία όμως είναι διαφορετική. Ο ήρωας ήταν καθαρός Έλληνας και Ηπειρώτης, όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτό του. Η ιστορία του συνοπτικά έχει ως εξής:
Παππούς του ήταν ο Κων/νος Καστριώτης (+ 1390), ηγεμόνας της Ημαθίας και της Καστοριάς (εξ ου και Καστοριώτης, Καστριώτης). Υιός του Κωνσταντίνου ήταν ο Ιωάννης Καστριώτης, ο άρχοντας της Κρούγιας (Κρόιας), με σύζυγό του την Σερβίδα Βοϊσάβα. Έφεραν στη ζωή 9 παιδιά : 5 θυγατέρες και 4 υιούς, με τελευταίο στην σειρά (1404) τον Γεώργιο Καστριώτη. Στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ του Β΄ (1421-1451) υποχρεώνεται ο πατέρας του Ιωάννης, για να διατηρήσει την αυθεντία του στην Κρούγια, να παραδώσει ως ομήρους τους 4 γιους του σ’ αυτόν, οι οποίοι και θα ανατραφούν κατά τις τουρκικές συνήθειες στην σουλτανική αυλή της Αδριανουπόλεως. Εκεί, χριστιανοί αυτοί, εξισλαμίζονται. Ο Μουράτ Β' εκτιμώντας τα χαρίσματα του Γεωργίου (ομορφιά, ευρωστία, γενναιότητα) τον συνεκπαιδεύει με τον διάδοχο του θρόνου, τον μετέπειτα Μωάμεθ Β' τον Πορθητή της Κων/πόλεως. Ο Σουλτάνος θαυμάζοντας την παλικαριά του, του προσέδωσε την τουρκική ονομασία «Ισκεντέρ μπέη» (Σκεντέρμπεη), που στα ελληνικά σημαίνει «Αλέξανδρος ηγεμών ή Μέγας Αλέξανδρος». Η ανάμνηση όμως της Κρούγιας, η πληροφορία του θανάτου του πατέρα του πρώτα και κατόπιν της μητέρας του, δεν τον άφησαν ήσυχο. Με την πρώτη ευκαιρία λιποτακτεί από τον Τούρκικο Στρατό και ξαναπαίρνει το χριστιανικό όνομα Γεώργιος. Νυμφεύεται την θυγατέρα του Αριανίτου, Ανδρονίκη Κομνηνή, και το 1443 κηρύσσει την επανάσταση εναντίον του Τούρκου κατακτητού. Ελευθερώνει την Κρούγια με τα 300 παλικάρια του και αμέσως εισέρχεται στον Καθεδρικό Ναό της και ψάλλει ο ίδιος και οι συνακόλουθοί του Δοξολογία ευχαριστήριο προς τον Θεό. Διατάζει να υψωθεί στα κάστρα της ο δικέφαλος αετός με φόντο πορφυρό, ως έμβλημά του, που ήταν, τι άλλο παρά, η πολεμική σημαία του Βυζαντίου. Συνήθιζε να φοράει το αρχαίο ελληνικό μακεδονικό κράνος με το διπλό κέρατο. Η μία μάχη ακολουθεί την άλλη για να κρατήσει ελεύθερη την Επαρχία του από τους τυράννους. Πεθαίνει στις 17 Ιανουαρίου του 1468, σε ηλικία 64 ετών από πυρετό που προκλήθηκε από ελονοσία. Θάφτηκε στο Ναό του Αγίου Νικολάου στο Αλέσσιο (αρχαία Λισσός). Τον διαδέχθηκε ο υιός του Ιωάννης Καστριώτης.
Αναχωρούμε από τα Τίρανα με προορισμό το Μαυροβούνιο και από εκεί την Κροατία.
Εξωτερική άποψη του Αγίου Μάρκου Βενετίας
Το ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ ή ΜΟΝΤΕ ΝΕΓΚΡΟ είναι ανεξάρτητο κράτος από το 2006 και έχει πληθυσμό 760. 000 κατοίκους. Πρωτεύουσά του είναι η Ποτγκόριτσα. Κατοικήθηκε από αρχαίους Ιλλυριούς, αλλά και οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες εκεί.
Μετά τα σύνορα και σε απόσταση 30 χιλιομέτρων βρίσκεται η πόλη ΜΠΑΡ. Περίπου απέναντι από το Μπάρι της Ιταλίας, με το οποίο ανέκαθεν είχε επικοινωνία (Ελληνικές πόλεις Βάρης και Αντίβαρης). Το ιστορικό της κέντρο είναι καλοδιατηρημένο, όπως επίσης και η μεσαιωνική της οχύρωση. Εκεί υπάρχει η θρυλική ελιά (stara meslina) 2.000 χρόνων περίπου.
Ένα από τα πιο ωραία αξιοθέατα του Μαυροβουνίου είναι το νησί του Αγίου Στεφάνου. Σταματήσαμε στο πλάτωμα του δρόμου να το θαυμάσουμε από ψηλά. Εκεί έκανε τις διακοπές του ο Τίτο. Σήμερα ανήκει στον επενδυτικό βραχίονα του ομίλου Β. Ρέστη στον τουρισμό, και ελέγχεται σε ποσοστό 100% από τον Έλληνα εφοπλιστή. Επόμενη στάση μας ήταν η Μπούτβα, πρωτεύουσα του Μαυροβούνιου τουρισμού με τη μοναδική της αρχιτεκτονική. Περπατήσαμε στα δυο χιλιάδων χρόνων στενά δρομάκια της με τα πολλά μικρά καταστήματα και τις μικρές εκκλησίες οι οποίες εξακολουθούν να είναι αναλλοίωτες δια μέσου της ιστορίας. Θεωρείται ένας από τους αρχαιότερους οικισμούς στα παράλια της Αδριατικής. Ένας μύθος συνδέει τη Μπούτβα με τον Κάδμο γιο του Αγήνορα, βασιλέα της Φοινίκης και αδερφό της Ευρώπης. Ο Κάδμος, ιδρυτής της Θήβας μαζί με τη σύζυγό Αρμονία, σύμφωνα με το μύθο βρήκαν καταφύγιο στην πόλη. Ο Ελληνικός και Ρωμαϊκός πολιτισμός έχουν αφήσει αναρίθμητα ίχνη στην περιοχή. Η περιοχή έγινε τμήμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και το 1442 τέθηκε υπό την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Βενετίας. Στην παλιά πόλη της Μπούτβα κυριαρχεί η βενετσιάνικη αρχιτεκτονική. Εκεί υπάρχουν τρεις σημαντικές εκκλησίες του Αγίου Ιωάννη του 7ου αιώνα μ.Χ., της Αγίας Μαρίας της Πούντα του 840 μ.Χ. και της Αγίας Τριάδας, η οποία χτίστηκε το 1804.
Συνεχίσαμε την πορεία μας για τη γραφική πόλη Κότορ. Οι Έλληνες που κατοίκησαν εκεί την ονόμασαν Ασκρήβιον. Είναι το Μόντε Κάρλο των Βαλκανίων. Στο μοναδικό μεγάλο φιόρδ της Μεσογείου, στο νοτιοανατολικό άκρο του κόλπου του Κότορ, βρίσκεται η ομώνυμη πόλη, με αναλλοίωτο μεσαιωνικό χρώμα, μία από τις τοποθεσίες Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Μαυροβουνίου υπό την προστασία της UNESCO. Στην πόλη των ναυτικών και των εμπόρων, αλλά και των αγιογράφων, τόπο σύμμειξης διαφορετικών πολιτισμών, τα δύο χιλιάδες χρόνια ταραχώδους ιστορίας έχουν αφήσει ίχνη σε κάθε πέτρα των τειχών της, στους πύργους, στα κτίρια, στις τοιχογραφίες, στους δρόμους, στα λιθόστρωτα στενά και στις πύλες. Σε κάθε βήμα του, στα λιθόστρωτα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης, ο επισκέπτης, με τη βοήθεια της φαντασίας, επιστρέφει στο μεσαίωνα και έχει την εντύπωση πως θα ζήσει τις περιπέτειες που έχει δει σε κινηματογραφικές ταινίες και έχει διαβάσει για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη της πόλης και οι ναοί του Αποστόλου Λουκά και της Αγίας Μαρίας του 12ου αιώνα, του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Κλαίρης, το κτίριο του οπλοστασίου, το σιντριβάνι, η επισκοπή, το θέατρο του Ναπολέοντα, είναι από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα της πόλης.
Αφού είδαμε αρκετά από τα πολλά αξιοθέατα και περπατήσαμε στην παλιά πόλη, αναχωρήσαμε διασχίζοντας με Φέρρυ μπότ το μεγάλο φιόρδ, για να φθάσουμε πιο γρήγορα στον προορισμό μας που ήταν η Κροατία, με πρώτο σταθμό μας την ονομαστή πόλη του Ντουμπρόβνικ.
Η ΚΡΟΑΤΙΑ:
Είναι μια από τις πιο όμορφες βαλκανικές χώρες. Βρίσκεται στο σταυροδρόμι της κεντρικής Ευρώπης και της Μεσογείου και μοιράζεται τα σύνορα με τη Σλοβενία, την Ουγγαρία και τη Σερβία, το Μαυροβούνιο τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η γεωγραφική ποικιλομορφία της Κροατίας μπορεί επίσης να αποτυπωθεί στα τοπία της. Ένας συνδυασμός πεδιάδων, λόφων, λιμνών, ποταμών, βουνών και θαυμάσιων παραλιών έχουν ανυψώσει την Κροατία σε σημαντικό τουριστικό προορισμό. Επιπλέον, πόλεις όπως το Ζάγκρεμπ και το Ντουμπρόβνικ προσελκύουν χιλιάδες τουρίστες από όλο τον κόσμο. Ο πληθυσμός είναι 4.784.000 κάτοικοι.
Σάββατο 20-8-2011: Ξεχωριστή θέση στη ακτογραμμή της Αδριατικής κατέχει το ΝΤΟΥΜΠΡΟΒΝΙΚ, μια μεσαιωνική πολιτεία πραγματικό έργο τέχνης. Ελάχιστες πόλεις στον κόσμο καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν και να καθηλώσουν τον επισκέπτη τόσο πολύ όσο το Ντουμπρόβνικ. Με ατμόσφαιρα καθαρά μεσαιωνική, μνημεία αυθεντικά και πολυτάραχη ιστορία, η παλιά πόλη έχει τη σπάνια δυνατότητα να κάνει τις εικόνες των μακρινών, αλλοτινών εποχών να φαντάζουν στα μάτια του υποψιασμένου επισκέπτη σαν μια ολοζώντανη πραγματικότητα. Περιχαρακωμένο και ενισχυμένο από αγέρωχα πέτρινα τείχη που το προστάτευαν μέσα στους αιώνες από τους επίδοξους πορθητές του, το «βενετσιάνικο μαργαριτάρι της Αδριατικής» διαθέτει ανεκτίμητης αξίας ιστορικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς και φιγουράρει από το 1979 στον κατάλογο των μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Τα τείχη του θεωρούνται από τα πιο καλοδιατηρημένα στον κόσμο και σ’ αυτά οφείλει κατά κύριο λόγο τη φήμη της η πόλη. Τα τείχη πρωτοκτίσθηκαν τον 10ο αιώνα και μέσα στους επόμενους πέντε αιώνες δέχτηκαν αρκετές μετατροπές και ενισχύσεις. Ο φόβος από πιθανές επιδρομές των Τούρκων, υποχρέωσε τους κατοίκους να τα ενισχύσουν τον 15ο αιώνα, προσθέτοντας μια καινούργια σειρά με 15 πύργους. Το Ντουμπρόβνικ βρέθηκε έτσι να προστατεύεται από τείχη που έχουν μήκος 1.940 μ. και ύψος που φτάνει σε ορισμένα σημεία τα 25 μ. Είναι ψηλότερα από την πλευρά της ξηράς και έχουν πάχος μέχρι και 6 μ., ενώ από την πλευρά της θάλασσας μόλις 1,5-2 μ. Ο πύργος Minceta προστάτευε την πόλη από τους χερσαίους εισβολείς, ενώ το φρούριο Lovrjena από τις θαλάσσιες επιδρομές.
Το απόγευμα επισκεφθήκαμε το καταπράσινο νησί Λόκρουμ με τον Βοτανικό κήπο, την αλμυρή λίμνη και την εκκλησία του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.
Κυριακή 21-8-2011: Αναχωρήσαμε πρωί για το ΤΡΟΓΚΙΡ. Είναι μια ιστορική πόλη και λιμάνι στις Δαλματικές Ακτές της Κροατίας. Πρόκειται για το αρχαιοελληνικό Τραγούριον (λατ. Tragurium). Έχει πληθυσμό 13.322 κατοίκων και βρίσκεται 27 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης Σπλιτ. Το ιστορικό τμήμα της πόλης βρίσκεται πάνω σε ένα μικρό νησί. Τον 3ο αιώνα π.Χ., κάτοικοι των Συρακουσών ίδρυσαν αποικία στο νησί Ίσσα (σημ. πόλη Βις), από το οποίο προέρχονταν οι άποικοι που ίδρυσαν την πόλη Τραγούριον, η οποία αναφέρεται και από τους ιστορικούς και γεωγράφους Στράβωνα και Πτολεμαίο. Το Τραγούριον αναπτύχθηκε σε μεγάλο λιμάνι μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε και άρχισε να την ανταγωνίζεται η Δαλματική πόλη των Σαλώνων. Μετά από επίθεση Σλάβων και Αβάρων στην πόλη των Σαλώνων, η οποία καταστράφηκε, οι κάτοικοί της κατέφυγαν στο Τρογκίρ.
Το Τρογκίρ έχει μια συνεχή ιστορία 2.300 ετών, η οποία επηρεάστηκε πολιτισμικά από τους αρχαίους Έλληνες, τους Ρωμαίους και τους Βενετσιάνους. Η πόλη περιλαμβάνει πολλά ανάκτορα, ναούς και πύργους, όπως και ένα οχυρό σε ένα μικρό νησί. Η ρυμοτομία του νησιωτικού οικισμού χρονολογείται από την Ελληνιστική περίοδο, ενώ οι ρωμανικές εκκλησίες συνυπάρχουν με εξαίρετα κτίρια αναγεννησιακής και μπαρόκ αρχιτεκτονικής από τη βενετική περίοδο. Σημαντικά μνημεία του Τρογκίρ είναι: το ιστορικό κέντρο με 10 εκκλησίες και κτίρια του 13ου αιώνα, η πύλη της πόλης από το 17ο αιώνα και τα τείχη του 15ου αιώνα, το φρούριο Καμερλένγκο, το ανάκτορο του Δούκα, ο καθεδρικός ναός του Αγίου Λαυρεντίου, η στοά με κολόνες (loggia) του 15ου αιώνα, το Δημαρχείο κ.λ.π. Μετά το Τρογκίρ, στο οποίο μείναμε αρκετό χρονικό διάστημα και απολαύσαμε τις ωραίες του σπεσιαλιτέ, αναχωρήσαμε για τα Σάλωνα και το ΣΠΛΙΤ.
Το ΣΠΛΙΤ, ιδρύθηκε από Έλληνες τον 4ο αιώνα π.Χ. και ονομαζόταν Ασπάλαθος. Είναι η δεύτερη πόλη της Κροατίας και το μεγαλύτερο λιμάνι της με ναυπηγεία και εργοστάσια. Το κλίμα του είναι μεσογειακό και έχει 200.000 πληθυσμό. Η παλιά πόλη διατηρεί τη γοητεία και αναπτύχθηκε γύρω από το ανάκτορο του Διοκλητιανού, που καταγόταν από την περιοχή εκείνη, ίσως από τα Σάλωνα.
Ο Διοκλητιανός έγινε αυτοκράτορας το 284 και ξεκίνησε την αναδιοργάνωση της καταρρέουσας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εφαρμόζοντας το σύστημα της Τετραρχίας (2 αύγουστοι σε ανατολή και Δύση και 2 καίσαρες). Κυβέρνησε 20 χρόνια και είχε επιβάλει να τον λατρεύουν ως γιο του Δία. Εξαπέλυσε φοβερούς διωγμούς κατά των Χριστιανών. Αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή το 305 και κατοίκησε στο ανάκτορό του στο Σπλίτ που έχτισαν οι Έλληνες αρχιτέκτονες Φιλώτας και Ζωτικός, δίνοντας σ’ αυτό όχι την εντύπωση έπαυλης αλλά στρατιωτικού φρουρίου.
Έβλεπε τη θάλασσα στη Νότια πλευρά και είχε διαστάσεις 170 επί 200 μέτρα, το ύψος των τειχών έφθανε και φτάνει μέχρι σήμερα το 20 μέτρα. Το Ρωμαϊκό κτίσμα ήταν ένα τέλειο τετράγωνο και περιβαλλόταν από τείχη έχοντας τέσσερις εισόδους. Στο κέντρο ακριβώς η πλατεία. Μια πλατεία που δεν σταμάτησε να έχει ζωή από τότε μέχρι σήμερα.
Εκεί στην πλατεία υπάρχει και το μαυσωλείο του τελευταίου ειδωλολάτρη αυτοκράτορα. Ο χώρος όπου τάφηκε ο άνθρωπος που κυνήγησε όσο κανένας τους χριστιανούς, σήμερα είναι μια Χριστιανική εκκλησία.
Το πέρασμα των χρόνων προσέθετε κτίσματα μέσα στον τετράγωνο αυτό χώρο και όταν πλέον γέμισε ασφυκτικά οι κάτοικοι άρχισαν να κτίζουν πάνω στη μία πλευρά των τειχών, έτσι για να νοιώθουν ασφάλεια. Το παλάτι, κατά καιρούς κατοικήθηκε από 10.000 ανθρώπους.
Δευτέρα 22-8-2011: Πρωινή αναχώρηση για την παλιά πόλη του ΖΑΝΤΑΡ. Κατοικείται από τον 7ο αι. π.Χ. και το Ελληνικό της όνομα ήταν «Ίδασσα».
Η πόλη, είναι κτισμένη σε χερσόνησο με επιβλητικά περιμετρικά τείχη που έχουν δύο πύλες. Είναι πλήρως οικοδομημένη, με μικρά δρομάκια και τριώροφα ή τετραώροφα κτίρια. Πρόσβαση με αυτοκίνητο δεν υπάρχει και περπατιέται με τα πόδια από την θαλάσσια πύλη, που κατασκευάσθηκε για την υποδοχή των ηρώων ναυτικών της που έλαβαν μέρος στην ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, στην οποία ηττήθηκε για πρώτη φορά ο Τουρκικός στόλος από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Διαθέτει πολλά αξιόλογα μνημεία εντός των τειχών όπως: Τα ερείπια του ρωμαϊκού φόρουμ, τον καθεδρικό ναό της Αγίας Αναστασίας (12ος αιών) με την πανέμορφη πρόσοψη από σκαλισμένο λευκό μάρμαρο, την πλατεία του Λαού με το Δημαρχείο και την εκκλησία του Αγίου Δονάτου (πρώην Αγίας Τριάδος) που είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στη Δαλματία σε οκταγωνικό ρυθμό (9ος αιών). Στο κέντρο της πόλης βρίσκεται και ο ναός του Αγίου Συμεών, στον οποίο υπάρχει το ιερό λείψανο του αγίου Συμεών του Θεοδόχου, που άρπαξαν οι Σταυροφόροι από τους Αγίους Τόπους.
Αναχώρηση από το Ζαντάρ για τον Εθνικό Δρυμό του Πλίτβιτσε. Ένα θαύμα της φύσης. Oι λίμνες του Πλίτβιτσε βρίσκονται στο ομώνυμο οροπέδιο της Κροατίας, ανάμεσα σε τρεις κορυφές των Δηναρικών Άλπεων: Την Πλεσέβιτσα (1640 m), τη Μάλα Καπέλα (1280 m) και τη Μεντβεντακ (884 m). Το έδαφος στο εθνικό πάρκο του Πλίτβιτσε αποτελείται από ασβεστολιθικά πετρώματα και δολομίτες, γι' αυτό και στην περιοχή υπάρχουν διάσπαρτα εκατοντάδες σπήλαια, άφθονο νερό, ποτάμια και λίμνες. Οι λίμνες -16 σε αριθμό- βρίσκονται μέσα σε κοιλώματα τραβερτίνης και είναι γεμάτες βρύα και άλλα υδρόβια φυτά.
Οι λίμνες βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα και επικοινωνούν μεταξύ τους με καταρράκτες και μικρά ποτάμια. Η στάθμη της υψηλότερης βρίσκεται στα 636 και της χαμηλότερης στα 503 μέτρα, σε μια απόσταση 8 χιλιομέτρων. Η επιφάνεια που καλύπτουν όλες μαζί είναι περίπου 2 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ από την χαμηλότερη ξεκινά ο ποταμός Κοράνα. Είναι φημισμένες για τα υπέροχα χρώματά τους που εναλλάσσονται ανάμεσα σε πράσινο, γαλάζιο και τυρκουάζ. Χωρίζονται στις 12 Επάνω λίμνες (Gornja jezera) και στις 4 Κάτω Λίμνες (Donja jezera. Η περιοχή είναι προστατευμένη από την ΟΥΝΕΣΚΟ από το 1979.
Πήραμε το τραινάκι και πλησιάσαμε στις λίμνες. Το τοπίο μαγευτικό. Λίμνες μικρές, μεγάλες, καταρράκτες, ποταμάκια, ξύλινες γέφυρες και φανταστική πεζοπορία με τη φοβερή εναλλαγή των τοπίων και των χρωμάτων.
Επιστροφή για διανυκτέρευση σε Ριέκα και Οπάτια. Η Ριέκα βρίσκεται στην Αδριατική, είναι ναυτικό κέντρο, με ναυπηγεία, θαλάσσιες μεταφορές και πολύ τουρισμό. Έχει 140.000 κατοίκους και είναι κτισμένη κατά μήκος της θάλασσας. Στη Ριέκα βρίσκεται το Εθνικό Θέατρο της Κροατίας, που χτίστηκε το 1765, καθώς και το Πανεπιστήμιο της Ριέκα, που ιδρύθηκε το 1632.
Αξιοθέατά της είναι: Tvornica "Torpedo" - Εργοστάσιο τορπίλων, το Ιερό της Παναγίας του Τρσατ, η παλαιά Πύλη, η Ρωμαϊκή Αψίδα, το Δομηνικανικό μοναστήρι, η εκκλησία του Αγίου Τζερόμ, το πρώην Δημοτικό παλάτι, η Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης, ο Καθεδρικός ναός του Αγίου Βίτου κ.λ.π.
Η Οπάτια: Τουριστικό θέρετρο, οι Κάνες της Αδριατικής. Άρχισε να αναπτύσσεται από το 1845, όταν ένας ευγενής από τη Ριέκα έκτισε εδώ τη μεγαλοπρεπή «Βίλα Αντζιολίνα» μέσα σ’ ένα θαυμάσιο πάρκο. Πήρε το όνομά της από ένα αβαείο Βενεδικτίνων μοναχών του 14ου αιώνα, γύρω από το οποίο χτίσθηκε ένα χωριό.
Στη θέση του Αβαείου σήμερα υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, που χτίσθηκε το 1506 και επεκτάθηκε το 1937. Τον 19ο αιώνα η Οπάτια ήταν δημοφιλής προορισμός των Αψβούργων. Η «Βίλα Αντζιολίνα» έγινε το πρώτο ξενοδοχείο, όπου έμεινε η αυτοκράτειρα της Αυστρίας Άννα Μαρία και την ακολούθησαν πολλοί αυλικοί της. Από τότε χτίσθηκαν και άλλα ξενοδοχεία και πολλές βίλλες. Τέλη του 19ου αιώνα έγινε δημοφιλές θέρετρο με έντονη νυκτερινή ζωή.
Τρίτη 23-8-2011: Αναχώρηση για το ΖΑΓΚΡΕΜΠ.
Το ΖΑΓΚΡΕΜΠ είναι πρωτεύουσα της Κροατίας. Είναι στα βορειοδυτικά της χώρας, κατά μήκος του Σάββα ποταμού. Το Zagreb lies at an elevation of approximately 122 m (400 ft) above sea level . Ζάγκρεμπ βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 122 m πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και έχει πληθυσμό According to the last official census, Zagreb's city population in 2011 was 686,568, [ 3 ] while its municipal population was 792,875; [ 4 ] the wider Zagreb metropolitan area has a population of around 1,288,000 people. [ 5 ] το 2011 973.000. Η ευρύτερη περιοχή έχει πληθυσμό περίπου 1.288.000 ανθρώπων.
Το παλιότερο τμήμα του Ζάγκρεμπ είναι οι δύο λόφοι που αποτελούν την Άνω Πόλη (Gradec & Kaptol). Στο λόφο Κάπτολ έμεναν οι κληρικοί και αναπτύχθηκε μία κοινότητα που ήταν υπό τη δικαιοδοσία της Εκκλησίας. Αντίθετα στο λόφο Γκράντες έμεναν διάφοροι βιοτέχνες, έμποροι, αγρότες κ.λ.π. Μεταξύ των δύο κοινοτήτων υπήρχε αντιζηλία και έχθρα. Το 1242 επιδρομή των Μογγόλων κατέστρεψε τα πάντα. Οι δύο κοινότητες συμφιλιώθηκαν και αντιμετώπισαν μαζί την Τουρκική εισβολή.
Το Ζάγκρεμπ διαθέτει 20 μουσεία, 16 θέατρα, 350 βιβλιοθήκες, πανεπιστήμιο κ.λ.π. Το διασημότερο μνημείο της πόλης είναι ο Ναός του Αγίου Στεφάνου, που βρίσκεται στην περιοχή του Κάπιτολ και είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στον Άγιο Στέφανο και στον Άγιο Λαδίσλαο.
Επιστροφή στην Οπάτια.
Τετάρτη 24-8-2011: Πρωινή αναχώρηση αναχώρηση για την Ποστόϊνα όπου βρίσκεται το δεύτερο μεγαλύτερο σπήλαιο της Ευρώπης. Είναι πραγματικά μια εκπληκτική εμπειρία. Είναι ένα σπήλαιο με 20 χιλιομέτρα επισκέψιμη διαδρομή. Βέβαια η κανονική επίσκεψη περιλαμβάνει διαδρομή γύρω στα 5,5 χιλιόμετρα και είναι προσβάσιμο με τραίνο και άνετη πεζοπορία αλλά και με παράλληλη ξενάγηση. Ενθουσιασθήκαμε με το ειδικό τραινάκι, αφού διασχίσαμε ένα μεγάλο τμήμα του μεγάλου σπηλαίου και απολαύσαμε τον μοναδικό φαντασμαγορικό εσωτερικό του διάκοσμο, από σταλακτίτες και σταλαγμίτες διαφόρων σχημάτων και αποχρώσεων.
Μετά την έξοδό μας από τα σπήλαια, αναχωρήσαμε για τη ΣΛΟΒΕΝΙΑ.
Η ΣΛΟΒΕΝΙΑ είναι μια χώρα σαν την Πελοπόννησο. Συνορεύει με την Αυστρία στα βόρεια, την Ιταλία στα δυτικά, την Ουγγαρία στα ανατολικά, και την Κροατία στα νότια. Στα δυτικά έχει μια μικρού μήκους ακτογραμμή στην Αδριατική θάλασσα. Έχει συνολική έκταση 20.273 τετρ. χλμ. και πληθυσμό 2.055.692 κατοίκους. Τα εδάφη της Σλοβενίας αποτελούσαν κομμάτι της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας έως το 1918 όταν οι Σλοβένοι ενώθηκαν με τους Σέρβους και τους Κροάτες στη διαμόρφωση ενός νέου πολυεθνικού κράτους, το οποίο το 1929 μετονομάστηκε σε Γιουγκοσλαβία. Με το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σλοβενία έγινε μία από τις Δημοκρατίες της ανανεωμένης Γιουγκοσλαβίας. Απογοητευμένοι από την άσκηση της εξουσίας και τη λήψη των αποφάσεων από την πλειοψηφία, την οποία αποτελούσαν οι Σέρβοι, οι Σλοβένοι διεκδίκησαν και επέτυχαν την ανεξαρτησία τους το 1991 μετά από ένα σύντομο πόλεμο δέκα ημερών. Την απόσχιση από τη Γιουγκοσλαβία κατέστησε ευκολότερη το γεγονός ότι αντίθετα με την Κροατία και τη Βοσνία, η Σλοβενία δεν είχε σερβική μειονότητα. Οι ιστορικοί δεσμοί με τη Δυτική Ευρώπη, η ισχυρή οικονομία και το σταθερό δημοκρατικό πολίτευμα ήταν τα στοιχεία που οδήγησαν στην μετατροπή της Σλοβενίας σε ένα σύγχρονο και ανεξάρτητο κράτος. Η Σλοβενία έγινε από κοινού δεκτή στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ την άνοιξη του 2004. Στο πρώτο εξάμηνο του 2008 η Σλοβενία είχε την προεδρία του Συμβούλιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρώτη μας επίσκεψη ήταν η λίμνη ΜΠΛΕΝΤ.
Η λίμνη είναι 2.120 μ. και 1.380 μ. πλάτος, με μέγιστο βάθος 30,6 μέτρα. Η λίμνη βρίσκεται σε ένα γραφικό περιβάλλον, που περιβάλλεται από βουνά και δάση. Ένα μεσαιωνικό κάστρο στέκεται πάνω από τη λίμνη στη βόρεια όχθη. Η λίμνη Bled περιβάλλει το νησί (Sln. Blejski Otok), το μοναδικό φυσικό νησί στη Σλοβενία. Το νησί έχει πολλά κτίρια, τα κυριότερα από τα οποία είναι η Εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, που χτίστηκε τον 15ο αιώνα. Είναι όμορφο το μέρος και πολλά ζευγάρια κάνουν το γάμο τους εκεί. Η εκκλησία έχει έναν πύργο με 99 σκαλιά που οδηγούν σ’ αυτόν. Σήμερα το Μπλέντ με τη λίμνη του είναι ένα σημαντικό συνεδριακό κέντρο και τουριστικό θέρετρο, προσφέροντας ένα ευρύ φάσμα αθλητικών δραστηριοτήτων (γκολφ, αλιεία, ιππασία κ.λ.π.) και είναι ένα σημείο εκκίνησης για εκδρομές στο βουνό και πεζοπορίες ιδίως στο κοντινό National Park.
Μετά τη λίμνη Μπλέντ, αναχωρήσαμε για την πρωτεύουσα της Σλοβενίας τη ΛΙΟΥΜΠΛΙΑΝΑ.
Η Λιουμπλιάνα σύμφωνα με τα ευρήματα κατοικείται από το 2000 π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο ιδρυτής της Λιουμπλιάνα ήταν ο Έλληνας πρίγκιπας Ιάσωνας, μαζί με τους συντρόφους του, τους Αργοναύτες. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ιάσωνας και οι Αργοναύτες, ενώ προσπαθούν να ξεφύγουν από το βασιλιά Αιήτη, από τον οποίο είχαν κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας, απέπλευσαν από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το Δούναβη, από το Δούναβη στο Σάββα, και από το Σάββα στην περιοχή της Λιουμπλιάνας (Ljubljanica).
Σ’ αυτή την περιοχή ο Ιάσωνας αντιμετώπισε ένα φοβερό τέρας, με το οποίο πάλεψε και νίκησε. Αυτό το τέρας ήταν ο δράκος της Λιουμπλιάνα, ο οποίος έχει πλέον μόνιμη κατοικία σαν οικόσημο στην κορυφή του πύργου του κάστρου της πόλης.
Η Λουμπλιάνα (Ljubljana), αποτελεί έξοχο παράδειγμα της μίξης του Γερμανικού, του Μεσογειακού και του Σλοβενικού πολιτισμού. Η παλιά πόλη είναι ένα μείγμα από μπαρόκ, αναγεννησιακά και αρτ νουβό κτίρια, πάνω από τα οποία κυριαρχεί το μεσαιωνικό κάστρο.
Διαθέτει Πανεπιστήμιο από το 1596, Μουσεία, Βιβλιοθήκες, Ακαδημία Επιστημών και πολλά πνευματικά ιδρύματα. Αντιπροσωπευτικά μνημεία είναι το κάστρο που δεσπόζει σε λόφο της πόλης, το Δημαρχείο, ο Καθεδρικός ναός του 18ου αιώνα, ο ναός των Φραγκισκανών κ.λ.π.
Πέμπτη 25-8-2011: Μετά το πρωινό, αναχώρηση για την Ιταλία. Περάσαμε τα σύνορα χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις. Πρώτη μας επίσκεψη στην ΤΕΡΓΕΣΤΗ.
Η ΤΕΡΓΕΣΤΗ κτίστηκε από τους Ρωμαίους το 177 π.Χ.. Αρχικά υπήρχε ως φρούριο κι αργότερα ως κοινότητα. Σε μεγάλη ακμή έφτασε στα χρόνια του Αυγούστου και των διαδόχων του. Αργότερα την κατέλαβαν οι Γότθοι και οι Λογγοβάρδοι οι οποίοι και την κατέστρεψαν.
Κατά τα τέλη του 13ου αιώνα κυριεύτηκε από τους Βενετούς. Το 1719 κηρύχτηκε ελεύθερο λιμάνι από τον Κάρολο ΣΤ'. Κατά το 18ο αιώνα ανάπτυξε γρήγορα το εξωτερικό εμπόριο και γνώρισε μεγάλη ακμή. Η επί τρεις φορές όμως κατοχή της πόλης από τους Γάλλους, στην εποχή του Ναπολέοντα, προξένησε σημαντικές ζημιές στην πόλη και στο εμπόριο. Ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι της Αυστροουγρικής Αυτοκρατορίας. Στις 30 Οκτωβρίου 1918 ενώθηκε με την Ιταλία και το 1923 η Τεργέστη έγινε πρωτεύουσα του νομού Τεργέστης.
Η εγκατάσταση των Ελλήνων εδώ χρονολογείται απ' τις αρχές του 18ου αιώνα. Από τα Επτάνησα οι πρώτοι, από τα νησιά του Αιγαίου, την Πελοπόννησο και την Ήπειρο οι επόμενοι. Είναι σημαντικό να πούμε ότι τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, οι Έλληνες έφθαναν τους 1.075, ενώ πέντε χρόνια αργότερα, ο αριθμός αυτός είχε διπλασιαστεί. Άντρες χωρίς οικογένεια αρχικά οι περισσότεροι, που έρχονταν εδώ για εμπορικούς λόγους, αλλά και πρόσφυγες από επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας. Το 1782, δημιουργείται ολόκληρη αυτοτελής κοινότητα. Οι εκκλησίες της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Νικολάου, που θεμελιώθηκε τον Απρίλιο του 1786, αποτελούν σύμβολα οικονομικής ευμάρειας και δύναμης. Και βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι εδώ έδρασαν πολλοί «Φιλικοί» γύρω απ' τον Ρήγα Φεραίο, πριν και καθ' όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, με πρωτεργάτη τον Χιώτη έμπορο Αντ. Κορωνιό. Η πόλη υπήρξε ορμητήριο του Λάμπρου Κατσώνη, ο οποίος, με τη βοήθεια των εκεί Ελλήνων, αγόρασε τη φρεγάτα «Αθηνά της Άρκτου» με την οποία, επικεφαλής στολίσκου, πραγματοποίησε επιχειρήσεις στις ελληνικές θάλασσες. Πολλά πράγματα σήμερα εκεί μαρτυρούν το πέρασμα των Ελλήνων, όπως η έδρα του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, που επελέγη να βρίσκεται στην Τεργέστη, λόγω της ιστορικής σχέσης της με τον Ελληνισμό. Σκοπός του ιδρύματος είναι η προώθηση και εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας, η προβολή του Ελληνικού Πολιτισμού και της Ελληνικής ιστορίας.
Η Ελληνική Εκκλησία της Τεργέστης, ο Άγιος Νικόλαος, είναι το σημείο όπου συνέλαβαν οι Αυστριακοί τον Ρήγα Φεραίο και τους συντρόφους του, την 1η Δεκεμβρίου 1797, και τον παρέδωσαν στους Τούρκους του Βελιγραδίου.
Επισκεφθήκαμε το Ναό του Αγίου Νικολάου και ο υπεύθυνος του ναού μας μίλησε για την ιστορία της Ελληνικής Κοινότητας και την ιστορία του ναού. Κέντρο της Ελληνικής κοινότητας είναι η Εκκλησία. Είναι η πνευματική τους μητέρα και η εστία τους.
Διαθέσαμε λίγο από το χρόνο μας για να γνωρίσουμε το κέντρο της Τεργέστης, και αναχωρήσαμε για τη ΒΕΝΕΤΙΑ.
Η Βενετία είναι πόλη της βόρειας Ιταλίας, πρωτεύουσα της περιοχής Βένετο. Βρίσκεται επάνω σε πολυάριθμα μικρά νησιά σε μια λιμνοθάλασσα της Αδριατικής. Οι Βενετσιάνοι δεν είχαν καθόλου αρχαία ιστορία. Τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ., η απελπισία από τις αλλεπάλληλες επιδρομές, των Γότθων αρχικά και των Ούνων στη συνέχεια, ανάγκασε τους κατοίκους της Βόρειας Ιταλίας να βρουν καταφύγιο σε δυσπρόσιτα μέρη. Κάποιοι απ' αυτούς κατέφυγαν στις νησίδες της λιμνοθάλασσας περίπου από το 400 μ.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση, η Βενετία ιδρύθηκε και τυπικά στις 24 Μαρτίου 421. Η κακή κατάσταση των γύρω περιοχών, σε συνδυασμό με την ασφάλεια που παρείχε η λιμνοθάλασσα με τα αβαθή νερά, είχε ως αποτέλεσμα την προσέλκυση και άλλων προσφύγων. Η μόνη σχεδόν δυνατότητα βιοπορισμού ήταν η θάλασσα. Έτσι σιγά - σιγά αναπτύχθηκε η θαλασσοκράτειρα «Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας», μια μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση.
Αξιοθέατα Βενετίας: Η Πλατεία Αγίου Μάρκου:
H πλατεία του Αγίου Μάρκου είναι η μοναδική πραγματική πλατεία στη Βενετία. Η πλατεία του Αγίου Μάρκου αποτέλεσε το κέντρο πολλών, σημαντικών θρησκευτικών και πολιτικών γεγονότων της, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε και αποτελεί το κέντρο της κοινωνικής ζωής της Βενετίας.
Η Βασιλική του Αγίου Μάρκου: Ο πρώτος πολιούχος της Βενετίας ήταν ο Άγιος Θεόδωρος. Το 828 όμως αντικαταστάθηκε από τον Άγιο Μάρκο, όταν 2 έμποροι έκλεψαν και μετέφεραν το λείψανό του από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Στην αρχή το λείψανό του φυλασσόταν σε ένα παρεκκλήσι μέσα στο Παλάτι των Δόγηδων, αλλά αργότερα χτίστηκε μία εκκλησία προς τιμήν του και το ιερό του λείψανό μεταφέρθηκε εκεί. Η βασιλική του Αγίου Μάρκου έχει υποστεί πολλές αλλαγές και προσθήκες στο πέρασμα των χρόνων εξαιτίας των φυσικών καταστροφών, αλλά και των πυρκαϊών που έχουν ξεσπάσει. Έτσι, σήμερα αποτελεί ένα κράμα αρχιτεκτονικών στυλ. Φημίζεται για την εκπληκτικής ομορφιάς Αγία Τράπεζα, η οποία είναι καλυμμένη με πολυάριθμες πολύτιμες πέτρες και χρυσά ανάγλυφα. Η εκπληκτική βασιλική διαθέτει 5 τεράστιους τρούλους και είναι χτισμένη σε σχήμα Ελληνικού σταυρού. Αρχιτέκτονές της ήσαν Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη, καθώς επίσης και οι τεχνίτες που έφτιαξαν τα ψηφιδωτά στους τρούλους και στις ψηλές καμέρες. Πρότυπο για το σχέδιό της ήταν ο ναός των Αγίων Αποστόλων Κων/πολεως. Στο σκευοφυλάκιο του ναού βρίσκονται πολλά από τα πολύτιμα ιερά σκεύη και ιερά λείψανα κλεμμένα από την Αγιασοφιά.
Τα τέσσερα άλογα που βρίσκονται μπροστά και πάνω από την κυρία είσοδο στην Βασιλική έχουν προέλθει από τον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης μετά την 4η Σταυροφορία, όπου οι Βενετσιάνοι έκλεψαν ότι πολυτιμότερο υπήρχε στην Πόλη. Τα κεφάλια είχαν αποκοπεί από το υπόλοιπο σώμα τους για να κάνουν τη μεταφορά τους πιο εύκολη. Αφού έφτασαν στη Βενετία, η σχισμή μεταξύ λαιμού και σώματος καλύφθηκε με κολάρα που τους προστέθηκαν και έπειτα τοποθετήθηκαν σε αγνό μπρούντζο, ο οποίος τα έκανε ευκολότερο να επιχρυσωθούν και δυσκολότερο να λιώσουν. Το 1797 ο Ναπολέων Βοναπάρτης κήρυξε το τέλος της Ενετικής Αυτοκρατορίας και τα στρατεύματά του έκλεψαν ό,τι πολύτιμο βρήκαν από την πόλη, συμπεριλαμβανομένων και των 4 αλόγων. Το 1815 η Γαλλική κυβέρνηση επέστρεψε τα άλογα αυτά στη Βενετία.
Το Παλάτι των Δόγηδων:
ο Παλάτι των Δόγηδων πήρε τη σημερινή μορφή του έπειτα από δραστικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του 14ου με 16ο αιώνα. Αποτελούσε την οικία του Δόγη, αλλά ταυτόχρονα την έδρα όλων των πολιτικών και κοινωνικών φορέων της πόλης. Ο πρώτος όροφος φιλοξενούσε υποδεέστερες υπηρεσίες, δηλ. τα γραφεία των δικηγόρων και το χώρο που εκδικάζονταν οι υποθέσεις και πολλές άλλες υπηρεσίες. Το μεγαλύτερο δωμάτιο στο Παλάτι είναι η Αίθουσα του Μεγάλου Συμβουλίου. Εκεί συνεδρίαζε το Μεγάλο συμβούλιο για να ψηφίσει για θεσμικά ζητήματα και τους νόμους και να εκλέγει ανώτερους αξιωματούχους της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας». Επίσης η αίθουσα χρησιμοποιείτο και για κρατικά συμπόσια. Τον ανατολικό τοίχο της αίθουσας καλύπτει το τεράστιο συντηρημένο έργο του Τιντορέτο «Παράδεισος», το οποίο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους πίνακες ζωγραφικής στον κόσμο φτιαγμένο από έναν άντρα ηλικίας 70 ετών με τη βοήθεια του γιου του. Η οροφή είναι στολισμένη με την Αποθέωση της Βενετίας του Βερονέζε. Υπάρχει η αίθουσα των Βασανιστηρίων όπου ανακρίνονταν οι κατάδικοι. Από εκεί ξεκινούσε η γέφυρα των Στεναγμών, από την οποία περνούσαν οι κατάδικοι για να πάνε προς τις φυλακές και την εκτέλεση. Από εκεί έβλεπαν για τελευταία φορά το φως του ήλιου.
Το Κωδωνοστάσιο:
Από την κορυφή του κωδωνοστασίου οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν την εκπληκτική θέα στην πόλη, καθώς και τις Άλπεις, εφόσον η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Ο πρώτος πύργος που ολοκληρώθηκε το 1173, είχε χτιστεί ως φάρος. Το 1902 τα θεμέλια του υποχώρησαν και ο πύργος κατέρρευσε. Το 1912 επαναλειτούργησε και σήμερα διαθέτει ανελκυστήρα χωρητικότητας 14 ατόμων που μεταφέρει τους επισκέπτες στην κορυφή του. Το κωδωνοστάσιο διαθέτει 5 καμπάνες, από τις οποίες η κάθε μία διαθέτει και διαφορετικό ρόλο. Η μαρανγκόνα σήμαινε την έναρξη και τη λήξη της εργασίας, η μαλέφικο ειδοποιούσε αν θα γινόταν κάποια εκτέλεση, η νόνα σήμαινε το μεσημέρι, η μέτζα τέρτζα συγκαλούσε τους συγκλητικούς στο Παλάτι των Δόγηδων και η τροτιέρα ανακοίνωνε τις συνεδριάσεις του Μεγάλου Συμβουλίου.
Ο Πύργος του ρολογιού:
Το ρολόι αυτό δείχνει την ώρα σε Ρωμαϊκά ψηφία, τις φάσεις του φεγγαριού και τα ζώδια. Αρχικά είχε σχεδιαστεί για να δείχνει στους ναυτικούς τις παλίρροιες και τους μήνες που ήταν ευνοϊκοί για να σαλπάρουν. Λέγεται ότι η πολιτεία της Βενετίας, έδωσε μία τεράστια αμοιβή στους αδελφούς Ranieri για την κατασκευή του ρολογιού, αλλά αργότερα τους έβγαλαν τα μάτια ώστε να μην ξαναφτιάξουν αλλού τον εκπληκτικό μηχανισμό του ρολογιού. Στην κορυφή του ρολογιού δύο Μαυριτανοί χτυπούν την καμπάνα κάθε ώρα.
Η Γέφυρα του Ριάλτο:
Η πέτρινη σήμερα γέφυρα του Ριάλτο, ήταν αρχικά ξύλινη, αλλά κατέρρευσε από το βάρος των πεζών. Έτσι η γέφυρα χτίστηκε στη σημερινή της μορφή μεταξύ 1588 και 1591. Μέχρι το 1854 που κατασκευάστηκε η γέφυρα της Ακαδημίας αποτελούσε το μοναδικό τρόπο να διασχίσει κανείς το Μεγάλο Κανάλι με τα πόδια. Η γέφυρα Ριάλτο αποτελούσε ανέκαθεν ζωντανό κοινωνικό κέντρο, εξαιτίας των αγορών της περιοχής.
Το Κα ντ’ όρο:
Το Κα ντ' Όρο (χρυσό σπίτι) είναι το ωραιότερο δείγμα βενετικής γοτθικής αρχιτεκτονικής της πόλης. Η πρόσοψη με τα κυματοειδή παράθυρα, τα βέλη και το εξωτικό μαρμάρινο τύμπανο έχει αναμφισβήτητα ανατολίτικο στυλ. Έργα καλλιτεχνών που φιλοξενούνται στο παλάτσο αυτό είναι το Διπλό Πορτρέτο του Λομπάρντο, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση της Θεοτόκου από τον Καρπάτσιο, η Μαστίγωση του Σινιορέλι, η Αφροδίτη του Τιτσιάνο κ.λ.π.
Ο Ελληνισμός της Βενετίας:
Από όποια πλευρά κι αν πλησιάσεις, είτε από το κανάλι, είτε από κάποιο γραφικό δρομάκι πίσω από την Πλατεία του Σαν Μάρκο, το πλησίασμα στην Ελληνική καρδιά της Βενετίας είναι εμφανής. Εκεί τα ίχνη των Ελλήνων χαράχτηκαν στο βάθος αιώνων διεκδικώντας μέσα στο πέρασμα του χρόνου μία περίοπτη θέση στη ζωή της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας» των Δόγηδων.
Το «νησί» του Ελληνισμού στη Βενετία ορθώνεται μέσα από ένα μνημειακό συγκρότημα που ξεχωρίζει από μακριά με το στραβό καμπαναριό της εκκλησιάς του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων. Η ιστορία της Ορθόδοξης Ελληνικής Αδελφότητας αρχίζει επίσημα πριν από 500 χρόνια, από το 1498 με την υποβολή του σχετικού αιτήματος στο Συμβούλιο των Δέκα που την ίδια μέρα γίνεται αποδεκτό και ανοίγει το δρόμο στη σύνταξη του ιδρυτικού καταστατικού.
Η επισημοποίηση των Ελλήνων από τις Βενετσιάνικες αρχές έρχεται να επισφραγίζει μία έντονη παρουσία που αρχίζει από την εποχή όπου η Βενετία είναι Βυζαντινή επαρχία για να συνεχιστεί και μετά την αυτονόμησή της. Έλληνες καλλιτέχνες και τεχνίτες που εγκαθίστανται πριν από τον 10ο αιώνα εκεί γίνονται περιζήτητοι για την τεχνική τους και συμβάλουν καθοριστικά στην κατασκευή και τη διακόσμηση πολλών μνημείων.
Η συρροή των λογίων στη Βενετία, μετά τη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438) θα συμβάλει στη διάδοση της Ελληνικής παιδείας και την ανάπτυξη των Ελληνικών σπουδών. Ορόσημο γι’ αυτό θα είναι η δωρεά της πλουσιότατης συλλογής χειρογράφων από τον Καρδινάλιο Βησσαρίωνα που θα αποτελέσει τον πυρήνα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης.
Οι Έλληνες βρίσκουν καταφύγιο στη «Γαληνοτάτη» μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453, με αποτέλεσμα το 1479 να αριθμούν 5.000 άτομα.
Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων:
Αγωνίσθηκαν πολύ οι Έλληνες για να αποκτήσουν δική τους Εκκλησία. Για πολλές δεκαετίες δεν τους έδιναν άδεια οι αρχές. Τελικά το 1536 άρχισε η ανέγερση του ναού και ολοκληρώνεται το 1577. Μετά το ναό οικοδομείται και το καμπαναριό που θα γείρει όμως αμέσως και θα παραμείνει έτσι «στραβό!» μέχρι σήμερα χαρίζοντας μία γραφικότητα στο κτιριακό σύνολο. Με την ολοκλήρωση της εκκλησίας το 1577 γίνεται και η εγκατάσταση του πρώτου Ορθόδοξου Μητροπολίτη, Γαβριήλ Σεβήρου, ενός ιερωμένου που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη του Ελληνισμού της Βενετίας.
Το 1593 αρχίζει η λειτουργία της σχολής Ελληνικών και Λατινικών γραμμάτων, καθώς ο Σεβήρος πετυχαίνει τακτική ετήσια χορηγία από τους Βενετούς. Το 1599 ιδρύεται το γυναικείο μοναστήρι λαμβάνοντας και εκπαιδευτική αποστολή.
Τον Νοέμβριο του 1991, με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θα συσταθεί η Ιερά Μητρόπολις Ιταλίας και Εξαρχία Νοτίου Ευρώπης με την ενθρόνιση του πρώτου Μητροπολίτη και έδρα τη Βενετία.
Μία ξεχωριστή θέση στην ιστορία των Ελλήνων της Βενετίας κατέχει η Φλαγγίνειος Σχολή. Όλα αρχίζουν όταν ένας Κερκυραίος δικηγόρος, ο Θωμάς Φλαγγίνης, αφήνει στη διαθήκη του το 1644 ένα αξιόλογο κληροδότημα στην Αδελφότητα εκφράζοντας την επιθυμία να ιδρυθεί σχολείο και νοσοκομείο, αλλά συγχρόνως να ληφθεί πρόνοια για την εξαγορά αιχμαλώτων και την προικοδότηση άπορων κοριτσιών. Έτσι γεννιέται η Σχολή που θα πάρει το όνομά του με την ανέγερση δύο κτηρίων στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας.
Η Φλαγγίνειος Σχολή είναι ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ελληνισμού που θα αρχίσει την λειτουργία του το 1665 αλλά θα παρακμάσει μετά το τέλος της «Γαληνοτάτης» και θα σταματήσει να λειτουργεί το 1905.
Το Μουσείο των Εικόνων είναι μία αξιοθαύμαστη κιβωτός στην Ευρώπη, μοναδική στο είδος της, όπου φυλάσσονται ορισμένα από τα καλύτερα δείγματα της τέχνης των φορητών εικόνων από τον 14ο μέχρι τον 18ο αιώνα, καθώς και αξιόλογα τεκμήρια της ιστορίας της κοινότητας των Ελλήνων της Βενετίας.
Πολυάριθμες εικόνες αλλά και ιστορημένοι κώδικες, χρυσοκέντητα άμφια και αντικείμενα μικροτεχνίας, μεγάλης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας αποτελούν σήμερα έναν εκπληκτικό θησαυρό που μπορεί να θαυμάσει κάθε επισκέπτης.
Ακολουθώντας ιστορικά την τύχη της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας» η «Ελληνική Αδελφότητα» θα βρεθεί σε παρακμή όταν τα πλούτη της δημευθούν από τον κατακτητή Ναπολέοντα το 1797. Τότε τα μέλη της θα αρχίσουν να αναζητούν νέα πατρίδα ή σε άλλα εμπορικά κέντρα στην Ιταλία ή στην Ελλάδα με αποτέλεσμα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου να αριθμεί μόνο 30 μέλη.
Αυτή την κρίσιμη στιγμή, οι διπλωματικές ενέργειες της Ελλάδας και της Ιταλίας αλλά και η αποφασιστικότητα των τελευταίων μελών της Αδελφότητας θα πετύχουν τη διάσωση όχι μόνο της περιουσίας αλλά και της κληρονομιάς της.
«Παιδί» των ενεργειών αυτών είναι το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών. Γεννιέται το 1948 από μία μορφωτική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας που επιτρέπει αφενός στην Ελλάδα να ιδρύσει το Ινστιτούτο της Βενετίας και αφετέρου στην Ιταλία να επαναλειτουργήσει στην Αθήνα την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή και το Ιταλικό Ινστιτούτο.
Ελληνική τυπογραφία: Σημαντικότατη πτυχή της πνευματικής δραστηριότητας των Ελλήνων της Βενετίας είναι η ενασχόλησή τους με την τυπογραφία. Το 1486, εκδίδονται τα δύο πρώτα ελληνικά βιβλία. Λίγα χρόνια αργότερα, οι λόγιοι Μάρκος Μουσούρος, Ιωάννης Γρηγορόπουλος και Αρσένιος Αποστόλης, πραγματοποιούν για πρώτη φορά εκδόσεις των μεγαλύτερων κλασικών συγγραφέων. Τα βιβλία που τυπώνονται είναι λαϊκά - έργα Κρητικής λογοτεχνίας, έμμετρα μυθιστορήματα κ.λ.π. – καθώς και εκκλησιαστικά κείμενα και απευθύνονται όχι μόνο στους Έλληνες της Βενετίας αλλά και σε ολόκληρο τον Ελληνισμό και συμβάλουν στη διατήρηση της παιδείας και της θρησκείας κατά την τουρκοκρατία.
Παρασκευή 26-8-2011: Πρωινή επίσκεψη και πάλι στη Βενετία. Αμέσως μετά αναχώρηση για Αγκόνα και από εκεί Σάββατο 27-8-2011 απόγευμα και πάλι στην αγαπημένη μας Πάτρα, ενθουσιασμένοι που με τη χάρη του Θεού και τις ευλογίες του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, μας δόθηκε η ευκαιρία από το Σύλλογο προστασίας Υγείας και Περιβάλλοντος του Κέντρου Υγείας Χαλανδρίτσης, να γνωρίσουμε τα μέρη αυτά που έχουν και ιδιαίτερο περιβαλλοντικό ενδιαφέρον, αλλά και σχέση με την ιστορία μας.

.