Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

13 Ἀπριλίου 1204: Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φραγκολατίνους


Γράφει ὁ πατὴρ Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν
Η άλωση της Πόλης από τους Φράγκους
Ἐκεῖνον τὸν Ἀπρίλιο... (Ἡ ἅλωση τοῦ 1204)
Ἂν ἡ 29η Μαΐου εἶναι ἡμέρα πένθους γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, διότι φέρνει στὴ μνήμη μας τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς τὸ 1453, ἄλλο τόσο ἀποφρὰς εἶναι γιὰ τὸ Γένος μας καὶ ἡ 13η Ἀπριλίου, διότι κατ᾿ αὐτὴν ἔπεσε ἡ Πόλη τὸ 1204 στοὺς Φράγκους. Τὸ δεύτερο γεγονὸς δὲν ὑστερεῖ καθόλου σὲ σημασία καὶ συνέπειες ἔναντι τοῦ πρώτου. Αὐτὴ εἶναι σήμερα ἡ κοινὴ διαπίστωση τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας. Ἀπὸ τὸ 1204 ἡ Πόλη, καὶ σύνολη ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ῥώμης, δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρεῖ τὴν πρώτη της δύναμη. Τὸ φραγκικὸ χτύπημα ἐναντίον της ἦταν τόσο δυνατό, ποὺ ἔκτοτε ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν «μία πόλη καταδικασμένη νὰ χαθεῖ» (Ἑλ. Ἀρβελέρ). Ἀξίζει, συνεπῶς, μία θεώρηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἔστω καὶ στὰ περιορισμένα...
ὅρια ἑνὸς ἄρθρου.
1. Στὶς 12/13 Ἀπριλίου 1204, ἔπειτα ἀπὸ μία πεισματικὴ καὶ μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οἱ Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία τῆς Ῥωμανίας/ Βυζαντίου ἔσβηνε κάτω ἀπὸ τὸ θανάσιμο πλῆγμα τῆς φραγκικῆς Δύσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦταν σημαντικότατο σὲ δύο κατευθύνσεις: α) ἐσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικὰ τὴν περαιτέρω πορεία τῆς αὐτοκρατορίας, καὶ β) ἐξωτερικά, διότι καθόρισε ἐπίσης τελεσίδικα τὶς σχέσεις μὲ τὴν Δύση, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀνερχόμενη δύναμη τῶν Ὀθωμανῶν. Ἡ τραγικὴ ἱστορικὴ ἐπιλογὴ τοῦ Ῥωμαίικου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸν γνωστὸ ἐκεῖνο λόγο «κρεῖττον (…) φακιόλιον (…) Τούρκων ἢ (παρὰ) καλύπτρα λατινική», ὑποστασιώνεται στὰ 1204, ὅταν πλέον ἀποκαλύπτονται ἀδιάστατα οἱ διαθέσεις τῆς Φραγκιᾶς ἔναντι τῆς Ῥωμαίικης Ἀνατολῆς.
 Ἀπὸ τὸ 1095 ἀρχίζουν οἱ σταυροφορίες, ἐκστρατεῖες δηλαδὴ τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Εὐρώπης, μὲ σκοπό, κατὰ τὶς ἐπιφανειακὲς διακηρύξεις, τὴν ἀπελευθέρωση καὶ ὑπεράσπιση τῶν Ἁγίων Τόπων. Στὶς ἐπιχειρήσεις αὐτές, ποὺ κράτησαν ὡς τὸν 15ο αἰώνα, πρωτοστατοῦσαν οἱ ἑκάστοτε Πάπες, διότι ἦσαν «ἱεροὶ πόλεμοι» κατὰ τῶν ἀπίστων. Βέβαια ἡ ἔρευνα ἔχει ἐπισημάνει στὶς ἐκστρατεῖες αὐτὲς καὶ ταπεινὰ ἐλατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμοῦ κ.ἄ. 
 Εἶναι ὅμως σήμερα πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία ὅτι οἱ σταυροφορίες κύριο σκοπὸ εἶχαν τὴν φραγκικὴ κυριαρχία στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καί, τελικά, τὴν διάλυση τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ῥώμης, ποὺ ἦταν τὸ ἐμπόδιο στὸν ἐπεκτατισμὸ καὶ τὰ μονοκρατορικὰ σχέδια τῆς μετακαρλομάγνειας Φραγκοσύνης. Τὸ 1204, ἡ ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ἡ διάλυση τῆς «Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας» καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα Φραγκοκρατία ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἐκτίμηση αὐτή.
 2. Τὰ γεγονότα τοῦ 1204 συνδέονται μὲ τὴν Δ´ σταυροφορία. Ἡ σχετικὴ βούληση γι᾿ αὐτὴν ἐκφράσθηκε τὸ 1199 μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πάπα Ἰννοκεντίου Γ´ (1198-1216), «πνευματικοῦ πατέρα» τῶν δύο βασικῶν ἐπεκτατικῶν μέσων της φραγκοπαπικῆς ἐξουσίας, τῆς «Ἱερᾶς Ἐξετάσεως» (Inquisitio) καὶ τῆς Οὐνίας (ὡς ἰδέας). Συνεργάτης αὐτόκλητος παρουσιάσθηκε ὁ δόγης (δούκας) τῆς Βενετίας Δάνδολος μὲ τὸ στόλο του. Σπουδαῖο ἱστορικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ ἐκτροπὴ τῆς Δ´ σταυροφορίας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἦταν σκοπὸς ἀνομολόγητος ἢ τραγικὴ σύμπτωση; Ἡ πλειονότητα τῶν ἱστορικῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἀδέσμευτων, δέχεται τὸ πρῶτο. 
 Ἐπρόκειτο γιὰ καλὰ ὀργανωμένο σχέδιο, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ δοθεῖ ἰσχυρὸ κτύπημα στὴν Ὀρθόδοξη Αὐτοκρατορία, ποὺ περνοῦσε περίοδο κάμψεως λόγω τῆς ἐντάσεως τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου. Κατὰ τὰ δυτικὰ χρονικά, μάλιστα, κάποιοι λατίνοι ἄρχοντες ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν, ὅταν ἔμαθαν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ σκοποῦ τῆς σταυροφορίας. Οἱ περισσότεροι ὅμως συμβιβάσθηκαν ἀπὸ οἰκονομικὴ ἀνάγκη. 
 Ἔμειναν κυρίως οἱ «μυημένοι» στὴ συνωμοσία κατὰ τῆς Νέας Ρώμης κάτω ἀπὸ τὴν «πνευματικὴ» ἡγεσία τοῦ Πάπα καὶ τὴν στρατιωτικὴ τοῦ Δόγη, ποὺ μετέβαλε τὴν Βενετία σὲ θαλασσοκράτειρα δύναμη μὲ τὴν ἐκμηδένιση τοῦ «Βυζαντίου». Ὁ βενετικὸς στόλος μετέφερε στὴν Προποντίδα ἄγριες μάζες Φλαμανδῶν, Φράγκων, Γερμανῶν - τὰ χειρότερα στρώματα τῆς δυτικῆς κοινωνίας, κακοποιούς, ἐγκληματίες, καιροσκόπους. Ἡ ἀμοιβὴ τοῦ Δόγη: ἡ μισὴ λεία ἀπὸ τῇ λεηλασία τῆς πλουσιότερης πρωτεύουσας τοῦ τότε κόσμου.
 3. Βέβαια, τὰ φραγκοπαπικὰ σχέδια διευκολύνθηκαν ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἀρρυθμία τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀπὸ τὸν ια´ αἰώνα ἄρχισε προοδευτικὰ ἡ παρακμή της. Τὸ 1071 στὸ Ματζικὲρτ ὁ «βυζαντινὸς» στρατὸς δέχθηκε μεγάλη ἥττα ἀπὸ τοὺς Σελτζούκους Τούρκους, μὲ συνέπεια τὴν ἀπώλεια μεγάλου τμήματος τῆς Μ. Ἀσίας. 
 Παράλληλα (1071) χάθηκε τὸ τελευταῖο ἔρεισμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἰταλία, ἡ Βάρις (Bari), πέφτοντας στὰ χέρια τῶν Νορμανδοφράγκων. Οἱ ἀνορθωτικὲς προσπάθειες τῶν Κομνηνῶν δὲν εἶχαν σημαντικὰ ἀποτελέσματα καὶ τὸ κράτος ὑποχωρεῖ σταδιακὰ στὴν οἰκονομικὴ ἰσχὺ τῶν ἰταλικῶν πόλεων. Ἡ αὐτοκρατορία παραχωρεῖ σημαντικὰ προνόμια στὴ Βενετία, Πίζα καὶ Γένουα μὲ ἀντάλλαγμα στρατιωτικὴ βοήθεια. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἦταν νὰ δημιουργηθοῦν ἀκμαῖες δυτικὲς παροικίες στὴν Ἀνατολή, μεταβάλλοντας τὸ ἔδαφος τῆς αὐτοκρατορίας σὲ δικό τους ἐμπορικὸ χῶρο. Οἱ Ἰταλοφράγκοι ἑδραιώθηκαν στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἐνίσχυσαν τὴν βουλιμία τῆς εὐρύτερης φραγκικῆς οἰκογένειας.
 Ἀλλὰ καὶ τὸ κοινωνικὸ κλίμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀρκετὰ ἀντίξοο. Ἡ Πόλη ἔχει πιὰ ἀπομονωθεῖ καὶ ἀναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις λόγω τῆς δυσαρέσκειας τῶν ἐπαρχιῶν. Διοίκηση καὶ πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σὲ διαφθορά. Οἱ φορολογίες εἶναι δυσβάστακτες καὶ βαρύνουν τοὺς πολίτες τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἀμφισβητεῖται καὶ σημειώνονται ἐπαναστατικὰ κινήματα. 
 Ἡ φήμη γιὰ τὴν μυθώδη πολυτέλεια τῆς Πόλης καὶ τῶν κατοίκων της εἶχε διαδοθεῖ καὶ στὴ Δύση μὲ εὔλογες συνέπειες. Τὰ ἀμύθητα πλούτη τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔτρεφαν τὴν φαντασία τῶν πολλῶν καὶ διευκόλυναν τὰ ἐπεκτατικὰ σχέδια τῶν λίγων, τῆς φραγκικῆς ἡγεσίας. Βέβαια, οἱ ἀνύποπτοι ἐπαρχιῶτες τῆς αὐτοκρατορίας εἶδαν στὴν ἀρχὴ ὡς θεία τιμωρία τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ὁ δὲ ὄχλος της ἔλαβε μέρος στὴ λεηλασία. Ἀργότερα ὅμως θὰ συνειδητοποιηθοῦν οἱ σκοποὶ τῶν Φράγκων καὶ θὰ ἐκτιμηθοῦν σωστὰ τὰ γεγονότα.
 4. Ἡ ὀργάνωση τῆς σταυροφορίας ἄρχισε τὸ 1201. Σημαντικοὶ φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ὁ κόμης τῆς Φλάνδρας Βαλδουΐνος, ὁ κόμης τῆς Καμπανίας Τιμπῶ, ὁ ἱστορικὸς Γοδεφρεῖδος Βιλλεαρδουΐνος καὶ ὁ μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός. Ἡ συγκέντρωση τοῦ στρατοῦ ἔγινε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1202 στὴ Βενετία. Τὸ Νοέμβριο τοῦ 1202 καταλήφθηκε γιὰ λογαριασμὸ τῶν Βενετῶν ἡ δαλματικὴ πόλη Ζάρα, ποὺ εἶχε ἀποστατήσει καὶ ὑπαχθεῖ στὸ βασίλειο τῆς Οὐγγαρίας. 

Οἱ δυναστικὲς ἔριδες στὴν Κωνσταντινούπολη («Ἄγγελοι») διευκόλυναν - ὡς συνήθως - τὰ δυτικὰ σχέδια. Οἱ σταυροφόροι στὶς 24.5.1203 ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Ζάρα καὶ μέσῳ Κερκύρας κατευθύνθηκαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ θέα τῆς πόλεως τοὺς ἄφησε κατάπληκτους. «Δὲν μποροῦσαν νὰ φαντασθοῦν πῶς ὑπῆρχε στὸν κόσμο τόσο ἰσχυρὴ πόλη»-σημειώνει ὁ Γ. Βιλλεαρδουΐνος στὴν ἱστορία του. Στὶς 6 Ἰουλίου ἄρχισε ἡ πρώτη πολιορκία, μὲ λεηλασίες στὰ προάστια καὶ τὶς ἀκτὲς τῆς Προποντίδας. 
 Προσπάθεια τῶν πολιορκουμένων, τὴν νύκτα τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 1204, νὰ πυρπολήσουν τὸν ἐχθρικὸ στόλο, ἀπέτυχε. Ἐπεκράτησε τότε ἀναρχία. Στὶς 25 Ἰανουαρίου ὁ λαὸς ἀνεκήρυξε αὐτοκράτορα τὸν Νικόλαο Καναβό, ἐνῶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Δ´ συνελήφθη καὶ ἐκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αὐτοκράτορας ἐκλέχθηκε ὁ Ἀλέξιος Ε´ ὁ Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε νὰ ὀργανώσει τὴν ἄμυνα καὶ νὰ περιορίσει τὶς λεηλασίες. Οἱ σταυροφόροι ἤδη τὸ Μάρτιο τοῦ 1204 εἶχαν ὑπογράψει συνθήκη γιὰ τὴν τύχη τῆς αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν πτώση τῆς πρωτεύουσας. 
 Βασικὲς ἀποφάσεις: θὰ ἐκλεγόταν λατίνος αὐτοκράτορας καὶ λατίνος πατριάρχης. Ἔτσι φάνηκαν καὶ οἱ ἀληθινοὶ σκοποὶ τῆς ἐκστρατείας. Ἐπίσης καθορίσθηκε ὁ τρόπος διανομῆς τῆς λείας καὶ τῶν ἐδαφῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ μεγάλη ἐπίθεση κατὰ τοῦ θαλασσίου τείχους ἔγινε στὶς 9 Ἀπριλίου. Ἡ τελικὴ ὅμως ἐπίθεση ἔλαβε χώρα στὶς 12 καὶ ξημερώνοντας 13 ἔπεσε ἡ Πόλη. Ἡ ἡγεσία εἶχε ἤδη διαλυθεῖ. Αὐτοκράτωρ καὶ εὐγενεῖς ἐγκατέλειψαν τὴν πόλη καὶ μόνο οἱ κληρικοὶ ἔμειναν, γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τοὺς σταυροφόρους καὶ νὰ τοὺς δηλώσουν τὴν ὑποταγὴ τῆς Βασιλεύουσας. Ὁ λαὸς πίστευε στὰ χριστιανικὰ αἰσθήματα τῶν νικητῶν, ἀλλὰ διαψεύσθηκε οἰκτρά.
5. Ἡ συμπεριφορὰ τῶν σταυροφόρων ἀπεκάλυψε στοὺς ἀνατολικοὺς τὴν φραγκικὴ Δύση, ἑκατὸν πενήντα χρόνια μετὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σχίσμα. ΄Ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Φράγκους ἀκατονόμαστες πράξεις ἀγριότητας καὶ θηριωδίας. Φόνευαν ἀδιάκριτα γέροντες, γυναῖκες καὶ παιδιά. Λεηλατοῦν καὶ διαρπάζουν τὸν πλοῦτο τῆς «βασίλισσας τῶν πόλεων τοῦ κόσμου». Στὴ διανομὴ τῶν λαφύρων μετέσχε, κατὰ συμφωνία καὶ ὁ Πάπας. 
 Τὸ χειρότερο: πυρπόλησαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Πόλης καὶ ἐξανδραπόδισαν ἕνα τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ της. Σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθοῦν οἱ βιασμοὶ τῶν γυναικῶν καὶ τὰ ἄλλα κακουργήματα. Μόνο τὴν πρώτη μέρα φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι τῆς Πόλης. Ἰδιαιτέρως δὲ στόχος τῆς θηριωδίας ἦταν ὁ Κλῆρος. Ἐπίσκοποι καὶ ἄλλοι κληρικοὶ ὑπέστησαν φοβερὰ βασανιστήρια καὶ κατασφάζονταν μὲ πρωτοφανῆ μανία. Ὁ Πατριάρχης μόλις μπόρεσε ξυπόλητος καὶ γυμνὸς νὰ περάσει στὴν ἀπέναντι ἀκτή. 
 Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τοὺς θησαυρούς της. Ἐσυλήθηκαν οἱ ναοὶ καὶ αὐτὴ ἡ Ἁγία Σοφία, μάλιστα μέσα σὲ σκηνὲς φρίκης. Στὴ λεηλασία πρωτοστατοῦσε ὁ λατινικὸς κλῆρος. Κανεὶς δὲν φανταζόταν ὅτι ἡ Πόλη θὰ ἔκρυβε τόσο ἀνεκτίμητους θησαυρούς. Ἐπὶ πολλὰ χρόνια τὰ δυτικὰ πλοῖα μετέφεραν θησαυροὺς στὴ Δ. Εὐρώπη, ὅπου καὶ σήμερα κοσμοῦν ἐκκλησίες, μουσεῖα καὶ ἰδιωτικὲς συλλογές, π.χ. Ἅγιος Μᾶρκος, Βενετία. ΄Ἕνα μέρος τῶν θησαυρῶν (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος ἀπὸ τοὺς «βυζαντινοὺς» θησαυροὺς τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἐκποιήθηκε τὸ 1795 ἀπὸ τὴν Βενετικὴ Δημοκρατία γιὰ πολεμικὲς ἀνάγκες.
 6. Βαθύτερα ἴχνη ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν καταστροφὴ «τῆς πόλης τῶν Πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στὶς ψυχὲς τῶν Ὀρθοδόξων. Γιὰ τοὺς Ῥωμηοὺς ἦταν πιὰ ἀπόλυτα βεβαιωμένο ὅτι ἡ Δ´ σταυροφορία εἶχε ἀπ᾿ ἀρχῆς στόχο τὴν ἅλωση τῆς Πόλης καὶ τὴν διάλυση τῆς Ῥωμαίικης Αὐτοκρατορίας. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ δυτικὲς πηγὲς βλέπουν τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς τιμωρία τῶν «αἱρετικῶν» (Γραικῶν), ποὺ ἦσαν «ἀσεβεῖς καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους». 
 Τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν βλέπουν ὡς «νίκη τῆς Χριστιανοσύνης». Τὸ χάσμα, συνεπῶς, μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ εἶχε ἀνοίξει μὲ τὸ σχίσμα (1054), γίνεται τώρα ἀγεφύρωτο. Οἱ «Βυζαντινοὶ» εἶχαν τὴν εὐκαιρία, ἄλλωστε, νὰ ζήσουν τὸ μίσος τῶν Φράγκων ἐναντίον τους. Κατὰ τὸν ἱστορικὸ Νικήτα Χωνιάτη, αὐτόπτη μάρτυρα τῆς ἁλώσεως, ἡ ἁρπακτικότητα καὶ βαρβαρότητα τῶν σταυροφόρων δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἠπιότητα τῶν μουσουλμάνων, οἱ ὁποῖοι μόλις κατέλαβαν τὰ Ἱεροσόλυμα ἀρκέσθηκαν ἁπλῶς στὴν ἐπιβολὴ μικροῦ φόρου, ἀποφεύγοντας κάθε βιαιότητα. 
Τα κλεμμένα άλογα της Πόλης που κοσμούν τον Άγιο
Μάρκο Βενετίας
 Οἱ «Βυζαντινοὶ» συνειδητοποίησαν ὅτι μετὰ τὸ 1204 οἱ Λατίνοι - Φράγκοι ἦσαν ὁ οὐσιαστικὸς ἐχθρός τους, γιατί μόνο ἀπ᾿ αὐτοὺς κινδύνευε ἡ ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἡ παράδοση τοῦ Γένους. Ἔτσι, διαμορφώθηκε ἡ στάση τῶν ἀνθενωτικῶν, ποὺ προέκριναν τὴν πρόσκαιρη συνεργασία μὲ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἀπὸ τὴν «φιλία» τῶν Φράγκων, ἐπιλέγοντας μεταξὺ δύο κακῶν. Μία στάση ποὺ θὰ ἐκφρασθεῖ θεολογικὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ κατὰ τὸν 18ο αἰώνα.
 Ἡ ἅλωση τοῦ 1204 ὅμως εἶχε καὶ εὐεργετικὲς συνέπειες σὲ μία ἄλλη διάσταση. Ὁ μέσος Ῥωμηὸς θὰ συνειδητοποιήσει τὴν σημασία τῆς διαλύσεως τῆς αὐτοκρατορίας. Ὅσο μάλιστα θὰ παρατείνεται ἡ φραγκοκρατία, ἡ ἀντιπάθεια ἐναντίον τῶν Λατίνων θὰ μεταστοιχειωθεῖ σὲ ὁμοψυχία. Λόγω δὲ τῆς διασπάσεως τῆς ἑνότητας τῶν ἐπιμέρους ἐθνοτήτων τῆς αὐτοκρατορίας μετὰ τὸ 1204, θὰ ἀρχίσει ὁ τονισμὸς τῆς ἐθνικότητας, μὲ ἐμφάνιση τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ὁ τραυματισμὸς δὲ τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου θὰ γεννήσει τὴν Μεγάλη Ἰδέα, ὡς πόθο ἐπανακτήσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀνασυστάσεως τῆς Αὐτοκρατορίας. 
 Ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ὁδήγησε τὴν χώρα μας νὰ καταλήξει, ἀπὸ τη σχέση «προστασίας» σὲ συμμαχίες μὲ τὶς μεγάλες δυτικὲς δυνάμεις καὶ σήμερα σὲ «νομαρχία» τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης. Τὸ Εὐρωπαϊκὸ «Διευθυντήριο» ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ συνεχίζει τὴν ἅλωση τοῦ Γένους/Ἔθνους μας μὲ ἄλλους τρόπους. Πόσο τὸ συνειδητοποιοῦν αὐτὸ οἱ Πολιτικοί μας στὶς συναλλαγές τους μὲ τὴν Δυτικὴ Ἡγεσία; Τουλάχιστον, γιὰ νὰ μετριάζεται ἡ ἄκρατη αἰσιοδοξία μας καὶ νὰ μὴ πορευόμαστε μὲ αὐταπάτες...
(π. Γεώργιος Μεταλληνός) 



ΕΟΡΤΗ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΤΡΩΝ
Ἀριθμ. Πρωτ.: 588/7-9-2016
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  266η
Πρός
τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα
τῆς Ἱερᾶς καί Ἀποστολικῆς Μητροπόλεως Πατρῶν
Παιδιά μου εὐλογημένα,
     Mέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἑτοιμαζόμαστε νά ἑορτάσωμε καί πάλι τήν ἱερά  ἐπέτειο τῆς Ἐπανακομιδῆς τῆς Tιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἀπό τήν Ρώμη στήν πόλη τήν Ἀποστολική καί περιάκουστη, τῶν Πατρῶν.
            Ὁ Κύριός μας ὠκονόμησε διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί δεήσεων ἀκοιμήτων τοῦ εὐσεβεστάτου Πατραϊκοῦ Λαοῦ, νά ἐπανακομισθῇ ἡ Ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου, μετά ἀπό πεντακόσια καί πλέον ἒτη στήν πόλη τοῦ μαρτυρίου του, ἀπό τήν Δύση  ὃπου εἶχε μεταφερθῆ, ἀπό τόν Θωμᾶ Παλαιολόγο.
            Καλούμεθα καί πάλιν εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τό ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στίς 26 Σεπτεμβρίου 1964, νά ἑορτάσωμεν εὐλαβῶς καί νά πανηγυρίσωμε πανευφροσύνως, δοξάζοντες τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενον Θεόν ἡμῶν καί τιμῶντες καί γεραίροντες τόν ἒνδοξο καί πανεύφημο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο.
            Οἱ ἱερές τελετές καί λατρευτικές ἐκδηλώσεις θά λάβουν χώρα, τό Σάββατο καί τήν Κυριακή, 24 καί 25 Σεπτεμβρίου ἐ.ἒ. στόν Νέο Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὃπου εἶναι θησαυρισμένη ἡ Τιμία Κάρα καί ὁ Σταυρός τοῦ Πρωτοκλήτου.
            Τήν παραμονή θά ψαλῇ ὁ Μέγας Πολυαρχιερατικός Ἑσπερινός καί ἀνήμερα θά τελεσθῇ ἡ Θεία Λειτουργία, ἐνῶ τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς καί ἀπό ὣρα 5:45 μ.μ. θά ἀρχίσῃ ἡ πάνδημος Λιτανεία μέ τόν Ἁγιασμό στήν Ἰχθυόσκαλα, τόν λιτανευτικό διάπλουν ἓως τήν προβλῆτα τῆς Ἁγίου Νικολάου, τήν Δοξολογία στήν Πλατεία τῶν Τριῶν Συμμάχων καί τήν συνέχιση τῆς λιτανευτικῆς πομπῆς διά τῆς ὁδοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ἓως τόν μεγαλοπρεπῆ Ναό τοῦ Πολιούχου τῶν Πατρῶν.
            Ἀδελφοί μου, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς κρατάει στά χέρια του, μᾶς προστατεύει,  πρεσβεύει γιά μᾶς ἀδιαλείπτως πρός Κύριον, ὣστε νά ἒχωμε τό μέγα ἒλεός Του καί τούς οἰκτιρμούς Του.
            Ἐλᾶτε, λοιπόν, ὃλος ὁ Πατραϊκός Λαός στό ἱερό Ἀποστολεῖο, στόν Ἱερό Ναό δηλαδή, τοῦ Πρωτοκλήτου, στίς 24 καί 25 Σεπτεμβρίου γιά νά ἑορτάσωμε καί νά δοξολογήσωμε τόν Πανάγιο Θεόν ἡμῶν, ἀλλά καί τόν Ἀπόστολον Ἀνδρέα, ἐπαξίως καί κατά χρέος νά μακαρίσωμε καί νά τιμήσωμε.
            Ἐλᾶτε νά παρακαλέσωμε ὁ καθένας γιά τά προσωπικά του προβλήματα, νά ἀναθέσωμε τούς βαθύτατους πόθους, τούς πόνους, τίς ἐσώτατες ἐπιθυμίες στόν Ἃγιό μας καί πατέρα μας, ὣστε νά τίς μεταφέρῃ στόν θρόνο τοῦ Παμβασιλέως καί Σωτῆρος ἡμῶν.
            Ἐλᾶτε, ὡς οἰκογένειες, νά ἐναποθέσωμε τούς προβληματισμούς μας ἐνώπιον τῆς ἱερᾶς καί πανσεβάσμιας τοῦ Ἀποστόλου Κεφαλῆς, ὣστε καί ἀναψυχή νά λάβωμε καί βεβαία τήν λύση τῶν προβλημάτων μας νά ἒχωμε.
            Προστρέξατε πάντες, οἱ τῆς πόλεώς μας καί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἐπαρχίας κάτοικοι καί παρεπίδημοι καί κατασπάσασθε τήν σεπτή κορυφή τοῦ Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, ὁ ὁποῖος τόσο τήν πόλη καί τόν τόπο ἀγάπησε, ὣστε ἠθέλησε ἐδῶ νά μαρτυρήσῃ καί  σωματικῶς, πρός εὐλογίαν καί ἁγιασμόν μας, ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, νά παραμείνῃ.
        
    Ἀπό τήν πόλη τῶν Πατρῶν καλοῦμεν ἃπαντας τούς Ὀρθοδόξους Ἓλληνες καί λοιπούς ἀδελφούς, νά προσέλθουν καί νά προσκυνήσουν τόν πανεύφημον Ἀπόστολον, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τούς Ἓλληνες παρουσίασε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά ἀκουσθῇ ἀπό τό πανάγιο στόμα τοῦ Θείου Διδασκάλου, ὁ συγκλονιστικός καί λίαν τιμητικός γιά μᾶς λόγος: «Ἐλήλυθεν ἡ ὣρα, ἳνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου…»(Ἰω.12,23)
            Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί περιπόθητα.
            Σήμερα πού τόσα προβλήματα καί βάσανα μᾶς ταλανίζουν, σήμερα πού τόσες δυσκολίες ὀρθώνονται ἐνώπιόν μας, ὁ Ἃγιος Ἀνδρέας εἶναι ὁ παράκλητός μας καί μεσίτης πρός Κύριον, ὁ πατέρας μας, ὁ φίλος καί ἀδελφός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς κρατάει ἀπό τό χέρι καί δέεται γιά τήν ψυχοσωματική μας ὑγεία καί τήν κατά Θεό πρόοδο καί προκοπή μας.

            Τό Σάββατο 24 καί τήν Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου μᾶς περιμένει, ὁ Ἱερός Ἀπόστολος, ὡς φιλόξενος οἰκοδεσπότης, στό σπίτι του καί στήν γιορτή του. Τήν πρόσκληση τήν ἀπευθύνει μέ τό στόμα τοῦ Ἐπισκόπου καί πνευματικοῦ σας πατρός, ὁ ὁποῖος ἐξ ὀνόματός του, ἐν πλησμονῇ ἀγάπης, σᾶς παρακαλεῖ νά συμμετάσχετε στό ἱερό καί λαμπρό εὐχαριστιακό καί ἑορταστικό τοῦ Πρωτοκλήτου συμπόσιο, τό ὁποῖο θά πραγματοποιηθῇ κατά τό ἀκόλουθο πρόγραμμα:

·         Παραμονή τῆς ἑορτῆς, Σάββατο 24.9.2016 καί ὣρα 7μ.μ. Μέγας Πολυαρχιερατικός Ἑσπερινός
·         Ἀνήμερα, Κυριακή 25.9. 2016 καί ὣρα 7- 10:30π.μ.
Ὂρθρος- Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία
·         Κυριακή ἀπόγευμα
ὣρα 5:45μ.μ. Ἐκκίνηση τῆς ἱερᾶς Λιτανείας ἀπό τόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, πρός Ἰχθυόσκαλα.
ὣρα 6μ.μ. Ἁγιασμός ἐπί τῇ ἐνάρξει τῆς νέας ἁλιευτικῆς περιόδου.
ὣρα 6.15μ.μ. Μετάβαση μέ πλοιάρια στήν προβλῆτα τῆς Ἁγίου Νικολάου.
ὣρα 7μ.μ. Δοξολογία στήν Πλατεία Τριῶν Συμμάχων
ὣρα 7.20μ.μ. Λιτανεία ἀπό τήν Πλατεία Τριῶν Συμμάχων πρός τόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου.
Σᾶς ἀσπάζομαι ἐν Κυρίῳ
μετ’ εὐχῶν καί ἀγάπης πατρικῆς
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
    + Ο  Π Α Τ Ρ Ω Ν   Χ Ρ Υ Σ Ο Σ Τ Ο Μ Ο Σ
Οι μαθητές του Εκκλ. Λυκείου Πατρών

7 ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ

       Την Κυριακή του Πάσχα του 1821 απαγχονίζεται ο Γρηγόριος Ε’. Είναι ο έβδομος Πατριάρχης που θανατώνεται στους 20 αιώνες ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το σκήνωμά του πετάχτηκε στον Κεράτιο κόλπο, όπου το ανέσυρε ένας Κεφαλλονίτης πλοίαρχος και το μετέφερε στην Οδησσό.
      Στους 20 αιώνες ιστορικής διαδρομής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ο Γρηγόριος Ε΄ είναι ο 237ος Αρχιερέας του. Απαγχονίστηκε στις 10 Απριλίου 1821, απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα.
       Η καθαίρεσή του από τον σουλτάνο ήταν η τρίτη από την ανάρρηση στον Οικουμενικό Θρόνο, το 1797. Είχε καθαιρεθεί πρώτη φορά το 1798 για να επανέλθει έπειτα από οκτώ χρόνια. Το ίδιο έγινε και το 1818 για να επανεκλεγεί στις 15 Δεκεμβρίου 1818.
       Είναι ο έβδομος Πατριάρχης, που θανάτωσαν οι Οθωμανοί. Άλλοι ήταν οι Κύριλλος Α΄ Λούκαρις, Κύριλλος Β΄ Κονταρής, Παρθένιος Α΄, Παρθένιος Β΄, Παρθένιος Γ΄, Γαβριήλ Β΄.
      Τιμάται ως άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και δυο ακόμα από τους εκτελεσθέντες, ο Παρθένιος Γ΄ και ο Γαβριήλ Β΄.
      Παραμένουν πάντα στην εθνική μνήμη. Η επέτειος της 25ης Μαρτίου είναι αφορμή για συγκεκριμένη αναφορά στο έργο και τη θανάτωσή τους.
      Το σκήνωμα του Γρηγορίου Ε΄ παρέμεινε κρεμασμένο για τρεις μέρες. Έπειτα το αγόρασαν τρεις Εβραίοι, ονόματι Μουτάλ, Μπιταχί και Λεβύ. Το περιέφεραν στους δρόμους της Πόλης για να το πετάξουν τελικά στον Κεράτιο κόλπο.
     Ένας Κεφαλλονίτης πλοίαρχος, ο Νικόλαος Σκλάβος, το ανέσυρε από τη θάλασσα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου θάφτηκε στην ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδας.
Το κρέμασμα του Γρηγορίου του Ε΄ 
Επειτα από 50 χρόνια μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Από τότε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στη Μητρόπολη.
Ο Γρηγόριος με επιστολές του στον επίσκοπο Σαλώνων  Ησαΐα και κληρικούς της Πελοποννήσου τάχτηκε υπέρ της εθνικής εξέγερσης. Μετά τον απαγχονισμό του, αυτές τις επιστολές οι Τούρκοι προσκόμισαν στον Βρετανό πρέσβη σαν απόδειξη της ανάμειξής του στην επανάσταση
Ρίχνουν στη θάλασσα το ιερό του λείψανο
    Τριών ακόμα εκτελεσθέντων Πατριαρχών τα πτώματα ρίχτηκαν στη θάλασσα. Είναι του Κύριλλου Λούκαρι (1638), του Παρθένιου Β΄ (1651) και του Παρθένιου Γ΄ (1657).
Κύριλλος Λούκαρις


Συνελήφθη και στραγγαλίστηκε το 1638 επειδή «συνωμοτούσε» για την Επανάσταση

     Κορυφαίο των Πατριαρχών θεωρεί ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος τον Κύριλλο Λούκαρι (1572 - 1637). Υπήρξε σημαίνουσα μορφή του ελληνισμού και πολέμιος του καθολικισμού σε σημείο να έρθει σε συνεννόηση με τους προτεστάντες οπαδούς του Λούθηρου. Από την ημέρα που εκλέχτηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, οι πρέσβεις των καθολικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη τον πολεμούν με λύσσα. Με ραδιουργίες τον ανεβοκατεβάζουν στον θρόνο. Τον συκοφαντούν στη σουλτανική αυλή ως καλβινίζοντα για τη φιλική στάση του προς τους διαμαρτυρόμενους και την έκδοση το 1631 της Ομολογίας του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος διακήρυσσε πάντα ότι είναι ορθόδοξος.
     Τον καταγγέλλουν ότι συνωμοτεί για επανάσταση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι τον συλλαμβάνουν και τον κλείνουν σε φρούριο του Βοσπόρου. Τον στραγγαλίζουν στις 27 Ιουνίου 1638. Ρίχνουν το πτώμα του στη θάλασσα. Το βρίσκουν ψαράδες και το ενταφιάζουν. Οι εχθροί του ξεθάβουν το πτώμα και το ξαναρίχνουν στη θάλασσα. Αλλά εντοπίζεται πάλι. Θα κηδευτεί στην εκκλησία της Παναγίας της Καμαριώτισσας, στη Χάλκη, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Α΄. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους αναφέρει σχετικά με τον Λούκαρι: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος».
     Γεννήθηκε στον βενετοκρατούμενο Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης το 1572 από γονείς Ηπειρώτες. Είχε την τύχη να μαθητεύσει πλάι στον Σιναΐτη Μελέτιο Βλαστό. Υστερα πήγε στη Βενετία. Σε ηλικία 17 χρόνων έγινε φοιτητής στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Ταξίδεψε σε Γενεύη, Ολλανδία και Γερμανία. Επέστρεψε στην Ελλάδα. Σύντομα μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια, όπου Πατριάρχης ήταν ο θείος του Μελέτιος Πηγάς. Έγινε κληρικός και στάλθηκε σε Πολωνία και Ουκρανία για να τονώσει το φρόνημα των ορθοδόξων έναντι του Βατικανού.
    Σε ηλικία 29 ετών εκλέχτηκε Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Στις 4 Νοεμβρίου 1620 αναδείχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρά την αντίθεση των λατινοφρόνων.
    Υπήρξε θύμα των Ιησουιτικών ραδιουργιών και της σουλτανικής αγριότητας. Προσπάθησε να ανυψώσει το ελληνικό γένος και να το φέρει σε επαφή με τον δυτικό πολιτισμό. Το 1627 μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά. Σκοπός του ήταν να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Κήρυξε στη δημοτική. Στη λαϊκή γλώσσα προλόγισε τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τον Μάξιμο Καλλιπολίτη.

Κύριλλος Β’ Κονταρής: 
Yπέγραψε Ομολογία της παπικής του πίστης
    Ο σφοδρότερος αντίπαλος του Λούκαρι μέσα στους κόλπους Πατριαρχικής Συνόδου ήταν ο Κύριλλος Β' Κονταρής. Κατάφερε να τον εκθρονίσει τρεις φορές και να καταλάβει αυτός τη θέση του. Η δράση που ανέπτυξε υπέρ των καθολικών ήταν τόσο κραυγαλέα που τρόμαξε τον ίδιο τον Σουλτάνο. Φοβήθηκε εξέγερση των Ορθοδόξων και τον καθαίρεσε το 1639. Τον εξόρισε στην Τυνησία. Εκεί εκτελέστηκε στις 24 Ιουνίου 1640.
    Καταγόταν από το Χαλέπι (Βέροια) της Συρίας. Σπούδασε στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης σε σχολή που διατηρούσαν εκεί οι Ιησουίτες. Ο Λούκαρις τον είχε υπό την προστασία του. Τον προωθούσε για μητροπολίτη στο Χαλέπι. Ομως εκείνος έγινε όργανο των Λατίνων. Ως πατριάρχης διακρίθηκε για τη δουλοπρέπεια προς τους προστάτες του πρέσβεις της Πολωνίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας. Αυτό, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να διοικήσει το Πατριαρχείο, έκανε αφόρητη την παραμονή του στην ηγεσία του Πατριαρχείου. Θρυαλλίδα αποτέλεσε η από μέρους του υπογραφή Ομολογίας της παπικής πίστης του.
   Τον Κονταρή διαδέχτηκε ο Παρθένιος Α' ο Γέρων. Δεν καταδίωξε τους ανθενωτικούς ? φιλολουκαρικούς. Είχαν, άλλωστε, υποστηρίξει την εκλογή του. Όμως η πολιτική του έδωσε περιθώρια να ενισχυθεί η επιρροή των καθολικών. Οι Ουνίτες ίδρυσαν Ελληνοκαθολική Σχολή στο Πέραν.
    Το 1646 εκβλήθηκε από τον Πατριαρχικό Θρόνο. Τον επόμενο χρόνο εξορίστηκε στην Κύπρο και το 1646 στη Χίο, όπου δολοφονήθηκε με δηλητήριο. Ο Παρθένιος Β', που καταγόταν από τα Γιάννενα, κατηγορήθηκε στον Σουλτάνο Μωάμεθ Δ' τον Κυνηγό ότι είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Ρώσους. Τον συνέλαβαν γενίτσαροι, που τον στραγγάλισαν και τον έριξαν στον Βόσπορο. Το πτώμα περισυνέλεξαν ναυτικοί και το ενταφίασαν στην Καμαριώτισσα. Το 1650 στην Προύσα οι Τούρκοι εκτέλεσαν τον πρώην Πατριάρχη Γαβριήλ Β'. Κατηγορήθηκε από Εβραίο ότι βάφτισε Μωαμεθανό και ότι είχε μυστικές επαφές με τη Ρωσία. Τον Παρθένιο Γ', που καταγόταν από τη Μυτιλήνη, κατηγόρησαν οι Ιησουίτες ότι συνωμοτούσε εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Μωάμεθ Δ' αποδέχτηκε τις καταγγελίες και διέταξε τον απαγχονισμό του.
    Την 1η Απριλίου 1657, που ήταν Σάββατο του Λαζάρου, οι Γενίτσαροι τον κρέμασαν στην Καγκελωτή Πύλη της Κωνσταντινούπολης. Παρέμεινε κρεμασμένος επί τρεις μέρες. Πέταξαν το πτώμα του στη θάλασσα. Το βρήκαν χριστιανοί. Ενταφίασαν κι αυτόν στην Παναγία την Καμαριώτισσα.

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε’:
     Από τη χειροτονία μέχρι την αγχόνη
    Ξημερώματα μετά τη λειτουργία του Πάσχα, ο 75χρονος Γρηγόριος Ε΄ συνελήφθη, κηρύχτηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Ο σουλτάνος ζήτησε την εκλογή διαδόχου του αμέσως. Ήθελε ο καθαιρεθείς να εκτελεσθεί ως απλός κληρικός και όχι σαν Πατριάρχης. Κι αυτό, για να αποφύγει διπλωματικές παρενέργειες.
    Κανένας από τους Μητροπολίτες της Ενδημούσας Συνόδου δεν τολμούσε να θέσει υποψηφιότητα υπό αυτές τις συνθήκες. Εκτός από τον Μητροπολίτη Πισιδίας Ευγένιο. Καταγόταν από τη Φιλιππούπολη (σήμερα Πλόβντιβ της Βουλγαρίας). Ήταν έμπιστος του μελλοθάνατου. Η εκλογή του ξένισε και έγινε δεκτή με δέος.
        Όταν ο Γρηγόριος απαγχονίστηκε, ο Ευγένιος κινητοποιήθηκε για να περισώσει το σκήνωμα. Αναφέρεται ότι προσευχόταν συνεχώς για την ανάπαυση της ψυχής του. Ο Γρηγόριος Ε΄ γεννήθηκε στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Το όνομα Γρηγόριος το πήρε όταν εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγίου Διονυσίου στους Στροφάδες του Ιονίου Πελάγους.
     Τα πρώτα γράμματα τα είχε μάθει στο χωριό του. Έπειτα πήγε στην Αθήνα και μαθήτευσε δίπλα στον Δημήτριο Βόδα για δύο χρόνια. Υστέρα εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη στον θείο του, που ήταν νεωκόρος στον Άγιο Γεώργιο. Χάρη στις δικές του γνωριμίες μπόρεσε να σπουδάσει στο φημισμένο Γυμνάσιο της Σμύρνης.
     Θεολογία σπούδασε στην Πατμιάδα Σχολή. Επέστρεψε στη Σμύρνη με πρόσκληση του Μητροπολίτη Προκοπίου, που τον χειροτόνησε διάκονο. Σύντομα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατόπιν ανέλαβε καθήκοντα πρωτοσύγκελου στη Μητρόπολη.
Το 1785 αναγορεύτηκε Μητροπολίτης Σμύρνης στη θέση του Προκοπίου, που εκλέχτηκε Οικουμενικός Πατριάρχης. Έδωσε ιδιαίτερο βάρος στα κοινωνικά προβλήματα και φρόντισε για την ανάπτυξη της Παιδείας.
     Ο Προκόπιος αποδήμησε το 1797. Στον Οικουμενικό Θρόνο τον διαδέχτηκε ο Γρηγόριος. Τον επόμενο κιόλας χρόνο καθαιρέθηκε και διατάχτηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Επανεξελέγη Πατριάρχης το 1806. Μετά από δύο χρόνια εκθρονίστηκε και πάλι. Εξορίστηκε στην Πρίγκηπο για να καταφύγει εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη και τελευταία φορά. Επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.
     Στη διάρκεια της τρίτης πατριαρχίας του ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, στην οποία δεν συμμετείχε. Ούτε στη Φιλική Εταιρεία θέλησε να ενταχθεί. Ο αφορισμός του αποτέλεσε το τελειωτικό χτύπημα για την εκστρατεία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία.
Ο ίδιος ο Υψηλάντης θεώρησε τον αφορισμό προϊόν βίας, που ασκήθηκε από την Υψηλή Πύλη, δηλαδή τη σουλτανική αυλή.
Είναι αλήθεια ότι ο Γρηγόριος με επιστολές του στον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και κληρικούς της Πελοποννήσου τάχτηκε υπέρ της εθνικής εξέγερσης. Μετά τον απαγχονισμό του, αυτές τις επιστολές οι Τούρκοι προσκόμισαν στον Βρετανό πρέσβη σαν απόδειξη της ανάμειξής του στην Επανάσταση.



Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΝΔΗΛΙΟΥ

Ο Αύγαρος, βασιλιάς της Εδέσσης της Μεσοποταμίας υποδέχεται και λαμβάνει το Άγιον Μανδήλιον
Για 14η φορά πανηγύρισε μεγαλοπρεπώς το μοναδικό γραφικό εκκλησάκι αφιερωμένο στην αχειροποίητη εικόνα του Κυρίου μας, ήτοι το Άγιον Μανδήλιον, που βρίσκεται στην περιοχή της Σάπιας Βρύσης στην Αρχιερατική Περιφέρεια Φαρρών.   
Το Εκκλησάκι το έκτισε το 2002 η κ. Βασιλική Αργυροπούλου – Σκόνδρα από τη Χαλανδρίτσα, σε κτήματά της στην περιοχή της Σάπιας Βρύσης, μέσα σε ένα καταπράσινο από μεγάλα δένδρα τοπίο, στις παρυφές του Παναχαϊκού και σε υψόμετρο περίπου 1.000 μέτρων.
Το εκκλησάκι, σήμερα το προσέχουν και το συντηρούν ο κ. Γεώργιος Σκόνδρας μετά της συζύγου του Μαρίας και συνεχίζουν την παράδοση αειμνήστου μητρός των Βασιλικής Σκόνδρα.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, πολλοί πιστοί από τη Χαλανδρίτσα, το Λεόντιο, αλλά και παραθεριστές της περιοχής συμμετείχαν στη Θεία Λειτουργία που τελέσθηκε από τον Αρχιερατικό Επίτροπο Φαρρών Πρωτοπρεσβ. π. Δημήτριο Παπαγεωργίου, ο οποίος μίλησε επίκαιρα αναφερόμενος στην ιστορία του της Θεοτεύκτου εικόνος του Αγίου Μανδηλίου, αλλά και στη σημασία που έχουν  οι άγιες εικόνες στη ζωή των πιστών.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, οι υπεύθυνοι του Ιερού Ναού, συνεχίζοντας την παράδοση της αειμνήστου μητρός των, προσέφεραν στο κατάστημά τους στη Χαλανδρίτσα, προσέφεραν καφέ, γλυκά, αναψυκτικά και γεύμα στους συμμετέχοντας της πανηγύρεως.    
 

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016)


Ες τό νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος
μνον εχαριστίας ναπέμπομεν τ ν Τριάδι προσκυνουμέν Θε, τ ξιώσαντι μς συνελθεν κατά τάς μέρας τς Πεντηκοστς πί τό ατό ν τ νήσ Κρήτ, τ γιασθείσ πό το ποστόλου τν θνν Παύλου καί το μαθητο ατο Τίτου, το «γνησίου τέκνου κατά κοινήν πίστιν» (Τίτ. α’, 4), καί, γίου Πνεύματος πινεύσει, περαισαι τάς ργασίας τς γίας καί Μεγάλης Συνόδου τς ρθοδόξου μν κκλησίας, συγκληθείσης πό τς Α. Θ Παναγιότητος το Οκουμενικο Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, συμφρονούντων τν Μακαριωτάτων Προκαθημένων τν γιωτάτων ρθοδόξων κκλησιν, ες δόξαν το ελογημένου νόματος Ατο καί π’ γαθ το λαο το Θεο καί το κόσμου παντός, συνομολογοντες μετά το θείου Παύλου «οτως μς λογιζέσθω νθρωπος, ς πηρέτας Χριστο κα οκονόμους μυστηρίων Θεο» (Α’ Κορ. δ´, 1).
γία καί Μεγάλη Σύνοδος τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας ποτελε αθεντικήν μαρτυρίαν τς πίστεως ες τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, τόν Μονογεν Υόν καί Λόγον το Θεο, τόν φανερώσαντα, διά τς νανθρωπήσεως, το λου πιγείου ργου, τς σταυρικς θυσίας καί τς ναστάσεώς Ατο, τόν Τριαδικόν Θεόν ς πειρον γάπην. θεν, ν νί στόματι καί μι καρδί πευθύνομεν τόν λόγον τς «ν μν λπίδος» (Α’ Πέτρ. γ’, 15) ο μόνον πρός τά τέκνα τς γιωτάτης μν κκλησίας, λλά καί πρός πάντα νθρωπον, «τόν μακράν καί τόν γγύς» (φεσ. β’, 17). «λπς μν» (Α’ Τιμ. α’, 1), Σωτήρ το κόσμου, πεκαλύφθη ς «Θεός μεθ’ μν» (Ματθ. α’, 23) καί ς Θεός «πρ μν» (Ρωμ. η’, 32), «ς πάντας νθρώπους θέλει σωθναι καί ες πίγνωσιν ληθείας λθεν» (Α’ Τιμ. β’, 4). Τόν λεον κηρύττοντες καί τήν εεργεσίαν ο κρύπτοντες, ν πιγνώσει τν λόγων το Κυρίου « ορανός καί γ παρελεύσονται, ο δέ λόγοι μου ο μή παρέλθωσιν» (Ματθ. κδ’, 35), ν «χαρ πεπληρωμέν» (Α’ ωάν. α’, 4) εαγγελιζόμεθα τόν λόγον τς πίστεως, τς λπίδος καί τς γάπης, προσβλέποντες πρός τήν «νέσπερον κα διάδοχον κα τελεύτητον μέραν» (Μ. Βασιλείου, Ες τήν ξαήμερον Β’. PG 29, 52). Τό γεγονός τι «τό πολίτευμα μν ν ορανος πάρχει» (Φιλιπ. γ’, 20), δέν ναιρε, λλ’ νδυναμώνει τήν μαρτυρίαν μν ν τ κόσμ.
ν τούτ στοιχομεν τ παραδόσει τν ποστόλων καί Πατέρων μν, οτινες εηγγελίζοντο τόν Χριστόν καί τήν δι’ ατο σωστικήν μπειρίαν τς πίστεως τς κκλησίας, θεολογοντες «λιευτικς», γουν ποστολικς πρός τούς νθρώπους κάστης ποχς διά νά μεταδώσουν ες ατούς τό Εαγγέλιον τς λευθερίας « Χριστός μς λευθέρωσεν» (Γαλ. ε´, 1). κκλησία δέν ζ διά τόν αυτόν της. Προσφέρεται δι’ λόκληρον τήν νθρωπότητα, διά τήν νύψωσιν καί τήν νακαίνισιν το κόσμου ες καινούς ορανούς καί καινήν γν (πρβλ. ποκ. κα’, 21). θεν δίδει τήν εαγγελικήν μαρτυρίαν καί διανέμει ν τ οκουμέν τά δρα το Θεο: τήν γάπην Του, τήν ερήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τς ναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τς αωνιότητος.
***
I. κκλησία: Σμα Χριστο, εκών τς γίας Τριάδος
1.  μία, γία, καθολική καί ποστολική κκλησία εναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τν σχάτων ν τ θεί Εχαριστί καί ποκάλυψις τς δόξης τν μελλόντων, καί ς διαρκής Πεντηκοστή, μία σίγαστος προφητική φωνή ν τ κόσμ, παρουσία καί μαρτυρία «τς Βασιλείας το Θεο ληλυθυΐας ν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). κκλησία, ς σμα Χριστο, «πισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) π’ Ατόν, μεταμορφώνει καί μποτίζει τόν κόσμον μέ «τό δωρ, τό λλόμενον ες ζωήν αώνιον» (ωάν. δ’, 14).
2.  ποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοσα τος συστατικος λόγοις το Κυρίου καί δρυτο τς κκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεπνον μετά τν μαθητν ατο διά τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τς κκλησίας ς «σώματος Χριστο» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τς νανθρωπήσεως το Υο καί Λόγου το Θεο κ Πνεύματος γίου καί Μαρίας τς Παρθένου. πό τό πνεμα ατό, τονίσθη πάντοτε ρρηκτος σχέσις τόσον το λου μυστηρίου τς ν Χριστ θείας Οκονομίας πρός τό μυστήριον τς κκλησίας, σον καί το μυστηρίου τς κκλησίας πρός τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας, ποία βεβαιοται συνεχς ες τήν μυστηριακήν ζωήν τς κκλησίας διά τς νεργείας το γίου Πνεύματος.
ρθόδοξος κκλησία, πιστή ες τήν μόφωνον ταύτην ποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν μπειρίαν, ποτελε τήν αθεντικήν συνέχειαν τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας, ς ατη μολογεται ες τό Σύμβολον τς πίστεως καί βεβαιοται διά τς διδασκαλίας τν Πατέρων τς κκλησίας. Οτως, ασθάνεται μείζονα τήν εθύνην ατς χι μόνον διά τήν αθεντικήν βίωσιν τς μπειρίας ατς πό το κκλησιαστικο σώματος, λλά καί διά τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς ληθείας πρός πάντας τούς νθρώπους.
3.  ρθόδοξος κκλησία ν τ νότητι καί καθολικότητι ατς, εναι  κκλησία τν Συνόδων, πό τήν ποστολικήν ν εροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε, 5-29) ως τς σήμερον. κκλησία ατή καθ’ ατήν εναι Σύνοδος πό το Χριστο συνεστημένη καί πό το γίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ποστολικόν «δοξε τ γί Πνεύματι καί μν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τν Οκουμενικν καί τν Τοπικν συνόδων, κκλησία εηγγελίσατο καί εαγγελίζεται τό μυστήριον τς γίας Τριάδος, τό ποον φανερώθη διά τς νανθρωπήσεως το Υο καί Λόγου το Θεο. Τό συνοδικόν ργον συνεχίζεται ν τ στορί διακόπως διά τν μεταγενεστέρων, καθολικο κύρους, συνόδων – ς λ.χ. τς πί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τν πί γίου Γρηγορίου το Παλαμ συγκληθεισν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τν ποίων βεβαιώθη ατή λήθεια τς πίστεως, ξαιρέτως δέ περί τς κπορεύσεως το γίου Πνεύματος καί περί τς μεθέξεως το νθρώπου ες τάς κτίστους θείας νεργείας. Προσέτι δέ καί διά τν ν Κωσταντινουπόλει γίων καί Μεγάλων συνόδων τν τν 1484 διά τήν ποκήρυξιν τς νωτικς συνόδου τς Φλωρεντίας (1438-1439), τν τν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ποκήρυξιν προτεσταντικν δοξασιν, ς καί το τους 1872 διά τήν καταδίκην το θνοφυλετισμο ς κκλησιολογικς αρέσεως.
4. Δέν νοεται γιότης το νθρώπου κτός το σώματος το Χριστο, « στιν κκλησία» (φεσ. α’, 23).  γιότης πηγάζει πό τόν μόνον γιον. Εναι μετοχή το νθρώπου ες τήν γιότητα το Θεο ν τ «κοινωνί τν γίων», ς διακηρύσσεται ες τήν κφώνησιν το ερέως κατά τήν θείαν Λειτουργίαν: «Τά για τος γίοις» καί ες τήν πάντησιν τν πιστν «Ες γιος, ες Κύριος, ησος Χριστός, ες δόξαν Θεο Πατρός. μήν». πό τό πνεμα ατό, γιος Κύριλλος λεξανδρείας τονίζει τι Χριστός, «γιος πάλιν πάρχων κατ φύσιν, ς Θεός, (…) γιάζεται δι’ μς ν γί Πνεύματι (…). δρα δ τοτο ( Χριστός) δι’ μς, ο δι’ αυτόν, να ξ ατο κα ν ατ δή, πρώτ δεξαμένου το πράγματος (= γιασμο) τν ρχήν, ες παν οτω τ γένος το γιάζεσθαι λοιπν διαβαίνοι χάρις» (πόμνημα ες τό κατά ωάννην Εαγγέλιον, ΙΑ’. PG 74, 548).
Συνεπς, κατά τόν γιον Κύριλλον, Χριστός εναι τό «κοινόν πρόσωπον» μν, διά τς νακεφαλαιώσεως ες τήν δικήν του νθρωπότητα λοκλήρου το νθρωπίνου γένους, «πάντες γάρ μεν ν Χριστ, καί τό κοινόν τς νθρωπότητος ες ατόν ναβιο πρόσωπον» (πόμνημα ες τό κατά ωάννην Εαγγέλιον, ΙΑ’. PG 73, 157-161), διό καί εναι μόνη πηγή το ν γί Πνεύματι γιασμο το νθρώπου. πό τό πνεμα ατό, γιότης εναι μετοχή το νθρώπου τόσον ες τό μυστήριον τς κκλησίας, σον καί ες τά ερά ατς μυστήρια, μέ πίκεντρον τήν θείαν Εχαριστίαν, τις στί «θυσία ζσα, γία, εάρεστος τ Θε» (Ρωμ. ιβ’, 1). «Τίς μς χωρίσει πό τς γάπης το Χριστο; Θλψις στενοχωρία διωγμός λιμός γυμνότης κίνδυνος μάχαιρα; καθς γέγραπται τι νεκά σου θανατούμεθα λην τήν μέραν· λογίσθημεν ς πρόβατα σφαγς. λλ’ ν τούτοις πσιν περνικμεν διά το γαπήσαντος μς» (Ρωμ. η’, 35-37). Ο γιοι νσαρκώνουν τήν σχατολογικήν ταυτότητα τς κκλησίας ς έναον δοξολογίαν νώπιον το πιγείου καί το πουρανίου θρόνου «το Βασιλέως τς δόξης» (Ψαλμ. κγ’, 7), εκονίζοντες τήν Βασιλείαν το Θεο.

5.  ρθόδοξος Καθολική κκλησία ποτελεται κ δεκατεσσάρων κατά τόπους Ατοκεφάλων κκλησιν, πανορθοδόξως νεγνωρισμένων. ρχή τς ατοκεφαλίας δέν εναι δυνατόν νά λειτουργ ες βάρος τς ρχς τς καθολικότητος καί τς νότητος τς κκλησίας. Θεωρομεν λοιπόν τι  δημιουργία τν πισκοπικν Συνελεύσεων ν τ ρθοδόξ Διασπορ, παρτιζομένων κ πάντων τν ν κάστ κ τν ρισθεισν περιοχν ς κανονικν ναγνωριζομένων πισκόπων, οτινες ξακολουθον νά πάγωνται ες τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, ες ς πάγονται σήμερον, ποτελε ν θετικόν βμα πρός τήν κατεύθυνσιν τς κανονικς ργανώσεως ατν, δέ συνεπής λειτουργία ατν γγυται τόν σεβασμόν τς κκλησιολογικς ρχς τς συνοδικότητος.
ΙΙ. ποστολή τς κκλησίας ν τ κόσμ
6. Τό ποστολικόν ργον καί ξαγγελία το Εαγγελίου, γνωστή ς εραποστολή, νήκουν ες τόν πυρνα τς ταυτότητος τς κκλησίας, ς διαφύλαξις καί τήρησις τς ντολς το Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά θνη» (Ματθ. κη’, 19). Εναι πνοή ζως, τήν ποίαν μφυσ κκλησία ες τήν κοινωνίαν τν νθρώπων καί κκλησιοποιε τόν κόσμον διά τν κασταχο νεοπαγν τοπικν κκλησιν. πό τό πνεμα ατό, ο ρθόδοξοι πιστοί εναι καί φείλουν νά εναι πόστολοι το Χριστο ν τ κόσμ. ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν. Ες τήν προσπάθειαν ατήν φείλουν νά συμμετέχουν πσαι α ρθόδοξοι κκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν ες τήν κανονικήν τάξιν.
μετοχή ες τήν θείαν Εχαριστίαν εναι πηγή ποστολικο ζήλου πρός εαγγελισμόν το κόσμου. Μετέχοντες τς θείας Εχαριστίας καί προσευχόμενοι ν τ ερ Συνάξει πέρ τς Οκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν «λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν» καί νά δίδωμεν τήν μαρτυρίαν περί τς ληθείας τς πίστεως μν νώπιον Θεο καί νθρώπων, μοιραζόμενοι τάς δωρεάς το Θεο μεθ’ λοκλήρου τς νθρωπότητος, πήκοοι πρός τήν σαφ ντολήν το Κυρίου πρό τς ναλήψεώς Του: «καί σεσθέ μοι μάρτυρες ν τε ερουσαλμ καί ν πάσ τ ουδαί καί Σαμαρεί καί ως σχάτου τς γς» (Πράξ. α’, 8). Τά λόγια πρό τς θείας κοινωνίας «μελίζεται καί διαμερίζεται μνός το Θεο, μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος, πάντοτε σθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος», ποδεικνύουν τι Χριστός ς « μνός το Θεο» (ωάν. α’, 29) καί ς «ρτος Zως» (ωάν. στ’, 48) προσφέρεται ες μς ς αωνία γάπη, νώνων μς μέ τόν Θεόν καί πρός λλήλους. Μς διδάσκει νά διανέμωμεν τά δρα το Θεο καί νά προσφέρωμεν τόν αυτόν μας πρός πάντας μέ χριστοειδ τρόπον.
ζωή τν χριστιανν εναι ψευδής μαρτυρία τς ν Χριστ νακαινίσεως τν πάντων – «ε τις ν Χριστ, καινή κτίσις· τά ρχαα παρλθεν, δού γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’, 17) καί κλσις πρός πάντας τούς νθρώπους προσωπικς μετοχς ν λευθερί ες τήν αώνιον ζωήν, ες τήν χάριν το Κυρίου μν ησο Χριστο κα ες τήν γάπην το Θεο κα Πατρός, διά νά βιώσουν ν τ κκλησί τήν κοινωνίαν το γίου Πνεύματος. «Βουλομένων γρ ο τυραννουμένων τ τς σωτηρίας μυστήριον» (Μαξίμου το μολογητο, Ες τήν προσευχήν το Πάτερ μν. PG 90, 880). πανευαγγελισμός το λαο το Θεο ες τάς συγχρόνους κκοσμικευμένας κοινωνίας, ς πίσης καί εαγγελισμός σων εσέτι δέν γνώρισαν τόν Χριστόν, ποτελον διάλειπτον χρέος τς κκλησίας.
ΙΙI. Οκογένεια - εκών τς γάπης το Χριστο πρός τήν κκλησίαν
7.  ρθόδοξος κκλησία θεωρε τήν κατάλυτον γαπητικήν νωσιν νδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... ες Χριστόν καί ες τήν κκλησίαν», (φεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ξ ατο οκογένειαν, ποία ποτελε τήν μόνην γγύησιν τς γεννήσεως καί τς νατροφς τν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τς θείας Οκονομίας, «κκλησίαν μικράν» (ωάννου Χρυσοστόμου, πόμνημα ες τήν πρός φεσίους πιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα ες ατήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.
σύγχρονος κρίσις το γάμου καί τς οκογενείας εναι πότοκος τς κρίσεως τς λευθερίας ς εθύνης, τς συρρικνώσεως ατς ες εδαιμονιστικήν ατοπραγμάτωσιν, τς ταυτίσεώς της μέ τομικήν αταρέσκειαν, ατάρκειαν καί ατονομίαν, καί τς πωλείας το μυστηριακο χαρακτρος τς νώσεως νδρός καί γυναικός, ς καί τς λήθης το θυσιαστικο θους τς γάπης. σύγχρονος κκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ μιγς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροσα ατόν ς μίαν πλν μορφήν σχέσεως, μεταξύ λων τν λλων, α ποαι δικαιονται ξ σου θεσμικς κατοχυρώσεως.
γάμος εναι κκλησιοτραφές ργαστήριον ζως ν γάπ καί νυπέρβλητος δωρεά τς χάριτος το Θεο. «ψηλή χείρ» το «συνδέτου» Θεο «οράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ρμόζουσα» μετά το Χριστο καί μετ’ λλήλων. Ο στέφανοι, ο ποοι τοποθετονται πί τς κεφαλς το νυμφίου καί τς νύμφης κατά τήν τέλεσιν το μυστηρίου, παραπέμπουν ες τήν διάστασιν τς θυσίας καί τς πλήρους φιερώσεως ες τόν Θεόν καί ες λλήλους, ναφέρονται δέ πίσης καί ες τήν ζωήν τς Βασιλείας το Θεο, ποκαλύπτοντες τήν σχατολογικήν ναφοράν το μυστηρίου τς γάπης.
8.  γία καί Μεγάλη Σύνοδος πευθύνεται μετ’ διαιτέρας γάπης καί στοργς πρός τά παιδία καί λους τούς νέους. Μέσα ες τόν κυκενα τν λληλοαναιρουμένων ρισμν τς ταυτότητος τς παιδικς λικίας, γιωτάτη μν κκλησία προβάλλει τά Κυριακά λόγια, «άν μή στραφτε καί γένησθε ς τά παιδία, ο μή εσέλθητε ες τήν Βασιλείαν τν Ορανν» (Ματθ. ιη´, 3) καί τό «ς ν μή δέξηται τήν Βασιλείαν το Θεο ς παιδίον ο μή εσέλθ ες ατήν» (Λουκ. ιη´, 17), ς καί σα ναφέρει Σωτήρ μν δι’ κείνους, ο ποοι «κωλύουν» (Λουκ. ιη´, 16) τά παιδία νά Τόν πλησιάσουν καί δι’ σους τά «σκανδαλίζουν» (Ματθ. ιη´, 6).
κκλησία προσφέρει ες τούς νέους χι πλς «βοήθειαν», λλά τήν «λήθειαν» τς θεανθρωπίνης καινς ν Χριστ ζως. Ο ρθόδοξοι νέοι φείλουν νά συνειδητοποιήσουν τι εναι φορες τς μακραίωνος καί ελογημένης παραδόσεως τς ρθοδόξου κκλησίας, ταυτοχρόνως δέ καί ο συνεχισταί ατς, ο ποοι θά διαφυλάσσουν θαρραλέως καί θά καλλιεργον μέ δυναμισμόν τάς αωνίους ξίας τς ρθοδοξίας διά νά δίδουν τήν ζείδωρον χριστιανικήν μαρτυρίαν. ξ ατν θά ναδειχθον ο μελλοντικοί διάκονοι τς κκλησίας το Χριστο. Ο νέοι, λοιπόν, εναι χι πλς τό «μέλλον» τς κκλησίας, λλά καί νεργός κφρασις τς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζως ατς ν τ παρόντι.
ΙV. κατά Χριστόν παιδεία
9. Ες τήν ποχήν μας, παρατηρονται ες τόν χρον τς γωγς καί τς παιδείας νέαι τάσεις ναφορικς πρός τό περιεχόμενον καί τούς σκοπούς τς παιδείας, πως καί ς πρός τό θέμα τς θεωρήσεως τς παιδικς λικίας, το ρόλου τόσον το διδασκάλου καί το μαθητο, σον καί το συγχρόνου σχολείου. φ’ σον  παιδεία ναφέρεται χι πλς ες ,τι εναι, λλ’ ες ατό τό ποον φείλει νά εναι νθρωπος καί ες τό περιεχόμενον τς εθύνης του, εναι ατονόητον τι εκών, τήν ποίαν χομεν διά τόν νθρωπον καί διά τό νόημα τς πάρξεώς του, καθορίζει τήν ποψίν μας καί διά τήν παιδείαν του. Τό κυρίαρχον σήμερον κκοσμικευμένον τομοκεντρικόν κπαιδευτικόν σύστημα, τό ποον ταλανίζει τήν νέαν γενεάν, προβληματίζει καί τήν ρθόδοξον κκλησίαν.
Ες τό κέντρον τς ποιμαντικς μερίμνης τς κκλησίας ερίσκεται μία παιδεία, ποία ποβλέπει χι μόνον ες τήν νοητικήν καλλιέργειαν, λλά καί ες τήν οκοδομήν καί τήν νάπτυξιν το συνόλου νθρώπου ς ψυχοσωματικς καί πνευματικς ντότητος, συμφώνως πρός τήν τρίπτυχον ρχήν Θεός, νθρωπος, κόσμος. Ες τόν κατηχητικόν ατς λόγον, ρθόδοξος κκλησία καλε φιλοστόργως τόν λαόν το Θεο, δί δέ τούς νέους, ες νσυνείδητον καί νεργόν συμμετοχήν ες τήν ζωήν τς κκλησίας, καλλιεργοσα ες ατούς τόν «ριστον πόθον» τς ν Χριστ ζως. Οτω, τό χριστεπώνυμον πλήρωμα ερίσκει ν τ θεανθρωπίν κοινωνί τς κκλησίας παρξιακόν στήριγμα καί βιώνει ν ατ τήν ναστάσιμον προοπτικήν τς κατά χάριν θεώσεως.
V. κκλησία νώπιον τν συγχρόνων προκλήσεων
10.  κκλησία το Χριστο ερίσκεται σήμερον ντιμέτωπος κραίων καί προκλητικν κφράσεων τς δεολογίας τς κκοσμικεύσεως, νδιαθέτων ες τάς πολιτικάς, πολιτισμικάς καί κοινωνικάς ξελίξεις. Βασικόν στοιχεον τς δεολογίας τς κκοσμικεύσεως πρξε πάντοτε καί παραμένει μέχρι σήμερον πλήρης ατονόμησις το νθρώπου πό τόν Χριστόν καί πό τήν πνευματικήν πιρροήν τς κκλησίας, διά τς αθαιρέτου μάλιστα ταυτίσεως τς κκλησίας πρός τόν συντηρητισμόν, ς πίσης καί διά το νιστορήτου χαρακτηρισμο ατς ς δθεν μποδίου ες πσαν πρόοδον καί ξέλιξιν. Ες τάς κκοσμικευμένας συγχρόνους κοινωνίας νθρωπος, ποκεκομμένος π τόν Θεόν, ταυτίζει τήν λευθερίαν του καί τό νόημα τς ζως του μέ πόλυτον ατονομίαν καί μέ ποδέσμευσιν πό τόν αώνιον προορισμόν του, μέ ποτέλεσμα σειράν παρανοήσεων καί σκοπίμων παρερμηνειν τς χριστιανικς παραδόσεως. Οτως, νωθεν χορήγησις τς ν Χριστ λευθερίας καί πρόοδος ες τό «μέτρον λικίας το πληρώματος το Χριστο» (φεσ. δ´, 13) θεωρεται τι ντιστρατεύεται τάς ατοσωτηρικάς τάσεις το νθρώπου. θυσιαστική γάπη ξιολογεται ς σύμβατος μέ τόν τομοκεντρισμόν, ν σκητικός χαρακτήρ το χριστιανικο θους κρίνεται ς φόρητος πρόκλησις διά τόν εδαιμονισμόν το τόμου.
ταύτισις τς κκλησίας μέ συντηρητισμόν, συμβίβαστον πρός τήν προόδον το πολιτισμο, εναι αθαίρετος καί καταχρηστική, φ’ σον συνείδησις τς ταυτότητος τν χριστιανικν λαν φέρει νεξίτηλον τήν σφραγδα τς διαχρονικς συμβολς τς κκλησίας χι μόνον ες τήν πολιτιστικήν κληρονομίαν ατν, λλά καί ες τήν γι νάπτυξιν το θύραθεν πολιτισμο γενικώτερον, φο Θεός θεσε τόν νθρωπον οκονόμον τς θείας δημιουργίας καί συνεργόν Ατο ν τ κόσμ.  ρθόδοξος κκλησία, ναντι το συγχρόνου «νθρωποθεο», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ς σχατον μέτρον τν πάντων: «Οκ νθρωπον ποθεωθέντα λέγομεν, λλ Θεόν νανθρωπήσαντα» (ωάννου Δαμασκηνο,κδοσις κριβής τς ρθοδόξου πίστεως, Γ’, 2. PG 94, 988). ναδεικνύει δέ τήν σωτηριώδη λήθειαν το Θεανθρώπου καί τό Σμά Του, τήν κκλησίαν, ς τόπον καί τρόπον τς ν λευθερί ζως, ς «ληθεύειν ν γάπ» (πρβλ. φεσ. δ’, 15) καί ς μετοχήν, δη πί τς γς, ες τήν ζωήν το ναστάντος Χριστο. θεανθρώπινος, «οκ κ το κόσμου» (ωάν. ιη’, 36) χαρακτήρ τς κκλησίας, ποος τρέφει καί κατευθύνει τήν «ν τ κόσμ» παρουσίαν καί μαρτυρίαν ατς, εναι συμβίβαστος μέ κάθε μορφήν συσχηματισμο τς κκλησίας μέ τόν κόσμον (πρβλ. Ρωμ. ιβ’, 2).
11. Διά τς συγχρόνου ναπτύξεως τν πιστημν καί τς τεχνολογίας, ζωή μας λλάζει ριζικς. Καί ,τι πιφέρει λλαγήν ες τόν τρόπον ζως το νθρώπου, παιτε πό μέρους του διάκρισιν, φ’ σον, κτός τν σημαντικν εεργεσιν, πως λ.χ. διευκόλυνσις τς καθημερινότητος, πιτυχής ντιμετώπισις σοβαρν σθενειν καί ρευνα το διαστήματος, εμεθα πίσης ντιμέτωποι καί μέ τάς ρνητικάς πιπτώσεις τς πιστημονικς προόδου. πάρχει κίνδυνος χειραγωγήσεως τς νθρωπίνης λευθερίας, χρήσεως το νθρώπου ς πλο μέσου, σταδιακς πωλείας πολυτίμων παραδόσεων, πειλς καί καταστροφς το φυσικο περιβάλλοντος.
πιστήμη, πό τήν δίαν τήν φύσιν της, δέν διαθέτει δυστυχς τά ναγκαα μέσα διά τήν πρόληψιν καί τήν θεραπείαν πολλν κ τν προβλημάτων, τά ποα προκαλε μέσως μμέσως.  πιστημονική γνσις δέν κινητοποιε τήν θικήν βούλησιν το νθρώπου, ποος, καίτοι γνωρίζει τούς κινδύνους, συνεχίζει νά δρ ς άν δέν γνώριζεν. πάντησις ες τά σοβαρά παρξιακά καί θικά προβλήματα το νθρώπου καί ες τό αώνιον νόημα τς ζως ατο καί το κόσμου, δέν εναι δυνατόν νά δοθ χωρίς μίαν πνευματικήν προσέγγισιν.
12. Διάχυτος εναι ες τήν ποχήν μας νθουσιασμός διά τάς ντυπωσιακάς ξελίξεις ες τόν χρον τς Βιολογίας, τς Γενετικς καί τς Νευροφυσιολογίας το γκεφάλου. Πρόκειται δι’ πιστημονικάς κατακτήσεις, τό ερος τν φαρμογν τν ποίων νδέχεται νά προκαλέσ σοβαρώτατα νθρωπολογικά καί θικά διλήμματα.  νεξέλεγκτος χρσις τς Βιοτεχνολογίας ες τήν ρχήν, τήν διάρκειαν καί τό τέλος τς ζως, θέτει ες κίνδυνον τήν αθεντικήν πληρότητα ατς.  νθρωπος πειραματίζεται ντονώτερον μέ τήν δίαν του φύσιν κατά κραον καί πικίνδυνον τρόπον. Κινδυνεύει νά μετατραπ ες μίαν βιολογικήν μηχανήν, ες μίαν πρόσωπον κοινωνικήν μονάδα ες μίαν συσκευήν λεγχομένης σκέψεως.
ρθόδοξος κκλησία δέν εναι δυνατόν νά παραμείν ες τό περιθώριον τς συζητήσεως τόσον σπουδαίων νθρωπολογικν, θικν καί παρξιακν ζητημάτων. Στηρίζεται ες θεοδίδακτα κριτήρια, ναδεικνύουσα τήν πικαιρότητα τς ρθοδόξου νθρωπολογίας πέναντι ες τήν σύγχρονον νατροπήν τν ξιν. κκλησία μν δύναται καί φείλει νά κφράσ ν τ κόσμ τήν προφητικήν ατς συνείδησιν ν ησο Χριστ, ποος ν τ νανθρωπήσει προσέλαβεν λον τόν νθρωπον καί εναι τό πόλυτον πρότυπον τς νακαινίσεως το νθρωπίνου γένους. Προβάλλει τήν ερότητα τς ζως καί τόν χαρακτρα το νθρώπου ς προσώπου ξ ατς ταύτης τς ρχς τς συλλήψεως. Τό δικαίωμα ες τήν γέννησιν εναι τό πρτον μεταξύ τν νθρωπίνων δικαιωμάτων. κκλησία ς θεανθρωπίνη κοινωνία, ες τήν ποίαν καστος νθρωπος ποτελε μοναδικήν ντότητα, προωρισμένην ες προσωπικήν κοινωνίαν μετά το Θεο, ντιστέκεται ες πσαν προσπάθειαν ντικειμενοποιήσεως το νθρώπου, μετατροπς του ες μετρήσιμον μέγεθος. Οδέν πιστημονικόν πίτευγμα πιτρέπεται νά θίγ τήν ξιοπρέπειαν το νθρώπου καί τόν θεον προορισμόν ατο. νθρωπος δέν προσδιορίζεται μόνον πό τά γονίδιά του.
πί τς βάσεως ατς θεμελιοται  Βιοηθική ξ πόψεως ρθοδόξου. Ες μίαν ποχήν λληλοσυγκρουομένων εκόνων περί το νθρώπου, ρθόδοξος Βιοηθική προβάλλει, πέναντι ες θύραθεν ατονόμους καί συρρικνωτικάς νθρωπολογικάς θεωρήσεις, τήν κατ’ εκόνα καί καθ’ μοίωσιν Θεο δημιουργίαν το νθρώπου καί τόν αώνιον προορισμόν ατο. Συμβάλλει οτως ες τόν μπλουτισμόν τς φιλοσοφικς καί πιστημονικς συζητήσεως τν βιοηθικν θεμάτων διά τς βιβλικς νθρωπολογίας καί τς πνευματικς μπειρίας τς ρθοδοξίας.
13. Ες μίαν παγκόσμιον κοινωνίαν, προσανατολισμένην ες τό «χειν» καί τόν τομοκεντρισμόν, ρθόδοξος Καθολική κκλησία προβάλλει τήν λήθειαν τς ν Χριστ καί τς κατά Χριστόν ζως, τήν λευθέρως σαρκουμένην ες τήν καθημερινήν ζωήν κάστου νθρώπου διά τν ργων ατο «ως σπέρας» (Ψαλμ. ργ’, 23), διά τν ποίων οτος καθίσταται συνεργός το αωνίου Πατρός – «Θεο σμεν συνεργοί» (Α’ Κορ. γ‘, 9) – καί το Υο Ατο, « Πατήρ μου ως ρτι ργάζεται κγώ ργάζομαι» (ωάν. ε´, 17). χάρις το Θεο γιάζει διά το γίου Πνεύματος τά ργα τν χειρν το συνεργοντος τ Θε νθρώπου, ναδεικνύοντας τήν ν ατος κατάφασιν τς ζως καί τς νθρωπίνης κοινωνίας. ντός ατο το πλαισίου τοποθετεται καί χριστιανική σκησις, διαφέρουσα ριζικς πό κάθε δυϊστικόν σκητισμόν, ποος ποκόπτει τόν νθρωπον πό τήν ζωήν καί πό τόν συνάνθρωπον.  χριστιανική σκησις καί γκράτεια, α ποαι συνδέουν τόν νθρωπον μέ τήν μυστηριακήν ζωήν τς κκλησίας, δέν φορον μόνον ες τόν μοναχικόν βίον, λλά εναι χαρακτηριστικόν τς κκλησιαστικς ζως ες λας τάς κφάνσεις ατς, πτή μαρτυρία τς παρουσίας το σχατολογικο πνεύματος ες τήν ελογημένην βιοτήν τν πιστν.

14. Α ρίζαι τς οκολογικς κρίσεως εναι πνευματικαί καί θικαί, νδιάθετοι ες τήν καρδίαν κάστου νθρώπου. Ατή κρίσις πιδεινοται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ξ ατίας τν ποικίλων διχασμν προκαλουμένων πό νθρώπινα πάθη, πως πλεονεξία, πληστία, γωισμός, ρπακτική διάθεσις καί πό τάς πιπτώσεις ατν πί το πλανήτου, ς κλιματική λλαγή, ποία πλέον πειλε ες μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν μν «οκον». ρξις τς σχέσεως νθρώπου καί κτίσεως εναι διαστρέβλωσις τς αθεντικς χρήσεως τς δημιουργίας το Θεο. ντιμετώπισις το οκολογικο προβλήματος πί τ βάσει τν ρχν τς χριστιανικς παραδόσεως παιτε χι μόνον μετάνοιαν διά τήν μαρτίαν τς κμεταλλεύσεως τν φυσικν πόρων το πλανήτου, τοι ριζικήν λλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορς, λλά καί σκητισμόν, ς ντίδοτον ες τόν καταναλωτισμόν, ες τήν θεοποίησιν τν ναγκν καί ες τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει πίσης καί τήν μεγίστην εθύνην μν νά παραδώσωμεν ες τάς περχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρσιν ατο κατά θείαν βούλησιν καί ελογίαν. Ες τά μυστήρια τς κκλησίας καταφάσκεται δημιουργία καί νθρωπος νδυναμώνεται διά νά λειτουργ ς οκονόμος, φύλαξ καί «ερεύς» ατς, προσάγων ταύτην δοξολογικς τ Δημιουργ – «Τά Σά κ τν Σν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργν εχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. ρθόδοξος ατή εαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει πίσης τήν προσοχήν μας ες τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς πιπτώσεις τς καταστροφς το φυσικο περιβάλλοντος.
VI. κκλησία νώπιον τς παγκοσμιοποιήσεως, κραίων φαινομένων βίας και τς μεταναστεύσεως
15.  σύγχρονος δεολογία τς παγκοσμιοποιήσεως, ποία πιβάλλεται θορύβως καί ξαπλοται ραγδαίως, προκαλε δη σχυρούς κλυδωνισμούς ες τήν οκονομίαν καί τήν κοινωνίαν ες παγκόσμιον κλίμακα. πιβολή της χει δημιουργήσει νέας μορφάς συστηματικς κμεταλλεύσεως καί κοινωνικς δικίας, χει σχεδιάσει τήν σταδιακήν ξουδετέρωσιν τν μποδίων τν ντιτιθεμένων θνικν, θρησκευτικν, δεολογικν λλων παραδόσεων καί χει δη δηγήσει ες τήν ποδυνάμωσιν καί ες τήν τελικήν ποδόμησιν τν κοινωνικν κατακτήσεων, πό τό πρόσχημα μάλιστα τς δθεν ναγκαίας νασυγκροτήσεως τς παγκοσμίου οκονομίας, διευρύνουσα οτω τό χάσμα μεταξύ πλουσίων καί πτωχν, δυναμιτίζουσα τήν κοινωνικήν συνοχήν τν λαν καί ναρριπίζουσα νέας στίας παγκοσμίων ντάσεων.
ρθόδοξος κκλησία, ναντι τς σοπεδωτικς καί προσώπου μογενοποιήσεως, τήν ποίαν προωθε παγκοσμιοποίησις, λλά καί τν κροτήτων το θνοφυλετισμο, εσηγεται τήν προστασίαν τς ταυτότητος τν λαν καί τήν νίσχυσιν τς ντοπιότητος. ς ναλλακτικόν πόδειγμα διά τήν νότητα τς νθρωπότητος προβάλλει τήν ρθρωτήν ργάνωσιν τς κκλησίας, πί τ βάσει τς σοτιμίας τν κατά τόπους κκλησιν.  κκλησία ντιτίθεται ες τήν προκλητικήν πειλήν διά τόν σύγχρονον νθρωπον καί τάς πολιτιστικάς παραδόσεις τν λαν, τήν ποίαν μπερικλείει παγκοσμιοποίησις καί ρχή τς «διονομίας τς οκονομίας» το οκονομισμο, ατονόμησις δηλαδή τς οκονομίας πό τάς ζωτικάς νάγκας το νθρώπου καί μετατροπή της ες ατοσκοπόν, προτείνει δέ μίαν βιώσιμον οκονομίαν, τεθεμελιωμένην ες τάς ρχάς το Εαγγελίου. Οτω, μέ πυξίδα τόν Κυριακόν λόγον «οκ π’ ρτ μόν ζήσεται νθρωπος» (Λουκ. δ’, 4), κκλησία δέν συνδέει τήν πρόοδον το νθρωπίνου γένους μέ μόνην τήν νοδον το βιοτικο πιπέδου μέ τήν οκονομικήν νάπτυξιν ες βάρος τν πνευματικν ξιν.
16.  κκλησία δέν ναμιγνύεται ες τήν πολιτικήν, ν τ στεν σημασί το ρου, λλ’ μως μαρτυρία ατς εναι οσιαστικς πολιτική, ς μέριμνα διά τόν νθρωπον καί τήν πνευματικήν λευθερίαν του.  λόγος τς κκλησίας πρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείν ες τό διηνεκς μία φειλετική παρέμβασις πρ το νθρώπου. Α κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου ες τό νέον πλαίσιον τν διεθνν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ’, 21). συναλληλία ατη δέον πως διασώζ τήν διοπροσωπίαν κκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζ τήν ελικριν συνεργασίαν ατν π’ φελεί τς προστασίας τς μοναδικς ξίας το νθρώπου καί τν ντεθεν πορρεόντων δικαιωμάτων ατο, ς καί τς κοινωνικς δικαιοσύνης.
Τά δικαιώματα το νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς ς πάντησις ες τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί νατροπάς καί διά τήν προστασίαν τς λευθερίας το τόμου. προσέγγισις τν δικαιωμάτων το νθρώπου πό τς ρθοδόξου κκλησίας πικεντρώνεται ες τόν κίνδυνον κπτώσεως το τομικο δικαιώματος ες τομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη κτροπή λειτουργε ες βάρος το κοινοτικο περιεχομένου τς λευθερίας, δηγε ες τήν αθαίρετον μετατροπήν τν δικαιωμάτων ες εδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί ες τήν ναγωγήν τς πισφαλος ταυτίσεως τς λευθερίας μέ τήν συδοσίαν το τόμου ες «οκουμενικήν ξίαν», ποία ποσκάπτει τά θεμέλια τν κοινωνικν ξιν, τς οκογενείας, τς θρησκείας, το θνους καί πειλε θεμελιώδεις θικάς ξίας.
ρθόδοξος λοιπόν κατανόησις το νθρώπου ντιτίθεται τόσον ες τήν λαζονικήν ποθέωσιν το τόμου καί τν δικαιωμάτων του, σον καί ες τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν το νθρωπίνου προσώπου ες τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί πικοινωνιακάς δομάς. παράδοσις τς ρθοδοξίας εναι νεξάντλητος πηγή ζωτικν ληθειν διά τόν νθρωπον. Οδείς τίμησε τόν νθρωπον καί μερίμνησε δι’ ατόν τόσον, σον Θεάνθρωπος Χριστός καί κκλησία Του. Θεμελιδες νθρώπινον δικαίωμα εναι προστασία τς ρχς τς θρησκευτικς λευθερίας πό πάσας τάς προοπτικάς ατς, τοι τς λευθερίας τς συνειδήσεως, τς πίστεως, τς λατρείας καί λων τν τομικν καί συλλογικν κφράσεων θρησκευτικς λευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί το δικαιώματος κάστου πιστο νά τελ κωλύτως πό οανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τς λευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τς θρησκείας καί τν προϋποθέσεων λειτουργίας τν θρησκευτικν κοινοτήτων.
17. Βιομεν σήμερον ξαρσιν νοσηρν φαινομένων βίας ν νόματι το Θεο. Α κρήξεις φονταμενταλισμο ες τούς κόλπους τν θρησκειν κινδυνεύουν νά δηγήσουν ες τήν πικράτησιν τς πόψεως τι φονταμενταλισμός νήκει ες τήν οσίαν το θρησκευτικο φαινομένου. λήθεια μως εναι τι  φονταμενταλισμός, ς «ζλος ο κατ’ πίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ποτελε κφρασιν νοσηρς θρησκευτικότητος. ληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον το σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον ατόν εναι αστηρότερος κριτής το ποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμο. ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς. κκλησία γωνίζεται διά νά καταστήσ ασθητοτέραν τήν «νωθεν ερήνην» πί τς γς. ληθινή ερήνη δέν πιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τν πλων, λλά μόνον διά μέσου τς γάπης, τις «ο ζητε τά αυτς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό λαιον τς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιται διά νά παλύν καί νά θεραπεύ τάς παλαιάς πληγάς τν λλων καί χι νά ναρριπίζ νέας στίας μίσους.
18.  ρθόδοξος κκλησία παρακολουθε μέ πόνον καί προσευχήν καί καταγράφει τήν μεγάλην σύγχρονον νθρωπιστικήν κρίσιν, τήν πέκτασιν τς βίας καί τν νόπλων συρράξεων, τόν διωγμόν, τήν κδίωξιν καί τάς δολοφονίας μελν θρησκευτικν μειονοτήτων, τήν βιαίαν πομάκρυνσιν οκογενειν πό τάς στίας των, τήν τραγωδίαν τς μπορίας νθρώπων, τήν παραβίασιν τν βασικν δικαιωμάτων τόμων καί λαν καί τόν ξαναγκασμόν ες λλαγήν πίστεως. Καταδικάζει περιφράστως τάς παγωγάς, τά βασανιστήρια, τάς εδεχθες κτελέσεις. Καταγγέλλει τήν καταστροφήν ναν, θρησκευτικν συμβόλων καί μνημείων πολιτισμο.
ρθόδοξος κκλησία νησυχε διαιτέρως διά τήν κατάστασιν τν χριστιανν καί τν λλων διωκομένων θνικν καί θρησκευτικν μειονοτήτων τς Μέσης νατολς. Εδικώτερον, πευθύνει κκλησιν πρός τάς κυβερνήσεις ν τ περιοχ, νά προστατεύσουν τούς χριστιανικούς πληθυσμούς, τούς ρθοδόξους, τούς ρχαίους νατολικούς καί τούς λοιπούς χριστιανούς, ο ποοι πεβίωσαν ες τό λίκνον το Χριστιανισμο. Ο γηγενες χριστιανικοί καί ο λλοι πληθυσμοί χουν παράγραπτον δικαίωμα νά παραμείνουν ες τάς χώρας ατν ς πολται μέ σα δικαιώματα.
Προτρέπομεν λοιπόν λους τούς μπλεκομένους, νεξαρτήτως θρησκευτικν πεποιθήσεων, νά ργάζωνται διά τήν καταλλαγήν καί διά τόν σεβασμόν τν νθρωπίνων δικαιωμάτων, πρωτίστως δέ διά τήν προστασίαν το θείου δώρου τς ζως. Πρέπει πόλεμος καί αματοχυσία νά τερματισθον, νά πικρατήσ δικαιοσύνη, στε νά πανέλθ ερήνη καί νά καταστ φικτή πιστροφή τν κδιωχθέντων ες τάς πατρογονικάς ατν στίας. Προσευχόμεθα διά τήν ερήνην καί τήν δικαιοσύνην ες τάς δοκιμαζομένας χώρας τς φρικς, ς καί ες τήν χειμαζομένην Οκρανίαν. παναλαμβάνομεν ν Συνόδ μετ’ μφάσεως τήν κκλησιν πρός τούς πευθύνους, νά πελευθερώσουν τούς δύο παχθέντας ρχιερες ες τήν Συρίαν, Παλον Yazigi καί ωάννην İbrahim. Προσεπευχόμεθα διά τήν πελευθέρωσιν πάντων τν ν μηρί καί αχμαλωσί συνανθρώπων μας.
19. Τό σύγχρονον καί συνεχς ντεινόμενον προσφυγικόν καί μεταναστευτικόν πρόβλημα, φειλόμενον ες πολιτικούς, οκονομικούς καί κλιματολογικούς λόγους, ερίσκεται ες τό κέντρον το παγκοσμίου νδιαφέροντος. ρθόδοξος κκλησία ντιμετώπισε πάντοτε καί ντιμετωπίζει συνεχς τούς δεδιωγμένους, τούς ν κινδύν καί ν νάγκαις, πί τ βάσει τν λόγων το Κυρίου «πενασα γρ, καί δκατ μοι φαγεν, δψησα, καί ποτσατ με, ξνος μην, καί συνηγγετ με, γυμνς, καί περιεβλετ με, σθνησα, καί πεσκψασθ με, ν φυλακ μην, καί λθετε πρς με» (Ματθ. κε’, 35-36) καί «μήν λέγω μν, φ’ σον ποιήσατε νί τούτων τν δελφν μου τν λαχίστων μοί ποιήσατε» (Ματθ. κε’, 40). Καθ’ λην τήν στορικήν ατς πορείαν κκλησία ερίσκετο ες τό πλευρόν τν «κοπιώντων καί πεφορτισμένων» (Ματθ. ια’, 28). είποτε κκλησιαστική φιλανθρωπία δέν περιωρίζετο πλς ες τήν περιστασιακήν γαθοεργίαν πρός τόν νδε καί τόν πάσχοντα, λλά πέβλεπε καί ες τήν πάλειψιν τν ατίων, τά ποα δημιουργον τά κοινωνικά προβλήματα. Τό «ργον διακονίας» τς κκλησίας (φεσ. δ’, 12) ναγνωρίζεται πό πάντων.
πευθύνομεν λοιπόν κκλησιν πρωτίστως πρός τούς δυναμένους νά ρουν τάς ατίας τς δημιουργίας τς προσφυγικς κρίσεως νά λάβουν τάς δεούσας θετικάς ποφάσεις. Καλομεν τάς πολιτικάς ρχάς, τούς ρθοδόξους πιστούς καί τούς λοιπούς πολίτας τν χωρν, ες τάς ποίας κατέφυγον καί συνεχίζουν νά καταφεύγουν ο πρόσφυγες, νά παράσχουν ες ατούς πσαν δυνατήν βοήθειαν, κόμη καί κ το δίου στερήματος.
VII. κκλησία: μαρτυρία ν διαλόγ
20.  κκλησία πιδεικνύει εαισθησίαν ναντι κείνων, ο ποοι διέκοψαν τήν μετ’ ατς κοινωνίαν καί νδιαφέρεται δι’ σους δέν κατανοον τήν φωνήν της. ν τ συνειδήσει ατς τι ποτελε τήν ζσαν παρουσίαν το Χριστο ν τ κόσμ, μετατρέπει ες συγκεκριμένας πράξεις τήν θείαν Οκονομίαν δι’ λων τν ες τήν διάθεσιν ατς μέσων, διά τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς ληθείας, ν τ  κριβεί τς ποστολικς πίστεως. πό τό πνεμα ατό τς κατανοήσεως το χρέους μαρτυρίας καί προσφορς,  ρθόδοξος κκλησία νέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν ες τόν διάλογον, διαιτέρως δέ ες κενον μέ τούς τεροδόξους χριστιανούς. Διά μέσου το διαλόγου ατο, λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν ρθοδοξίαν καί τήν γνησιότητα τς παραδόσεως ατς. πίσης γνωρίζει τι ρθόδοξος κκλησία οδέποτε πεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν τήν μφισβήτησιν τς δογματικς παραδόσεως καί το εαγγελικο θους της. Ο διαχριστιανικοί διάλογοι λειτούργησαν ς εκαιρία διά τήν ρθοδοξίαν, διά νά ναδείξ τό σέβας πρός τήν διδασκαλίαν τν Πατέρων καί διά νά δώσ τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς γνησίας παραδόσεως τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας. Ο πό τς ρθοδόξου κκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οδέποτε σήμαιναν, οτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οονδήποτε συμβιβασμόν ες ζητήματα πίστεως. Ο διάλογοι ατοί εναι μαρτυρία περί τς ρθοδοξίας, δραζομένη πί το εαγγελικο μηνύματος «ρχου καί δε» (ωάν. α’, 46), τι « Θεός γάπη στίν» (Α’ ωάν. δ’, 8).
***
πό τό πνεμα ατό, νά τήν οκουμένην ρθόδοξος κκλησία, οσα ν Χριστ φανέρωσις τς Βασιλείας το Θεο, βιο τό λον μυστήριον τς θείας Οκονομίας ες τήν μυστηριακήν ζωήν ατς, μέ πίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εχαριστίαν, ν τ ποί προσφέρει ες μς οχί τροφήν πίκηρον καί φθαρτήν, λλ’ ατό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σμα, «τόν οράνιον ρτον», «ς στί φάρμακον θανασίας, ντίδοτος το μή ποθανεν, λλά ζν ν Θε διά ησο Χριστο, καθαρτήριον λεξίκακον» (γνατίου ντιοχείας, Πρός φεσίους, Κ’. PG 5, 756).  θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας το κκλησιαστικο σώματος, καθώς καί τήν αθεντικήν βεβαίωσιν τς ρθοδοξίας τς πίστεως τς κκλησίας, ς διακηρύττει καί γιος Ερηναος Λυνος: «μν δέ σύμφωνος γνώμη (= διδασκαλία) τ Εχαριστί, δέ Εχαριστία βεβαιο τήν γνώμην» (Κατά αρέσεωνΔ’, 18. PG 7, 1028).

Εαγγελιζόμενοι, λοιπόν, κατά τήν ντολήν το Κυρίου λον τόν κόσμον καί «κηρύττοντες πί τ νόματι ατο μετάνοιαν καί φεσιν μαρτιν ες πάντα τά θνη» (Λουκ. κβ’, 47), χομεν χρέος νά παραθέτωμεν αυτούς καί λλήλους καί πσαν τήν ζωήν μν Χριστ τ Θε καί νά γαπμεν λλήλους, μολογοντες ν μονοί «Πατέρα, Υόν καί γιον Πνεμα, Τριάδα μοούσιον καί χώριστον». Τατα πευθύνοντες ν Συνόδ πρός τά νά τόν κόσμον τέκνα τς γιωτάτης ρθοδόξου μν κκλησίας καί πρός τήν οκουμένην πσαν, πόμενοι τος γίοις Πατράσι καί τος συνοδικος θεσπίσμασι πρός διαφύλαξιν τς πατροπαραδότου πίστεως καί πρός «νάληψιν χρηστοηθείας» ες τήν καθ’ μέραν ζωήν μν, π’ λπίδι τς «κοινς ναστάσεως», δοξολογομεν τήν τρισυπόστατον Θεότητα σμασιν νθέοις:
«Πάτερ Παντοκράτορ καί Λόγε καί Πνεμα, τρισίν νιζομένη ν ποστάσεσι φύσις. περούσιε καί πέρθεε, ες σέ βεβαπτίσμεθα καί σέ ελογομεν ες πάντας τούς αἰῶνας» (Κανών το Πάσχα, δή Η’).