Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1821


 Με ιδιαίτερη λαμπρότητα γιορτάσθηκε στην αίθουσα τελετών του Γεν. Εκκλησιαστικού Λυκείου η επέτειος της εθνικής μας παλιγγενεσίας, της 25ης Μαρτίου  του 1821.
      Η γιορτή ήταν αφιερωμένη στην αδούλωτη ψυχή των Ελλήνων, στις συνθήκες που βίωσαν κατα τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και στον ηρωικό ξεσηκωμό τους.
      Ομιλητής ήταν ο φιλόλογος καθηγητής κ. Φώτιος Ντεντόπουλος.
Ο ομιλητής έδωσε έμφαση στο βαθύ ιστορικό νόημα της ημέρας και τόνισε τη διπλή σημασία του "Χαίρε".  Δύο "Χαίρε" σαλπίζει η λαμπρή ημέρα της 25ης Μαρτίου 1821. Το ένα είναι του Αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την Παρθένο Μαρία και το άλλο του Έλληνα που κράζει στους αιώνες "Χαίρε ώ χαίρε λευτεριά" .
      Επί 400 χρόνια περίπου οι Έλληνες δοκίμαζαν την καταπίεση και τη σκληρότητα του δυνάστη που εκδηλωνόταν με σφαγές, διώξεις, αρπαγές και καταστροφές της περιουσίας με βίαιο εξισλαμισμό και παιδομάζωμα, με βαριές φορολογίες και πολλές βίαιες πράξεις.
      Ο πόθος για λευτεριά υπήρχε πάντα άσβεστος και δημιουργούσε στους Έλληνες το συναίσθημα ότι σύντομα το πεπρωμένο τους έπρεπε να μεταβληθεί για να μπορέσουν να ζήσουν ελεύθερα και με αξιοπρέπεια.
      Έγινε αναφορά στους παράγοντες που κράτησαν τους Έλληνες ζωντανούς στα χρόνια της δουλείας: α) Στο Θρησκευτικό συναίσθημα και στη συμβολή των ιερωμένων στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Οι Κληρικοί ήταν οι πνευματικοί ταγοί, οι οδηγοί των υπόδουλων Ελλήνων που κράτησαν ψηλά το φρόνημα του λαού, τόνωσαν το ηθικό των αγωνιστών και εμψύχωσαν τις καρδιές τους.
      Έντονη ήταν η συμβολή του Κοσμά του Αιτωλού κατά του εξισλαμισμούπου τόνιζε: "Το κορμί σας ας το καύσουν, τα πράγματά σας ας ταπάρουν. Μη σας μέλλει... δεν είναι δικά σας. Ψυχή και χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο να τα φυλάξετε, μην τα χάσετε..."
      Έκανε αναφορά στο μασρτυρικό θάνατο πολλών Ιεραρχών όπως του Κυρίλλου Λούκαρη του Σαλώνων Ησαΐα, του Ηλείας και Ωλένης Φιλαρέτου, του Μονεμβασίας Χρυσάνθου και πολλών άλλων Ιεραρχών, Κληρικών και Μοναχών.
    β)  Στο Κλέφτικο Δημοτικό τραγούδι που πρόβαλε επιβλητικές μορφές μέσα στα πλήθη των ξεσηκωμένων και εμφύσησε πάθος και ενθουσιασμό, εμπιστοσύνη και αυτοπεποίθηση. ΄Εγινε αναφορά στο Θούριο του Ρήγα Φεραίου και στον Εθνικό Ύμνο του Διονυσίο Σολωμού.
     γ)  Οι Κλέφτες και οι αρματωλοίσυντήραν την Εθνική αντίσταση κατά του κατακτητή και απετέλεσαν τις ετοιμοπόλεμες δυνάμεις  των ατάκτων που έδρασαν αποτελεσματικά στην αγώνα της ανεξαρτησίας σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. 
     δ)  Οι Φιλλένηνες, φωτισμένοι ιδεολόγοι και ανήσυχοι για την κοινωνική αδικία των συνανθρώπων τους έγιναν οδοιπόροι λαμπαδιστές βοηθώντας τους επαναστατημένους Έλληνες. 
     Τονίσθηκε ακόμη ο ειδολογικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821.  Ο αγώνας αυτός ήταν εθνικός. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε στους μαθητές στην Πνύκα το 1838:  "Όταν αποφασίσαμε να κάνομε την Επανάσταση δεν εσυλλογίσθημεν  ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα... Συμφωνήσαμε και εκάμαμε την επανάσταση όλοι, και ο κλήρος και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι μορφωμένοι και οι έμποροι και οι βοσκοί..."  και συνεχίζει "Η επανάσταση η εδική μας δεν ομοιάζει  με καμίαν από όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις είναι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος προς άλλον έθνος".
      Στη συνέχεια δόθηκε έμφαση στο μήνυμα του 1821 σε μας τους Νεοέλληνες και κατέληξε ο ομιλητής: "...στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, σε περιόδους κρίσης και ιδεολογικής σύγχυσης που οι συνειδήσεις έχουν κλονισθεί και τα ιδανικά της φιλοπατρίας και της πίστης σε εθνικές αξίες έχουν ατονίσει, η διατήρηση της ιστορικής μνήμης για ένα έθνος, προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη και προτεραιότητα.     
      Την όλη διοργάνωση της εορτής είχε αναλάβει η φιλόλογος καθηγήτρια κ. Μαργαρίτα Χλιάπα, βοηθούμενη  και από τους υπόλοιπους καθηγητές και πολλούς μαθητές.
      Επίκαιρους ύμνους και Δημοτικά τραγούδια απ΄ρδωσε η χορωδία του του Λυκείου μας υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Βυζ. Μουσικής κ. Παύλου Μάλλιαρη με τη συνοδεία μουσικών οργάνων και ιδίως κλαρίνου που έπαιξε μαθητής.
Το πρόγραμμα της εορτής είχε ως εξής:  


1.- «Σήμερον της σωτηρίας…»       από τη χορωδία.
2.- Ομιλία από τον καθηγητή κ. Φ. Ντεντόπουλο
3.- «Ευαγγελίζου γη χαράν…»    από τη χορωδία.
4.-  Απαγγελία: «Ευαγγελισμός – Ελληνισμός»
5.- « Όλη δόξα όλη χάρη...»  από τη χορωδία.
6.-  Αφήγηση
7.- VIDEO:  25ης  Μαρτίου 1821
8.-  Αφήγηση
9.- Απαγγελία: «Γραικός- Γενίτσαρος και Βενετσιάνος
10.- Αφήγηση
11.- Απαγγελία:  «Το κρυφό Σχολειό»
12.- «Μαύρη ζωή που κάνουμε»  από τη χορωδία.
13.- Αφήγηση
14.-  VIDEO:  Σουλιώτες
15.-  Απαγγελία:  «Σαμουήλ»
16.- «Έχε γεια καημένε κόσμε...»  από τη χορωδία.
17.- VIDEO:  25η  Μαρτίου 1821.
18.-  Αφήγηση.
19.- VIDEO: 25η Μαρτίου 1821
20.-  Αφήγηση.
21.-  VIDEO :  25η Μαρτίου 1821
22.-  Απαγγελία: «Ο Βράχος και το κύμα...».
23.-  VIDEO:  Ελληνική Επανάσταση.
24.-  «Χαρά που τόχουν τα βουνά...» από τη χορωδία.
25.-  Αφήγηση
26.-  VIDEO:  25η Μαρτίου 1821
27.-  Απαγγελία:  «Μεσολόγγι...»
28.-  Αφήγηση
29.-  VIDEO:  25η Μαρτίου 1821
30.- Απαγγελία: «Ωδή εις τον Ιερόν Λόχον»
31.- Κλείσιμο γιορτής.
32.- «Τη Υπερμάχω...»  
33.- Ε Θ Ν Ι Κ Ο Σ    Υ Μ Ν Ο Σ 

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

25η ΜΑΡΤΙΟΥ (Πρός ἀσεβοῦντας στή μνήμη τῶν ἡρώων καί μαρτύρων τοῦ 1821)



25 ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟῩ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ
(Πρός ἀσεβοῦντας στή μνήμη τῶν ἡρώων
καί μαρτύρων τοῦ 1821) 
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών
κ.κ.  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

       Καθώς γιορτάζομε σήμερα τήν μεγάλη διπλή καί λαμπρή γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, στεκόμαστε μέ δέος ἐνώπιον τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σαρκώνεται, γίνεται δηλαδή ἂνθρωπος, «ἵνα τόν ἄνθρωπον θεόν ἀπεργάσηται».
 Ἀλλά στεκόμαστε καί μέ συγκλονισμό ψυχῆς μπροστά στό μεγαλεῖο τοῦ Γένους μας καί τίς ἡρωικές θυσίες, τούς ἀγῶνες καί τά μαρτύρια ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν στόν βωμό τῆς ἐλευθερίας τῆς Ὀρθοδόξου Πατρίδος μας.

          Μπορεῖ γιά τούς πολλούς οἱ ἐπέτειοι νά εἶναι ἁπλῶς κάποιες γιορτές, κάποια σημεῖα μέσα στό διάβα τοῦ χρόνου, χωρίς βαθύ καί οὐσιαστικό περιεχόμενο. Ἲσως γιά κάποιους τά γεγονότα νά ἔχασαν τήν πνευματική τους χροιά καί τό βαθύ τους νόημα, λόγῳ τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί ἀπομακρύνσεως ἀπό τίς πνευματικές μας ρίζες. Ὅμως γιά μᾶς, αὐτές οἱ ἑορτές, σάν αὐτό τό  χιλιοδοξασμένο πανηγύρι τῆς λευτεριᾶς, εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὑπάρξεώς μας, εἶναι τό μεδούλι τῆς ζωῆς μας καί τό ὀξυγόνο τῆς πνευματικῆς μας πορείας.
          Ἀφοῦ ἀποτίσωμε φόρο τιμῆς καί εὐγνωμοσύνης σέ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος καί ἔγιναν θυμίαμα πυρίκαυστο στό θυμιατήρι τοῦ Γένους,  γιά νά τελεσθῇ τό ἱερό Τρισάγιο, θά ἀναφερθοῦμε σέ κάποια στοιχεῖα, τά ὁποῖα θεωροῦμε ὅτι ἀποτελοῦν τόν βασικό κορμό τῶν ἱερῶν ὑπέρ τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος ἀγώνων. Τοῦτο τό πράττομε ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἀνάγκη τῆς διδαχῆς καί ἐπιστηρίξεως τῶν ἡμετέρων, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὡς ἀπάντηση σέ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦν ὡς ἰοβόλες ἔχιδνες νά χύσουν τό πικρό τους δηλητήριο, κάθε φορά πού βρισκόμαστε μπροστά ἀπό τίς ἐθνικές μας ἐπετείους, συκοφαντῶντας τήν μαρτυρική καί αἱματοβαμμένη πορεία τοῦ Ἔθνους μας. (Κάθε χρόνο ἐπαναλαμβάνουν τά ἴδια, γελοῖα καί ἐμετικά φληναφήματά τους. Πέρυσι κάποιοι μέσω τηλεοπτικῶν σταθμῶν. Ἐφέτος ἄλλοι μέσω κατάπτυστων ἐπιστολῶν πρός  μαθητάς).          

           Καί δέν λογαριάζουν οἱ δύστυχοι, ὅτι ἄν δέν ὑπῆρχαν οἱ ἀγῶνες καί οἱ θυσίες τῶν Πανελλήνων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οὔτε ἐλεύθεροι θά ἦταν, σήμερα, οὔτε στά πόδια τους θά μποροῦσαν νά σταθοῦν, οὔτε λέξη νά ἀρθρώσουν, σάν αὐτές πού ἀσύστολα ἐκστομίζουν κάθε τόσο ἀπό τά ἰοβόλα χείλη τους.
          Ἀρχίζομε λοιπόν τήν διδαχή, ἀφοῦ αὐτό ἐπιτάσσει τό ἱερό μας χρέος ἔναντι τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος, ἀλλά καί τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος μας.

             Οἱ Ἕλληνες ἀγωνίστηκαν: 

            1. Ὑπέρ τῆς ἀμωμήτου καί Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως. Ποτέ δέν ἔβαλαν καί τίποτε πάνω ἀπό τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό. Αὐτή ἡ πίστη τούς κράτησε τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια —καί σέ ἄλλες περιοχές, ὅπως στήν Μακεδονία μας λ.χ., ἀκόμη περισσότερα— ὄρθιους, ἀγέρωχους, μέ φρόνημα γενναῖο, μαχητικό καί ἐνθουσιαστικό. Τούς ὅπλισε μέ ὑπομονή καί θάρρος, ὥστε νά μή δειλιάζουν ἐνώπιον παντός κινδύνου, ἀφοῦ ἐγνώριζαν πολύ καλά ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁδίτης, ὁδοιπόρος δηλ. πρός τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
       Στρατιές ὁλόκληρες Νεομαρτύρων παρελαύνουν ἐνώπιόν μας, σέ μιά μαρτυρική πορεία πρός τήν Ἀνάσταση καί τήν δόξα. Καί εἶναι ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας καί κοινωνικῆς καταστάσεως. Ὅλοι τους ἀκολούθησαν τούς πρώτους Μάρτυρες τῆς ὀρθρινῆς περιόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἑλκυσθέντες στόν ἱερό ἀγῶνα καί ἀπό τήν ἀγωνιστική φλόγα τοῦ μάρτυρα τελευταίου Αὐτοκράτορα καί γενναίου ὑπερασπιστοῦ τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων.
         Εἶναι Πατριάρχες, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχοί καί Μοναχές, νέοι καί νέες, παιδιά ἀμούστακα, γραμματισμένοι καί ἀγράμματοι. Ὅλοι τους σέρνουν τόν αἱματωμένο χορό ἐλευθερίας καί ἀνεβαίνουν στόν οὐρανό ὡς ἀκοίμητοι πρέσβεις πρός τόν Θεό ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικής Πατρίδος.
        Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσῃ ὅτι σειρά ὁλόκληρη Πατριαρχῶν σφαγιάσθηκαν ἤ ἀπαγχονίσθηκαν, πλειάς Ἀρχιερέων καί χιλιάδες ἂλλων κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, ἔπεσαν ἀπό τά χέρια τῶν ἀπίστων τυράννων κατά τήν διάρκεια τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς; Τό μαρτυρεῖ ἡ κλειστή πύλη τοῦ Πατριαρχείου, ὁ Ζαχαρίας ἀπό τήν Ἄρτα, πού μαρτύρησε στήν πόλη τῶν Πατρῶν, οἱ παιδομάρτυρες Χριστόδουλος καί Ἀναστασία, ὁ Παῦλος ἀπό τό Σοπωτό, γιά νά μνημονεύσω τούς δικούς μας μάρτυρες ἐνδεικτικά, ἀλλά καί τόσοι ἄλλοι. 

Ποιός μπορεῖ νά μή γονατίσῃ μπροστά στόν ἡρωισμό τοῦ Ἀχαιοῦ (ἀπό τήν Ζουμπάτα Πατρῶν) Δέρκων Γρηγορίου καί τῶν ἄλλων Ἀρχιερέων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἤ στό δρᾶμα τῶν ἱερῶν σφαγίων, Ἀρχιερέων καί Προκρίτων τῆς φοβερῆς εἰρκτῆς τῆς Τριπολιτσᾶς; Ποιός δέν συγκλονίζεται μπροστά στόν μαχητικό ἐνθουσιασμό τοῦ Παπαφλέσσα, τόν οἶστρο τοῦ Ἐθνεγέρτου Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ, τήν θυσία τοῦ Διάκου στήν Ἀλαμάνα, τοῦ Ἰωσήφ Ρωγῶν, τοῦ Σαλώνων Ἠσαΐα, τοῦ Σαμουήλ στό Κούγκι καί τόσων ἄλλων;  Αὐτόν τόν ὑπέρ τῆς Πίστεως ἱερό ἀγώνα τόν μαρτυρεῖ τό Ἅγιο Ποτήριο στήν Ἐπάνω Χρέπα, ἀπό τό ὁποῖο ἐκοινώνησαν ὁ Κολοκοτρώνης καί τά παλληκάρια του, λίγο πρίν τήν ἀπελευθέρωση τῆς Τριπολιτσᾶς, ἀνήμερα τοῦ Σταυροῦ, τό 1821. Πόσα ἄλλα περιστατικά θά μπορούσαμε νά ἀναφέρομε...!
       2. Ὑπέρ τῆς Πατρίδος, τήν ὁποίαν ἐθεώρησαν καί δικαίως «πατρός τε καί μητρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερον καί σεμνώτερον καί ἁγιώτερον», καί ὑπέρ τῆς ὁποίας ἔχυσαν ποταμούς αἱμάτων, ποτίζοντες τό δένδρο τῆς Ἐλευθερίας γιά νά βλαστήσῃ καί νά καρποφορήσῃ, ὥστε σήμερα ἐμεῖς, ἕνεκα τῶν ἡρωικῶν παλαισμάτων καί θυσιῶν ἐκείνων, νά ζοῦμε καί νά κινούμεθα ἐλεύθεροι, μέσα σέ μιά πολιτισμένη χώρα.
Ἡ στεριά καί ἡ θάλασσα, τά βουνά καί οἱ κάμποι, ὅ,τι μαρτυροῦσε Ἑλλάδα, ἦταν γιά τούς μαρτυρικούς προγόνους μας, πού ζοῦσαν ὑπό  τόν τούρκικο ζυγό, ὑπόθεση ἀγώνων καί θυσιῶν.

        Ἀγάπησαν τό Ἔθνος τους, ὑπερασπίστηκαν τά ἅγια χώματά του, ἐπρομάχησαν καί προκινδύνευσαν γιά κάθε σπιθαμή τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἀφοῦ ἔβλεπαν τήν λαίλαπα τῶν ἀπίστων νά μολύνῃ ὄχι μόνο τά πατρῷα ἐδάφη, ἀλλά νά ἐπιθυμῇ τήν προέλαση καί πρός τήν ὑπόλοιπη Εὐρώπη. Ἴσως ἐλάχιστοι ἔχουν ἐκτιμήσει τήν μεγάλη αὐτή προσφορά τῆς Ἑλλάδος πρός τήν Δύση, ἀφοῦ ὕψωσε τεῖχος ἐπί ὁλόκληρους αἰῶνες, γιά νά σταματήσῃ τίς ὀρδές τῶν ἐξ ἀνατολῶν βαρβάρων, πρός τόν εὐρωπαϊκό χῶρο. Καί ὅμως, γιά νά εἴμαστε ἐπίκαιροι, ἀντί εὐγνωμοσύνης ἡ χώρα μας ἀπολαμβάνει τήν ἀχαριστία καί τήν καταφρόνια γιά μιά ἀκόμη φορά. Ἰσχύει δυστυχῶς καί στήν περίπτωση αὐτή τό, «ἀντί τοῦ μάννα χολήν, ἀντί τοῦ ὕδατος ὄξος».    
Γιά τήν γλῶσσα τους καί τήν παράδοσή τους. Ἦταν τόση ἡ ζέση ψυχῆς, καμίνι φλεγόμενο ἡ καρδιά τους, πού κατόρθωσαν    —παρά τήν ἀντίθετη ἄποψη ὅσων ἀσελγοῦν στό ὄνομα τῆς ἀληθείας καί ἐπί τῶν αἱμάτων τῶν ἡρωικῶν προγόνων μας— κατόρθωσαν λέγω, χωρίς σχολειά καί ὀργανωμένη παιδεία, παίζοντες στήν κυριολεξία τό κεφάλι τους, μέσα ἀπό τό Κρυφό Σχολειό, πού εἶναι μιά τρανή πραγματικότης, κάτω ἀπό τήν ἄγρυπνη μέριμνα καί πάλι τῆς στοργικῆς μάνας, τῆς Ἐκκλησίας, νά διατηρήσουν τήν Ἑλληνική γλῶσσα, τά ἤθη τους καί τήν παράδοσή τους. (Ἀνάλογα μέ τούς Τούρκους ἀγάδες καί τίς περιοχές, καθ’ ὅλο τό διάστημα τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς ἀντιμετώπιζαν τά Ἑλληνόπουλα φρικτές δυσκολίες γιά νά μάθουν ἔστω καί λίγα γράμματα).  
         Κάθε φορά πού κάποιος λοξοδρομοῦσε πρός τούς ἀπίστους, ἐθεωρεῖτο νεκρός γιά τούς δικούς του, γιά τούς ἀγωνιστές τῆς πίστεως καί τῆς λευτεριᾶς. «Γιατί Ἀντώνα φόρεσες μαῦρα;» ρωτοῦσαν τήν μητέρα τοῦ μετά ταῦτα Νεομάρτυρος Παύλου στό Σοπωτό τῶν Καλαβρύτων. «Γιατί ὁ Παναγιώτης μου πέθανε», ἀπαντοῦσε ἐκείνη. Στήν πραγματικότητα ὁ Παναγιώτης εἶχε τουρκέψει.

Γιά ὅλα ὅσα ἀναφέραμε παραπάνω, οἱ ἥρωες καί μάρτυρες πρόγονοί μας,  ἀγωνίστηκαν ἑνωμένοι.
Δυστυχῶς κάποιοι ἀνεγκέφαλοι, παραχαράκτες τῆς ἱστορίας, θέλησαν κατά καιρούς νά παρουσιάσουν τήν Ἐπανάσταση τοῦ ’21 ὡς ἕνα ταξικό κίνημα ἐναντίον τῆς «ἄρχουσας», κατ’ αὐτούς, τάξης. Κατέφυγαν δέ ὁρισμένοι στό ἔργο, ἀνωνύμου τινός, ἐπιγραφόμενο “Ἑλληνική Νομαρχία”, προκειμένου νά στηρίξουν τίς ἀστήρικτες πεποιθήσεις τους καί νά δώσουν ὑπόσταση στίς ὅποιες ἀνυπόστατες ἀπόψεις τους, πού εἶχαν ἤ ἔχουν ἰδεολογικό χρωματισμό καί προσανατολισμό.
Ὅμως ἔστω καί ἄν δέν θέλει ὁποιοσδήποτε νά πεισθῇ μέ ὅσα ἐμεῖς κηρύττομε, «τοῖς τῶν μαρτυρικῶν ἡρώων προγόνων μας  ρήμασι καί ταῖς θυσίαις πειθόμενοι», καί ἄν τούς μεταγενεστέρους τῶν ἀγωνιστῶν ἱστορικούς ἤθελε νά διαψεύσῃ, ἄς ἀκούσῃ ἐκείνους πού ἔζησαν τά γεγονότα καί ἔχουν τό ἀδιαμφισβήτητο δικαίωμα νά ὁμιλοῦν πρῶτοι, στεντορείᾳ τῇ φωνῇ, διαψεύδοντες τούς ἀσεβοῦντας ἐπί τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος.
Σωρείαν ὅλην θά ἠδυνάμεθα νά παραθέσωμε μαρτυριῶν τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων κατά τούς ἡρωικούς ἀγῶνες τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας, ἀλλά μόνο δύο ἄς ἀκούσωμε σήμερα, τῆς λευτεριᾶς σταυραητούς καί μάρτυρες ἀδιάψευστους.
Ὁ πρῶτος ἀκούει στό ὄνομα Γερμανός. Εἶναι τό δικό μας καύχημα καί κλέος —ὁποία εὐλογία!— ὁ λεοντόκαρδος Δεσπότης τῆς Πάτρας, τοῦ ὁποίου ὁ ἀνδριάς κοσμεῖ τήν ὡραία καί Ἀποστολική μας πόλη, στήν Πλατεία τῶν Ὑψηλῶν Ἀλωνίων.
Ὁ μέγας αὐτός Ἱεράρχης, στήν διακήρυξή του πρός τόν Κλῆρο καί τούς Πιστούς τῆς Πελοποννλήσου, πού ἐκφωνήθηκε στό λίκνο τῆς ἐλευθερίας, στήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων, λέγει μέ τήν γενναία πατριωτική φωνή του:

«Πολυαγαπημένοι μας δελφοί, Κύριος, ποος τιμώρησε (ἐνν. διά τῆς ὑποδουλώσεως στόν κατακτητή) τούς πατέρας μας καί τά τέκνα των, σς ναγγέλλει διά το στόματός μου τό τέλος τν μερν τν δακρύων καί τν δοκιμασιν. φωνή Του επε τι θά εσθε στέφανος τοῦ κάλλους Του καί τό διάδημα τς Βασιλείας Του. γία Σιν δέν θά παραδοθ πλέον ες τήν ρήμωσιν. ναός το Κυρίου, ποος βεβηλώθη, σάν νας θλιος χρος, τά σκεύη τς δόξης, τά ποα σύρθηκαν ες τόν βορκον, θά γίνουν καταιγίς! βυσσος τήν βυσσον πικαλεται,  παλαιόθεν εσπλαγχνία το Κυρίου θ πισκιάσ τόν Λαόν Του. φυλή τν Τούρκων περέβη τό μέτρον τν νομιν, ρα τοῦ καθαρμο φθασε, συμφώνως πρός τόν λόγον το Αωνίου: «νά πετάξς ξω, νά διώξς, τόν σκλάβον καί τόν υόν του» (Γενεσ. 21,10). Ν εσθε, λοιπόν, γαπημένοι, γένος τν λλήνων, φυλ λληνική, δύο φορς δοξασμένοι πό τούς Πατέρες σας, πλισθτε μέ τόν ζλον το Θεο, καστος ξ μν ς ζωσθ τήν ομφαίαν του, διότι εναι προτιμώτερον νά ποθάν τις μέ τά πλα νά χερας, παρ νά καταισχύν τά ερά τς Πίστεώς του καί τήν Πατρίδα του. μπρός λοιπόν «διαῤῥήξωμεν τούς δεσμούς ατν καί ποῤῥίψωμεν φ᾿ μν τόν ζυγόν ατν» (Ψαλμ. 2,3), διότι εμεθα ο κληρονόμοι το Θεο καί ο συγκληρονόμοι το ησο Χριστο.
Ο λλοι, καί χι μες ο ερωμένοι, θά σς μιλήσουν διά τήν δόξαν τν προγόνων σας. γώ μως θά σς παναλάβω τό νομα το Θεο, πρός τόν ποον φείλομεν γάπην σχυροτέραν καί π τν θάνατον.
Αριον, κολουθοντες τόν Σταυρόν, θά βαδίσωμεν πρός ατήν τήν πόλιν τν Πατρν, τς ποίας γ εναι γιασμένη πό τό αμα το νδόξου Μάρτυρος ποστόλου γίου νδρέου. Κύριος θά κατονταπλασιάσ τό θάῤῥος σας. να δ προστεθον ες μς α ναγκααι δι νά ναζωογονηθτε δυνάμεις, σς παλλάσσω πό τήν νηστείαν τς Τεσσαρακοστς, τήν ποίαν τηρομεν.
Στρατιται το Σταυρο, ὅ,τι καλεσθε νά περασπισθτε, εναι ατό τοτο τό θέλημα το Ορανο. Ες τ νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος νά εσθε ελογημένοι καί συγκεχωρημένοι πά πάσας τάς μαρτίας σας».

Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ τεχνουργός καί πρωτεργάτης τῆς ἐλευθερίας τοῦ Γένους. Θά τόν πῶ ὅπως τόν τραγούδησε ἡ καρδιά τῶν Ἐλλήνων καί τόν ἀποθέωσε ἡ  λαϊκή μοῦσα:
«Ὁ Θοδωράκης ὁ στρατηγός σ’ ὅλον τόν κόσμον ξακουστός».
Ἐκεῖνος λοιπόν ἐφρόντισε, λές καί γνώριζε τί θά συμβῇ μέ τούς ἐπιγενομένους, νά ἀφήσῃ ἱερά παρακαταθήκη καί βαριά κληρονομιά στά παιδιά του, στούς νεοέλληνες, στούς Ἕλληνες μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος:
«Παιδιά μου... Ὅταν ἀποφασίσαμε νά κάμωμε τήν Ἐπανάσταση, δέν ἐσυλλογιστήκαμε, οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πῶς δέν ἔχομε ἅρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τά κάστρα καί τίς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νά πολεμήσετε μέ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλά, ὡς μιά βροχή ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας,καί ὅλοι καί οἱ Κληρικοί, καί οἱ Προεστοί καί οἱ Καπεταναῖοι καί οἱ πεπαιδευμένοι καί οἱ ἔμποροι, μικροί καί μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτό τόν σκοπό καί ἐκάμαμε τήν Ἐπανάσταση.
 Εἰς τόν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καί ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τόν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναίκα τοῦ ἐζύμωνε, τό παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμί καί μπαρουτόβολα εἰς τό στρατόπεδον καί ἐάν αὐτή ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δύο χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καί τήν Θεσσαλία καί τήν Μακεδονία, καί ἴσως ἐφθάναμε καί ἕως τήν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τούς Τούρκους, ὁπού ἄκουγαν Ἕλληνα καί ἔφευγαν χίλια μίλια μακριά. Ἑκατόν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καί ἕνα καράβι μίαν ἅρμαδα. Ἄλλα δέν ἐβάσταξε...!».
 
Ἀγαπητοί μου,
Τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ  ἑνώνεται ἡ πίστη μέ τή λεβεντιά. Ἀγκαλιάζονται ὁ Χριστός καί ἡ Ἑλλάδα. Ἀσπάζεται ὁ οὐρανός τά ματωμένα χώματα τῆς πατρίδος μας. Οἱ Ἄγγελοι καταφιλοῦν τά κόκκαλα τά ἱερά. Οἱ ψυχές τῶν ἀγωνιστῶν νοερά μᾶς κατασπάζονται. Ἡ χαρά τῶν ἡρώων κάνει τήν ἑλληνική ἀτμόσφαιρα νά μοσχοβολάει.
       Ἡ δυσχέρεια τῶν μαρτύρων προγόνων μας πού ἔζησαν τή σκλαβιά στό πετσί τους, δίνει δύναμη σέ μᾶς νά  ξεπεράσωμε τίς δυσκολίες, τήν ἀνέχεια, τίς ταλαιπωρίες καί μᾶς βεβαιώνουν ὅτι «χαρές καί πλούτη νά χαθοῦν καί τά βασίλεια κι ὅλα, τίποτα δέν εἶναι σάν στητή, μένει ἡ ψυχή καί ὁλόρθη». 

Ὅσο κι ἄν πολεμήθηκε ἡ ἱστορική ἀλήθεια γιά τό ’21, ὅσο καί ἄν οἱ ἰοβόλες γλῶσσες καί οἱ πληρωμένοι κονδυλοφόροι ἠθέλησαν κατά καιρούς ἤ θά  θελήσουν, νά παραποιήσουν, νά ἀλλοιώσουν ἤ θά μειώσουν τήν ἀλήθεια γιά τήν λευτεριά τῆς πατρίδος μας, ποτέ δέν θά καταφέρουν τίποτε, γιατί σ’ αὐτό τόν τόπο, τά γεγονότα θά βοοῦν καί οἱ τόποι θά μαρτυροῦν ὅτι:
 «Ραγιᾶς ὁ Ἕλληνας δέν ζεῖ καί ξέρει νά πεθαίνῃ».