Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΩ ΜΕΝΤΖΑΙΝΑΣ


Υπαίθρια χοροστασία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κατά τη χοροστασία
Το εσωτερικό της Εκκλησίας


ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΜΕΝΤΖΑΙΝΑ

Στις 13 Αυγούστου 2011, ο Σύλλογος Προστασίας Υγείας και Περιβάλλοντος της περιοχής του Κέντρου Υγείας Χαλανδρίτσης, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πλατανόβρυσης, διοργάνωσαν λατρευτική εκδήλωση, για την προβολή ενός εκ των αρχαιοτέρων Βυζαντινών μνημείων του Νομού Αχαΐας.

Το εξωτερικό του Ιερού Ναού

Στην εκδήλωση εκλήθη και έλαβε μέρος ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ο οποίος μίλησε επικαίρως, αναφερόμενος στο ιστορικό εκκλησάκι που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Στην ομιλία του ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στα πολλά ονόματα της Παναγίας μας τα οποία έχουν σχέση με τις προστασία και τις ευεργεσίες της.

Ανέφερε επίσης πως είναι η Παναγία είναι η μητέρα μας, είναι ο φύλακας ο δικός μας, αλλά του έθνους μας. Είναι πάντοτε κοντά μας, ακούει τις προσευχές μας και μας προστατεύει από κάθε κίνδυνο, αρκεί να τρέξομε κοντά της και να ζητήσουμε τη βοήθειά Της.

Πλήθος κόσμου παρεβρέθηκε στην Ιερά Παράκληση

Στη συνέχεια ανέφερε πως δεν είναι τυχαίο πως σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, όπου υπάρχει Ορθοδοξία, βρίσκεται και ένας Ναός, μικρός ή μεγάλος που είναι αφιερωμένος σ’ αυτήν.

Αυτό βέβαια σημαίνει την ευλάβεια του Ελληνικού λαού, αλλά και ότι η Παναγία μας είναι κοντά μας, είναι δίπλα μας και ακούει τους αναστεναγμούς της καρδιάς μας. Είναι η προστάτιδά μας, είν αι η προστάτιδα του Έθνους μας.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Η Παναγία μας, ειδικά σήμερα, δέχεται τα δάκρυα, τις προσευχές και τα αιτήματα μυριάδων ανθρώπων, παιδιών της αγαπημένων, που παρά τις όποιες ατέλειες και αμαρτίες, προστρέχουν και γονατίζουν μπροστά Της, και αφήνουν στα πανάγια Χέρια Της την ζωή τους και την ελπίδα τους.

Τέλος η κ. Σοφία Τσανάκα,πρόεδρος του πολιτιστικού Συλλόγου της Πλατανόβρυσης, αναφέρθηκε στο ιστορικό του Ιερού Ναού αναφέροντας:

«Ο Ιερός Ναός είναι Βυζαντινός, ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής και οικοδομήθηκε πάνω σε τμήμα Ρωμαϊκού κτιρίου. Ο χώρος γύρω από το Ναό χρησιμοποιήθηκε ως χριστιανικό νεκροταφείο από τον 5ο μ.Χ. αιώνα μέχρι τις αρχές της Τουρκοκρατίας.

Είναι του 10ου αιώνα, όπως η Μητρόπολη του Μυστρά και η μονή των Βλαχερνών.

Το μνημείο αποκαλύφθηκε (ξεχώθηκε) μετά τις ανασκαφές του 1981, οι οποίες συνεχίσθηκαν και τα επόμενα έτη.

Ο κυρίως ναός διαιρείται σε τρία κλίτη , για τον χωρισμό των οποίων έχουν χρησιμοποιηθεί ανεστραμμένα κιονόκρανα από κτίρια της ύστερης αρχαιότητας. Έχουν επίσης διασωθεί κάποια τμήματα του μαρμαροθετημένου δαπέδου.

Δυστυχώς ο Ναός από το χρόνο και τους σεισμούς βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση. Είναι ετοιμόρροπος. Αξίζει να αναστηλωθεί και να γίνει επισκέψιμος.

Ο Σύλλογος, είπε, της Πλατανόβρυσης έθεσε σαν προτεραιότηα το μνημείο, έστω μια φορά το χρόνο να ανοίγει για τον κόσμο, κάτι που έγινε στις 8-9-2007. Ο εγκέλαδος όμως που χτύπησε την περιοχή το 2008, ανέτρεψε τους σχεδιασμούς αυτούς».

Η κ. Τσανάκα επεσήμανε ότι τώρα ήρθε η ώρα να συνεργαστούν και οι δύο Σύλλογοι κα9ι με τη βοήθεια και των άλλων φορέων, εκπρόσωποι των οποίων παρευρίσκοντο στην εκδήλωση , με σκοπό την αποκατάσταση του μνημείου.

Στην λατρευτική αυτή σύναξη παραβρέθηκε ο Δήμαρχος Ερυμάνθου κ. Αθανάσιος Καρπής, μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, το τοπικό συμβούλιο της Πλατανόβρυσης, εκπρόσωποι Συλλόγων, αλλά και πλήθος κόσμου, οι οποίο ήρθαν αφ’ ενός για να τιμήσουν την Παναγία μας, αλλά και να δώσουν ένα δυναμικό παρόν για την αποκατάσταση του μνημείου.

Ιερά παράκλησις στον ιερό αυτό χώρο, ίσως και να έγινε μετά από πολλές, όχι δεκαετίες, αλλά εκατονταετίας.

Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στους πρωτεργάτες της εκδήλωσης αυτής, δηλαδή στον Σύλλογος Προστασίας Υγείας και Περιβάλλοντος της περιοχής του Κέντρου Υγείας Χαλανδρίτσης και στον Πολιτιστικό Σύλλογο Πλατανόβρυσης.

Θερμές όμως ευχαριστίες πρέπει να εκφραστούν στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, ο οποίος από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην Αποστολική Εκκλησία των Πατρών, έθεσε ως πρωταρχικό σκοπό της Αρχιερατικής του διακονίας, την ανάδειξη της τοπικής αγιολογίας, αλλά και την ανάδειξη των ιστορικών και θρησκευτικών μας μνημείων.

Η πρόσκληση του Συλλόγου για την εκδήλωση ήταν είχε ως εξής:

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ & ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΕΝΤΡΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΧΑΛΑΝΔΡΙΤΣΑΣ

ΜΕΛΟΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

ΤΗΛ & FAX: 2610 271 500

Χαλανδρίτσα Δ. Ερυμάνθου, T.Κ. 25008

e-mail : ygeia_perib_chala @ yahoo.com

Χαλανδρίτσα: 9/8/2011

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Δ.Σ. του Συλλόγου Προστασίας Υγείας και Περιβάλλοντος της περιοχής του Κέντρου Υγείας Χαλανδρίτσας προσκαλεί τα μέλη και τους φίλους του Συλλόγου την Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011 και ώρα 7:30 μ.μ. στην Παράκληση, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσοστόμου που θα πραγματοποιηθεί στον χώρο της Μεσοβυζαντινής Βασιλικής της Κοιμήσης Θεοτόκου Κάτω Πλατανόβρυσης (πλησίον βενζινών Καλεντζιώτη).

Η ανωτέρω εκδήλωση πραγματοποιείται στα πλαίσια της προβολής του μνημείου και της ευαισθητοποίησης της τοπικής κοινωνίας σε θέματα προστασίας και ανάδειξής του καθ’ ότι έχει χαρακτηρισθεί ιστορικό και διατηρητέο μνημείο.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

ΠΟΙΟΙ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΝΑΟΥΣ;


ΠΟΙΟΙ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΝΑΟΥΣ;
Πρωτοπρεσβ. π. ΚΥΡΙΑΜΚΟΥ ΤΣΟΥΡΟΥ
Πολλά από τα «νεοεθνικά» ρεύματα, που δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα, ισχυρίζονται συχνά, ότι oι χριστιανοί κατέστρεψαν τους ναούς, τα ιερά και τα αγάλματα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, καταστρέφοντας, έτσι, έργα τέχνης και μνημεία πολιτισμού. Για να στηρίξουν αυτό τον ισχυρισμό τους, επιστρατεύουν μεμονωμένα περιστατικά και προβάλλουν περιπτώσεις ακραίας συμπεριφοράς ως την επίσημη γραμμή της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά της αρχαίας θρησκείας.
«Η Ορθοδοξία κατέστρεψε τους ναούς μας», λένε1. Σε ερώτηση: «Τι πρόσφερε η Ορθοδοξία στους Έλληνες;», δίδεται η απάντηση: «Την καταστροφή όλων των ναών, των έργων τέχνης και των βιβλιοθηκών»2. Οι χριστιανοί «έκαψαν όσα βιβλία δεν τους βόλευαν, βεβήλωσαν τα ελληνικά ιερά, κομμάτιασαν τα αγάλματα, γκρέμισαν τους ελληνικούς ναούς, καταλήστεψαν τον εθνικό πληθυσμό»3. Σε συκοφαντικό άρθρο κατά του Χριστιανισμού, υποστηρίζεται για τους χριστιανούς, ότι «Η πρώτη τους κίνηση ήταν να καταστρέφουν τους ναούς και τα αγάλματα των Ελλήνων στερώντας έτσι τον κόσμο από ανεπανάληπτα δημιουργήματα της αρχαίας τέχνης, για να μη μείνει ίχνος από τη “βδελυρή θρησκεία των ειδώλων”»4. Υπήρχε, λένε, ένα κατευθυντήριο «σχέδιο», το οποίο κατηύθυνε τις «χριστιανικές μάζες» ώστε να καταστρέψουν ό,τι ελληνικό. «Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε εμείς οι Έλληνες», γράφουν, «ότι τα ακρωτηριασμένα αγάλματα που θαυμάζουμε σήμερα στα μουσεία, οι ερειπωμένοι ναοί μπροστά στους οποίους εκστασιάζονται οι καλλιτεχνικές φύσεις και οι αρχαιόφιλοι… δεν είναι παρά τα φτωχικά λείψανα τρομερoύ μακελλειoύ που σπάραξε την ελληνική χώρα (και όχι μόνο αυτή) από τον 4ο ως τον 6ο τουλάχιστο αιώνα της χρονολογίας μας»5.
Συχνά, για να ενοχοποιήσουν το Βυζάντιο, επικαλούνται τις επιδρομές του Αλάριχου κατά της Ελλάδος το 396 μ.Χ. και τις καταστροφές που προξένησε στους αρχαίους ναούς6. Όμως, ένα τέτοιο «επιχείρημα» αποδεικνύεται έωλο, «δείγμα της πιο χονδροειδούς προπαγάνδας ή άγνοιας» εκ μέρους των «νεοεθνικών». Και τούτο διότι, αποκρύπτουν ότι ο Αλάριχος δεν ήταν Βυζαντινός αλλά Γότθος, όπως και oι μοναχοί που τον συνόδευαν στις καταστροφές ήταν αιρετικοί αρειανοί, τους οποίους ο ίδιος ο Θεοδόσιος είχε καταδιώξει ένα χρόνο πρίν7.
Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπήρξαν, κατά την πορεία της επικράτησης του Χριστιανισμού, και περιπτώσεις ανεξέλεγκτης εκδικητικής συμπεριφοράς των επί αιώνες καταδιωκομένων Χριστιανών κατά των θρησκευτικών συμβόλων των πρώην διωκτών τους. Ή, ακόμη, και αυστηρές αυτοκρατορικές αποφάσεις εναντίον εκπροσώπων της αρχαίας ειδωλολατρικής θρησκείας ή νόμοι που επέβαλλαν το κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Β’ υπέγραψε και νόμο με εντολή καταστροφής ναών και ιερών της αρχαίας θρησκείας. Όμως, όλα αυτά, δεν ήταν ούτε μια γενικευμένη τακτική έναντι των αρχαίων ναών, ούτε πολύ περισσότερο η στάση της Εκκλησίας.
Ο Χριστιανισμός αρχίζει να επικρατεί στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι: από τότε και στο εξής καταστράφηκαν oι αρχαίοι ναοί ή μήπως πολλοί απ’ αυτούς ήταν ήδη κατεστραμένοι ή εγκαταλελειμμένοι; Γιατί, για να μιλήσει κανείς για καταστροφές αρχαίων ναών από τους χριστιανούς προ του Μ. Κωνσταντίνου είναι εξ ολοκλήρου παράλογο.
Σ’ αυτό το ερώτημα έχουν απαντήσει ειδικοί και εγκρατείς των ιστορικών πραγμάτων επιστήμονες. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε να επιστρατεύσουμε κείμενα που προέρχονται από τους ίδιους τους οπαδούς και εκπροσώπους του σύγχρονου πολυθεϊσμού, μέσα από τα οποία αποδεικνύεται περίτρανα, ότι πολλοί ναοί και Ιερά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας είχαν υποστεί ολοκληρωτικές καταστροφές και βανδαλισμούς αιώνες πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού.
Και πρωτίστως, θα επικαλεσθούμε κείμενα επιφανούς εκπροσώπου του «Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών», ο οποίος καίτοι τάσσεται μ’ εκείνους που ισχυρίζονται, ότι oι χριστιανοί κατέστρεψαν τα αρχαία μνημεία, εν τούτοις, ομολογεί, καταγράφοντας Ιστορικά γεγονότα, ποια ήταν πράγματι η κατάσταση των αρχαίων ελληνικών Ιερών μερικούς αιώνες πριν ο Χριστιανισμός εδραιωθεί, ως η επικρατούσα θρησκεία. Και βεβαίως, η γνώμη του είναι ιδιαιτέρως βαρύνουσα, γι’ αυτό θα μεταφέρουμε εδώ αυτούσια τα δικά του κείμενα.
Ο συγγραφέας, λοιπόν, στο τρίτομο έργο του «Υπέρ της των Ελλήνων νόσου», τόμ. Γ’, «Η συρρίκνωση της αρχαίας ψυχής», (ο τρίτος τόμος του βιβλίου φέρει τόν υπότιτλο «Ες έδαφος φέρειν»), μας πληροφορεί ότι ήδη από τον 3ο π. Χ. αιώνα αρχίζει η καταστροφή ελληνικών πόλεων και ιερών από επιδρομείς. Επικαλούμενος τον Κυρ. Σιμόπουλο, γράφει ότι πρώτοι οι Αιτωλοί, τον 3ο π.Χ. αιώνα, «απογύμνωσαν ή κατέστρεψαν τα ιερά και τους τόπους λατρείας που αποτελούσαν τον κυριότερο συνδετικό ιστό, τον θρησκευτικό δεσμό μεταξύ των κρατουπόλεων… Το 219 π. Χ. ο στρατηγός της αιτωλικής Συμπολιτείας Σκόπας, κυριεύει το Δίον την ιερή πόλη των Μακεδόνων και καταστρέφει τα πάντα. Γκρεμίζει όλα τα κτίσματα, πυρπολεί και τους χώρους λατρείας. Τα ίδια και στο ιερό της Δωδώνης από τον στρατηγό των Αιτωλών Δωρίμαχο. Καταπάτησε κάθε ιερό και όσιο γράφει ο Πολύβιος»8.
Στην συνέχεια, ο Φίλιππος με τους Μακεδόνες του, σε αντίποινα, «πυρπόλησαν και κατεδάφισαν τα ιερά και ανέτρεψαν η κατέστρεψαν 2.000 ανδριάντες». Και δεν περιορίστηκαν μόνο στην Αιτωλία, αλλά προχώρησαν και στην Αττική, το 200 π. Χ., όπως εξιστορεί ο Λίβιος, όπου «Κατέστρεψαν και τα μνημεία και ανέσκαψαν τους τάφους διασκορπίζοντας τα οστά των νεκρών»9.
Ακολουθούν οι επιδρομές των Ρωμαίων, που κράτησαν δύο ολόκληρους αιώνες και έφεραν πράγματι «ες έδαφος» πόλεις, ναούς, ιερά και αγάλματα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το 194 π. Χ., ο Τίτος Φλαμίνιος, μετά την νίκη του κατά του Φιλίππου, «στέλνει καραβιές ολόκληρες από κλεμμένα μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα για να κοσμήσουν το θρίαμβο του στη Ρώμη»10.
Το 189 π.Χ., «ο Μάρκος Φούλβιος Νοβιλίορ λεηλατεί σύμφωνα με την καταγραφή του Πολύβιου την Αμβρακία συμπεριλαμβανομένων και των Ιερών της και στέλνει σα λάφυρα στη Ρώμη, αγάλματα, επιγραφές και θησαυρούς»11. Το 181 π.Χ., «η Σύγκλητος είχε ρίξει στην πυρά τα έργα των Πυθαγορείων»12.
Το 87 π.α.χ.χ.13, «ο άξεστος Σύλλας, καταστρέφει την Αθήνα που είχε συμπαραταχθεί με τον Μιθριδάτη, και αμέτρητα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής και θησαυροί, γίνονται αντικείμενα λεηλασίας και μεταφέρονται στη Ρώμη, συμπεριλαμβανομένης της ονομαστής βιβλιοθήκης του Απελλικώνος και του περίφημου πίνακα του Ζεύξιδος… Ο ίδιος άρπαγας στρατοκράτης ήταν επίσης αυτός που άρπαξε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του Αλαλκομένειου ιερού της Βοιωτίας, έβαλε χέρι στα ιερά της Επιδαύρου… της Ολυμπίας και των Δελφών»14.
Το 55 π.α.χ.χ., «ο φοβερός Βέρρης… λεηλάτησε τα καλλιτεχνήματα και τους θησαυρούς όλης της νότιας Ελλάδας, έκλεψε το χρυσό από τον Ναό της Αθηνάς στην Αθήνα… άρπαξε από την Τένεδο το λατρευτικό άγαλμα του τοπικού ημίθεου Τέννητος, καταλήστεψε τον πανάρχαιο Ναό της Ήρας στη Σάμο, το Ναό της Αρτέμιδος στην Πέργαμο, λεηλάτησε όλα τα μνημεία της Ασπένδου στην Παμφυλία»15.
«Ο Αύγουστος… κλέβει από την Τεγέα και μεταφέρει στη Ρώμη το περίφημο άγαλμα της Αλέας Αθηνάς… Ο Καλιγούλας διάλεγε ελληνικές προτομές και πρόσταζε να τις αποκεφαλίζουν και να προσθέσουν σε αυτές το δικό του κεφάλι… Ο Νέρωνας, κλέφτης επίσης πεντακοσίων χάλκινων γλυπτών από τους Δελφούς…»16.
Συμπερασματικά, ο εν λόγω συγγραφέας μας πληροφορεί ότι οι Ρωμαίοι «μέσα σε λιγώτερο από δύο αιώνες τη μετέτρεψαν (την Ελλάδα) σε ερειπωμένη επαρχία τους, σε μια χώρα όπου “οι λίθοι μόνον” θύμιζαν “τη σεμνότητα και το μέγεθος της Ελλάδος” (Δίων Χρυσόστομος)». Και καταλήγει: «ο Παυσανίας (σσ. 2ος μ. Χ. αι.) ουσιαστικά θα δει και θα περιγράψει μια χώρα ερειπωμένη και ολιγάνθρωπη, της οποίας αρκετές πόλεις είναι ήδη έρημες, τα δε ιερά είναι κατά πλειοψηφία χορταριασμένα και με γκρεμισμένες τις στέγες… Ο Ρωμαίος ποιητής Γιουβενάλλης… θα γράψει επίσης και τα εξής:… Σήμερα δεν μπορείς να αρπάξεις από αυτούς, όταν πατήσεις το φτωχό τους τόπο, τίποτε άλλο από μερικά βόδια και φοράδες, τους εφέστιους Θεούς από το σπιτικό τους και κανένα περίεργο άγαλμα, αν έχει μείνει κανένα στα ιερά τους…»17.
Αυτά εξιστορεί με εθνικό πόνο ο εκπρόσωπος του Τ.Σ.Ε.Ε. και μας βρίσκει συμπάσχοντας, γιατί έχει απόλυτο δίκιο. Όμως, πως συμβιβάζονται όλα αυτά μ’ εκείνα τα «αποφθεγματικά» που ακούσαμε πιο πάνω, ότι οι χριστιανοί «έκαψαν όσα βιβλία δεν τους βόλευαν, βεβήλωσαν τα ελληνικά ιερά, κομμάτιασαν τα αγάλματα, γκρέμισαν τους ελληνικούς ναούς, καταλήστεψαν τον εθνικό πληθυσμό», και ότι η Ορθοδοξία προσέφερε «Την καταστροφή όλων των ναών, των έργων τέχνης και των βιβλιοθηκών»;
Παρόμοιες «ομολογίες» συναντάμε και σε άλλα περιοδικά. Επιλεκτικά μεταφέρουμε εδώ δύο ακόμη αντιπροσωπευτικά κείμενα που προέρχονται από περιοδικά του «νεοεθνικού» νεοπολυθεϊστικού «χώρου»: «Οι πληροφορίες που παραδίδουν ο Παυσανίας, ο Στράβων και ο Πολύβιος για τις εκτεταμένες επιχειρήσεις αρπαγής ελληνικών έργων τέχνης εντυπωσιάζουν, όσον αφορά στους αριθμούς και την αξία των μνημείων, που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Πεντακόσια αγάλματα από τους Δελφούς, τρεις χιλιάδες από τη Ρόδο και εκατοντάδες γλυπτά και έργα ζωγραφικής από την Κόρινθο έγιναν λεία κατακτητών. Ό,τι είχε απομείνει μέχρι την επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Βυζαντίου, έγινε στόχος για καταστροφή από το νέο μισελληνικό καθεστώς, με την ανοχή και τις ευλογίες του οποίου «αλώνιζαν» ορδές βαρβάρων και λαφυραγωγούσαν, ό,τι εύρισκαν στο δρόμο τους. Εκτός απ’ αυτούς όμως και οι χριστιανοί του ελλαδικού χώρου δεν ήταν άμοιροι μιαρών πράξεων. Όχι μόνον κατέστρεφαν κτήρια και ακρωτηρίαζαν αγάλματα, αλλά πωλούσαν “δι’ ολίγα τάλλαρα” τα τεμάχιά τους σε ξένους επισκέπτες»18.
Τα ίδια επαναλαμβάνει και άλλο περιοδικό του «χώρου»: «Η λεηλασία του Ελληνικού πολιτισμού προσλαμβάνει δραματικές διαστάσεις επί Νέρωνος, ο οποίος “Πεντακόσιας θεών τέ αναμίξ αφείλετο και ανθρώπων εικόνας χαλκάς” (Παυσανίας, Φωκικά 71). Μεταξύ των κλοπιμαίων ήσαν και η πασίγνωστη Κόρη του Anzio, η Κασσάνδρα, ο έρως του Πραξιτέλους, ο θνήσκων Γαλάτης, ο Απόλλων του Σκόπα, η «εύκνημα» Αμαζόνα του Στρογγυλίωνος και ένα μικρό άγαλμα του Αλεξάνδρου, το οποίο είχε επιχρύσωση… Οι αυτοκράτορες και οι πλούσιοι Ρωμαίοι, αφού πρώτα έσβηναν τα επιγράμματα από τις βάσεις των αγαλμάτων, έκοβαν τα κεφάλια και στη θέση τους έβαζαν το μαρμάρινο ομοίωμα του δικού τους κεφαλιού»19
Ας σημειωθεί, ότι η μαρτυρία του Παυσανία πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαιτέρως βαρύνουσα, αφού το έργο του «Περιήγησις της Ελλάδος», έχει γραφεί μεταξύ των ετών 160 και 180 μ. Χ.
Αυτά, λοιπόν, μας πληροφορούν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των ελληνικών «νεοεθνικών» ρευμάτων, οι όποιοι στη συνέχεια καταγγέλλουν τον Χριστιανισμό ως τον μοναδικό διώκτη και καταστροφέα αρχαίων ναών, αγαλμάτων και βιβλιοθηκών. Δηλαδή, οι Ρωμαίοι δεν κατέστρεψαν τους αρχαίους ναούς αφήνοντας «μόνον τους λίθους»; Οι ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν αποκεφάλιζαν τα αγάλματα για να αντικαταστήσουν τις κεφαλές τους με τα ομοιώματα των δικών τους «άμυαλων» κεφαλών; Δεν έκαψαν βιβλία και βιβλιοθήκες20, δεν έφεραν «ες έδαφος» τα αριστουργήματα της ελληνικής τέχνης, αλλά και αυτόν το ίδιο τον ελληνικό πολιτισμό; Και όλα αυτά τα έκαναν μόνον οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και οι χριστιανοί; Αν είναι δυνατόν αυτό να λέγεται ιστορία και αντικειμενικότητα!
Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι Χριστιανοί, μέχρι και τις ημέρες του Μ. Κωνσταντίνου, όχι μόνον βρίσκονταν κάτω από φρικτούς και αιματηρούς διωγμούς, που ανέδειξαν 11 εκατομμύρια μάρτυρες της Πίστεως μέσα στους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αλλά και αποτελούσαν τον 4ο μ. Χ. αιώνα το 5% μόνον του πληθυσμού της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ποσοστό που δεν άλλαξε σημαντικά ακόμη και τους πρώτους χρόνους μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού. Διερωτάται κανείς: άραγε τον 4ο αιώνα, που άρχισε να επικρατεί ο Χριστιανισμός, όλοι αυτοί οι κατεστραμένοι ναοί, τα ιερά, και τα αγάλματα είχαν πάλι ανακατασκευαστεί;
Η ιστορική αλήθεια όμως είναι ότι, όσοι σώζονται από τους αρχαίους ναούς οι περισσότεροι το οφείλουν στο γεγονός ότι πέρασαν στη χρήση των Χριστιανών. Αν σώζεται σήμερα ο Παρθενώνας το σπουδαιότερο αρχαιοελληνικό μνημείο ο ναός του Ηφαίστου (Θησείο), το Ερεχθείο, το ωρολόγιο του Κυρρήστου και τόσοι άλλοι ναοί στον Ελλαδικό χώρο και έξω απ’ αυτόν, αυτό οφείλεται στο ότι μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς. Πολλά δε από τα αριστουργήματα τέχνης που διασώθηκαν και κυρίως αγάλματα, οφείλουν τη διάσωση τους στη μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη για τη διακόσμησή της.
Παρατηρεί ο κ. Ιωάν. Τσέντος: «Οι Βυζαντινοί φύλασσαν όλους αυτούς τους θησαυρούς ευλαβικά, και τους θεωρούσαν στολίδι της πρωτεύουσάς τους, πράγμα που αποδεικνύει πρώτον μεν ότι δεν έτρεφαν αυτό το υποτιθέμενο μίσος προς ό,τι το αρχαίο, αλλά θεωρούσαν αυτά τα αγάλματα μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, και δεύτερον ότι είχαν την αισθητική που τους επέτρεπε να εκτιμήσουν την ομορφιά και την αξία τους… δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως όποιο μνημείο τον αρχαίου ελληνικού πολιτισμού σώζεται σήμερα στην Ελλάδα, οφείλει τη σωτηρία του στην προστατευτική ασπίδα τον Βυζαντίου»21.
Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να καταλογισθεί η ευθύνη των σημερινών ερειπίων αρχαίων ναών στους Χριστιανούς. Μήπως δεν υπάρχουν σήμερα και αναρίθμητοι Χριστιανικοί ναοί ερειπωμένοι ή εξαφανισμένοι; Από τα μέσα του 4ου αι. έως και τον 6ο αι. μ. Χ., μόνο στην Αθήνα και τα περίχωρα, υπήρχαν είκοσι δύο χριστιανικές Βασιλικές. Πολλές απ’ αυτές είναι γνωστές σήμερα μόνον από τα ερείπιά τους. Ασφαλώς οι παλαιοχριστιανικές αυτές Βασιλικές δεν οφείλουν την ερήμωσή τους σε αντιχριστιανικούς διώκτες και καταστροφείς. Ο χρόνος, η φθορά, τα φυσικά φαινόμενα συνετέλεσαν στην ερήμωσή τους, καίτοι οι χριστιανοί που τις οικοδόμησαν, όχι μόνον υπήρχαν τότε για να τους χρησιμοποιήσουν στη λατρεία τους, αλλά και αποτέλεσαν πλέον το μόνο θρησκευτικό στοιχείο της Ελλάδος. Ως παραδείγματα μερικών από τις πολλές ερειπωμένες παλαιοχριστιανικές Βασιλικές, που δεν υπάρχουν σήμερα, αναφέρομε τις Βασιλικές της Αγ. Τριάδος (δυτικά του Παρθενώνα), του Ασκληπιείου (νότια του βράχου της Ακρόπολης), του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (δυτικά της Ακρόπολης), του Ιλισσού (ανατολικά των Στηλών του Ολυμπίου Διός Αρδηττού), του Ολυμπιείου (βόρεια των Στήλων του Ολυμπίου Διός), της Παναγιάς της Πέτρας (στον Ιλισσό) κ.α.22.
Θέλουν να αγνοούν, δηλαδή, οι σύγχρονοι «παγανιστές» ότι οι περισσότεροι αρχαίοι ναοί, όπως και οι παλαιοχριστιανικοί αργότερα, καταστράφηκαν από κατακτητές, από πολεμικές συγκρούσεις, από λεηλασίες και πυρκαγιές, από σεισμούς και θεομηνίες και άλλα φυσικά φαινόμενα.
Οι ισχυρισμοί όμως των σημερινών πολυθεϊστών, αποδεικνύονται μεροληπτικοί, αντιϊστορικοί, προκατειλημμένοι, και αστήρικτοι. Γενικεύουν αυθαίρετα ακραία και μεμονωμένα περιστατικά και διαστρεβλώνουν βάναυσα την ιστορική αλήθεια. Επαναλαμβάνομε, ότι δεν αρνούμαστε περιπτώσεις βίαιης συμπεριφοράς και φανατισμού από μέρους του Χριστιανικού όχλου και καταστροφές ναών και αγαλμάτων. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι καταπιεσμένοι Χριστιανοί κατέστρεψαν αρχαίους ναούς και αγάλματα. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γενικοποιούμε τα πράγμα τα και να αποδίδουμε την φυσική φθορά της αρχαιοελληνικής θρησκείας και των ιερών της σε μια τακτική και σ’ ένα «σχέδιο» του Χριστιανισμού για την επικράτησή του.
Όπως σημειώνει ο κ. Ιωάν. Τσέντος, «είναι εντελώς σαφές ότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενον να υπήρξαν εκείνη την εποχή και κάποιες εκδηλώσεις φανατισμού. Ο ισχυρισμός όμως ότι οι χριστιανοί και το Βυζάντιο προέβησαν φερ’ ειπείν σε συστηματική καταστροφή των αρχαίων αγαλμάτων, αποτελεί ασύστολο ψεύδος»23.
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος παρατηρεί: «Οπωσδήποτε, οι καταστροφές των ειδωλολατρικών ναών στην Ελλάδα δεν οφείλονταν σε θρησκευτικές συγκρούσεις. Η Ελλάδα είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό ρημάξει και καταστραφεί, πριν την αναγνώριση του χριστιανισμού ως θρησκείας, όταν ακόμη οι χριστιανοί ήσαν θύματα μεγάλων διωγμών ή και δεν είχαν καν εμφανισθεί στην ιστορία. Ήδη στην ελληνιστική εποχή, δεν είναι λίγες οι πόλεις που είχαν μετατραπεί σε μικρή ομάδα χαμόσπιτων, με σπασμένα αγάλματα και ερειπωμένους ναούς».
«Το μαντείο της Δωδώνης είχε σταματήσει προ πολλού να λειτουργεί και ήταν ερείπια, μας πληροφορεί ο Στράβων στα Γεωγραφικά του, τα οποία είχαν ήδη ολοκληρωθεί περίπου το 7 π.Χ. Ο Στράβων, επισημαίνει μάλιστα ότι όχι μόνο το μαντείο της Δωδώνης, αλλά και όλα τα άλλα μαντεία της Ελλάδος είχαν ουσιαστικά σβήσει στα χρόνια του»24.
Ο καθηγητής κ. Βασ. Μπακούρος ση μειώνει: «Όπως αποδεικνύει η έγκυρη επιστημονική έρευνα με βάση αρχαιολογικά ευρήματα (…., βλ. Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1996) τα περισσότερα ειδωλολατρικά ιερά ή ναοί δεν καταστράφηκαν ούτε μετασκευάστηκαν σε χριστιανικά τεμένη, απλώς εγκαταλείφθηκαν»25.
Και ο π. Γεώργ. Μεταλληνός υπογραμμίζει: «Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ο 6ο αι.) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους χριστιανούς. Η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες δείχνει περίτρανα τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας. Όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες26».
Σε επιστολή του προς τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, ο αρχαιολόγος Άγγ. Χωρέμης γράφει: «Αυτό που πράγματι έγινε είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής και καταστροφής των προσώπων. Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, αν σκεφτούμε ότι μόλις 7580 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς των Διοκλητιανού και Γαλερίου (+311) και 55-60 χρόνια από τον “ηπιότερο” διωγμό τον Λικινίου (310-324)• τον εξαγριωμένο αυτόν όχλο τον εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει ο,τιδήποτε “εθνικό” εύρισκε μπροστά του. Αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική τον Μεγάλου Θεοδοσίου και, όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει»27.
Κλείνομε την σύντομη αυτή επισκόπηση με τις επισημάνσεις του κ. Θαν. Παπαθανασίου, σε εμπεριστατωμένη μελέτη του δημοσιευμένη στο περιοδικό «Σύναξη». Μεταξύ των άλλων, γράφει: «σε όλο το σώμα των ιερών κανόνων… απουσιάζουν απολύτως κανόνες που να επιβάλλουν τον “εκχριστιανισμό” των εθνικών και σχεδόν απολύτως κανόνες που να επιτάσσουν την καταστροφή των παγανιστικών ιερών». Για τις διατάξεις νη’ και πδ’ της Συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.), με τις οποίες ζητείται από τους βασιλείς να εξαλείψουν «τα εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν», παρατηρεί ότι «πρόκειται για τοπικού χαρακτήρα πρωτοβουλία, που αφορούσε συγκυρίες της λατινικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αφρική». Η ίδια σύνοδος, εξ’ άλλου, ζητούσε από τους επισκόπους να καταστρέψουν και τα «χριστιανικά ναΐδρια», που είχαν ανεγερθεί αυθαίρετα από δεισιδαίμονες χριστιανούς (κανών πγ’)28.
Είναι, λοιπόν, φανερό ότι εθελοτυφλούν, οι σύγχρονοι «εθνικοί», προσπαθώντας επίμονα να βρουν οργανωμένο «σχέδιο» των Χριστιανών για την καταστροφή των αρχαίων ναών και μεθοδεύσεις.
1. Περιοδ. «Διϊπετές», τ. 31, σ. 34δ.
2. Στο ίδιο, τ. 43, σ. 36.
3. Περιοδ. «Άβατον», τ. 6, σ. 44.
4. Μάρ. Πλωρίτης, εφημ. «Το Βήμα», 11.6.2000.
5. Περιοδ. «Διϊπετές», τ. 27, σσ. 2627. Βλ. και περιοδ. «Απολλώνειο Φως», τ. 70, σ. 66.
6. Βλ. Στεφ. Μυτιληναίου, Ο Μονοθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα…, σσ. 11 εξ.
7. Βλ. περισσότερα και αναίρεση αυτού του ισχυρισμού στο Στ. Φανού, Οδηγός βιβλίων για την αρχαία Ελλάδα, τόμ. Β’, σσ. 318 εξ.
8. Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, τόμ Β’, Η συρρίκνωση της αρχαίας ψυχής, σ. 50.
9. Αυτόθι, από το βιβλίο του Κυρ. Σιμόπουλου, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Ύποτέλεια, Αθήνα, 1990.
10. Αυτόθι, σ. 58.
11. Αυτόθι, σ. 60.
12. Αυτόθι.
13. Πριν. απαρχήν. χριστιανικής. χρονολογίας.
14. Αυτόθι, σ. 61, (υπογραμμίσεις δικές μας).
15. Αυτόθι.
16. Αυτόθι, σ. 62.
17. Αυτόθι, σσ. 6263, (και δικές μας υπογραμμίσεις).
18. Μάρ. Μαμανέα, Η λεηλασία μιας αμύθητης καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Η αργυρολογία
και απολιτισιά των Ρωμιών, περιοδ. «Δαυλός», τ. 241, σσ. 155-534.
19. Βασ. Μισύρη, Οι βάρβαροι κτυπάνε την Ελλάδα, «Ές έδαφος φέρειν», περιοδ. «Ιχώρ», τ. 27, σ. 52.
20. Για την τύχη των Βιβλιοθηκών, βλ. άρθρο: Έκαψαν οι Χριστιανοί την περίφημη Βιβλιοθήκην της Αλεξάνδρειας από μένος, μίσος και λύσσαν κατά της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας;, περιοδ. «Εκ του περισσού της καρδίας», διμην. περιοδικόν φυλλάδιον Ι. Ν. Αγ. Στεφάνου Ν. Ιωνίας, τ. 28.
21. Ιωάν. Τσέντου, Χριστιανισμός και αρχαία ελληνική τέχνη, περιοδ. «Ακτίνες», τ. 624, σσ. 256257.
22. Βλ. ένθετο του περιοδικού «Τόλμη», «Παλαιοχριστιανικές Βασιλικές Αθηνών». Και π. Βασ. Γεωργόπουλου, Οι νεοπαγανιστικές φαντασιώσεις και τα ιστορικά δεδομένα, μέρη Η’ και Θ’, εφημερ. «Στύλος Ορθοδοξίας», α.φ. 89, 90.
23. Ένθ. ανωτ. σ. 255.
24. Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη Αρχιεπ. Αθηνών, Ελληνισμός προσήλυτος. Η μετάβαση του Ελληνισμού από την αρχαιότητα στο χριστιανισμό, σ. 111.
25. Βασ. Μπακούρου, Απάντηση σε επιστολές, περιοδ. «Τρίτο Μάτι», τ. 93, ένθετο σ. 9.
26. π. Γεωργ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, σ. 132.
27. Αυτόθι, σ. 158.
28. Θαν. Παπαθανασίου, (Αυτο)Κριτική ερμηνεία της καταστροφής παγανιστικών ιερών από χριστιανούς, περιοδ. «Σύναξη», τ. 69, σ. 63.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (Φ. Μπουρλάς)

 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Φειδίας Ν. Μπουρλάς
(Φειδίας Μπουρλάς, Pheidias Bourlas,

Ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε η έννοια του έθνους πριν τον 18ο αι.
και ότι τα έθνη είναι κατασκευή του δυτικού διαφωτισμού, είναι
απαράδεκτος, ανιστόρητος και επικίνδυνος. (Και, ο ίδιος ο ισχυρισμός,
επαν-εφεύρεση του... 20ού αιώνος (μετά την παλαιομαρξιστική πρώτη
εφεύρεσή του), υποστηριζόμενη σήμερα εντόνως από την, επιθυμούσα
την πολτοποίηση και εξουσιασμό των λαών, νέα τάξη πραγμάτων.)
Εκείνο που εφευρέθηκε τότε στην Δύση ήταν το δυτικό εθνικό
κράτος, όχι το έθνος, το οποίο υπήρχε από τότε που εμφανίστηκαν
οι οργανωμένες κοινωνίες. (Και πάλι βέβαια έχουμε στην Ευρώπη
και εθνικά κράτη αιώνες πριν τον Διαφωτισμό.)
Αλλά και αν κάποια από τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά έθνη σχηματίστηκαν
και συνειδητοποιήθηκαν προσφάτως, αυτό ουδόλως έχει να κάνει με το
Ελληνικόν, το οποίο είναι έθνος πανάρχαιο και συνείδησή του δεν
απετέλεσε ο νεώτερος βρετανικός (με έμφαση στην γλώσσα), γερμανικός
(με έμφαση στην φυλετική καταγωγή) ή γαλλικός (με έμφαση στην κοινή
συνείδηση) εθνικισμός, αλλά η πορεία των χιλιετιών, η καταγωγή,
ο πολιτισμός που οι χιλιετίες συσσώρευσαν και αφομοίωσαν στον λαό
αυτόν. Επί τουρκοκρατίας π.χ. τα ανωτέρω στοιχεία εκφράστηκαν μέσω
της θρησκείας, η οποία έτσι απετέλεσε βασικό στοιχείο εθνικού
προσδιορισμού και διατηρήσεως της ιστορικής συνέχειας. Είναι
προφανές λοιπόν ότι υπάρχει διαφορά με τα νεώτερα Ευρωπαϊκά
έθνη.
Το Ελληνικόν Έθνος υφίσταται, όπως μαρτυρεί η Μυθολογία, από
καταβολής κόσμου και έχει θεια καταγωγή, από τους Ολύμπιους και
λοιπούς θεούς, ημιθέους, ήρωες και γενάρχες και, πάνω απ' όλα,
την Ελληνική Γη.
"Γης παις ειμι και Ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον."
(Ορφεύς, αποσπ. 17, 11-12)
Ο Ζευς αποκαλείται από τον Όμηρο ("Οδύσσεια", Α 28)
"πατήρ ανδρών τε θεών τε".
"ως ωμόθεν γεγάασι θεοί θνητοί τ' άνθρωποι"
("κοινή την καταγωγή είχανε οι αθάνατοι θεοί και οι θνητοί άνθρωποι")
(Ησίοδος, "Έργα και Ημέραι", 108)"Εν ανδρών, εν θεών γένος· εκ μιας δε πνέομεν ματρός αμφότεροι."
(Πίνδαρος, "Νέμεα", Ωδή 6η)

Κατά την πάροδο των χιλιετιών, η εθνική συνείδηση άλλοτε
εντεινόταν (κυρίως σε περιόδους όπου το Έθνος εβρίσκετο εν κινδύνω)
και άλλοτε ατονούσε, χωρίς όμως να παύσει ποτέ να υφίσταται.

Έτσι, επί Περσικών Πολέμων, οι Αθηναίοι λέγουν προς τους
Λακεδαιμονίους (Ηροδότου "Ιστορίαι", βιβλ. 8, 144, 14-17):
"αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών
ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα, των προδότας γενέσθαι
Αθηναίους ουκ αν ευ έχοι."

Η συνειδητοποίηση αυτή του Ελληνικού "τρόπου", οι αξίες και τα ήθη,
οδηγούν σε τέτοια άνθηση της Παιδείας, ώστε ο Ισοκράτης να θεωρήσει
την Παιδεία αυτή ως το μέγα κριτήριο της Ελληνικότητος
("Πανηγυρικός", 50):
"Τοσούτον δ' απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν
τους άλλους ανθρώπους, ώσθ' οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι
γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά
της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της
παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας."

Φθάνουμε στον Ευσέβιο, επίσκοπο Καισαρείας (επί Μεγάλου
Κωνσταντίνου) ο οποίος γράφει ("Ευαγγελική Προπαρασκευή", βιβλ. 8,
κεφ. 14, παραγρ. 66, στιχ. 6-8):
"Μόνη γαρ η Ελλάς αψευδώς ανθρωπογονεί, "φυτόν ουράνιον" και
βλάστημα θείον ηκριβωμένον, λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον
επιστήμηι."

Ο Ελληνικός αυτός Πολιτισμός, όπως έχει εξελιχθεί, εκφράζοντας
πάντοτε τις αιώνιες Ελληνικές Αξίες, είναι το βασικό συστατικό της
συνείδησης και ιδεολογίας της Αυτοκρατορίας. Της οποίας ο λαός είναι
ο "περιούσιος". Συνιστά ο λαός της Αυτοκρατορίας, βάσει αυτής της
ιδεολογίας, ένα έθνος; Δεν παύει μάλλον η Αυτοκρατορία να είναι
πολυεθνική, με περιούσιον όμως εν αυτή έθνος το Ελληνικό και
τον πολιτισμό του κυρίαρχο.

Και πολύ γρήγορα η Αυτοκρατορία ταυτίζεται απολύτως με το
Ελληνικό Έθνος, ενώ και η συναίσθηση της καταγωγής γίνεται πια
απόλυτα ξεκάθαρη και έντονη.
Η συνειδητοποίηση αυτή του Ελληνισμού έχει τις βάσεις
της αρκετούς αιώνες πριν τον... 18ο αι. Γίνεται ιδιαίτερα έντονη
μετά την σύγκρουση με τους Φράγκους και Λατίνους (867, επί Φωτίου
του Μεγάλου, το πρώτο σχίσμα, 1204, επί Μιχαήλ Κηρουλαρίου, το
οριστικό) και ακόμα περισσότερο τη φραγκική κατάκτηση (1204).

Ο Charles Diehl γράφει: "Σ' αυτή την πόλη (Κων/πολη), η οποία επί
τόσο μακρό διάστημα είχε υποστηρίξει ότι είναι κληρονόμος της ρωμαϊκής
παραδόσεως, είναι σημαντικό να σημειώσει κανείς την καταπληκτική
αναβίωση της μνήμης του ελληνικού παρελθόντος και να παρατηρήσει
τη γένεση ενός ελληνικού πατριωτισμού, ο οποίος είναι έκφραση μιας
από τις ιδέες που οδήγησαν στην ανασύσταση της νέας Ελλάδος το 19ο αι."

Και οι Φράγκοι, όπως μας λέει ο στιχουργός του "Χρονικού του
Μορέως", γνώριζαν ότι οι Βυζαντινοί "από τη Ρώμη απήρασιν το όνομα των
Ρωμαίων" αλλά "Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν."

Ήδη τον 11ο αι. η Άννα Κομνηνή ("Αλεξιάς") χρησιμοποιεί το όνομα
"Έλληνες" ως εθνικό προσδιορισμό του λαού της Αυτοκρατορίας.

Και την ίδια περίπου εποχή, κατά τον Runciman, οι αυτοκράτορες
αρχίζουν να αποκαλούνται και "Βασιλείς των Ελλήνων".

Ο Νικήτας Χωνιάτης ("Ιστορία") τον 12ο αι. χαρακτηρίζει
τους δυτικούς "σκοτεινές φυλές που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει
ούτε η χάρις ούτε η μούσα", οι οποίες φυλές μόνο από την
Κωνσταντινούπολη παίρνουν φως.

Ο Αυτοκράτωρ της Νικαίας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης γράφει προς τον
πάπα Γρηγόριο Θ' περί της σοφίας η οποία "εν τω γένει των Ελλήνων ημών
βασιλεύει". Υποστηρίζει ότι η μεταφορά της κληρονομιάς του Μεγάλου
Κωνσταντίνου είναι εθνική "εις το ημέτερον γένος" (και δεν ανήκει
επομένως στον Λατίνο, πλέον, αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως).
Ο υιός του Βατάτζη Θεόδωρος Β' Λάσκαρις προβάλλει το όνομα των
Ελλήνων με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο ("Χριστιανική Θεολογια", 7):
Δεν τονίζει απλώς ότι "απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος",
αλλά και ότι "Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα... Συ
δε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαυχά;".

Και ο Γεώργιος Γεμιστός - Πλήθων (15ος αι.):
"Έλληνες γαρ το γένος εσμέν, ως η ημετέρα γλώσσα και παιδεία μαρτυρεί."

Ιδού η "νέα" (ή μάλλον παντοτινή) εθνική συνείδηση του Ελληνισμού.

Επί Επαναστάσεως ο Στρατηγός Μακρυγιάννης λέγει:
"Αυτά τα αγάλματα, όσα τάλιρα και να σας δώσουν, να μην καταδεχτείτε
να φύγουν από την πατρίδα μας. Γι' Αυτά πολεμήσαμε."

Ξέρει τι λέει ο Μακρυγιάννης, και πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε τα
λόγια του; είναι χαρακτηριστικά της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων
και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού;

Στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", 1975, τ. ΙΑ', σελ. 433,
ο Λ. Βρανούσης , γράφει (ένθερμος θαυμαστής του Νεοελληνικού
Διαφωτισμού, δεν θεωρεί όμως, όπως θα δούμε, τεχνητό κατασκεύασμα
του τελευταίου το Ελληνικό Έθνος):
"Ιστορική συνέχεια και εθνική συνείδηση. Σταθερό υπόβαθρο η
παράδοση. [σ.σ. προ της παιδείας του Διαφωτισμού] Εκτέθηκαν
προηγουμένως οι παράγοντες που συνετέλεσαν στο να διασωθή και να
συγκροτηθή ως "γένος" [σ.σ. επ' αυτού βλέπε και παρακάτω] ό,τι
επέζησε από τον ελληνοβυζαντινό κόσμο μετά τη θεομηνία των οθωμανικών
κατακτήσεων. Αποφασιστικώτατα συνέβαλαν οι πνευματικοί παράγοντες: η
θρησκεία, συνεκτικός δεσμός και προστατευτικό τείχος, η κοινή γλώσσα, ο
χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί
και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα
του παρόντος, οι ίδιες παρήγορες ελπίδες για το μέλλον. Η συνοχή του
Γένους υπάρχει ήδη διαμορφωμένη στο ιδεολογικό του υπόβαθρο: από
τη μια, η βυζαντινή κληρονομιά - η "θεόσδοτη" βασιλεία των "αγίων
αυτοκρατόρων", η "θεοφρούρητη" Εκκλησία, ο "οικουμενικός" πατριάρχης,
ο "περιούσιος λαός" της Ορθοδοξίας -, απροσδιόριστος ίσως μυστικισμός,
αλλά αέναη πάντοτε πηγή μεσσιανικής προσδοκίας, αυτοπεποιθέσεως και
οραματισμών. από την άλλη, οι αρχαίοι προγονοί, η δόξα των αιώνων,
σοφοί και ήρωες, τιμωροί των Ασιατών και κοσμοκράτορες.

Ο υπόδουλος Ελληνισμός είναι ένας κόσμος που γαλουχείται με τους
θρύλους του "μαρμαρωμένου βασιλιά", αναζητεί το "πλήρωμα του χρόνου"
στα χρησμολόγια, ιστορεί στις τοιχογραφίες των εκκλησιών τον Ακάθιστο
με την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη κάτω από τη σκέπη της Υπερμάχου,
ζωγραφίζει όμως και τους "Έλληνες" φιλοσόφους δίπλα στους προφήτες`
ονομάζει "ελληνικά" τα κυκλώπεια τείχη και φαντάζεται τους "Έλληνες"
μυθικούς γίγαντες` ξέρει για κάθε ακρόπολη ή πεδίο μάχης θαυμαστές
ιστορίες που συνέβησαν "στον καιρό των Ελλήνων"` έμαθε να απαντά στις
γοργόνες ότι "ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος"` ρωτάει και ξέρει ποιους
μεγάλους άνδρες έβγαλε ο τόπος του στην αρχαιότητα` μοχθεί να σπουδάσει
τα "ελληνικά" των παλαιών βιβλίων, διότι είναι η γλώσσα του Ευαγγελίου
και των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και η γλώσσα των σοφών του
προγονών` σκύβει με κατάνυξη στα συναξάρια των νεομαρτύρων, που
τονώνουν την εγκαρτέρηση με την υπόσχεση ουράνιων φωτοστεφάνων, αλλά
παθαίνεται διαβάζοντας τη "φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου", τον οποίο
προσμένει να ξαναφανεί, τιμωρός και δικαιοκρίτης.
Στο γόνιμο αυτό έδαφος έριχνε ολοένα και πλουσιώτερο τον σπόρο της η
Παιδεία. [σ.σ. Υπήρχε "γόνιμο έδαφος" επομένως, δεν "χαλκεύθηκε" εκ του
μηδενός η εθνική συνείδηση, απέρρεε από την ίδια τη φύση των πραγμάτων,
τη ζωντανή αίσθηση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.] Η επίγνωση
της προγονικής κληρονομιάς, κάτι σαν συναίσθημα υπέροχης, γίνεται
αυτοπεποίθηση. Από τις μυστικές πηγές των μεσσιανικών προσδοκιών
αναδύεται η πίστη σε κάποια ιστορικά πεπρωμένα. Κανείς δεν αμφιβάλλει
ότι, μετά την εβδομάδα των Παθών, έρχεται η Ανάσταση."

Στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", 1975, τ. ΙΑ', σελ. 349, ο
Κ.Θ. Δημαράς επισημαίνει το ρόλο, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, της
συνείδησης της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού. Αναφέρει:
"Ο Γεώργιος Γεμιστός Πληθών διακηρύσσει: "Εσμέν γαρ ουν Έλληνες το
γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος Παιδεία μαρτυρεί." Δύο ημέρες πριν
την Άλωση, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ονομάζει την πόλη "ελπίδα και
χαράν πάντων των Ελλήνων".
Δεν έχουν περάσει εκατό χρόνια από την Άλωση, και ο Αντώνιος
Έπαρχος γράφει το μακρό του αρχαϊκό ποίημα "Θρήνος εις την Ελλάδος
καταστροφήν". Σύγχρονός του είναι ο αρχηγός μισθοφόρων Θωμάς, ο οποίος
προσφωνεί τους συμπατριώτες του που οδηγεί στην μάχη: "Ελλήνων γαρ
εσμέν παίδες, και βαρβάρων σμήνος ου πτοούμεθα.""
Παρακάτω αναφέρεται στον σπουδαίο Φαναριώτη λόγιο Δ. Καταρτζή, ένα
πνεύμα ικανό να αντιλαμβάνεται τα μηνύματα των νέων καιρών, χωρίς
όμως να αποκόπτεται καθόλου από την παλαιά Φαναριώτικη παράδοση. Έτσι
ο Καταρτζής το 1783 εξακολουθεί να προτιμά το όνομα "Ρωμιός" αντί του
"Έλλην", καθώς, λέει, "όξ' απ' τους σπουδαίους μας οπού είπα, όλο
το έθνος μας τώρα, όταν λεν Έλληνα, νοούνε ειδωλολάτρη. Πως είχαμε
προγονούς τους Έλληνες τιμή μεγαλωτάτη, χωρίς να πρετεντέρουμε
τ' όνομα". επισημαίνει όμως:
"Αφ' ου ένας Ρωμηός συλλογιστή μια φορά πως κατάγεται από τον
Περικλέα, Θεμιστοκλέα και άλλους παρόμοιους Έλληνες, ή απ' τους
συγγενείς του Θεοδοσίου, του Βελισαρίου, του Ναρσή, του Βουλγαροκτόνου,
του Τζιμισκή, κ' άλλων τόσων μεγάλων Ρωμαίων, ή έλκει το γένος του
από κανέναν άγιο, ή από κανέναν του συγγενή, πώς να μην αγαπά τους
απογόνους εκείνων κ' αυτωνών των μεγάλων ανθρώπων; Πώς να μην τό 'χη
χαρά του να δυστυχή σε τέτοια πολιτική κοινωνία που συναπαρτίζουν
αυτοί; Πώς να μην πονή αιωνίως το έδαφος που τους ανάθρεψ' εκείνους
κ' αυτουνούς; Και τραβώντας ασμένως τον δούλειο του ζυγό, πώς να μη
βρέχη με δάκρυα τον τόπο που έβαψαν με το αίμα τους, εκείνοι για δόξα,
κ' αυτοί για τη σωτηρία τους;
Όντας λοιπόν κ' εμείς οπωσούν ένα έθνος, κ' έχοντας πατρίδα φίλον
έδαφος..."
(Βλ. και σελ. 443)

Το κατά καιρούς κατηγορηθέν Πατριαρχειο λέγει, επι τουρκοκρατίας,
στον διεξαχθέντα διάλογο με τους Βρετανούς προτεστάντες:
"...πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την
Νέαν Ρώμην καλουμένων..."
Δηλ. οι Ρωμαίοι-Ρωμιοί-"Νέοι Ρωμαίοι" απόγονοι και συνέχεια των
"πάλαι καλουμένων Ελλήνων", καλούμενοι σήμερα ούτως εκ της Νέας Ρώμης,
όχι της Πρεσβυτέρας, δηλωτικό επομένως το όνομα της εξελληνίσεως της
Ρώμης, της νίκης της Ελλάδος, και όχι της εκλατινίσεως της Ελλάδος,
της νίκης της Ρώμης, και άρα κάθε άλλο παρά μειωτικό.

Ο Κοραής θα γράψει: "Η ματαιότης δ' αύτη (ότι κατάγονται από τους
αρχαίους Έλληνες), η διάφορα της θρησκείας και των ηθών [...], ταύτα
συνετέλεσαν ώστε μέγα μέρος του Έθνους να θεωρεί εαυτό πάντοτε
αιχμάλωτον, ουδέποτε δε ως δούλον." ενώ ο G.P. Henderson επισημαίνει
ότι "σε όλο το 17ο, το 18ο και στις αρχές του 19ου αι., οι Έλληνες
διετήρησαν το συναίσθημα της μοναδικότητός τους, και το γεγονός αυτό
είναι ο πιο θεμελιακός απ' όλους τους παράγοντες που έκαναν δυνατή την
πνευματική τους αναγέννηση, η οποία προηγήθηκε της πολιτικής αναστάσεως
της νέας Ελλάδος."
Παρατηρώντας την συνείδηση αυτή, στα χρόνια της τουρκοκρατίας,
της ιστορικής συνέχειας και της μοναδικότητος του Ελληνισμού, ο
Κ. Παπαρρηγόπουλος θα γράψει ότι "το έθνος του 1821 ήταν το ίδιο και
απαράλλαχτο με το έθνος του 1453".

Λέγει ο Κολοκοτρώνης στον Στρατηγό Hamilton:
"Εμείς, καπετάν Άμιλτον, δεν εκάμαμε ποτέ συμβιβασμό με τους
Τούρκους. Άλλους έκοψαν, άλλους σκλάβωσαν με το σπαθί και άλλοι, καθώς
εμείς, ζήσαμε ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο βασιλιάς μας εσκοτώθη,
δεν έκαμε καμμιά συνθήκη με τους Τούρκους. Η φρουρά του είχε παντοτεινό
πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήσαν ανυπόταχτα. Η φρουρά του
είναι οι κλέφτες και τα φρούρια η Μάνη, το Σούλι και τα βουνά."

"Νεώτερο τεχνητό κατασκεύασμα" λοιπόν το Ελληνικόν Έθνος,
η' αιώνιος, πάντοτε ζωντανός και ακμαίος, οργανισμός, φορεύς αξιών
και δημιουργός πολιτισμού;

Φειδίας Ν. Μπουρλάς



Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ*

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς
Οι επιβιώσεις του Βυζαντίου
Η Άλωση του 1453 δεν υπήρξε όπως συχνά νομίζεται η απαρχή του νεώτερου ελληνισμού αλλά μια διακοπή της κρατικής υπόστασης του, με ανυπολόγιστες συνέπειες μέχρι και σήμερα.
Ο νεώτερος ελληνισμός συγκροτείται κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο – όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι θέτουν κατηγορηματικά ως αφετηρία της ιστορίας του το 1000, το 1071, το 1204, ενώ και η πλέον όψιμη χρονολόγηση θέτει ως αφετηρία το 1261. Η Τουρκοκρατία συνιστά έτσι τη δεύτερη περίοδο του, την έναρξη της οποίας τοποθετούμε συμβατικά στα 1453, ενώ μια τρίτη, αρχίζει μετά το 1821. Επειδή το χρονικό βάθος της «βυζαντινής» διαδρομής του νεώτερου Ελληνισμού είναι μεγάλο, από 250 έως 450 χρόνια, η ελληνική ταυτότητα σφραγίζεται από τις επιβιώσεις του Βυζαντίου σε όλες τις εκφάνσεις του βίου των Ελλήνων. Ο Κ.Θ. Δημαράς το επισημαίνει στον Πρόλογό του στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας:
Μετά το 1261 μπορούμε να πούμε ότι Βυζάντιο και Ελλάδα συμπίπτουν.[ ] Γύρω στην Άλωση η συνείδηση των διανοουμένων φαίνεται καθαρά ελληνική «σμν γρ ον [ ] λληνες τ γένος ς τε φων κα πάτριος παιδεία μαρτυρε» γράφει ο Γεμιστός. Δυο μέρες πριν την Άλωση ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ονομάζει την Πόλη «λπίδα κα χαρν πάντων τν λλήνων». Η μετάβαση από το Βυζάντιο στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε: κι’ όπως μέσα στο Βυζάντιο είδαμε να γεννιέται ο νέος Ελληνισμός, έτσι και μέσα στον νέον Ελληνισμό θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε το Βυζάντιο που συνεχίζει τη ζωή του[1].
Μέχρι το 1922, το όραμα της ανασύστασης του υστερο-βυζαντινού ελληνικού κράτους, το οποίο απεκλήθη «Μεγάλη Ιδέα» από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1843, εμπνέει όλες τις επαναστατικές και πολιτικές απόπειρες. Σήμερα, αντιστρόφως, ο Ελληνισμός γνωρίζει ανάλογες προκλήσεις, mutatis-mu­tan­dis, με το ύστερο Βυζάντιο: επιστροφή του νεο-οθωμανικού επεκτατισμού, αποσύνθεση του βαλκανικού χώρου, αντιφατικές σχέσεις με τη Δύση, και κατά συνέπεια, εξακολουθούμε, εν πολλοίς, να ζούμε στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε τότε. Ο νεώτερος Ελληνισμός θα σφραγιστεί ανεξίτηλα από μια αντιστασιακή διαδικασία, που έχει ως αφετηρία τη «βυζαντινή» του περίοδο, και η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα λέγαμε μάλιστα πως, μετά μια «ευτυχή περίοδο» ανόδου και ανασυγκρότησης –1700-1922, τη νεώτερη Ελληνική Αναγέννηση– ο Ελληνισμός επιστρέφει και πάλι σε μια «παλαιολόγεια» εποχή καθολικής κρίσης.
Αυτή την ιστορική συνέχεια καταδεικνύουν –αν υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο– η σημασία και ο ρόλος της Ορθοδοξίας που εξέφρασε και ταυτόχρονα διαμόρφωσε την ιδιαίτερη, έναντι της Ανατολής και της Δύσεως, Ελληνική ταυτότητα: Η συνέχεια της Ελληνικής γλώσσας, τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή της εκδοχή· η επιβίωση και η αναπαραγωγή της λαϊκής παράδοσης και πολιτισμού, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1970, πριν ενσκήψει το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο που, από πολλές απόψεις, εκθεμελίωσε έναν πολιτισμό χιλιετιών.
*** Στα χρόνια της Επανάστασης, και αμέσως μετά, αρκετοί από τους Έλληνες λογίους, ακολουθώντας τον συρμό του δυτικού διαφωτισμού και του Γιββωνισμού, προσπαθούσαν να «αποσείσουν» στα μάτια των Δυτικών φιλελλήνων κάθε υποψία… «βυζαντινισμού», ενώ την ίδια στιγμή, για τον λαό, το Βυζάντιο συνέχισε να αποτελεί –απολύτως φυσιολογικά– τη θεμελιώδη καταγωγική του αναφορά. Σε αυτό συνηγορούν όλες οι μαρτυρίες των περιηγητών που επισκέφτηκαν τότε την Ελλάδα. Ο Τζων Καμ Κομπχάουζ (John Cam Cobhouse), το 1813, παρατηρεί:
«Μπορεί να φαίνεται τετριμμένο το να υπενθυμίζει κανείς στους Έλληνες τον Λεωνίδα· αλλά η αλήθεια είναι πως η πλειοψηφία του λαού έχει, τόσο γι’ αυτόν όσο και για τους άλλους ήρωες της αρχαιότητας, μια πολύ συγκεχυμένη ιδέα, και ελάχιστοι ανάμεσά τους πηγαίνουν πιο πίσω στο ένδοξο παρελθόν τους από την εποχή των Ελλήνων Αυτοκρατόρων. [ ] Όλες τους οι ελπίδες στρέφονται στην ανασύσταση του βυζαντινού τους βασιλείου»[2].
Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1824, ο Αμερικανός Μπρεκ (Breck), σε μια επιστολή του, προσπαθεί να εξηγήσει γιατί δεν είναι φιλέλληνας:
«Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν γνωρίζουν τίποτε για τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Σόλωνα και τις άλλες διασημότητες των αρχαίων καιρών· οι παραδόσεις τους δεν πηγαίνουν πέρα από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία»[3].
Ωστόσο, αν το βασικό πλαίσιο και οι συσχετισμοί δυνάμεων που ορίστηκαν στην υστεροβυζαντινή περίοδο παραμένουν επίκαιροι μέχρι σήμερα, η άμεση συνάφεια των μετά την Άλωση του 1453 εξελίξεων με την υστεροβυζαντινή εποχή, προφανώς, τροποποιείται στον χρόνο. Όσο απομακρυνόμαστε από τη Βυζαντινή περίοδο, οι επιδράσεις διαμεσολαβούνται από νέες συγκυρίες και συσχετισμούς, από νεωτερικές παραγωγικές συνθήκες και πολιτισμικά ρεύματα, που, όχι μόνο εξασθενούν την άμεση επιρροή του απομακρυνόμενου παρελθόντος, αλλά διαμορφώνουν καινοφανή δεδομένα και συστήματα παραδόσεων: Έτσι, για τον μετεπαναστατικό Ελληνισμό του νεώτερου Ελλαδικού κράτους, άμεση παράδοσή του γίνεται κατ’ εξοχήν η Τουρκοκρατία και η Φραγκοκρατία, μέσω των οποίων και διαμεσολαβείται η βυζαντινή παράδοση· σήμερα δε, στον αρχόμενο 21ο αιώνα, η ισχυρότερη παράδοση είναι πλέον αυτή του νεώτερου ελλαδικού κράτους και της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, που αποτελεί ένα ιστορικό παρελθόν με βάθος δύο αιώνων σχεδόν κ.ο.κ.
Συνεπώς, αν μπορούμε να διακρίνουμε ακόμα και σήμερα στοιχεία της άμεσης παράδοσής μας που έλκουν την καταγωγή τους απ’ ευθείας από το Βυζάντιο, ιδιαίτερα στις λατρευτικές συνήθειες, τη γλώσσα, τη λαϊκή παράδοση και τις γεωπολιτικές σταθερές, αυτά διαμεσολαβούνται πλέον από επιγενέστερα επάλληλα στρώματα παραδόσεων. Η συνάφεια με την υστεροβυζαντινή εποχή καθίσταται απόμακρη και συσκοτίζεται, ιδιαίτερα για τις νεώτερες γενεές, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε ορισμένοι –ενίοτε ακόμα και ιστορικοί– επιχειρούν να την αποκρύψουν παντελώς.
Στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, το Βυζάντιο, ή μάλλον η συνέχεια του Βυζαντίου μετά το Βυζάντιο, παραμένει ακόμα η άμεση παράδοση του Ελληνισμού, στις συνθήκες της Τουρκοκρατίας και της Φραγκοκρατίας. Και μόνο μετά το 1669 και την κατάληψη της Κρήτης –ή, για άλλους, το 1699 και τη συνθήκη του Πασάροβιτς, ή τέλος το 1715– αλλάζουμε «εποχή», με την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού χώρου από τους Τούρκους και την ταυτόχρονη και εντελώς αντιφατική έναρξη της μακράς περιόδου της οθωμανικής παρακμής και της άνθησης του νεώτερου ελληνισμού.
Μέχρι τον 17ο αιώνα, ο ελληνισμός παραμένει, λοιπόν, κατ’ εξοχήν βυζαντινός –ακριβέστερα υστεροβυζαντινός–, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως ο μόνος θεσμός του παρελθόντος που επιβιώνει στις νέες συνθήκες, συνέχει τους Έλληνες και τους λοιπούς ορθοδόξους των Βαλκανίων. Γι’ αυτό και θα επιφορτιστεί με έναν ευρύτερο ρόλο, ως ο αποκλειστικός εκφραστής του «γένους». Όχι μόνο θα αναλάβει την παιδεία των Ελλήνων, αλλά θα ενδυθεί και κοσμικές εξουσίες, στον τομέα της διοίκησης ή της δικαστικής δικαιοδοσίας. Θα μεταβληθεί στον αποκλειστικό εκπρόσωπο του «ρουμ-μιλέτ» έναντι της Υψηλής Πύλης, θα συγκρατήσει τα κύματα των εξισλαμισμών και, ιδίως στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την καθολική και φραγκική διείσδυση, συνεχίζοντας το έργο που είχε αρχίσει από τον 12ο αιώνα – σε μεγαλύτερη κλίμακα, μάλιστα, ως ο μοναδικός εκφραστής του γένους. Επί πλέον, η βυζαντινή ζωγραφική θα κυριαρχεί, το βυζαντινό μέλος, έστω και παραφθαρμένο, θα διαμορφώνει το μουσικό ήθος των Ελλήνων, και η γλώσσα θα ακολουθεί, λιγότερο ή περισσότερο, τα υστεροβυζαντινά πρότυπα, τόσο στη λαϊκή –δημώδη– όσο και στη λόγια μορφή.
Μόνο κατά τον ύστερο 17ο αιώνα, η ανάδυση των Φαναριωτών αρχικώς και της νέας εμπορικής αστικής τάξης, η ενδυνάμωση των θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης, των πολεμικών κοινοτήτων και των νέων εκπαιδευτικών θεσμών, η ανάπτυξη των σχέσεων με την ανερχόμενη Δύση, θα μετριάσουν το τεράστιο βάρος της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία: Καινοφανείς θεσμοί και αντιλήψεις, νέες δυνάμεις –που δεν κατάγονται πλέον άμεσα από την υστεροβυζαντινή περίοδο, αλλά απαντούν στις προκλήσεις της συγκυρίας– θα εμφανιστούν και, μαζί με τους προγενέστερους, θα συγκροτήσουν το νέο κράμα, τη νέα κυρίαρχη παράδοση του αναγεννώμενου ελληνισμού.
Οι νέοι προσανατολισμοί έμοιαζαν να απαντούν στα ελλείμματα και τα αδιέξοδα της υστεροβυζαντινής περιόδου, που οδήγησαν το Βυζάντιο στην παρακμή και την ήττα: Στον χώρο της οικονομίας, μια γηγενής αστική τάξη, εμπορική και ναυτική –που τόσο έλειψε μετά τον 11ο αιώνα από τον βυζαντινό ελληνισμό–, θα αναδυθεί ως η οιονεί αστική τάξη του βαλκανικού χώρου. Στο πεδίο της «πολεμικής αρετής», ανασυγκροτείται η ικανότητα για αυτοάμυνα των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι, μετά τον 12ο αιώνα, συμμετείχαν όλο και λιγότερο στην άμυνα της Αυτοκρατορίας, όπου οι παραδόσεις των Ακριτών και των Μακεδόνων αυτοκρατόρων είχαν ξεχαστεί και οι στρατοί του Βυζαντίου είχαν γίνει κατ’ εξοχήν μισθοφορικοί. Αντίθετα, στα χρόνια της οθωμανικής αποσύνθεσης, οι Έλληνες θα ξαναμάθουν και πάλι να πολεμούν και να νικούν τους Τούρκους, αρχικώς σε μικρή κλίμακα, με τους κλέφτες, τους αρματολούς, ή τις μεγάλες στρατιωτικές κοινότητες των Σουλιωτών και της Μάνης, και αργότερα, με την Επανάσταση, σε μεγαλύτερη κλίμακα. Τέλος, θα ενισχυθούν και πάλι οι κοινοτικοί θεσμοί και οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, ενώ συγκροτείται και ένα πρόπλασμα διοικητικής άρχουσας τάξης με τους Φαναριώτες.
Θα έχουν, δηλαδή, ωριμάσει οι όροι για την ελληνική Αναγέννηση. Από τον 17ο αιώνα και στο εξής, θα πάψει πλέον το Βυζάντιο να αποτελεί την αποκλειστική αναφορά του νεώτερου ελληνισμού, και θα μεταβληθεί σε μία –σημαίνουσα πάντα– συνιστώσα ανάμεσα σε άλλες.
Μνήμες της Άλωσης
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε τόσο βαθιά εντύπωση στους Έλληνες, από τον Πόντο και την Παλαιστίνη έως τη Νότια Ιταλία, ώστε αναρίθμητοι θρήνοι, δημοτικοί ή λογιότεροι, πλάστηκαν ή γράφτηκαν γι’ αυτό το σχεδόν απίστευτο κοσμοϊστορικό γεγονός. Παρ’ ότι η Βασιλεύουσα ήταν πια σκιά του εαυτού της, ερημωμένη και ερειπωμένη, μια νησίδα στην οθωμανική θάλασσα, εντούτοις η ύπαρξή της σηματοδοτούσε ακόμα την ύπαρξη του βυζαντινού ελληνισμού[4]. Γι’ αυτό και το τέλος της άργησε να γίνει πιστευτό από τους ραγιάδες και βιώθηκε ως μια ανεπανόρθωτη καταστροφή.
Ταυτόχρονα όμως, υπογραμμίζει ο Νικόλαος Πολίτης, η Άλωση λειτούργησε λυτρωτικά, απελευθέρωσε τους Έλληνες από τις φρούδες ελπίδες της ανάστασης ενός σεσηπότος οργανισμού και από την κατάθλιψη που τους βάραινε μπρος στο αναπόφευκτο τέλος:
Προ ταύτης μεν [δηλ. της αλώσεως] τα περί του μέλλοντος μαντεύματα ήσαν απαίσια και προανήγγελλον όλεθρον και καταστροφάς, μετά δε την άλωσιν αντίθετα όλως διεδίδοντο, μαρτυρούντα μεταβολήν του φρονήματος του έθνους. Από πολλού μεν χρόνου προ της αλώσεως της πρωτευούσης του κράτους ανεφέροντο χρησμοί περί της επικειμένης καταστροφής, ευθύς δ’ όμως μετά την άλωσιν εγεννήθησαν αίσιαι περί της μελλούσης τύχης του έθνους ελπίδες, και ερριζώθη η πεποίθησις παρά τω ελληνικώ λαώ ότι αφεύκτως διά της σπάθης θ’ ανακτήσει την διά της σπάθης αρπασθείσαν υπό των εχθρών πατρικήν κληρονομίαν[5].
Ο Γεώργιος Ζώρας, στη Βυζαντινήν Ποίησιν, καταγράφοντας τους «θρήνους» της Άλωσης, εμφαίνει τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε όσους γράφτηκαν αμέσως μετά την Άλωση και τους μεταγενέστερους, αφού είχε μεσολαβήσει η σκληρή δοκιμασία της σκλαβιάς. Ο άγνωστος συγγραφέας στην «λωσι Κωνσταντινουπόλεως», από τους 1045 στίχους –που άλλοτε αποδίδονταν στον Εμμανουήλ Γεωργιλά– επικρίνει τους Βυζαντινούς, διότι «τρία πράγματα χάλασαν τν ωμανίαν λην:/ φθόνος, φιλαργυρία κα κεν λπίδα», καθώς και τους Δυτικούς για την αδιαφορία τους:
296 Βενετία φουμιστή, μυριοχαριτωμένη,
Αθέντες εγενέστατοι, λάθος μεγάλον τον,
Ες τν Κωνσταντινούπολιν μεγάλο κρμα τον·
299 Πο τον βοήθεια σας, αθέντες Βενιτζιάνοι;[6]
Ωστόσο, επιχειρεί να συγκινήσει τους χριστιανούς, και κυρίως τον πάπα, ώστε να οργανώσουν μιαν απελευθερωτική σταυροφορία:
289 λθε καιρς τν χριστιανν, Λατίνων κα ω­μαί­ων,
ού­σων κα Βλά­χων κα Ογγρν, Σέρβων κα λαμάνων,
291 ­λοι ν ­μο­νοι­ά­σου­σιν, ν γέ­νου­σι τ ­να [ ]
604 κο­ρυ­φ τς κ­κλη­σι­ς, πα­να­γι­ώ­τα­τε πά­πα,
Τς πί­στης τ στε­ρέ­ω­μα, Χρι­στια­νν δό­ξα,
’ς τν ­γι­ο­σύ­νη σου κρε­μ λ’ χριστιανοσύνη·
ν τος ­φέ­ρς ες καλν κ τν δι­ατανωσύνη [ ]
608 κα ν ση­κώ­σς τν σταυ­ρν μ φόβον κα μ τρόμον[7].
Όμως, ενάμιση αιώνα αργότερα, και ενώ συνεχίζονται να γράφονται θρήνοι για την Άλωση, ο επίσκοπος Μυρέων Ματθαίος, το 1619, στο βιβλίο του «τέρα στορία τν κατ τν Ογγροβλαχίαν τελεσθέντων, ρξαμένη π Σερμπάνου βοηβόνδα μέχρι Γαβριλ βοηβόνδα, το νεσττος δουκός, ποιηθεσα παρ το ν ρχιερεσι πανιερωτάτου μητροπολίτου Μυρέων κυρο Ματθαίου το κ Πωγωνιανς, κα φιερωθεσα τ νδοξοτάτω ρχοντι κυρί ωάνν τ Κατριτζ», αφιερώνει τους στίχους 2305-2764 στην Άλωση από όπου ήδη αναφαίνεται μια ριζικά διαφορετική ιδεολογία. Ο Ματθαίος οικτίρει τους «Έλληνες» ( πς καταστάθηκε τ γένος τν λλήνων –στ. 2360), που περιμένουν τη σωτηρία τους από τους ξένους και από τους ψευδοχρησμούς:
2328 Οα σ’ μς, ­φέν­τη μου, μ τν ­λί­γην γν­σι,
­π’ ­χο­μεν τ θάρ­ρος μας μέ­σα ες τν Σπανί­αν,
κ’ ες τ χοντρ τ κάτεργα πο ’ναι ’ς τν Βενετίαν,
ν λ­θουσι μ τ σπαθ τν Τορκον ν σκοτώσουν,
ν πά­ρουν τ βασίλειον κ’ μς ν μς τ δώσουν·
2335 λ­πί­ζο­μεν ες τος χρη­σμούς, ’ς τς ψευ­δο­προ­φη­τε­ες,
Κα τν και­ρόν μας χά­νο­μεν ’ς τς μα­ται­ο­λο­γί­ες,
Ες τν βορ­ρν ’ς τν ­νε­μον ­χο­μεν τν λ­πί­δα,
2338 Ν πά­ρουν ­π πά­νω μας το Τούρ­κου τν πα­γί­δα[8].
Για τον επίσκοπο Μυρέων, η μόνη καταφυγή των υπόδουλων «Ελλήνων» είναι πλέον ο εαυτός τους και ο Θεός. Αν οι ίδιοι είναι πιστοί και ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους και εάν Εκείνος το επιθυμεί, θα ελευθερωθούν. Την ίδια στιγμή, ένας άλλος επίσκοπος, ο Διονύσιος ο «Σκυλόσοφος» της Λάρισας, με την εξέγερσή του, θα δοκιμάσει να θέσει σε εφαρμογή το «συν Αθηνά και χείρα κίνει»!
Τόσο έντονα σφραγίστηκε η λαϊκή φαντασία από την πτώση της Πόλης, ώστε δημιουργήθηκαν θρύλοι και παραδόσεις πανελλήνιας εμβέλειας και μακροχρόνιας αντοχής, όπως για τα μισοτηγανισμένα ψάρια, τον μαρμαρωμένο βασιλιά, τον παπά της Αγίας Σοφίας ή την Αγία Τράπεζα κ.λπ.
Τον καιρό που είχαν ζώση την Πόλη οι Τούρκοι, ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια ‘ς το τηγάνι. Τα είχε τηγανίση από τη μία μεριά κι’ ό,τι ήταν να τα γυρίση από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει, πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη˙ «Ποτέ δεν θα πατήσουν την Πόλη οι Τούρκοι, λέγει ο καλόγερος. Τότε θα το πιστέψω αυτό, αν αυτά τα ψάρια τα τηγανισμένα ζωντανέψουν!» Δεν απόσωσε το λόγο, και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά, κ’ έπεσαν ‘ς ένα νερό εκεί κοντά. Και είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια ‘ς το Μπαλουκλύ, και θα βρίσκωνται εκεί μισοτηγανισμένα και ζωντανά, ως να έρθη η ώρα να πάρωμε την Πόλη. Τότε λεν πως θαρθή ένας άλλος καλόγερος να τ’ αποτηγανίση[9].
Το γεγονός της Άλωσης μόνο με μια θαυματουργία θα μπορούσε να πιστοποιηθεί, να πηδήσουν τα μισοτηγανισμένα ψάρια στο νερό. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η πίστη στην αναπόφευκτη ανακατάκτηση. Την ίδια ή και μεγαλύτερη διάδοση είχε και ο θρύλος του «μαρμαρωμένου βασιλιά»:
Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψη η Πόλη, και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλλα ‘ς τάλογό του να τους εμποδίση. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκία, χιλιάδες τον έβαλαν ‘ς τη μέση, κ’ εκείνος χτυπούσε κ’ έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ’ άλογό του, κ’ έπεσε κι αυτός. Κ’ εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήση το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε, και τον πήγε σε μία σπηλιά βαθιά ‘ς τη γη κάτω, κοντά ‘ς τη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο Βασιλιάς, και καρτερεί την ώρα νάρθη πάλι ο άγγελος να τον σηκώση. [ ] Όταν είναι το θέλημα του Θεού, θα κατεβή ο άγγελος ‘ς τη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώση, και θα του δώση ‘ς το χέρι πάλι το σπαθί, που είχε ‘ς τη μάχη. Και θα σηκωθή ο βασιλιάς και θα μπή ‘ς την Πόλη από τη Χρυσόπορτα, και κυνηγώντας με τα φουσσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξη ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνη μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήση το μουσκάρι ‘ς το αίμα[10].
Μια παράδοση εξόχως ενδεικτική για τη διαμόρφωση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας, μέσα από τους μαιάνδρους της ιστορικής εμπειρίας, είναι αυτή η οποία αφορά στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας:
Την ημέρα που πάρθηκε η Πόλη έβαλαν ‘ς ένα καράβι την αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφιάς, να την πάη ‘ς τη Φραγκιά, για να μην πέση ‘ς τα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως ‘ς τη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η αγία τράπεζα εβούλιαξε ‘ς τον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι’ αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. [ ] Όταν θα πάρωμε πάλι την Πόλη, θα βρεθή και η αγία Τράπεζα και θα την στήσουν ‘ς την Αγία Σοφιά, να γίνουν ‘ς αυτή τα εγκαίνια[11].
Επρόκειτο, αρχικώς, για την αυθεντική Αγία Τράπεζα την οποία είχε τοποθετήσει ο Ιουστινιανός και την είχαν λεηλατήσει και κατατεμαχίσει οι Φράγκοι το 1204. Τότε πλάστηκε ο θρύλος ότι βούλιαξε στην Προποντίδα, όταν οι Ενετοί αποπειράθηκαν να τη μεταφέρουν στην Ιταλία. Το θαυματουργό γεγονός περιγράφει και ο χρονογράφος Δωρόθεος, επίσκοπος Μονεμβασίας – το Χρονικό του οποίου τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1637 και γνώρισε 18 εκδόσεις στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας: «­πα­γαί­νουν τι­νς ­κε μ πε­ρά­μα­τα, κα λαμ­βά­νουν ­π τν θά­λασ­σαν ­κεί­νην, ­που ε­ναι ­γί­α Τρά­πε­ζα, κα μυ­ρί­ζει θαυ­μα­σι­ώ­τα­τα μυ­ρω­δί­ας, ­π τ ­γιον μύ­ρον ­που ­χει κα τν λ­λων ­ρω­μά­των»[12].
Στη μεταγενέστερη παράδοση, η σύληση της Αγίας Τράπεζας από τους Φράγκους μεταβάλλεται σε προσπάθεια να διασωθεί με τη μεταφορά της… στη «Φραγκιά»! Έτσι, διατηρείται ο παλαιότερος πυρήνας για τη μεταφορά της, αλλά σε ένα πλαίσιο ριζικά διαφορετικό, σύμφωνα με τη νέα «βασική αντίθεση» που είναι η τουρκική κατοχή. Τέλος, σε μία αρχαιότερη εκδοχή, πριν από την Άλωση του 1204, η Αγία Τράπεζα έμελλε να καταστραφεί από το «γύναιον Μόδιον», λίγο πριν την έλευση του Αντιχρίστου. «Όθεν αι τύχαι της Αγίας Σοφίας και των ιερών σκευών αυτής [ ] συνάπτονται προς τας τύχας του ελληνικού έθνους» [13].
Αναρίθμητες είναι οι παραδόσεις που αφορούν στην Άλωση και στην πίστη στην «επιστροφή» της Πόλης στα χέρια των Ελλήνων, όπως ο φωτεινός σταυρός που φαίνεται πάνω απ’ την Αγιά Σοφιά ή ο θρύλος για τη λειτουργία της Αναστάσεως, που κατά μυστηριώδη τρόπο τελείται κάθε χρόνο στη μεταβληθείσα σε τζαμί εκκλησιά.
Η καθημερινότητα
Αλλά, εκτός από τη μνήμη του βυζαντινού κράτους των Ελλήνων και τους θρύλους της Άλωσης, αναρίθμητα «βυζαντινά» στοιχεία συναντούμε στην ίδια την καθημερινότητα, κάποτε και τη θεσμική, των μεταβυζαντινών.
Άμεση συνέπεια της τουρκικής κυριαρχίας και της επιβολής των οθωμανικών θεσμών πάνω στη βυζαντινή κληρονομιά ήταν «ο αποκεφαλισμός της, στο επίσημο επίπεδο, και η απομόνωση στο λαϊκό», όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Σπύρος Βρυώνης[14]. Η τουρκική κατοχή προκάλεσε βαθύτατες αλλαγές: στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, απλοποίηση της ταξικής δομής, οικονομική πτώχευση, εθνική αποσύνθεση, θρησκευτική οπισθοδρόμηση, στέρηση ατομικών δικαιωμάτων, αποθεσμοποίηση του πολιτισμού και πολιτισμική απομόνωση[15]. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η βυζαντινή κληρονομιά καταδύεται κυρίως στο λαϊκό επίπεδο, τις παραδόσεις, τις συμπεριφορές, την εκκλησία, την τέχνη, και εκεί εγκαταβιώνει ριζωμένη στην καθημερινότητα των ραγιάδων[16]. Γι’ αυτό και οι κατώτερες τάξεις, ο λαϊκός κλήρος, οι ορεσίβιοι, οι νη­σιώτες, όσοι, δηλαδή, στην καθημερινή τους ζωή, έρχονται λιγότερο σε επαφή με τους Οθωμανούς κατακτητές, θα διατηρήσουν σχεδόν αλώβητη τη βυζαντινή παράδοση, έστω και αν κάποτε αγνοούν το ιστορικό υπόβαθρο και τα μνημεία της ιστορικής συνέχειας.
Ωστόσο, και στο θεσμικό πεδίο, δεν εξαφανίζονται εντελώς οι επιβιώσεις αυτής της κληρονομιάς[17]. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που αφορούν στο βυζαντινό δίκαιο, το οποίο εχρησιμοποιείτο για έξι ολόκληρους αιώνες, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, το 1946! Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, κυκλοφόρησαν παραφράσεις του Αρμενοπούλου και της επιτομής του Βλαστάρεως στη δημώδη, όπως το Νομοκριτήριον, τον 17ο αιώνα. Μαρτυρούνται, επίσης, μορφές επιβίωσης της βυζαντινής Προτιμήσεως –που προστάτευε τους ελεύθερους αγρότες από τους γαιοκτήμονες[18]: Όντως, σε νόμους και έθιμα των διοικήσεων της Μυκόνου (1647), της Σύρου (1697, 1700, 1812), του Πόρου, της Σαντορίνης, της Φολεγάνδρου, εφαρμοζόταν μια ανάλογη πρακτική, γνωστή ως προτιμή, η οποία εφαρμοζόταν και σε περίπτωση πλειστηριασμού για χρέη, εξ αιτίας αδυναμίας καταβολής του χαρατσιού.
Για το δίκαιο της θάλασσας είναι ακόμα στενότερη η συνάφεια του νεότερου εθιμικού δικαίου –όπως εκείνου της Ύδρας (1793)– με τον βυζαντινό «Νόμον οδίων Ναυτικν» που ρύθμιζε τα ναυτικά δάνεια ή κατένειμε τα κέρδη και τις ζημιές ανάμεσα στον πλοίαρχο και το πλήρωμα των σκαφών – πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στα ψαράδικα σκάφη[19].
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η βυζαντινή νομοθεσία αποτελούσε την κύρια πηγή του δικαίου μαζί με το εθιμικό δίκαιο. Στα πρώτα Συντάγματα (1821-1827), το δίκαιο οριζόταν «συμφώνως προς τους νόμους των αειμνήστων Βυζαντινών αυτοκρατόρων», ενώ ο Καποδίστριας θεσμοθέτησε την ­ξά­βι­βλο του Αρμενοπούλου (1345) ως την αποκλειστική πηγή του αστικού δικαίου. Το διάταγμα 152 της 15/27 Αυγούστου 1830 θέσπιζε πως τα δικαστήρια θα έπρεπε να συμβουλεύονται και να εφαρμόζουν τους νόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιείχοντο στην ­ξά­βι­βλο. Εν τέλει δε, το ιδιωτικό δίκαιο ρυθμίστηκε, κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας, με το διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου του 1835, σύμφωνα με τους νόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιλαμβάνει η ­ξά­βι­βλος, έως ότου εκδοθεί νέος Αστικός Κώδικας, πράγμα που συνέβη μόλις το 1946![20]
Αν η θρησκευτική ζωή των Ελλήνων και η τέχνη –ζωγραφική, μουσική– παραμένει μέχρι σήμερα σφραγισμένη από το Βυζάντιο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, ορισμένες δεκαετίες πριν, ο αγροτικός κόσμος ζούσε, καλλιεργούσε και διασκέδαζε με μορφές παραπλήσιες, αν όχι ταυτόσημες, με τους Βυζαντινούς. Και αδιάψευστο μάρτυρα συνιστούν οι παραδόσεις, οι μύθοι, οι παροιμίες, τα τραγούδια[21].
Μια απλή καταγραφή των «βυζαντινών» στοιχείων που επιβιώνουν στη μακρά διάρκεια, σε παροιμίες, αποφθέγματα, γνωμικά –είναι άρρηκτα δεμένα με τον εθνικό χαρακτήρα των λαών, με τις συνέχειες και τις ασυνέχειές τους, τις τομές και τις τροπές τους–, αποτελεί από μόνη της ένα τιτάνιο έργο. Θα σταχυολογήσουμε απλώς ορισμένα λήμματα από τις συλλογές παροιμιών, αποφθεγμάτων και παροιμιωδών εκφράσεων των βυζαντινών συγγραφέων και φιλολόγων, υπενθυμίζοντας ότι πολλές από αυτές ανάγονται στον Αίσωπο και έχουν ζωή τουλάχιστον δύο χιλιάδων χρόνων.
Ανάμεσα σε εκείνους που συνέλεγαν παροιμίες κατά τη βυζαντινή περίοδο ήταν και ο Ψελλός, ο Πλανούδης, ο Γλυκάς, ο Μιχαήλ Αποστόλης, ενώ ο Κοραής, αρχικώς, και εν συνεχεία ο Σάθας, ο Κουρτς (Eduard Kurtz) και ο Κρουμπάχερ υπήρξαν από τους πρώτους που τις κατέγραψαν. Ο Κρουμπάχερ είχε καταμετρήσει 129, ενώ, λίγα χρόνια μετά, ο Νικόλαος Πολίτης καταγράφει ήδη 222[22]. Διαβάζουμε, λοιπόν, ορισμένες παροιμίες από τις παλαιότερες συλλογές: Από τα Αισώπεια, «Τ ταχ κα χάριν χει» ή «δωρ στάμενον ζει»· από τη συναγωγή του Μιχαήλ Ψελλού, «Μία χερέα νερ πνίγει με», «π σαλο κα με­θυ­στο τν ­λή­θειαν ­κου­ε», « λύ­κος τν τρί­χα ­λλάσ­σει, τν δ γνώ­μην οκ ­λλάσ­σει», « κό­σμος ­πον­τί­ζε­τον κα γυ­νή μου ­στο­λί­ζε­τον»[23]. Από βυζαντινές συλλογές που έχουν εξαρχαΐσει το γλωσσικό ιδίωμα: «Τν φρονί­μων τ παι­δί­α πρν πει­νά­σουν μα­γε­ρεύ­ουν», «ν ­χς τύ­χην τρέ­χε, κα ν οκ ­χς τύ­χην τί τρέ­χεις;» «Ες κουφο θύ­ραν ­σα θέ­λεις κρά­ζε», «κε­ που νι πολ­λο πε­τει­νο τα­κε ­μέ­ρα ο γί­νε­ται», «λ­λο­θι τ ­σμα­τα, λ­λα­χο δ γεν­ν­σιν ­λε­κτο­ρί­δες», «­πο­ρί­α ψάλ­του βήξ», «ρ­χη­γο πα­ρόν­τος, ρ­χ παυ­σά­σθω», «Τρες ­δου­σι, δύ­ο δ χο­ρεύ­ου­σι», «Χαί­ροις φί­λε – Κυά­μους σπεί­ρω»[24].
Ο Κουκουλές, για να καταδείξει την άμεση συνάφεια της νεώτερης ελληνικής και των εκφράσεών της με τη γλώσσα του Βυζαντίου[25], αφιέρωσε έναν τόμο της Ιστορίας του, το «Παράρτημα» του Ε΄ τόμου, στη «νέα ελληνική γλώσσα κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έθιμα». Ανάμεσα στ’ άλλα μας θυμίζει πως η παροιμιώδης έκφραση «έμεινε στα κρύα του λουτρού» αναφέρεται στα βυζαντινά ατμόλουτρα –ρωμαϊκής προελεύσεως, τα οποία περιγράφει και ο Γαληνός–, όπου ο λουόμενος περνούσε διαδοχικά από τρία διαμερίσματα, ψυχρό, χλιαρό και θερμό, ή κυρίως λουτρό. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, διακοπτόταν το λουτρό, έμενε κυριολεκτικά «στα κρύα του λουτρού»[26].
Το «κοντς ψαλμός, λληλούια» σημαίνει πως ένα γεγονός θα ολοκληρωθεί τόσο γρήγορα όσο σύντομα επέρχεται ο ενταφιασμός μετά τον «κοντό» ψαλμό και το αλληλούια. Και ήδη, στον 7ο αιώνα, απαντάται η φράση «ε δ τ το­μ θά­να­τος ­πι­δρά­μοι, βρα­χς ψαλ­μς ­πι­κή­δει­ος ­παλ­λάτ­τει τν πά­σχον­τα»[27]. Ο «κερατάς» αποκαλείται έτσι διότι, όπως τονίζει και ο Ψελλός στη μικρή μελέτη του «Πό­θεν τ το κε­ρα­τ ­νο­μα», τα κερασφόρα ζώα, σε αντίθεση με τα μη κερασφόρα, δεν είναι ζηλότυπα, εξ ού και η ονοματοδοσία κερατάς:
τν γρ ­λό­γων ζ­ων ­σα μν οκ ­χει κέ­ρα­τα, ρ­γί­λα κα ζη­λό­τυ­πα πε­ρ τς ε­νάς… τ δ κε­ρα­σφό­ρα σχε­δν ε­πεν ξύμ­παν­τα ῥᾷ­στα τ πά­θος ­φί­σταν­ται· ν­τε­θεν γον τν μ πε­ρ τν ­δί­αν γα­με­τν ζη­λο­τυ­πον­τα μη­δ’ λ­λως ­γα­να­κτον­τα ­π τ πράγ­μα­τι, κε­ρα­τν ­νο­μα­το­θέ­της νό­μα­σεν.
Πιθανότατα δε η έκφραση να προέρχεται από την αρχαιότητα, δεδομένου ότι ο Αρτεμίδωρος, στα νειροκριτικά του, τον Β΄ μ.Χ. αιώνα, υπογραμμίζει πως για τον ατιμαζόμενο σύζυγο έλεγαν ήδη «κέ­ρα­τα α­τ ποι­ε»[28]. Η έκφραση «δεν έμεινε ρουθούνι» παραπέμπει στη συνήθεια που υπήρχε στον Μεσαίωνα να κόβουν τις μύτες και τα αυτιά των νεκρών αντιπάλων, την οποία εφάρμοσαν στη συνέχεια και οι Τούρκοι, αλλά και οι Έλληνες κατά την επανάσταση του ’21. Ήδη ο βυζαντινός χρονογράφος του 11ου αιώνα, Γεώργιος Κεδρηνός, στη Σύ­νο­ψιν ­στο­ρι­ν του, αναφέρεται στον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη, που, αφού εφόνευσε πολλούς Άραβες, «τς ῥῖ­νας κα τ ­τα τν πε­σόν­των ­πο­τε­μν δι­ε­κό­μι­σε ν Καπ­πα­δο­κί­ τ βα­σι­λε» ενώ, σε ακριτικό άσμα του Πόντου, αναφέρεται πως ο ήρωας
Χι­λί­ους ­π’ μ­πρ’ ­σκό­τω­σεν κα μύ­ριους ­π’ ­πί­σω,
ν­ν κο­φί­νια ’­φόρ­τω­σεν ­τί­α κα μυτ­τί­α[29].
Η έκφραση «θα πεθάνεις στην ψάθα» ή «πέθανε στην ψάθα» παραπέμπει στο γεγονός ότι οι φτωχοί Βυζαντινοί κοιμόντουσαν όντως κατάχαμα, στην ψάθα, σε αντίθεση με τους εύπορους, που κοιμώνταν σε κρεβάτι. Έτσι, ο Πτωχοπρόδρομος λέει: «κα σ κοι­μ­σαι ες τ ψα­θν κα γέ­μεις κα τς φθε­ρας», ενώ αλλού: «Σ ­κοι­μ ες τ ψα­θν κι’ ­γ ες τ κλι­νά­ριν»[30].
Θα κλείσουμε με την πασίγνωστη έκφραση «τα ’κανε(ς) θάλασσα», που παραπέμπει στην καταστρεπτική δράση πλημμυρών και την υπερχείλιση ποταμών. Έτσι, διαβάζουμε στην Άννα Κομνηνή: «πλημ­μύ­ρας ον γε­νο­μέ­νης τν πο­τα­μί­ων ευ­μά­των κα ­περ­χει­λί­σαν­τος το ­δα­τος, θά­λασ­σαν ν ­ρν ­παν τ πε­δί­ον ­κε­νο»[31].
Όσο και αν μπαίνουμε στον πειρασμό να συνεχίσουμε αυτή την παράθεση, που αρκεί, σχεδόν αφ’ εαυτής, για να απαντηθεί το ζήτημα της ταυτότητας του ύστερου Βυζαντίου και της συνέχειας του ελληνισμού της Τουρκοκρατίας και του ελλαδικού κράτους μαζί του, αυτή η σύντομη αναφορά θέλει να υπομνήσει πως η εθνική συνέχεια δεν αποτελεί μόνον προνόμιο των λογίων ή των ιερωμένων. Αντιθέτως, εάν δεν ανιχνεύεται στην καθημερινότητα, τη λαϊκή θρησκευτικότητα και παράδοση, τότε είναι συχνά κίβδηλη. Ακόμα και αν τίποτε δεν είχε επιβιώσει από τη γραπτή παράδοση, όπως συνέβη με ένα μεγάλο μέρος της κατά τους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση, θα αρκούσε η ζωντανή μνήμη του λαού για να επανασυνδέσει τα «διεστώτα μέλη» της ιστορίας μας.
Η συνέχεια της «δημώδους»
Στους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, ο λαϊκός πολιτισμός επιβιώνει μέσω της προφορικής παράδοσης, στην οποία περιλαμβάνονται, εκτός από δημοτικά τραγούδια, παραμύθια και αφηγήσεις, και η από στήθους απομνημόνευση έργων, όπως ο ­ρω­τό­κρι­τος, η Βο­σκο­πού­λα, το ­πος το Δι­γε­ν, η Φυλ­λά­δα το Με­γα­λέ­ξαν­δρου, τα οποία βρίσκονται στα στόματα λαϊκών αφηγητών. Ιδιαίτερα στα Επτάνησα, και κατ’ εξοχήν στη Ζάκυνθο, μετά την πτώση της Κρήτης, μένει ζωντανή η προφορική κρητική παράδοση και θα επηρεάσει αποφασιστικά τους εγχώριους λογίους, που θα συνεχίσουν να γράφουν στη δημοτική, προαναγγέλλοντας τον Σολωμό.
Παράλληλα, η επέκταση της εγγραμματοσύνης, ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και στο εξής, θα επιταχύνει και τη διάδοση του γραπτού δημώδους, αλλά και των εκκλησιαστικών έργων, σε ευρεία έκταση.
Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι η Φυλ­λά­δα το Με­γα­λέ­ξαν­δρου θα γνωρίσει 3 εκδόσεις στον 16ο αιώνα, 6 τον 17ο, 14 τον 18ο και 8 στα πρώτα είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα – σύνολο 31[32]. Ο Γιώργος Βελουδής[33] θα καταγράψει, για την περίοδο 1529-1926, 61 συνολικά εκδόσεις μέχρι το 1926, και θα υπολογίσει περίπου σε 60.000 τον αριθμό των αντιτύπων που τυπώθηκαν[34]. Αμέσως μετά, ακολουθούν οι Μ­θοι το Α­σώ­που οι οποίοι θα εκδοθούν δεκάδες φορές σε νεοελληνική μετάφραση, εκτός από τις αρχαιοελληνικές εκδόσεις[35], με σύνολο 50 εκδόσεις για την περίοδο 1529-1926[36]. Ο ­ρω­τό­κρι­τος θα πρωτοτυπωθεί το 1713 και, έως το 1819, θα πραγματοποιήσει 30 τουλάχιστον εκδόσεις[37]. Ο βυζαντινός Σπα­νός, την περίοδο 1553-1796, θα πραγματοποιήσει 8 εκδόσεις· η Βο­σκο­πού­λα (1627-1780) 11· η Θυ­σί­α το ­βρα­μ (1696-1798) 15, η Δι­ήγη­σις το ­πολ­λω­νί­ου βα­σι­λι τς Τύ­ρου[38] (1534-1778) 14, η Γαδάρου, Λύκου Κιαλουπος διήγησις ραία (1539-1793) 11, η ­ρω­φί­λη (1637-1772) 5, η ­μαρ­τω­λν Σω­τη­ρί­α του Αγάπιου Λάνδου (1641-1795) 24, Ο ν­δρα­γα­θεί­αις το Μι­χα­λ βο­ε­βό­δα (1638-1785) 11, η ­ξή­γη­σις το θαυ­μα­στο μ­πε­ρί­ου (1553-1779) 12, η Δι­ή­γη­σις ες τς πρά­ξεις Βε­λι­σα­ρί­ου (1548-1577) 5, η ­στο­ρί­α το Ῥὲ τς Σκότ­ζιας του Ιάκωβου Τριβώλη (1523-1799) 20, η ­πι­το­μ τς ­ε­ρο­κο­σμι­κς ­στο­ρί­ας του Νεκταρίου Ιεροσολύμων (1668-1783) 5, το Βι­βλί­ον ­στο­ρι­κν του Δωροθέου Μονεμβασίας (από το 1631 έως το 1818) 26, κ.λπ.[39] Σε αυτό τον ενδεικτικό κατάλογο των δημοφιλέστερων Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων περιλαμβάνονται βιβλία ιστορίας, θύραθεν και εκκλησιαστικής, μύθοι και λογοτεχνικά έργα, ορισμένα από τα οποία κυκλοφορούσαν ήδη ευρέως υπό μορφή χειρογράφου και στη βυζαντινή περίοδο, όπως ο Που­λο­λό­γος, η Φυλλάδα, ο Βελισάριος, η Γα­δά­ρου Λύ­κου Κι­α­λου­πος δι­ή­γη­σις ­ραί­α, ο Σπα­νός, οι Μ­θοι το Α­σώ­που κ.ά.
Δεν πρέπει δε να λησμονούμε πως τα πλέον διαδεδομένα «λαϊκά αναγνώσματα» υπήρξαν τα εκκλησιαστικά και θρησκευτικά κείμενα, με τα οποία οι ραγιάδες μάθαιναν γραφή και ανάγνωση και τα χρησιμοποιούσαν αδιάκοπα ως αναγνώσματα, πέρα από τη λειτουργική χρήση τους, για τους χιλιάδες ιερωμένους, ιδιαίτερα του κατώτερου κλήρου. Για λειτουργική χρήση, το ν­θο­λό­γιον το ­λου ­νια­υτο, που περιλάμβανε τα κυριότερα μέρη της Λειτουργίας, πραγματοποίησε σαράντα γνωστές εκδόσεις μεταξύ 1578 και 1821[40].
Η λόγια λογοτεχνική παράδοση θα διασωθεί και αυτή μέσα από τη σύνδεσή της με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα ως συνέχεια της βυζαντινής παράδοσης, την οποία ανέλαβε στις νέες συνθήκες, μέχρι το 1669, η Κρήτη και εν συνεχεία τα Επτάνησα. «Από τα Επτάνησα και την Πελοπόννησο ως τη Σμύρνη, και από την Κρήτη ως τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, τα κρητικά έργα έπαιζαν το ρόλο πραγματικής εθνικής παιδείας για τον ελληνικό λαό εκείνης της εποχής και έσωσαν για πολύ καιρό την καλαισθησία και την γλωσσική του ακεραιότητα»[41]. Η επτανησιακή παράδοση, η οποία σε μια αδιάσπαστη ενότητα θα διατηρήσει την επαφή με την κρητική λόγια και λαϊκή παράδοση, ενώ ταυτόχρονα θα εμπλουτίζεται από το ηπειρωτικό και πελοποννησιακό δημοτικό τραγούδι, θα γίνει η κατ’ εξοχήν γέφυρα προς τη νεοελληνική λογοτεχνική δημιουργία. Έτσι, η Ερωφίλη, τονίζει ο Βάλτερ Πούχνερ, θα λειτουργήσει τόσο ως πηγή έμπνευσης για λόγια έργα, όπως η Ιφιγένεια και ο Θυέστης του Κατσαΐτη, αλλά και για λαϊκές ομιλίες στα Επτάνησα, για το παραδοσιακό λαϊκό θέατρο στην Κεντρική Ελλάδα, και για… καρναβαλικά έθιμα στα Ζαγοροχώρια, μέχρι τουλάχιστον το 1915[42]. Ο Μαρτελάος και ο Σολωμός δεν θα πέσουν εξ ουρανού.
Ο εγκιβωτισμός του «φωτισμού» του ελληνικού λαού, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας σε έναν «διαφωτισμό», ο οποίος ενδύεται εξ ανάγκης τα ρούχα του δυτικού αντίστοιχού του, είναι τουλάχιστον προκρούστειος. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό για την αντίδραση ενός σημαντικού μέρους των εκκλησιαστικών παραγόντων και λογίων της εποχής οι οποίοι αγνοούσαν ή περιφρονούσαν τη δημώδη λογοτεχνία. Ο Καισάριος Δαπόντες θεωρεί πολύ αμφίβολη τη λογοτεχνική αξία του Ερωτόκριτου, που, όμως, σημειώνει, έκανε πολλές εκδόσεις και το «βαστούν εις τα προσκέφαλά τους οι πολλοί»[43]. Η περιφρόνηση για τα δημώδη και λαϊκά κείμενα διαπνέει εξ ίσου, και συμμετρικά, τις αντιλήψεις του Αδαμάντιου Κοραή –που σε επιστολή του το 1805 αναφέρεται στον Ερωτόκριτο και «άλλα τοιαύτα εξαμβλώματα της ταλαιπώρου Ελλάδος»[44]– όσο και εκείνες του… αντιπάλου του, του Νικόδημου του Αγιορείτη.
Έτι καθώς πρέπει να αποβάλλωμεν τα Αιρετικά βιβλία, έτζι πρέπει να αποβάλλωμεν και τα Ερωτικά βιβλία, καθώς είναι η ρίμα του Ερωτόκριτου, της Ερωφίλης, της Βοσκοπούλας και άλλων. Ομοίως και τα γελωτοποιά, και άσεμνα. Καθώς είναι η Χαλιμά, ο Μπερτόλδος, του Σπανού η φυλλάδα, και του Γαϊδάρου και τα όμοια[45].
Στην ακαδημαϊκή και ιστορική παραγωγή της μεταπολιτευτικής περιόδου, ιδιαίτερα μετά το 1980, θα προβάλλεται και θα ερευνάται συστηματικά η γραπτή και κατ’ εξοχήν λόγια παραγωγή και ο «διαφωτισμός», ενώ περιορίζονται οι μελέτες και τα έργα για τη λαϊκή και δημώδη παράδοση. Σε γεγονότα όπως οι επαναστάσεις, ή τα ορλωφικά, δεν θα αφιερώνονται νέες και πρωτότυπες μελέτες – σε αντίθεση με την περίοδο 1945-1967, η οποία υπήρξε πολύ πιο ισορροπημένη αφού ερευνώνταν όλες οι όψεις της νεοελληνικής αναγέννησης. Μορφές όπως ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Διγενής Ακρίτας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αλλά και ο Διονύσιος Σκυλόσοφος, ο Νικοτσάρας, ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Κατσαντώνης, ο Ανδρούτσος κ.ά., δεν διερευνώνται εις βάθος με σύγχρονα ιστορικά εργαλεία, και έχουν μεταβληθεί σε σχηματικές και ανοίκειες φιγούρες για τις νεώτερες γενιές. Θα αναπτυχθεί βεβαίως, καλύπτοντας ένα πραγματικό κενό, η έρευνα και η μελέτη του οικονομικού και του πνευματικού βίου, αλλά εις βάρος των γεγονότων που αφορούν στον εθνικό αγώνα. Ο Μακρυγιάννης θα διασωθεί μόνο και μόνο γιατί ο Σεφέρης και ο Ελύτης θα τον υψώσουν στη θέση του εθνικού μας λογοτέχνη, ενώ η συζήτηση για τον Ρήγα συνεχίζεται διότι ο Ρήγας υπήρξε ταυτοχρόνως «διαφωτιστής» και επιχειρείται η οικειοποίησή του από το στρατόπεδο του «φωταδισμού». Έτσι, οι ιδιαιτερότητες, ή και οι στρεβλώσεις της υλικής και πνευματικής ζωής του «γένους», αποσπώνται από την πραγματική τους βάση και μεταβάλλονται σε μέρος μιας αφηρημένης «ιστορίας των ιδεών», συνδεδεμένης κατ’ εξοχήν με τη Δύση.
*Ομιλία του Γιώργου Καραμπελιά στο Συνεδριακό Κέντρο Κρυάς στη Λιβαδειά στα πλαίσια της εκδήλωσης "Η Άλωσης της Κωνσταντινούπολης και η Ιστορική Μνήμη του Ελληνισμού" που διοργάνωσε ο ιερός Ναός Αγίου Ρηγινού Λιβαδειάς.



[1] Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γνώση, Αθήνα 92000, σ. σ. ια΄.
[2] John Cam Cobhouse, A Journey through Albania and the Other Provinces of Turkey, 1813, σ. 588. Βλ. Alexis Politis, «Christian Emperors to Greek Ancestors», στο David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), Byzantium and the Modern Greek Identity, Centre for Hellenic Studies, King Kollege, Λονδίνο 1998, σ. 2.
[3] Βλέπε Alexis Politis, ό.π., σ. 3.
[4] Για την Άλωση, βλέπε μεταξύ άλλων, Μιχαήλ Δούκας, Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1997· Κριτόβουλος Ίμβριος, Ιστορία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2005· Σφρατζής Γώργιος, PG 156, σ. 551-1022, καθώς και Βραχύ Χρονικό, εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2006· Γουσταύος Σλουμπερζέ, Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1954· Στ. Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Μπεργαδής, Αθήνα 1979· Ευ. Χρυσός (επιμ.), Η άλωση της Πόλης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994· Μ. Κορομηλά, Η ύστατη αγωνία της Βυζαντινής πρωτεύουσας, Πολιτιστική Εταιρεία «Πανόραμα», Αθήνα 1992· Έντουιν Πήαρς, Η Καταστροφή της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, Στοχαστής, Αθήνα· Αιμιλία Ιωαννίδου, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2000.
[5] », στο Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, ΒΒ, αρ. 1, Αθήνα ά.χ., σ. 36.
[6] Βλ. «Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως», στο Γ. Ζώρα, Βυζαντινή…, ό.π., σ. 183.
[7] Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή…, ό.π., σ. 183.
[8] Γ. Ζώρα, ό.π., σσ. 207-208.
[9] Νικολάου Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Πα­ρα­δόσεις, μέρος Α΄, Αθήνα 1904, φωτ. ανατύπωση, Βιβλιόραμα, Αθήνα 1998, σ. 21.
[10] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σ. 22.
[11] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σ. 24.
[12] Δωρόθεος Μονεμβασίας, Βιβλί­ον στορι­κν πε­ρι­έχον ν συ­νό­ψει δι­α­φό­ρους κα ­ξό­χους στο­ρί­ας, ρ­χό­με­νον ­π κτί­σε­ως κό­σμου, μέ­χρι τς ­λώ­σε­ως Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως κα ­πέ­κει­να…, (­νε­τί­η­σι 11637) 21781, σσ. 482-483.
[13] Νικολάου Πολίτου, ό.π., μέρος Β΄, σ. 682.
[14] Speros Vryonis, «The Byzantine Legacy and Ottoman Forms», Dumbarton Oaks Papers 23-24 (1969-1970), σσ. 251-308.
[15] Speros Vryonis, «The Greeks under Turkish Rule», στο Νικηφόρος Διαμαντούρος (επιμ.), Hellenism and the First Greek War of Liberation (1821-1830): Continuity and Change, ΙΒΣ, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 45-58.
[16] Βλέπε και Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Η ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών», στο, Παν. Κρήτης, 1453, Η άλωση…, ό.π., σσ. 61-71.
[17] Αναλυτικότερα πραγματεύομαι αυτό το ζήτημα στο υπό επεξεργασία βιβλίο μου Ελληνικός Διαφωτισμός, 1700-1821, «Μέρος Α΄: Η Βυζαντινή κληρονομιά».
[18] Η «προτίμησις» είχε θεσπιστεί τον 10ο αιώνα και, σύμφωνα με αυτή, όταν επωλείτο ένα αγροτεμάχιο, υπήρχε μια κλίμακα «προτιμήσεως» των αγοραστών: Προηγούντο οι συγγενείς, ακολουθούσαν οι γείτονες κ.ο.κ.
[19] Speros Vryonis, «Η βυζαντινή κληρονομιά στον επίσημο και έντεχνο πολιτισμό των βαλκανικών λαών», στο John Yiannias (επιμ.), Η βυζαντινή…, ό.π., σσ. 35-68.
[20]Karoula Argyriadis-Kervegan, «Byzantine law as practice and as history in the nineteenth century», στο David Ricks, Paul Magdalino, ό.π., σ. 36.
[21] Συνιστά όνειδος για τη νεώτερη ιστοριογραφία το ότι, μετά τον Φαίδωνα Κουκουλέ και το μνημειώδες έργο του Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, ελάχιστα πράγματα έχουν προστεθεί, ενώ η λαογραφία, που ανιχνεύει τη μακρά διάρκεια στην ιστορία των λαών, έχει μεταβληθεί στο αποπαίδι του σύγχρονου εκπαιδευτικού μας συστήματος.
[22] Νικολάου Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Πα­ροιμίαι, μέρος Α΄, Αθήνα 1899, ανατύπωση «Βιβλιόραμα», Αθήναι 1998, σσ. στ΄- θ΄.
[23] Νικολάου Πολίτου, ό.π., κεφ. Α΄, Συλλογαί Βυζαντινών Παροιμιών, σσ.4-9.
[24] Νικολάου Πολίτου, ό.π., σσ. 16, 19, 26, 27, 72, 75, 75, 120.
[25] Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών…, ό.π., τόμ. Ε΄. Επίσης R. Browning, Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα, Παπαδήμας, Αθήνα 21983· Εμμ. Κριαράς, Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100-1669, τόμοι 14, Θεσσαλονίκη 1969-1997.
[26] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ 32.
[27] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 52.
[28] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σσ. 65-66.
[29] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 86.
[30] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 92.
[31] Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 107.
[32] Κ.Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ό.π., σ.130.
[33] Βλ. Εισαγωγή στο Διήγησις Αλεξάνδρου, ό.π., σ. κε΄.
[34] Ο Φίλιππος Ηλιού και ο Άλκης Αγγέλου, υπολογίζουν σε τρεις χιλιάδες περίπου τα «τραβήγματα» για τα πιο διαδεδομένα «Αναγνώσματα του Νέου Ελληνισμού» την εποχή της Τουρκοκρατίας, οπότε οδηγούμαστε σε ακόμα μεγαλύτερο αριθμό αντιτύπων. [Φίλιππος Ηλιού, «Σημειώσεις για τα “Τραβήγματα” των ελληνικών βιβλίων του 16ου αιώνα», Ελληνικά 28 (1975), σ. 109· Giulio Cesare dalla Croce, Άλκης Αγγέλου (εισ. - επιμ.), Ο Μπερτόλδος και ο Μπερτολδίνος, Ερμής, Αθήνα 1988, σ. 108.]
[35] Βλ. Αν. Νούκιος, Γ. Αιτωλός, Αισώπου Μύθοι, ό.π., σ. 72-79.
[36] Εισαγωγή Αγγέλου στη Διήγησι, ό.π., σσ. κδ-κε΄.
[37] Άλκης Αγγέλου, ό.π., σ. κε΄.
[38] Το ομώνυμο ελληνιστικό μυθιστόρημα της ύστερης Αρχαιότητας είναι ο απώτερος πρόγονος του έργου του 14ου-15ου αιώνα. Το δημώδες βυζαντινό έργο προέρχεται από ιταλική μετάφραση της λατινικής διασκευής του μυθιστορήματος, που γνώρισε μεγάλη διάδοση στον Μεσαίωνα. Το περιεχόμενο είναι περιπετειώδες: Ο Απολλώνιος, βασιλιάς της Τύρου, η γυναίκα του και η κόρη του περνούν διάφορες περιπέτειες, αποχωρίζονται, νομίζουν ο ένας τον άλλο νεκρό, και στο τέλος ξανασμίγουν ευτυχισμένοι. Βλ. Στέλιος Παναγιωτάκης (εισ. - επιμ.), Η ιστορία του Απολλωνίου, βασιλιά της Τύρου, Πατάκης, Αθήνα 1996, και Αικ. Κουμαριανού, Λ. Δρούλια, E. Layton, ό.π., σ. 110.
[39] G. C. dalla Croce, Ο Μπερτόλδος, ό.π., σσ. 114-115· Arnold van Gemert, «Λογοτεχνικοί πρόδρομοι», στο D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία…, ό.π., σ. 88.
[40] Πρβλ. Αικατερίνη Κουμαριανού, Λουκία Δρούλια, Evro Layton, ό.π., σ. 92.
[41] Στυλιανός Αλεξίου, Κρητική Ανθολογία, Ηράκλειον 21969, σ. 21.
[42] W. Puchner, «Τραγωδία», D. Holton (επιμ.), Λογοτεχνία..., ό.π., σσ. 177-181.
[43] Ξανθουδίδoυ, Σ.Α., Βιτζέντζου Κορνάρου: Ερωτόκριτος, Ηράκλειο 1915, σ. CXXXVI.
[44] Ξανθουδίδου, Σ.Α., Βιτζέντζου…, ό.π., σ. CXLI.
[45] Αικ. Κου­μα­ρια­νού, Λ. Δρού­λια, Evro Layton, ό.π., σσ. 110-111.