Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016)


Ες τό νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος
μνον εχαριστίας ναπέμπομεν τ ν Τριάδι προσκυνουμέν Θε, τ ξιώσαντι μς συνελθεν κατά τάς μέρας τς Πεντηκοστς πί τό ατό ν τ νήσ Κρήτ, τ γιασθείσ πό το ποστόλου τν θνν Παύλου καί το μαθητο ατο Τίτου, το «γνησίου τέκνου κατά κοινήν πίστιν» (Τίτ. α’, 4), καί, γίου Πνεύματος πινεύσει, περαισαι τάς ργασίας τς γίας καί Μεγάλης Συνόδου τς ρθοδόξου μν κκλησίας, συγκληθείσης πό τς Α. Θ Παναγιότητος το Οκουμενικο Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, συμφρονούντων τν Μακαριωτάτων Προκαθημένων τν γιωτάτων ρθοδόξων κκλησιν, ες δόξαν το ελογημένου νόματος Ατο καί π’ γαθ το λαο το Θεο καί το κόσμου παντός, συνομολογοντες μετά το θείου Παύλου «οτως μς λογιζέσθω νθρωπος, ς πηρέτας Χριστο κα οκονόμους μυστηρίων Θεο» (Α’ Κορ. δ´, 1).
γία καί Μεγάλη Σύνοδος τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας ποτελε αθεντικήν μαρτυρίαν τς πίστεως ες τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, τόν Μονογεν Υόν καί Λόγον το Θεο, τόν φανερώσαντα, διά τς νανθρωπήσεως, το λου πιγείου ργου, τς σταυρικς θυσίας καί τς ναστάσεώς Ατο, τόν Τριαδικόν Θεόν ς πειρον γάπην. θεν, ν νί στόματι καί μι καρδί πευθύνομεν τόν λόγον τς «ν μν λπίδος» (Α’ Πέτρ. γ’, 15) ο μόνον πρός τά τέκνα τς γιωτάτης μν κκλησίας, λλά καί πρός πάντα νθρωπον, «τόν μακράν καί τόν γγύς» (φεσ. β’, 17). «λπς μν» (Α’ Τιμ. α’, 1), Σωτήρ το κόσμου, πεκαλύφθη ς «Θεός μεθ’ μν» (Ματθ. α’, 23) καί ς Θεός «πρ μν» (Ρωμ. η’, 32), «ς πάντας νθρώπους θέλει σωθναι καί ες πίγνωσιν ληθείας λθεν» (Α’ Τιμ. β’, 4). Τόν λεον κηρύττοντες καί τήν εεργεσίαν ο κρύπτοντες, ν πιγνώσει τν λόγων το Κυρίου « ορανός καί γ παρελεύσονται, ο δέ λόγοι μου ο μή παρέλθωσιν» (Ματθ. κδ’, 35), ν «χαρ πεπληρωμέν» (Α’ ωάν. α’, 4) εαγγελιζόμεθα τόν λόγον τς πίστεως, τς λπίδος καί τς γάπης, προσβλέποντες πρός τήν «νέσπερον κα διάδοχον κα τελεύτητον μέραν» (Μ. Βασιλείου, Ες τήν ξαήμερον Β’. PG 29, 52). Τό γεγονός τι «τό πολίτευμα μν ν ορανος πάρχει» (Φιλιπ. γ’, 20), δέν ναιρε, λλ’ νδυναμώνει τήν μαρτυρίαν μν ν τ κόσμ.
ν τούτ στοιχομεν τ παραδόσει τν ποστόλων καί Πατέρων μν, οτινες εηγγελίζοντο τόν Χριστόν καί τήν δι’ ατο σωστικήν μπειρίαν τς πίστεως τς κκλησίας, θεολογοντες «λιευτικς», γουν ποστολικς πρός τούς νθρώπους κάστης ποχς διά νά μεταδώσουν ες ατούς τό Εαγγέλιον τς λευθερίας « Χριστός μς λευθέρωσεν» (Γαλ. ε´, 1). κκλησία δέν ζ διά τόν αυτόν της. Προσφέρεται δι’ λόκληρον τήν νθρωπότητα, διά τήν νύψωσιν καί τήν νακαίνισιν το κόσμου ες καινούς ορανούς καί καινήν γν (πρβλ. ποκ. κα’, 21). θεν δίδει τήν εαγγελικήν μαρτυρίαν καί διανέμει ν τ οκουμέν τά δρα το Θεο: τήν γάπην Του, τήν ερήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τς ναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τς αωνιότητος.
***
I. κκλησία: Σμα Χριστο, εκών τς γίας Τριάδος
1.  μία, γία, καθολική καί ποστολική κκλησία εναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τν σχάτων ν τ θεί Εχαριστί καί ποκάλυψις τς δόξης τν μελλόντων, καί ς διαρκής Πεντηκοστή, μία σίγαστος προφητική φωνή ν τ κόσμ, παρουσία καί μαρτυρία «τς Βασιλείας το Θεο ληλυθυΐας ν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). κκλησία, ς σμα Χριστο, «πισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) π’ Ατόν, μεταμορφώνει καί μποτίζει τόν κόσμον μέ «τό δωρ, τό λλόμενον ες ζωήν αώνιον» (ωάν. δ’, 14).
2.  ποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοσα τος συστατικος λόγοις το Κυρίου καί δρυτο τς κκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεπνον μετά τν μαθητν ατο διά τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τς κκλησίας ς «σώματος Χριστο» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τς νανθρωπήσεως το Υο καί Λόγου το Θεο κ Πνεύματος γίου καί Μαρίας τς Παρθένου. πό τό πνεμα ατό, τονίσθη πάντοτε ρρηκτος σχέσις τόσον το λου μυστηρίου τς ν Χριστ θείας Οκονομίας πρός τό μυστήριον τς κκλησίας, σον καί το μυστηρίου τς κκλησίας πρός τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας, ποία βεβαιοται συνεχς ες τήν μυστηριακήν ζωήν τς κκλησίας διά τς νεργείας το γίου Πνεύματος.
ρθόδοξος κκλησία, πιστή ες τήν μόφωνον ταύτην ποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν μπειρίαν, ποτελε τήν αθεντικήν συνέχειαν τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας, ς ατη μολογεται ες τό Σύμβολον τς πίστεως καί βεβαιοται διά τς διδασκαλίας τν Πατέρων τς κκλησίας. Οτως, ασθάνεται μείζονα τήν εθύνην ατς χι μόνον διά τήν αθεντικήν βίωσιν τς μπειρίας ατς πό το κκλησιαστικο σώματος, λλά καί διά τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς ληθείας πρός πάντας τούς νθρώπους.
3.  ρθόδοξος κκλησία ν τ νότητι καί καθολικότητι ατς, εναι  κκλησία τν Συνόδων, πό τήν ποστολικήν ν εροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε, 5-29) ως τς σήμερον. κκλησία ατή καθ’ ατήν εναι Σύνοδος πό το Χριστο συνεστημένη καί πό το γίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ποστολικόν «δοξε τ γί Πνεύματι καί μν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τν Οκουμενικν καί τν Τοπικν συνόδων, κκλησία εηγγελίσατο καί εαγγελίζεται τό μυστήριον τς γίας Τριάδος, τό ποον φανερώθη διά τς νανθρωπήσεως το Υο καί Λόγου το Θεο. Τό συνοδικόν ργον συνεχίζεται ν τ στορί διακόπως διά τν μεταγενεστέρων, καθολικο κύρους, συνόδων – ς λ.χ. τς πί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τν πί γίου Γρηγορίου το Παλαμ συγκληθεισν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τν ποίων βεβαιώθη ατή λήθεια τς πίστεως, ξαιρέτως δέ περί τς κπορεύσεως το γίου Πνεύματος καί περί τς μεθέξεως το νθρώπου ες τάς κτίστους θείας νεργείας. Προσέτι δέ καί διά τν ν Κωσταντινουπόλει γίων καί Μεγάλων συνόδων τν τν 1484 διά τήν ποκήρυξιν τς νωτικς συνόδου τς Φλωρεντίας (1438-1439), τν τν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ποκήρυξιν προτεσταντικν δοξασιν, ς καί το τους 1872 διά τήν καταδίκην το θνοφυλετισμο ς κκλησιολογικς αρέσεως.
4. Δέν νοεται γιότης το νθρώπου κτός το σώματος το Χριστο, « στιν κκλησία» (φεσ. α’, 23).  γιότης πηγάζει πό τόν μόνον γιον. Εναι μετοχή το νθρώπου ες τήν γιότητα το Θεο ν τ «κοινωνί τν γίων», ς διακηρύσσεται ες τήν κφώνησιν το ερέως κατά τήν θείαν Λειτουργίαν: «Τά για τος γίοις» καί ες τήν πάντησιν τν πιστν «Ες γιος, ες Κύριος, ησος Χριστός, ες δόξαν Θεο Πατρός. μήν». πό τό πνεμα ατό, γιος Κύριλλος λεξανδρείας τονίζει τι Χριστός, «γιος πάλιν πάρχων κατ φύσιν, ς Θεός, (…) γιάζεται δι’ μς ν γί Πνεύματι (…). δρα δ τοτο ( Χριστός) δι’ μς, ο δι’ αυτόν, να ξ ατο κα ν ατ δή, πρώτ δεξαμένου το πράγματος (= γιασμο) τν ρχήν, ες παν οτω τ γένος το γιάζεσθαι λοιπν διαβαίνοι χάρις» (πόμνημα ες τό κατά ωάννην Εαγγέλιον, ΙΑ’. PG 74, 548).
Συνεπς, κατά τόν γιον Κύριλλον, Χριστός εναι τό «κοινόν πρόσωπον» μν, διά τς νακεφαλαιώσεως ες τήν δικήν του νθρωπότητα λοκλήρου το νθρωπίνου γένους, «πάντες γάρ μεν ν Χριστ, καί τό κοινόν τς νθρωπότητος ες ατόν ναβιο πρόσωπον» (πόμνημα ες τό κατά ωάννην Εαγγέλιον, ΙΑ’. PG 73, 157-161), διό καί εναι μόνη πηγή το ν γί Πνεύματι γιασμο το νθρώπου. πό τό πνεμα ατό, γιότης εναι μετοχή το νθρώπου τόσον ες τό μυστήριον τς κκλησίας, σον καί ες τά ερά ατς μυστήρια, μέ πίκεντρον τήν θείαν Εχαριστίαν, τις στί «θυσία ζσα, γία, εάρεστος τ Θε» (Ρωμ. ιβ’, 1). «Τίς μς χωρίσει πό τς γάπης το Χριστο; Θλψις στενοχωρία διωγμός λιμός γυμνότης κίνδυνος μάχαιρα; καθς γέγραπται τι νεκά σου θανατούμεθα λην τήν μέραν· λογίσθημεν ς πρόβατα σφαγς. λλ’ ν τούτοις πσιν περνικμεν διά το γαπήσαντος μς» (Ρωμ. η’, 35-37). Ο γιοι νσαρκώνουν τήν σχατολογικήν ταυτότητα τς κκλησίας ς έναον δοξολογίαν νώπιον το πιγείου καί το πουρανίου θρόνου «το Βασιλέως τς δόξης» (Ψαλμ. κγ’, 7), εκονίζοντες τήν Βασιλείαν το Θεο.

5.  ρθόδοξος Καθολική κκλησία ποτελεται κ δεκατεσσάρων κατά τόπους Ατοκεφάλων κκλησιν, πανορθοδόξως νεγνωρισμένων. ρχή τς ατοκεφαλίας δέν εναι δυνατόν νά λειτουργ ες βάρος τς ρχς τς καθολικότητος καί τς νότητος τς κκλησίας. Θεωρομεν λοιπόν τι  δημιουργία τν πισκοπικν Συνελεύσεων ν τ ρθοδόξ Διασπορ, παρτιζομένων κ πάντων τν ν κάστ κ τν ρισθεισν περιοχν ς κανονικν ναγνωριζομένων πισκόπων, οτινες ξακολουθον νά πάγωνται ες τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, ες ς πάγονται σήμερον, ποτελε ν θετικόν βμα πρός τήν κατεύθυνσιν τς κανονικς ργανώσεως ατν, δέ συνεπής λειτουργία ατν γγυται τόν σεβασμόν τς κκλησιολογικς ρχς τς συνοδικότητος.
ΙΙ. ποστολή τς κκλησίας ν τ κόσμ
6. Τό ποστολικόν ργον καί ξαγγελία το Εαγγελίου, γνωστή ς εραποστολή, νήκουν ες τόν πυρνα τς ταυτότητος τς κκλησίας, ς διαφύλαξις καί τήρησις τς ντολς το Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά θνη» (Ματθ. κη’, 19). Εναι πνοή ζως, τήν ποίαν μφυσ κκλησία ες τήν κοινωνίαν τν νθρώπων καί κκλησιοποιε τόν κόσμον διά τν κασταχο νεοπαγν τοπικν κκλησιν. πό τό πνεμα ατό, ο ρθόδοξοι πιστοί εναι καί φείλουν νά εναι πόστολοι το Χριστο ν τ κόσμ. ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν. Ες τήν προσπάθειαν ατήν φείλουν νά συμμετέχουν πσαι α ρθόδοξοι κκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν ες τήν κανονικήν τάξιν.
μετοχή ες τήν θείαν Εχαριστίαν εναι πηγή ποστολικο ζήλου πρός εαγγελισμόν το κόσμου. Μετέχοντες τς θείας Εχαριστίας καί προσευχόμενοι ν τ ερ Συνάξει πέρ τς Οκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν «λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν» καί νά δίδωμεν τήν μαρτυρίαν περί τς ληθείας τς πίστεως μν νώπιον Θεο καί νθρώπων, μοιραζόμενοι τάς δωρεάς το Θεο μεθ’ λοκλήρου τς νθρωπότητος, πήκοοι πρός τήν σαφ ντολήν το Κυρίου πρό τς ναλήψεώς Του: «καί σεσθέ μοι μάρτυρες ν τε ερουσαλμ καί ν πάσ τ ουδαί καί Σαμαρεί καί ως σχάτου τς γς» (Πράξ. α’, 8). Τά λόγια πρό τς θείας κοινωνίας «μελίζεται καί διαμερίζεται μνός το Θεο, μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος, πάντοτε σθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος», ποδεικνύουν τι Χριστός ς « μνός το Θεο» (ωάν. α’, 29) καί ς «ρτος Zως» (ωάν. στ’, 48) προσφέρεται ες μς ς αωνία γάπη, νώνων μς μέ τόν Θεόν καί πρός λλήλους. Μς διδάσκει νά διανέμωμεν τά δρα το Θεο καί νά προσφέρωμεν τόν αυτόν μας πρός πάντας μέ χριστοειδ τρόπον.
ζωή τν χριστιανν εναι ψευδής μαρτυρία τς ν Χριστ νακαινίσεως τν πάντων – «ε τις ν Χριστ, καινή κτίσις· τά ρχαα παρλθεν, δού γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’, 17) καί κλσις πρός πάντας τούς νθρώπους προσωπικς μετοχς ν λευθερί ες τήν αώνιον ζωήν, ες τήν χάριν το Κυρίου μν ησο Χριστο κα ες τήν γάπην το Θεο κα Πατρός, διά νά βιώσουν ν τ κκλησί τήν κοινωνίαν το γίου Πνεύματος. «Βουλομένων γρ ο τυραννουμένων τ τς σωτηρίας μυστήριον» (Μαξίμου το μολογητο, Ες τήν προσευχήν το Πάτερ μν. PG 90, 880). πανευαγγελισμός το λαο το Θεο ες τάς συγχρόνους κκοσμικευμένας κοινωνίας, ς πίσης καί εαγγελισμός σων εσέτι δέν γνώρισαν τόν Χριστόν, ποτελον διάλειπτον χρέος τς κκλησίας.
ΙΙI. Οκογένεια - εκών τς γάπης το Χριστο πρός τήν κκλησίαν
7.  ρθόδοξος κκλησία θεωρε τήν κατάλυτον γαπητικήν νωσιν νδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... ες Χριστόν καί ες τήν κκλησίαν», (φεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ξ ατο οκογένειαν, ποία ποτελε τήν μόνην γγύησιν τς γεννήσεως καί τς νατροφς τν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τς θείας Οκονομίας, «κκλησίαν μικράν» (ωάννου Χρυσοστόμου, πόμνημα ες τήν πρός φεσίους πιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα ες ατήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.
σύγχρονος κρίσις το γάμου καί τς οκογενείας εναι πότοκος τς κρίσεως τς λευθερίας ς εθύνης, τς συρρικνώσεως ατς ες εδαιμονιστικήν ατοπραγμάτωσιν, τς ταυτίσεώς της μέ τομικήν αταρέσκειαν, ατάρκειαν καί ατονομίαν, καί τς πωλείας το μυστηριακο χαρακτρος τς νώσεως νδρός καί γυναικός, ς καί τς λήθης το θυσιαστικο θους τς γάπης. σύγχρονος κκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ μιγς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροσα ατόν ς μίαν πλν μορφήν σχέσεως, μεταξύ λων τν λλων, α ποαι δικαιονται ξ σου θεσμικς κατοχυρώσεως.
γάμος εναι κκλησιοτραφές ργαστήριον ζως ν γάπ καί νυπέρβλητος δωρεά τς χάριτος το Θεο. «ψηλή χείρ» το «συνδέτου» Θεο «οράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ρμόζουσα» μετά το Χριστο καί μετ’ λλήλων. Ο στέφανοι, ο ποοι τοποθετονται πί τς κεφαλς το νυμφίου καί τς νύμφης κατά τήν τέλεσιν το μυστηρίου, παραπέμπουν ες τήν διάστασιν τς θυσίας καί τς πλήρους φιερώσεως ες τόν Θεόν καί ες λλήλους, ναφέρονται δέ πίσης καί ες τήν ζωήν τς Βασιλείας το Θεο, ποκαλύπτοντες τήν σχατολογικήν ναφοράν το μυστηρίου τς γάπης.
8.  γία καί Μεγάλη Σύνοδος πευθύνεται μετ’ διαιτέρας γάπης καί στοργς πρός τά παιδία καί λους τούς νέους. Μέσα ες τόν κυκενα τν λληλοαναιρουμένων ρισμν τς ταυτότητος τς παιδικς λικίας, γιωτάτη μν κκλησία προβάλλει τά Κυριακά λόγια, «άν μή στραφτε καί γένησθε ς τά παιδία, ο μή εσέλθητε ες τήν Βασιλείαν τν Ορανν» (Ματθ. ιη´, 3) καί τό «ς ν μή δέξηται τήν Βασιλείαν το Θεο ς παιδίον ο μή εσέλθ ες ατήν» (Λουκ. ιη´, 17), ς καί σα ναφέρει Σωτήρ μν δι’ κείνους, ο ποοι «κωλύουν» (Λουκ. ιη´, 16) τά παιδία νά Τόν πλησιάσουν καί δι’ σους τά «σκανδαλίζουν» (Ματθ. ιη´, 6).
κκλησία προσφέρει ες τούς νέους χι πλς «βοήθειαν», λλά τήν «λήθειαν» τς θεανθρωπίνης καινς ν Χριστ ζως. Ο ρθόδοξοι νέοι φείλουν νά συνειδητοποιήσουν τι εναι φορες τς μακραίωνος καί ελογημένης παραδόσεως τς ρθοδόξου κκλησίας, ταυτοχρόνως δέ καί ο συνεχισταί ατς, ο ποοι θά διαφυλάσσουν θαρραλέως καί θά καλλιεργον μέ δυναμισμόν τάς αωνίους ξίας τς ρθοδοξίας διά νά δίδουν τήν ζείδωρον χριστιανικήν μαρτυρίαν. ξ ατν θά ναδειχθον ο μελλοντικοί διάκονοι τς κκλησίας το Χριστο. Ο νέοι, λοιπόν, εναι χι πλς τό «μέλλον» τς κκλησίας, λλά καί νεργός κφρασις τς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζως ατς ν τ παρόντι.
ΙV. κατά Χριστόν παιδεία
9. Ες τήν ποχήν μας, παρατηρονται ες τόν χρον τς γωγς καί τς παιδείας νέαι τάσεις ναφορικς πρός τό περιεχόμενον καί τούς σκοπούς τς παιδείας, πως καί ς πρός τό θέμα τς θεωρήσεως τς παιδικς λικίας, το ρόλου τόσον το διδασκάλου καί το μαθητο, σον καί το συγχρόνου σχολείου. φ’ σον  παιδεία ναφέρεται χι πλς ες ,τι εναι, λλ’ ες ατό τό ποον φείλει νά εναι νθρωπος καί ες τό περιεχόμενον τς εθύνης του, εναι ατονόητον τι εκών, τήν ποίαν χομεν διά τόν νθρωπον καί διά τό νόημα τς πάρξεώς του, καθορίζει τήν ποψίν μας καί διά τήν παιδείαν του. Τό κυρίαρχον σήμερον κκοσμικευμένον τομοκεντρικόν κπαιδευτικόν σύστημα, τό ποον ταλανίζει τήν νέαν γενεάν, προβληματίζει καί τήν ρθόδοξον κκλησίαν.
Ες τό κέντρον τς ποιμαντικς μερίμνης τς κκλησίας ερίσκεται μία παιδεία, ποία ποβλέπει χι μόνον ες τήν νοητικήν καλλιέργειαν, λλά καί ες τήν οκοδομήν καί τήν νάπτυξιν το συνόλου νθρώπου ς ψυχοσωματικς καί πνευματικς ντότητος, συμφώνως πρός τήν τρίπτυχον ρχήν Θεός, νθρωπος, κόσμος. Ες τόν κατηχητικόν ατς λόγον, ρθόδοξος κκλησία καλε φιλοστόργως τόν λαόν το Θεο, δί δέ τούς νέους, ες νσυνείδητον καί νεργόν συμμετοχήν ες τήν ζωήν τς κκλησίας, καλλιεργοσα ες ατούς τόν «ριστον πόθον» τς ν Χριστ ζως. Οτω, τό χριστεπώνυμον πλήρωμα ερίσκει ν τ θεανθρωπίν κοινωνί τς κκλησίας παρξιακόν στήριγμα καί βιώνει ν ατ τήν ναστάσιμον προοπτικήν τς κατά χάριν θεώσεως.
V. κκλησία νώπιον τν συγχρόνων προκλήσεων
10.  κκλησία το Χριστο ερίσκεται σήμερον ντιμέτωπος κραίων καί προκλητικν κφράσεων τς δεολογίας τς κκοσμικεύσεως, νδιαθέτων ες τάς πολιτικάς, πολιτισμικάς καί κοινωνικάς ξελίξεις. Βασικόν στοιχεον τς δεολογίας τς κκοσμικεύσεως πρξε πάντοτε καί παραμένει μέχρι σήμερον πλήρης ατονόμησις το νθρώπου πό τόν Χριστόν καί πό τήν πνευματικήν πιρροήν τς κκλησίας, διά τς αθαιρέτου μάλιστα ταυτίσεως τς κκλησίας πρός τόν συντηρητισμόν, ς πίσης καί διά το νιστορήτου χαρακτηρισμο ατς ς δθεν μποδίου ες πσαν πρόοδον καί ξέλιξιν. Ες τάς κκοσμικευμένας συγχρόνους κοινωνίας νθρωπος, ποκεκομμένος π τόν Θεόν, ταυτίζει τήν λευθερίαν του καί τό νόημα τς ζως του μέ πόλυτον ατονομίαν καί μέ ποδέσμευσιν πό τόν αώνιον προορισμόν του, μέ ποτέλεσμα σειράν παρανοήσεων καί σκοπίμων παρερμηνειν τς χριστιανικς παραδόσεως. Οτως, νωθεν χορήγησις τς ν Χριστ λευθερίας καί πρόοδος ες τό «μέτρον λικίας το πληρώματος το Χριστο» (φεσ. δ´, 13) θεωρεται τι ντιστρατεύεται τάς ατοσωτηρικάς τάσεις το νθρώπου. θυσιαστική γάπη ξιολογεται ς σύμβατος μέ τόν τομοκεντρισμόν, ν σκητικός χαρακτήρ το χριστιανικο θους κρίνεται ς φόρητος πρόκλησις διά τόν εδαιμονισμόν το τόμου.
ταύτισις τς κκλησίας μέ συντηρητισμόν, συμβίβαστον πρός τήν προόδον το πολιτισμο, εναι αθαίρετος καί καταχρηστική, φ’ σον συνείδησις τς ταυτότητος τν χριστιανικν λαν φέρει νεξίτηλον τήν σφραγδα τς διαχρονικς συμβολς τς κκλησίας χι μόνον ες τήν πολιτιστικήν κληρονομίαν ατν, λλά καί ες τήν γι νάπτυξιν το θύραθεν πολιτισμο γενικώτερον, φο Θεός θεσε τόν νθρωπον οκονόμον τς θείας δημιουργίας καί συνεργόν Ατο ν τ κόσμ.  ρθόδοξος κκλησία, ναντι το συγχρόνου «νθρωποθεο», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ς σχατον μέτρον τν πάντων: «Οκ νθρωπον ποθεωθέντα λέγομεν, λλ Θεόν νανθρωπήσαντα» (ωάννου Δαμασκηνο,κδοσις κριβής τς ρθοδόξου πίστεως, Γ’, 2. PG 94, 988). ναδεικνύει δέ τήν σωτηριώδη λήθειαν το Θεανθρώπου καί τό Σμά Του, τήν κκλησίαν, ς τόπον καί τρόπον τς ν λευθερί ζως, ς «ληθεύειν ν γάπ» (πρβλ. φεσ. δ’, 15) καί ς μετοχήν, δη πί τς γς, ες τήν ζωήν το ναστάντος Χριστο. θεανθρώπινος, «οκ κ το κόσμου» (ωάν. ιη’, 36) χαρακτήρ τς κκλησίας, ποος τρέφει καί κατευθύνει τήν «ν τ κόσμ» παρουσίαν καί μαρτυρίαν ατς, εναι συμβίβαστος μέ κάθε μορφήν συσχηματισμο τς κκλησίας μέ τόν κόσμον (πρβλ. Ρωμ. ιβ’, 2).
11. Διά τς συγχρόνου ναπτύξεως τν πιστημν καί τς τεχνολογίας, ζωή μας λλάζει ριζικς. Καί ,τι πιφέρει λλαγήν ες τόν τρόπον ζως το νθρώπου, παιτε πό μέρους του διάκρισιν, φ’ σον, κτός τν σημαντικν εεργεσιν, πως λ.χ. διευκόλυνσις τς καθημερινότητος, πιτυχής ντιμετώπισις σοβαρν σθενειν καί ρευνα το διαστήματος, εμεθα πίσης ντιμέτωποι καί μέ τάς ρνητικάς πιπτώσεις τς πιστημονικς προόδου. πάρχει κίνδυνος χειραγωγήσεως τς νθρωπίνης λευθερίας, χρήσεως το νθρώπου ς πλο μέσου, σταδιακς πωλείας πολυτίμων παραδόσεων, πειλς καί καταστροφς το φυσικο περιβάλλοντος.
πιστήμη, πό τήν δίαν τήν φύσιν της, δέν διαθέτει δυστυχς τά ναγκαα μέσα διά τήν πρόληψιν καί τήν θεραπείαν πολλν κ τν προβλημάτων, τά ποα προκαλε μέσως μμέσως.  πιστημονική γνσις δέν κινητοποιε τήν θικήν βούλησιν το νθρώπου, ποος, καίτοι γνωρίζει τούς κινδύνους, συνεχίζει νά δρ ς άν δέν γνώριζεν. πάντησις ες τά σοβαρά παρξιακά καί θικά προβλήματα το νθρώπου καί ες τό αώνιον νόημα τς ζως ατο καί το κόσμου, δέν εναι δυνατόν νά δοθ χωρίς μίαν πνευματικήν προσέγγισιν.
12. Διάχυτος εναι ες τήν ποχήν μας νθουσιασμός διά τάς ντυπωσιακάς ξελίξεις ες τόν χρον τς Βιολογίας, τς Γενετικς καί τς Νευροφυσιολογίας το γκεφάλου. Πρόκειται δι’ πιστημονικάς κατακτήσεις, τό ερος τν φαρμογν τν ποίων νδέχεται νά προκαλέσ σοβαρώτατα νθρωπολογικά καί θικά διλήμματα.  νεξέλεγκτος χρσις τς Βιοτεχνολογίας ες τήν ρχήν, τήν διάρκειαν καί τό τέλος τς ζως, θέτει ες κίνδυνον τήν αθεντικήν πληρότητα ατς.  νθρωπος πειραματίζεται ντονώτερον μέ τήν δίαν του φύσιν κατά κραον καί πικίνδυνον τρόπον. Κινδυνεύει νά μετατραπ ες μίαν βιολογικήν μηχανήν, ες μίαν πρόσωπον κοινωνικήν μονάδα ες μίαν συσκευήν λεγχομένης σκέψεως.
ρθόδοξος κκλησία δέν εναι δυνατόν νά παραμείν ες τό περιθώριον τς συζητήσεως τόσον σπουδαίων νθρωπολογικν, θικν καί παρξιακν ζητημάτων. Στηρίζεται ες θεοδίδακτα κριτήρια, ναδεικνύουσα τήν πικαιρότητα τς ρθοδόξου νθρωπολογίας πέναντι ες τήν σύγχρονον νατροπήν τν ξιν. κκλησία μν δύναται καί φείλει νά κφράσ ν τ κόσμ τήν προφητικήν ατς συνείδησιν ν ησο Χριστ, ποος ν τ νανθρωπήσει προσέλαβεν λον τόν νθρωπον καί εναι τό πόλυτον πρότυπον τς νακαινίσεως το νθρωπίνου γένους. Προβάλλει τήν ερότητα τς ζως καί τόν χαρακτρα το νθρώπου ς προσώπου ξ ατς ταύτης τς ρχς τς συλλήψεως. Τό δικαίωμα ες τήν γέννησιν εναι τό πρτον μεταξύ τν νθρωπίνων δικαιωμάτων. κκλησία ς θεανθρωπίνη κοινωνία, ες τήν ποίαν καστος νθρωπος ποτελε μοναδικήν ντότητα, προωρισμένην ες προσωπικήν κοινωνίαν μετά το Θεο, ντιστέκεται ες πσαν προσπάθειαν ντικειμενοποιήσεως το νθρώπου, μετατροπς του ες μετρήσιμον μέγεθος. Οδέν πιστημονικόν πίτευγμα πιτρέπεται νά θίγ τήν ξιοπρέπειαν το νθρώπου καί τόν θεον προορισμόν ατο. νθρωπος δέν προσδιορίζεται μόνον πό τά γονίδιά του.
πί τς βάσεως ατς θεμελιοται  Βιοηθική ξ πόψεως ρθοδόξου. Ες μίαν ποχήν λληλοσυγκρουομένων εκόνων περί το νθρώπου, ρθόδοξος Βιοηθική προβάλλει, πέναντι ες θύραθεν ατονόμους καί συρρικνωτικάς νθρωπολογικάς θεωρήσεις, τήν κατ’ εκόνα καί καθ’ μοίωσιν Θεο δημιουργίαν το νθρώπου καί τόν αώνιον προορισμόν ατο. Συμβάλλει οτως ες τόν μπλουτισμόν τς φιλοσοφικς καί πιστημονικς συζητήσεως τν βιοηθικν θεμάτων διά τς βιβλικς νθρωπολογίας καί τς πνευματικς μπειρίας τς ρθοδοξίας.
13. Ες μίαν παγκόσμιον κοινωνίαν, προσανατολισμένην ες τό «χειν» καί τόν τομοκεντρισμόν, ρθόδοξος Καθολική κκλησία προβάλλει τήν λήθειαν τς ν Χριστ καί τς κατά Χριστόν ζως, τήν λευθέρως σαρκουμένην ες τήν καθημερινήν ζωήν κάστου νθρώπου διά τν ργων ατο «ως σπέρας» (Ψαλμ. ργ’, 23), διά τν ποίων οτος καθίσταται συνεργός το αωνίου Πατρός – «Θεο σμεν συνεργοί» (Α’ Κορ. γ‘, 9) – καί το Υο Ατο, « Πατήρ μου ως ρτι ργάζεται κγώ ργάζομαι» (ωάν. ε´, 17). χάρις το Θεο γιάζει διά το γίου Πνεύματος τά ργα τν χειρν το συνεργοντος τ Θε νθρώπου, ναδεικνύοντας τήν ν ατος κατάφασιν τς ζως καί τς νθρωπίνης κοινωνίας. ντός ατο το πλαισίου τοποθετεται καί χριστιανική σκησις, διαφέρουσα ριζικς πό κάθε δυϊστικόν σκητισμόν, ποος ποκόπτει τόν νθρωπον πό τήν ζωήν καί πό τόν συνάνθρωπον.  χριστιανική σκησις καί γκράτεια, α ποαι συνδέουν τόν νθρωπον μέ τήν μυστηριακήν ζωήν τς κκλησίας, δέν φορον μόνον ες τόν μοναχικόν βίον, λλά εναι χαρακτηριστικόν τς κκλησιαστικς ζως ες λας τάς κφάνσεις ατς, πτή μαρτυρία τς παρουσίας το σχατολογικο πνεύματος ες τήν ελογημένην βιοτήν τν πιστν.

14. Α ρίζαι τς οκολογικς κρίσεως εναι πνευματικαί καί θικαί, νδιάθετοι ες τήν καρδίαν κάστου νθρώπου. Ατή κρίσις πιδεινοται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ξ ατίας τν ποικίλων διχασμν προκαλουμένων πό νθρώπινα πάθη, πως πλεονεξία, πληστία, γωισμός, ρπακτική διάθεσις καί πό τάς πιπτώσεις ατν πί το πλανήτου, ς κλιματική λλαγή, ποία πλέον πειλε ες μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν μν «οκον». ρξις τς σχέσεως νθρώπου καί κτίσεως εναι διαστρέβλωσις τς αθεντικς χρήσεως τς δημιουργίας το Θεο. ντιμετώπισις το οκολογικο προβλήματος πί τ βάσει τν ρχν τς χριστιανικς παραδόσεως παιτε χι μόνον μετάνοιαν διά τήν μαρτίαν τς κμεταλλεύσεως τν φυσικν πόρων το πλανήτου, τοι ριζικήν λλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορς, λλά καί σκητισμόν, ς ντίδοτον ες τόν καταναλωτισμόν, ες τήν θεοποίησιν τν ναγκν καί ες τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει πίσης καί τήν μεγίστην εθύνην μν νά παραδώσωμεν ες τάς περχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρσιν ατο κατά θείαν βούλησιν καί ελογίαν. Ες τά μυστήρια τς κκλησίας καταφάσκεται δημιουργία καί νθρωπος νδυναμώνεται διά νά λειτουργ ς οκονόμος, φύλαξ καί «ερεύς» ατς, προσάγων ταύτην δοξολογικς τ Δημιουργ – «Τά Σά κ τν Σν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργν εχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. ρθόδοξος ατή εαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει πίσης τήν προσοχήν μας ες τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς πιπτώσεις τς καταστροφς το φυσικο περιβάλλοντος.
VI. κκλησία νώπιον τς παγκοσμιοποιήσεως, κραίων φαινομένων βίας και τς μεταναστεύσεως
15.  σύγχρονος δεολογία τς παγκοσμιοποιήσεως, ποία πιβάλλεται θορύβως καί ξαπλοται ραγδαίως, προκαλε δη σχυρούς κλυδωνισμούς ες τήν οκονομίαν καί τήν κοινωνίαν ες παγκόσμιον κλίμακα. πιβολή της χει δημιουργήσει νέας μορφάς συστηματικς κμεταλλεύσεως καί κοινωνικς δικίας, χει σχεδιάσει τήν σταδιακήν ξουδετέρωσιν τν μποδίων τν ντιτιθεμένων θνικν, θρησκευτικν, δεολογικν λλων παραδόσεων καί χει δη δηγήσει ες τήν ποδυνάμωσιν καί ες τήν τελικήν ποδόμησιν τν κοινωνικν κατακτήσεων, πό τό πρόσχημα μάλιστα τς δθεν ναγκαίας νασυγκροτήσεως τς παγκοσμίου οκονομίας, διευρύνουσα οτω τό χάσμα μεταξύ πλουσίων καί πτωχν, δυναμιτίζουσα τήν κοινωνικήν συνοχήν τν λαν καί ναρριπίζουσα νέας στίας παγκοσμίων ντάσεων.
ρθόδοξος κκλησία, ναντι τς σοπεδωτικς καί προσώπου μογενοποιήσεως, τήν ποίαν προωθε παγκοσμιοποίησις, λλά καί τν κροτήτων το θνοφυλετισμο, εσηγεται τήν προστασίαν τς ταυτότητος τν λαν καί τήν νίσχυσιν τς ντοπιότητος. ς ναλλακτικόν πόδειγμα διά τήν νότητα τς νθρωπότητος προβάλλει τήν ρθρωτήν ργάνωσιν τς κκλησίας, πί τ βάσει τς σοτιμίας τν κατά τόπους κκλησιν.  κκλησία ντιτίθεται ες τήν προκλητικήν πειλήν διά τόν σύγχρονον νθρωπον καί τάς πολιτιστικάς παραδόσεις τν λαν, τήν ποίαν μπερικλείει παγκοσμιοποίησις καί ρχή τς «διονομίας τς οκονομίας» το οκονομισμο, ατονόμησις δηλαδή τς οκονομίας πό τάς ζωτικάς νάγκας το νθρώπου καί μετατροπή της ες ατοσκοπόν, προτείνει δέ μίαν βιώσιμον οκονομίαν, τεθεμελιωμένην ες τάς ρχάς το Εαγγελίου. Οτω, μέ πυξίδα τόν Κυριακόν λόγον «οκ π’ ρτ μόν ζήσεται νθρωπος» (Λουκ. δ’, 4), κκλησία δέν συνδέει τήν πρόοδον το νθρωπίνου γένους μέ μόνην τήν νοδον το βιοτικο πιπέδου μέ τήν οκονομικήν νάπτυξιν ες βάρος τν πνευματικν ξιν.
16.  κκλησία δέν ναμιγνύεται ες τήν πολιτικήν, ν τ στεν σημασί το ρου, λλ’ μως μαρτυρία ατς εναι οσιαστικς πολιτική, ς μέριμνα διά τόν νθρωπον καί τήν πνευματικήν λευθερίαν του.  λόγος τς κκλησίας πρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείν ες τό διηνεκς μία φειλετική παρέμβασις πρ το νθρώπου. Α κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου ες τό νέον πλαίσιον τν διεθνν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ’, 21). συναλληλία ατη δέον πως διασώζ τήν διοπροσωπίαν κκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζ τήν ελικριν συνεργασίαν ατν π’ φελεί τς προστασίας τς μοναδικς ξίας το νθρώπου καί τν ντεθεν πορρεόντων δικαιωμάτων ατο, ς καί τς κοινωνικς δικαιοσύνης.
Τά δικαιώματα το νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς ς πάντησις ες τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί νατροπάς καί διά τήν προστασίαν τς λευθερίας το τόμου. προσέγγισις τν δικαιωμάτων το νθρώπου πό τς ρθοδόξου κκλησίας πικεντρώνεται ες τόν κίνδυνον κπτώσεως το τομικο δικαιώματος ες τομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη κτροπή λειτουργε ες βάρος το κοινοτικο περιεχομένου τς λευθερίας, δηγε ες τήν αθαίρετον μετατροπήν τν δικαιωμάτων ες εδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί ες τήν ναγωγήν τς πισφαλος ταυτίσεως τς λευθερίας μέ τήν συδοσίαν το τόμου ες «οκουμενικήν ξίαν», ποία ποσκάπτει τά θεμέλια τν κοινωνικν ξιν, τς οκογενείας, τς θρησκείας, το θνους καί πειλε θεμελιώδεις θικάς ξίας.
ρθόδοξος λοιπόν κατανόησις το νθρώπου ντιτίθεται τόσον ες τήν λαζονικήν ποθέωσιν το τόμου καί τν δικαιωμάτων του, σον καί ες τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν το νθρωπίνου προσώπου ες τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί πικοινωνιακάς δομάς. παράδοσις τς ρθοδοξίας εναι νεξάντλητος πηγή ζωτικν ληθειν διά τόν νθρωπον. Οδείς τίμησε τόν νθρωπον καί μερίμνησε δι’ ατόν τόσον, σον Θεάνθρωπος Χριστός καί κκλησία Του. Θεμελιδες νθρώπινον δικαίωμα εναι προστασία τς ρχς τς θρησκευτικς λευθερίας πό πάσας τάς προοπτικάς ατς, τοι τς λευθερίας τς συνειδήσεως, τς πίστεως, τς λατρείας καί λων τν τομικν καί συλλογικν κφράσεων θρησκευτικς λευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί το δικαιώματος κάστου πιστο νά τελ κωλύτως πό οανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τς λευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τς θρησκείας καί τν προϋποθέσεων λειτουργίας τν θρησκευτικν κοινοτήτων.
17. Βιομεν σήμερον ξαρσιν νοσηρν φαινομένων βίας ν νόματι το Θεο. Α κρήξεις φονταμενταλισμο ες τούς κόλπους τν θρησκειν κινδυνεύουν νά δηγήσουν ες τήν πικράτησιν τς πόψεως τι φονταμενταλισμός νήκει ες τήν οσίαν το θρησκευτικο φαινομένου. λήθεια μως εναι τι  φονταμενταλισμός, ς «ζλος ο κατ’ πίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ποτελε κφρασιν νοσηρς θρησκευτικότητος. ληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον το σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον ατόν εναι αστηρότερος κριτής το ποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμο. ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς. κκλησία γωνίζεται διά νά καταστήσ ασθητοτέραν τήν «νωθεν ερήνην» πί τς γς. ληθινή ερήνη δέν πιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τν πλων, λλά μόνον διά μέσου τς γάπης, τις «ο ζητε τά αυτς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό λαιον τς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιται διά νά παλύν καί νά θεραπεύ τάς παλαιάς πληγάς τν λλων καί χι νά ναρριπίζ νέας στίας μίσους.
18.  ρθόδοξος κκλησία παρακολουθε μέ πόνον καί προσευχήν καί καταγράφει τήν μεγάλην σύγχρονον νθρωπιστικήν κρίσιν, τήν πέκτασιν τς βίας καί τν νόπλων συρράξεων, τόν διωγμόν, τήν κδίωξιν καί τάς δολοφονίας μελν θρησκευτικν μειονοτήτων, τήν βιαίαν πομάκρυνσιν οκογενειν πό τάς στίας των, τήν τραγωδίαν τς μπορίας νθρώπων, τήν παραβίασιν τν βασικν δικαιωμάτων τόμων καί λαν καί τόν ξαναγκασμόν ες λλαγήν πίστεως. Καταδικάζει περιφράστως τάς παγωγάς, τά βασανιστήρια, τάς εδεχθες κτελέσεις. Καταγγέλλει τήν καταστροφήν ναν, θρησκευτικν συμβόλων καί μνημείων πολιτισμο.
ρθόδοξος κκλησία νησυχε διαιτέρως διά τήν κατάστασιν τν χριστιανν καί τν λλων διωκομένων θνικν καί θρησκευτικν μειονοτήτων τς Μέσης νατολς. Εδικώτερον, πευθύνει κκλησιν πρός τάς κυβερνήσεις ν τ περιοχ, νά προστατεύσουν τούς χριστιανικούς πληθυσμούς, τούς ρθοδόξους, τούς ρχαίους νατολικούς καί τούς λοιπούς χριστιανούς, ο ποοι πεβίωσαν ες τό λίκνον το Χριστιανισμο. Ο γηγενες χριστιανικοί καί ο λλοι πληθυσμοί χουν παράγραπτον δικαίωμα νά παραμείνουν ες τάς χώρας ατν ς πολται μέ σα δικαιώματα.
Προτρέπομεν λοιπόν λους τούς μπλεκομένους, νεξαρτήτως θρησκευτικν πεποιθήσεων, νά ργάζωνται διά τήν καταλλαγήν καί διά τόν σεβασμόν τν νθρωπίνων δικαιωμάτων, πρωτίστως δέ διά τήν προστασίαν το θείου δώρου τς ζως. Πρέπει πόλεμος καί αματοχυσία νά τερματισθον, νά πικρατήσ δικαιοσύνη, στε νά πανέλθ ερήνη καί νά καταστ φικτή πιστροφή τν κδιωχθέντων ες τάς πατρογονικάς ατν στίας. Προσευχόμεθα διά τήν ερήνην καί τήν δικαιοσύνην ες τάς δοκιμαζομένας χώρας τς φρικς, ς καί ες τήν χειμαζομένην Οκρανίαν. παναλαμβάνομεν ν Συνόδ μετ’ μφάσεως τήν κκλησιν πρός τούς πευθύνους, νά πελευθερώσουν τούς δύο παχθέντας ρχιερες ες τήν Συρίαν, Παλον Yazigi καί ωάννην İbrahim. Προσεπευχόμεθα διά τήν πελευθέρωσιν πάντων τν ν μηρί καί αχμαλωσί συνανθρώπων μας.
19. Τό σύγχρονον καί συνεχς ντεινόμενον προσφυγικόν καί μεταναστευτικόν πρόβλημα, φειλόμενον ες πολιτικούς, οκονομικούς καί κλιματολογικούς λόγους, ερίσκεται ες τό κέντρον το παγκοσμίου νδιαφέροντος. ρθόδοξος κκλησία ντιμετώπισε πάντοτε καί ντιμετωπίζει συνεχς τούς δεδιωγμένους, τούς ν κινδύν καί ν νάγκαις, πί τ βάσει τν λόγων το Κυρίου «πενασα γρ, καί δκατ μοι φαγεν, δψησα, καί ποτσατ με, ξνος μην, καί συνηγγετ με, γυμνς, καί περιεβλετ με, σθνησα, καί πεσκψασθ με, ν φυλακ μην, καί λθετε πρς με» (Ματθ. κε’, 35-36) καί «μήν λέγω μν, φ’ σον ποιήσατε νί τούτων τν δελφν μου τν λαχίστων μοί ποιήσατε» (Ματθ. κε’, 40). Καθ’ λην τήν στορικήν ατς πορείαν κκλησία ερίσκετο ες τό πλευρόν τν «κοπιώντων καί πεφορτισμένων» (Ματθ. ια’, 28). είποτε κκλησιαστική φιλανθρωπία δέν περιωρίζετο πλς ες τήν περιστασιακήν γαθοεργίαν πρός τόν νδε καί τόν πάσχοντα, λλά πέβλεπε καί ες τήν πάλειψιν τν ατίων, τά ποα δημιουργον τά κοινωνικά προβλήματα. Τό «ργον διακονίας» τς κκλησίας (φεσ. δ’, 12) ναγνωρίζεται πό πάντων.
πευθύνομεν λοιπόν κκλησιν πρωτίστως πρός τούς δυναμένους νά ρουν τάς ατίας τς δημιουργίας τς προσφυγικς κρίσεως νά λάβουν τάς δεούσας θετικάς ποφάσεις. Καλομεν τάς πολιτικάς ρχάς, τούς ρθοδόξους πιστούς καί τούς λοιπούς πολίτας τν χωρν, ες τάς ποίας κατέφυγον καί συνεχίζουν νά καταφεύγουν ο πρόσφυγες, νά παράσχουν ες ατούς πσαν δυνατήν βοήθειαν, κόμη καί κ το δίου στερήματος.
VII. κκλησία: μαρτυρία ν διαλόγ
20.  κκλησία πιδεικνύει εαισθησίαν ναντι κείνων, ο ποοι διέκοψαν τήν μετ’ ατς κοινωνίαν καί νδιαφέρεται δι’ σους δέν κατανοον τήν φωνήν της. ν τ συνειδήσει ατς τι ποτελε τήν ζσαν παρουσίαν το Χριστο ν τ κόσμ, μετατρέπει ες συγκεκριμένας πράξεις τήν θείαν Οκονομίαν δι’ λων τν ες τήν διάθεσιν ατς μέσων, διά τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς ληθείας, ν τ  κριβεί τς ποστολικς πίστεως. πό τό πνεμα ατό τς κατανοήσεως το χρέους μαρτυρίας καί προσφορς,  ρθόδοξος κκλησία νέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν ες τόν διάλογον, διαιτέρως δέ ες κενον μέ τούς τεροδόξους χριστιανούς. Διά μέσου το διαλόγου ατο, λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν ρθοδοξίαν καί τήν γνησιότητα τς παραδόσεως ατς. πίσης γνωρίζει τι ρθόδοξος κκλησία οδέποτε πεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν τήν μφισβήτησιν τς δογματικς παραδόσεως καί το εαγγελικο θους της. Ο διαχριστιανικοί διάλογοι λειτούργησαν ς εκαιρία διά τήν ρθοδοξίαν, διά νά ναδείξ τό σέβας πρός τήν διδασκαλίαν τν Πατέρων καί διά νά δώσ τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς γνησίας παραδόσεως τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας. Ο πό τς ρθοδόξου κκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οδέποτε σήμαιναν, οτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οονδήποτε συμβιβασμόν ες ζητήματα πίστεως. Ο διάλογοι ατοί εναι μαρτυρία περί τς ρθοδοξίας, δραζομένη πί το εαγγελικο μηνύματος «ρχου καί δε» (ωάν. α’, 46), τι « Θεός γάπη στίν» (Α’ ωάν. δ’, 8).
***
πό τό πνεμα ατό, νά τήν οκουμένην ρθόδοξος κκλησία, οσα ν Χριστ φανέρωσις τς Βασιλείας το Θεο, βιο τό λον μυστήριον τς θείας Οκονομίας ες τήν μυστηριακήν ζωήν ατς, μέ πίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εχαριστίαν, ν τ ποί προσφέρει ες μς οχί τροφήν πίκηρον καί φθαρτήν, λλ’ ατό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σμα, «τόν οράνιον ρτον», «ς στί φάρμακον θανασίας, ντίδοτος το μή ποθανεν, λλά ζν ν Θε διά ησο Χριστο, καθαρτήριον λεξίκακον» (γνατίου ντιοχείας, Πρός φεσίους, Κ’. PG 5, 756).  θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας το κκλησιαστικο σώματος, καθώς καί τήν αθεντικήν βεβαίωσιν τς ρθοδοξίας τς πίστεως τς κκλησίας, ς διακηρύττει καί γιος Ερηναος Λυνος: «μν δέ σύμφωνος γνώμη (= διδασκαλία) τ Εχαριστί, δέ Εχαριστία βεβαιο τήν γνώμην» (Κατά αρέσεωνΔ’, 18. PG 7, 1028).

Εαγγελιζόμενοι, λοιπόν, κατά τήν ντολήν το Κυρίου λον τόν κόσμον καί «κηρύττοντες πί τ νόματι ατο μετάνοιαν καί φεσιν μαρτιν ες πάντα τά θνη» (Λουκ. κβ’, 47), χομεν χρέος νά παραθέτωμεν αυτούς καί λλήλους καί πσαν τήν ζωήν μν Χριστ τ Θε καί νά γαπμεν λλήλους, μολογοντες ν μονοί «Πατέρα, Υόν καί γιον Πνεμα, Τριάδα μοούσιον καί χώριστον». Τατα πευθύνοντες ν Συνόδ πρός τά νά τόν κόσμον τέκνα τς γιωτάτης ρθοδόξου μν κκλησίας καί πρός τήν οκουμένην πσαν, πόμενοι τος γίοις Πατράσι καί τος συνοδικος θεσπίσμασι πρός διαφύλαξιν τς πατροπαραδότου πίστεως καί πρός «νάληψιν χρηστοηθείας» ες τήν καθ’ μέραν ζωήν μν, π’ λπίδι τς «κοινς ναστάσεως», δοξολογομεν τήν τρισυπόστατον Θεότητα σμασιν νθέοις:
«Πάτερ Παντοκράτορ καί Λόγε καί Πνεμα, τρισίν νιζομένη ν ποστάσεσι φύσις. περούσιε καί πέρθεε, ες σέ βεβαπτίσμεθα καί σέ ελογομεν ες πάντας τούς αἰῶνας» (Κανών το Πάσχα, δή Η’).

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

ΕΟΡΤΗ ΛΗΞΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΓΕΝ. ΕΚΚΛΗΣ. ΛΥΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 16-6-2016

     
       Μέσα σέ κλμα συγκινητικό πραγματοποιήθηκε σεμνή τελετή τς λήξης τν μαθημάτων στό κκλησιαστικό Λύκειο Πατρν, στίς 16.6.2016 παρόντων, το Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, το Θεοφιλεστάτου πισκόπου Κερνίτσης κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, τς Προϊσταμένης το Τμήματος πιστημονικς-Παιδαγωγικς Καθοδήγησης Δυτικς λλάδος κ. Σοφίας Χριστοπούλου, τν πευθύνων τν πολιτιστικν δραστηριοτήτων τς Δευτεροβάθμιας κπαίδευσης Δυτικς λλάδος, το Διευθυντο το κκλησιαστικο Λυκείου κ. ωάννου Κόττορου, τν Καθηγητν, τν Μαθητν καί το λοιπο προσωπικο το κκλησιαστικο Λυκείου.
  Διευθυντής το κκλησιαστικο Λυκείου κ. ωάννης Κόττορος μέ θερμούς λόγους μίλησε γιά τίς δραστηριότητες το κκλησιαστικο Λύκειου, γιά τήν πρόοδο τν μαθητν καί γιά τήν ργασία τν Καθηγητν καί λου το προσωπικο.
            διαιτέρως νεφέρθη στούς μαθητάς τς Τρίτης Λυκείου ο ποοι ποφοιτον πό τό Σχολεο καί εχήθηκε τά δέοντα σ’ ατούς.
      πίσης εχαρίστησε τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρν κ.κ. Χρυσόστομο γιά τήν μέριστη συμπαράστασή του στό κκλησιαστικό Λύκειο καί στήν κκλησιαστική στία.
            χορωδία τν μαθητν τραγούδησε μνους καί παραδοσιακά σματα, ν κούστηκαν ποιήματα καί σκέψεις σχετικά μέ τή ζωή στό κκλησιαστικό Λύκειο.
           πίσης παρουσιάστηκαν βίντεο πό τίς σχολικές καί κοινωνικές δραστηριότητες τν παιδιν.
        Τήν κδήλωση κλεισε μέ μιλία του Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρν κ.κ. Χρυσόστομος, ποος νεφέρθη στήν προσφορά το κκλησιαστικο Λυκείου Πατρν, στήν ργασία το Διευθυντο καί λου το προσωπικο, λλά καί στό θος καί στήν ργασία τν μαθητν.
  Εχαρίστησε λους γιά τήν λη εκόνα καί τήν ργασία πού γίνεται καί τό παρουσίασε ς πρότυπο σχολικς Μονάδος στήν σύγχρονη κοινωνία. Μάλιστα τόνισε, τι στό σχολεο ατό διασώζεται οσιαστική καί πραγματική εκόνα τν Σχολείων πως τά ζήσαμε στίς χρυσές ποχές ταν παρείχετο μέσα πό τό κπαιδευτικό σύστημα χι μόνον κατά κόσμον γνώση, λλά καί  κατά Θεόν σοφία, φο πρώτη χωρίς τήν  δεύτερη, πολλάκις καταντ πικίνδυνη γιά τόν νθρωπο.
            Σεβασμιώτατος νεφέρθη καί στό σύγχρονο κπαιδευτικό σύστημα τό ποο πάσχει γιατί συνεχς μεταλλάσσεται, μέ λυσιτελ καί καταστροφικά ποτελέσματα.
            Τέλος νεφέρθη στίς δηλώσεις το σημερινο πουργο Παιδείας, περί προσευχς, παρελάσεων κ.λ.π. χαρακτηρίζοντας ατές τίς θέσεις νεδαφικές καί παράδοξες.
            Εχομαι, επε Σεβασμιώτατος, τό σχολεο νά πανέλθ στήν κατάσταση κείνη πού θά κπαιδεύ νθρώπους κατά τέτοιο τρόπο, στε νά ξέρχωνται λοκληρωμένες προσωπικότητες καί νά μή συνεχισθ παραγωγή γενεν γραμμάτων.

      Τέλος δόθησαν παινοι σέ μαθητές καί μάδες μαθητν γιά τήν συμμετοχή τους σέ προγράμματα το Σχολείου καί ν συνεχεί παρεκάθησαν σέ γεμα Σεβασμιώτατος, Θεοφιλέστατος, Διευθυντής, ο Καθηγητές, ο κπρόσωποι τν κπαιδευτικν ρχν καί Φορέων καί λοι ο μαθητές.
Έργα μαθητών 

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Ο ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΩΣ ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ!

Κατά τον Μεσαίωνα, ορισμένα μοναστήρια λειτούργησαν και ως «κιβωτοί γνώσεων» διαφυλάσσοντας τα αρχαία κείμενα με τη μορφή χειρογράφων. Τα χειρόγραφα αυτά αντιγράφονταν από μοναχούς μέσα στο ημίφως των μοναστηριακών εργαστηρίων, στα περίφημα καλλιγραφία. Τα περισσότερα αρχαιοελληνικά κείμενα που διασώθηκαν ως τις μέρες μας, είναι αποτέλεσμα των ακατάπαυστων αντιγραφών, που γίνονταν σ’ αυτά τα εργαστήρια από ορισμένους γενναίους μοναχούς.
Αν σήμερα μπορούμε ν’ απολαύσουμε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Όμηρο ή Θουκυδίδη, το χρωστάμε σε μια χούφτα μοναχών. Σε μια εποχή που η τυπογραφία άνηκε ακόμη στο μακρινό μέλλον, τα χειρόγραφα αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο για να διασωθούν οι αρχαίες γνώσεις στο διηνεκές.
Οι μοναχοί έθεταν ακόμα και σε κίνδυνο τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις, που για κάποιους φανατικούς χριστιανούς θεωρούνταν «αιρετικές». Κι όμως, αυτές οι «αιρετικές» γνώσεις ήταν εκείνες που οδήγησαν στην αναγέννηση του Δυτικού πολιτισμού.
Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία βυζαντινής τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων και όχι μόνο.
To περιβόλι της Παναγίας άρχισε αποτελεί μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί κρυφά ο μοναχός Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου τη μονή Μεγίστης Λαύρας (963μ.Χ.). Ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος.
Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στο Άγιο Όρος, εκτός από το καλογερικό του κουκούλι κουβάλησε μαζί του και δύο βιβλία. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη
Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου 985μ.Χ. και Ιβήρων 980μ.χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και τη διαφύλαξη βιβλίων, με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.
Μοναστηριακές Βιβλιοθήκες
Το σίγουρο είναι πως οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν περιφρονούσαν τα βιβλία. Μόλις ιδρύονταν ένα μοναστήρι μια από τις πρώτες ενέργειες των κτητόρων του ήταν η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης, ενώ ο ηγούμενος όριζε πάντα έναν βιβλιοθηκάριο, υπεύθυνο για τη διαφύλαξη και συντήρηση των χειρογράφων.
Τα χειρόγραφα
Σχετικά με το περιεχόμενο τους, τα αγιορείτικα χειρόγραφα διακρίνονται σε αυτά που διασώζουν κείμενα αρχαίων κλασσικών συγγραφέων ή γενικότερα κοσμικών γνώσεων π.χ. βοτανικής, γεωγραφίας, ιατρικά, νομικά –και σε εκείνα που περιέχουν κείμενα χριστιανικού και λειτουργικού περιεχομένου.
Δυστυχώς δε διαθέτουμε έγκυρα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αρχαιοελληνικών χειρογράφων, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθωνα. Ενδεικτικά πρέπει να σώζονται γύρω στα 600 έργα κλασικών συγγραφέων.
Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται μικρός, καθώς σ’ αυτά ακριβώς τα χειρόγραφα εστιάζονταν πάντα οι Ευρωπαίοι «προσκυνητές» που έκλεβαν ή αγόραζαν τους κώδικες για να εμπλουτίσουν τις Δυτικές βιβλιοθήκες. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές κλοπές και αφαιμάξεις, στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους συνεχίζουν ως σήμερα να υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι αρχαιοελληνικοί κώδικες.
Πιο παλιός και πιο σημαντικός απ’ όλους είναι η περίφημη Βοτανική του Διοσκουρίδου (Ω75), ένας κώδικας ηλικίας 1000 ετών, προσωπικό δώρο του Νικηφόρου Φωκά στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Το βιβλίο, που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας θεωρείται ιδανικό για την παρασκευή φαρμάκων από βότανα.
Η μεγαλύτερη συλλογή ελληνικών χειρογράφων στον κόσμο
Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους σώζονται 16.000-20.000 χειρόγραφα! Αυτός ο αριθμός θεωρείται ότι αποτελεί το 50% των ελληνόγλωσων χειρογράφων, που υπάρχουν σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Από αυτά πάνω από τα μισά βρίσκονται στις βιβλιοθήκες τριών μόνο μοναστηριών (Μεγίστη Λαύρα, Ιβήρων και Βατοπαίδι). Ειδικότερα η βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας είναι η μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων (2242 χειρόγραφα) στο Άγιο Όρος και η 3η παγκοσμίως, ύστερα από εκείνη της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (4.500 χειρόγραφα εκ των οποίων το 75% είναι ελληνόγλωσσα) και του Βατικανού(3.500 χειρόγραφα).
Τα ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους συγκροτούν τη μεγαλύτερη συλλογή ελληνικών χειρογράφων στον κόσμο, αφού ο αριθμός τους ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο των δύο μεγαλύτερων συλλογών της Ευρώπης, του Βατικανού και της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, που και οι δύο μαζί δεν υπερβαίνουν τις 10.000.
Διάσωση και συντήρηση των χειρογράφων
Η μελέτη της ιστορίας των αγιορείτικων χειρογράφων δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι προσπάθειες για την καταγραφή και τη συστηματική μελέτη των χειρογράφων του Άθωνα ξεκίνησαν μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζονται.
Το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών(ΠΙΠΜ) της Ι.Μ. Βλατάδων (Θεσσαλονίκη) έχει αναλάβει τη κατάρτιση ενός λεπτομερούς καταλόγου, όπως επίσης και τη μικροφωτογράφιση όλων των χειρογράφων. Έτσι το περιεχόμενο των χειρογράφων όχι μόνον θα διασωθεί, αλλά θα είναι εύκολη και η μελέτη τους από τους ειδικούς, που δεν χρειάζονται πλέον να επισκεφτούν τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες για να τα μελετήσουν.
Η συντήρηση των αρχαίων χειρογράφων βασίζεται σ’ ένα πρόγραμμα, που περιλαμβάνει την τοποθέτησή τους σε ειδικές θήκες, για καλύτερη φύλαξη και μεταφορά. Την αποκατάσταση των διαλυμένων εξώφυλλων και εσώφυλλων και την τοποθέτηση φαρμάκων ενάντια στα φθοροποιά μικρόβια. Τέλος, σε συνεργασία και με ξένα πανεπιστήμια, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα συντήρησης και απολύμανσης των χειρογράφων από καταστροφικά μικρόβια.
Η προσφορά των χειρογράφων του Αγίου Όρους στην πολιτιστική εξέλιξη της Ευρώπης είναι ανεκτίμητη. Όπως άλλωστε λέει χαρακτηριστικά και ο βιβλιοθηκάριος της μονής Μεγίστης Λαύρας, Ιερομόναχος Νικόδημος: «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, που ακριβώς θα βρισκόταν σήμερα η ανθρωπότητα, χωρίς τις αρχαίες γνώσεις που διεσώθησαν με τα χειρόγραφα των βυζαντινών μοναστηριών της ορθοδοξίας και ιδιαίτερα του Αγίου Όρους. Κατά πάσα πιθανότητα η Αναγέννηση της Δύσης θ’ αργούσε μερικούς αιώνες…».
 Το χειρόγραφο της Παλαιάς Διαθήκης, υψίστης πολιτισμικής αξίας, φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου. Αποτελείται από έναν τόμο, ο οποίος περιλαμβάνει την Οκτάτευχο, από το Λευιτικό μέχρι τη Ρουθ.
Το έργο αυτό, με τις 952 περγαμηνές καλλιγραφημένες σελίδες, αποτελεί αιώνες τώρα έναν από τους πολυτιμότερους θησαυρούς της Βατοπεδινής Βιβλιοθήκης, καθώς είναι ένα από τα πέντε μόνο μεσαιωνικά χειρόγραφα της Οκτατεύχου που σώζονται σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο!
Το αντίγραφο του μεγάλου αυτού χειρογράφου συνοδεύεται με ξεχωριστό τόμο εκατό σελίδων, με εκτενή κείμενα του Σωτηρίου Ν. Καδά, καθηγητή βυζαντινής αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.
 Μία πολυτελής κασετίνα με τη συλλεκτική ανατύπωση του πρωτότυπου Βυζαντινού χειρόγραφου που δώρισε ο Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Ιωάννης ΣΤ’ Κατακουζηνός στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου.
Δωρητής του, σύμφωνα με ολοσέλιδο αυτοκρατορικό σημείωμα, είναι ο Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Ιωάννης ΣΤ’ Κατακουζηνός. Αποτελεί την πιο πλούσια δωρεά βιβλίων που έγινε ποτέ σε Μονή του Αγίου Όρους, ενώ παράλληλα το βιβλίο αυτό είναι ένα λαμπρό δείγμα της ακμής της Βυζαντινής τέχνης της καλλιγραφίας.
Το βιβλίο συνοδεύεται από προστατευτικό κουτί και μεγεθυντικό φακό για ευχάριστη ανάγνωση.


• Η χρυσόδετη έκδοση της Καινής Διαθήκης περιέχει όλα τα βιβλία, σε πολυτελή, έγχρωμη εκτύπωση και υψηλή ποιότητα χαρτιού. Διατίθεται σε συλλεκτική θήκη με όψη βιβλίου και βελούδινη επένδυση.  (WWW.mountathos.com)

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΠΟΛΙΤΗΣ ΠΑΤΡΩΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ

 Μιλώντας σέ ἐκδήλωση στήν Καλλιθέα ὁ Ὑπουργός Παιδείας κ. Φίλης καί ἐρωτηθείς ἀπό Φιλόλογο Καθηγήτρια περί τοῦ μαθήματος τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν εἶπε μεταξύ ἂλλων τά ἑξῆς: «…Γιατί τά παιδιά μας δέν μιλᾶνε καλά σήμερα Ἑλληνικά; Κάτι φταίει. Δέν ξέρω τί…».
            Nαί  κ. Ὑπουργέ, ἀλήθεια εἶναι αὐτό πού εἲπατε. Ἒχετε δίκηο. Κάτι φταίει ὂντως πού τά παιδιά σήμερα ὂχι ἁπλῶς δέν μιλᾶνε καλά τά Ἑλληνικά, ἀλλά δέν ξέρουν Ἑλληνικά. Ὃμως δέν συμφωνοῦμε μέ τό, « δέν ξέρω τί φταίει». Πιστεύω ὃτι καί σεῖς ξέρετε καί ὃλοι μας. Ἲσως τά παρακάτω πού, μέ συνείδηση εὐθύνης, σημειώνομε βοηθήσουν νά θυμηθοῦμε κάποια πράγματα ἢ μᾶλλον νά παραδεχθοῦμε κάποιες ἀλήθειες μήπως καί συβάλλομε θετικά στήν πνευματική ἀνόρθωση αὐτοῦ τοῦ τόπου.
            Ὂχι μόνο δέν γνωρίζουν τά παιδιά, νά μιλᾶνε Ἑλληνικά, ἀλλά οὐδεμίαν σχέσιν ἒχουν μέ τήν οὐσία καί τά νοήματα πού ἀπορρέουν ἀπό τά κείμενα, ἀφοῦ ἓνεκα τῆς ἀγνοίας τῶν λέξεων, οὐδέν ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν  (τά κείμενα) γιά τούς συγχρόνους νέους.
            Πῶς θά γνωρίζουν τά παιδιά νά μιλᾶνε σωστά τά Ἑλληνικά, ἀφοῦ τό Ἐκπαιδευτικό σύστημα πάσχει ἀπό τή βάση του;
            Δέν γνωρίζετε κ. Φίλη, ὃτι τά τελευταῖα χρόνια, μᾶλλον τίς τελευταῖες δεκαετίες, τά Ἐκπαιδευτικά συστήματα διεδέχοντο τό ἓνα τό ἂλλο, ὡς νά ἦτο ὑποκάμισσα; Καί τοῦτο γινόταν ἐρήμην τῶν ἀκαταλύτων καί παγκοσμίων κοινῶν καί παραδεδεγμένων παιδαγωγικῶν ἀξιῶν καί εἰς βάρος τῆς γλώσσης καί τῆς ἐν γένει πνευματικῆς ταυτότητος τῆς πατρίδος μας.
            Τά παιδιά δέν γνωρίζουν Ἑλληνικά, ἀπό τότε πού κάποιοι ἀνθέλληνες, ἡμέτεροι καί ξένοι κατέστρεψαν τήν Ἑλληνική γλῶσσα, τήν ἀπομείωσαν καί ἀπέκοψαν ἀπό τίς ρίζες καί τήν ἐτυμολογία της τούς Ἓλληνες.
            Τά παιδιά δέν γνωρίζουν νά μιλᾶνε Ἑλληνικά, ἀπό τότε πού κατηργήθη ἡ ὀρθογραφία καί ἡ ἐκμάθησή της κατά τόν σωστό τρόπο, ὡς καί τό συντακτικό στήν πρωτοβάθμια ἐκπαίδευση, ὃπου τίθενται οἱ βάσεις καί ἐν συνεχείᾳ στήν δευτεροβάθμια.
            Κάνετε κ. Ὑπουργέ μιά σύγκριση μέ ἀνθρώπους παλαιοτέρας γενεᾶς, τῆς δικῆς σας λ.χ. τῆς δικῆς μας, ἀφοῦ μᾶλλον εἲμαστε τῆς ἰδίας ἐποχῆς, μέ τά παιδιά τοῦ σήμερα, ὣστε νά διαπιστώσετε τήν διαφορά, ὡς πρός τήν γνῶσιν καί τήν χρήση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καί τήν ἐμβάθυνση στά νοήματα.
            Γιατί ἐσεῖς καί μεῖς κ. Ὑπουργέ, χρησιμοποιοῦμε σωστά τήν Ἑλληνική γλῶσσα καί τά παιδιά μας ὂχι; Μήπως ἐμεῖς διαθέτομε περισσότερο μυαλό, ἀπό τούς συγχρόνους νέους; Νομίζω ὃτι ὁ δείκτης νοημοσύνης τῶν παιδιῶν μας, εἶναι ἀρκετά, ἢ μᾶλλον πολύ ὑψηλός σήμερα.
            Βάλτε τό χέρι στήν καρδιά κ. Ὑπουργέ, καί σεῖς καί ὃσοι πρίν ἀπό σᾶς πέρασαν ἀπό αὐτόν τόν θῶκο καί θά διαπιστώσετε, ὃτι ἒγιναν ἐγκληματικά λάθη εἰς βάρος τῆς παιδείας γενικῶς, διότι ἐξυπερετήθησαν μέσα ἀπό τήν παιδεία, (εὒκολος γάρ στόχος πάντοτε) ποικίλα συμφέροντα, πολιτικά, ἰδεολογικά κ.ἂ.
            Πῶς θέλετε κ. Ὑπουργέ νά γνωρίζουν τά παιδιά μας νά μιλᾶνε Ἑλληνικά, ἀφοῦ δέν ἒμαθαν κἂν πόσα γράμματα ἒχει ἡ ἑλληνική ἀλφάβητος;
            Καί ἐπειδή ἀνεφέρθητε καί στό μάθημα τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, ἐπιτρέψατέ μας νά σημειώσωμε τά ἐξῆς. Πῶς προῆλθε ἡ νεολληνική γλῶσσα;  Ἒτσι προέκυψε ἀπό τό πουθενά; Πιστεύομε ὃτι γνωρίζετε καλῶς ὃτι ἡ νεοελληνική γλῶσσα εἶναι συνέχεια τῆς ὃλης γλωσσικῆς πορείας τοῦ τόπου μας ἀπό τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Σημασία δέν ἒχει μόνο πόσες ὧρες θά διδάσκωνται τά παιδιά τό ἐν λόγῳ μάθημα, ἀλλά τό πῶς, τό γιατί καί ἀπό ποιούς θά διδάσκεται τό μάθημα.
            Πῶς θέλετε νά γνωρίζουν τά παιδιά νά μιλᾶνε Ἑλληνικά, ἀφοῦ ἀγνοοῦν τό «ἔτυμον» τῶν λέξεων καί φτώχυνε τό λεξιλόγιό τους; Ἒχετε ἀκούσει κάτι γιά τήν λεξιπενία τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων;
            Ποιός ὓψωσε τό ἀνάστημά του, ἀπέναντι στό ἒγκλημα πού συντελέστηκε  κατά καιρούς μέ τήν κατακρεούργηση τῆς γλώσσας μας, μάλιστα κατά τρόπο δόλιο καί ὑποχθόνιο (κατάργηση πνευμάτων, ὀρθογραφίας γενικῶς κ.λ.π.); Σᾶς παραπέμπω νά διαβάσετε τί ἒγινε στήν Ἱσπανία, ὃταν κάποιοι «προοδευτικοί» ἐπεχείρησαν νά προτείνουν νά καταργηθῇ ἓνα σημαδάκι ἀπό τήν γλῶσσα τῆς χώρας. Ξεσηκώθηκε ἡ Ἀκαδημαϊκή Κοινότητα, ἀντέδρασε ὃλος ὁ πνευματικός κόσμος, γιατί ἐκεῖνοι γνωρίζουν ὃτι ἡ γλῶσσα εἶναι ὂχι παρελθόν, ἀλλά ζωντανό παρόν καί ὁριοθετεῖ τήν πορεία τοῦ μέλλοντος. Τό ἲδιο ἒγινε καί στήν Γαλλία, σέ παρόμοια περίπτωση.
            Εὒστοχα ὁ ἱστορικός καί συγγραφεύς Σαράντος Καργάκος ἒχει ἀναφέρει:«Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα πεθαίνει στό στόμα τῶν Ἑλλήνων». Χάνεται ἡ γλῶσσα; Χάνεται ἡ ἐθνική ἑνότης. Χάνεται ἡ γλῶσσα; Χάνεται ὁ τρόπος σκέψεως, ὁ τρόπος ἒκφρασης, ὁ τρόπος πολιτικῆς στάσης ὃπως τά ἒζησαν οἱ Ἓλληνες διαχρονικά μέ τήν ἰδιαιτερότητά τους και τήν ταυτότητά τους. Ξέρετε τί σημαίνει αὐτό; Αὐτό σημαίνει ὃτι μπαίνομε στό περιθώριο τῆς Ἱστορίας.
            Αὐτό ἢθελαν νά ἐπιτύχουν ὃσοι ἐμίσησαν καί μισοῦν τήν Ἑλλάδα. Μᾶς ὁδήγησαν νά μισήσωμε τήν «ψυχή μας», τήν γλῶσσα μας, τήν ρίζα μας, τό αἷμα μας, τήν ἱστορία μας.
            Γιά νά ἀνορθωθῇ ἡ «πεπτωκυῖα σκηνή» κ. Ὑπουργέ, δέν χρειάζονται εὐχολόγια, ἀνούσιες συζητήσεις κ.λ.π. Χρειάζεται τόλμη καί θυσία. Χρειάζεται κάποιος νά ἒχῃ τήν παλληκαριά νά πῇ τήν ἀλήθεια γιά τό κακό πού συντελέστηκε καί συντελῆτε τόσα χρόνια στήν Πατρίδα μας. Καί γιά νά ὑπάρξουν αὐτά πρέπει νά ὑπάρχῃ ἀγάπη γιά  τόν τόπο μας καί ὂχι ὑπακοή σέ ξένες σειρῆνες πού θέλουν μιά Ἑλλάδα, χώρα ἀγραμμάτων ὣστε νά ἐλέγχεται εὒκολα.
            Σέ ποιά  χώρα τοῦ κόσμου ἒχομε παραγωγή ἀγραμμάτων ἀπό τά σχολεῖα; Αὐτό δυστυχῶς συμβαίνει τά τελευταῖα χρόνια στήν  Πατρίδα μας.
            Γιατί ἀνθεῖ ἡ παραπαιδεία; Γιατί δέν προσφέρεται στά σχολεῖα ἡ ἀληθινή παιδεία;
            Ἂν λειτουργεῖ ἒτσι τό σύστημα, σέ τί χρειάζεται κ. Ὑπουργέ ἡ δημόσια Ἐκπαίδευση;
            Ποιός ἂραγε θά ἒχῃ τό σθένος, μέ ὁποιοδήποτε κόστος νά γυρίσῃ «πίσω», ὣστε νά καταδείξῃ ἐν τοῖς πράγμασι, τήν ἀξία τῆς γλώσσης καί νά ἀφήσῃ στήν ἱστορία τό στῖγμα του ὡς ἀληθινά προοδευτικός;
            Καί κάτι ἂλλο κ. Ὑπουργέ. Συνέφερε διαχρονικά κάποιους σ’ αὐτόν τόν τόπο νά μή γνωρίζουν τά παιδιά Ἑλληνικά, ὣστε νά ἀγνοοῦν ὂχι ἀπλῶς πῶς γράφεται, ἀλλά τί σημαίνει ἡ λέξη «μητραλοίας» καί τόσες ἂλλες λέξεις…
            Ὃσοι περάσαμε ἀπό τά Σχολεῖα ὡς ἐκπαιδευτικοί δυνάμεθα νά γνωρίζωμε ποιός σκότωσε τήν μακροβιότερη γλῶσσα στόν κόσμο. Γνωρίζομε γιατί τά παιδιά χρησιμοποιοῦν τήν λεγομένη «ἀργκό». Γνωρίζομε γιατί τά παιδιά ἀδυνατοῦν νά ἐκφέρουν μιά συγκεκριμένη σκέψη. Ὃλοι μας ἒχομε τεράστια εὐθύνη ἒναντι ἀυτοῦ τοῦ θέματος καί πολλῶν ἂλλων.
            Φτωχύναμε ἠθελημένα καί ὡς πρός τήν γλῶσσα μας.
            Ἂς ζητήσωμε συγγνώμη ἀπό τά παιδιά μας καί ἂς ἐργαστοῦμε, μέ σύστημα, μέ εὐθύνη καί εὐσυνειδησία γιά νά σώσωμε ὃ, τι ἀπέμεινε.
            Ἡ γλῶσσα  μας εἶναι ἐνιαία. Εἶναι ἓνα ρυάκι μέ γάργαρο νερό πού ἀπό τήν πηγή ἒχει συνεχῆ καί ἀδιάκοπο ροή. Ἂν κόψης τή ροή αὐτοῦ τοῦ ζωντανοῦ ὓδατος προκαλεῖται συμφορά καί καταστροφή.
            Ὃσο γιά τά ὃσα εἲπατε περί τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν θά ἐπανέλθωμε. Ἢδη ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀνεφέρθη σχετικῶς στό Δελτίο Τύπου τῆς Συνεδρίας τῆς 2.6.2016.


Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΒΟΥΝΕΝΟΙΣ ΣΤΑ ΛΑΚΚΩΜΑΤΑ ΦΑΡΡΩΝ

Έξω από τα χωριό Λακκώματα του Δήμου Ερυμάνθου κάτω από τις χιονισμένες κορυφές του Ωλενού μέσα σε έλατα και βαθύσκια πλατάνια, με πολλά τρεχούμενα νερά, βρίσκεται το γραφικό εξωκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο τον εν Βουνένοις.
 Κάθε χρόνο, στις 10 Μαΐου, οι κάτοικοι των Λακκωμάτων τιμούν τον Άγιο Νικόλαο τον εν Βουνένοις, αλλά και τον Άγιο Νικόλαο των Μύρων. Η μνήμη του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις είναι κανονικά την προηγούμενη ημέρα, στις 9 Μαΐου.
Οι κάτοικοι του χωριού, αλλά και πιστοί  από όλα τα γύρω χωριά, ανηφορίζουν άλλοι με αυτοκίνητα και άλλοι με τα πόδια, μέσα από γραφικά μονοπάτια, για να πάνε στο εκκλησάκι και να προσκυνήσουν ευλαβικά τους δύο αγίους που σέβονται και τιμούν ιδιαιτέρως.
Υπάρχει παράδοση στο χωριό, η οποία μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, ότι ο Άγιος Νικόλαος ο εν Βουνένοις, που έζησε τον 8ο  αιώνα, πέρασε από το χωριό των Λακκωμάτων πριν το μαρτυρικό του τέλος στα Βούνενα της Θεσσαλίας, γι’ αυτό και οι κάτοικοι αφιέρωσαν το εκκλησάκι στη μνήμη του.
Στη Θεία Λειτουργία λειτούργησε ο Πρωτοπρεσβ. Δημήτριος Παπαγεωργίου, Αρχιερατικός Επίτροπος Φαρρών, ο οποίος εκπροσώπησε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, μαζί με τον εφημέριο του χωριού π. Κων/νο Σταθόπουλο.


Ο δραστήριος πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού, σε συνεργασία με τον εφημέριο του χωριού, διοργάνωσαν την εορτή πολύ ωραία και στο τέλος προσέφεραν γλυκίσματα και παραδοσιακό φαγητό σε όλους τους παρευρισκομένους. Η όλη εορτή έκλεισε με παραδοσιακά τραγούδια και χορούς. 

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

   
 Τήν Τετάρτη 13.4.2016, στό Ἐκκλησιαστικό Λύκειο Πατρῶν πραγματοποιήθηκε ἡ σεμνή καί συγκινητική τελετή τῆς ἀδελφοποιήσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικού Λυκείου Πατρῶν, μέ τήν Πατριαρχική Ἐκκλησιαστική Σχολή Κρήτης. Τήν παραμονή, ὁ Σχολάρχης τῆς Σχολῆς τῆς Κρήτης, κ. Θωμᾶς Παναγιώτου, μαζί μέ Καθηγητές καί ὁμάδα Μαθητῶν συμμετεῖχαν στό Μέγα Ἀπόδειπνο καί στούς Χαιρετισμούς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου πού τελεῖ κάθε Τρίτη ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, στόν Νέο Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου Πατρῶν

      Τήν ἑπομένη ἐτελέσθη ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, στό ἱερό Παρεκκλήσιο τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Λυκείου, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξε τόν θεῖο λόγο καί ἀπηύθυνε πατρικές συμβουλές στούς Μαθητές καί τῶν δύο Σχολείων, οἱ ὁποῖοι ἒψαλαν μαζί μέ τούς Διευθυντές, θαυμάσια, τούς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους.

     Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἔγινε ἡ τελετή ἀδελφοποιήσεως, ὑπεγράφη τό σχετικό πρωτόκολλο, ἀντηλλάγησαν δῶρα, ἐγένοντο προσφωνήσεις, ἀπό τούς Διευθυντές τῶν δύο Σχολείων καί ἀπό τόν Σεβασμιώτατο. Τά παιδιά τραγούδησαν καί χόρεψαν παραδοσιακούς χορούς, καί βεβαίως δέν ἔλειψαν οἱ κρητικές μαντινάδες.

        Μετά τήν τελετή ὅλοι παρεκάθησαν σέ νηστίσιμο γεῦμα τό ὁποῖο εὐλόγησε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος.

      Στήν ἐκδήλωση παρέστησαν ὁ Ἀντιπεριφερειάρχης κ. Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, ἡ  Προϊσταμένη Ἐπιστημονικῆς καί Παιδαγωγικῆς Καθοδήγησης Β/θμιας Ἐκπαίδευσης Δυτικῆς Ἑλλάδας κ. Σοφία Χριστοπούλου καί ὁ Σχολικός Σύμβουλος κ. Δημήτριος Δημακόπουλος.