Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ο Εθνομάρτυς Άγιος


άγιος Χρυσόστομος αποτελεί σύμβολο αγάπης προς τον Θεό και χρέους προς την πατρίδα, δεδομένου μάλιστα ότι εκπροσωπεί όλους τους πεσόντες και αναιρεθέντες ποικιλοτρόπως κατά τη Μικρασιατική καταστροφή, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από την ιδιαίτερη αγάπη που τρέφουν προς αυτόν όλοι οι Μικρασιάτες, έκφραση της οποίας αποτελούν τα διαρκώς πυκνούμενα γι’ αυτόν βιβλία που εκδίδονται, τα ποιήματα που γράφονται, τα αφιερώματα που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη του, οι προτομές που φιλοτεχνούνται σε περιοχές που υπάρχουν και ζουν Μικρασιάτες, οι ναοί που κτίζονται στη μνήμη του.
Κι είναι ευκαιρία, με το αφιέρωμα τούτο, να τονίσουμε για μια ακόμη φορά την αγιότητα του μαρτυρικου ιεράρχη, γιατί αποδεικνυόμενη αυτή ιδίως από τις τελευταίες στιγμές της ζωής του γίνεται φάρος και οδοδείκτης για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς. Είναι όντως συγκλονιστικές οι περιγραφές του τέλους του κι είναι σα να διαβάζουμε και πάλι από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων τις τελευταίες στιγμές του πρωτομάρτυρα και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Τις περιγραφές αυτές κάνει όχι ένας απλός άνθρωπος, του οποίου ίσως μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ακρίβεια των λόγων του, ούτε κι ένας ραψωδός που μεγεθύνει τα γεγονότα στην εξιστόρησή τους, αλλά ένας επιστήμονας, αυτόπτης συγκλονιστικού γεγονότος, ο ακαδημαϊκός καθηγητής Γεώργιος Μυλωνάς, και μάλιστα σε ομιλία του επίσημη, στις 14 Δεκεμβρίου 1982, στην Ακαδημία Αθηνών.
Παραθέτουμε αυτούσια τα τελευταία λόγια της ομιλίας αυτής:
«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι. Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μία ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή.
- Είσαι δάσκαλος; με ρωτά.
- Αυτήν την τιμή είχα! του απαντώ.
- Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;
- Ναι, του λέγω.
- Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ!
- Ελάτε μαζί μου έξω! λέγω στους συντρόφους μου.
- Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος!
Ποιά ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει:
- Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μία τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος.
Και συνέχισε:
- Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες. Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τί έλεγε;
- Ναι ξέρω, του απήντησα. Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι.
- Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δυο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή.
- Και που τον έθαψαν; ρώτησα με αγωνία.
- Κανείς δεν ξέρει που έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί».
Αυτή είναι η μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που φανερώνει, όπως είπαμε, το μέγεθος της αγιότητας του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, αφού στην πίστη μας την ορθόδοξη εκείνο που αποτελεί αποδεικτικό μεγάλης αγιότητας είναι η αγάπη που απλώνεται και προς τον εχθρό. Και τίποτε να μην ξέραμε για τον άγιο Χρυσόστομο, και μύρια όσα να του έχουν καταλογιστεί, το τέλος του είναι εκείνο που φανερώνει την εσωτερική, της καρδιάς του, ποιότητα. Κι ο άγιος Χρυσόστομος σαν τον Χριστό, σαν τον άγιο Στέφανο, σαν τους αποστόλους και όλους τους αγίους μάρτυρες ευλογεί τους διώκτες του και προσεύχεται γι’ αυτούς. Μόνον όποιος διακατέχεται πλούσια από αυτό το πνεύμα του Χριστού ξέρουμε ότι ανήκει σ’ Εκείνον και προεκτείνει την αγιότητα Εκείνου.«Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;».
Δε θέλουμε να μακρηγορήσουμε. Τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Ας επιτραπεί όμως ως κατακλείδα στη μικρή αυτή αναφορά να μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα ποίημα πού έχει γραφεί ακριβώς για τον άγιο:
Στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης
Ό,τι θεριά ‘νθρωπόμορφα δε βλέπαν και δε νιώθαν,
τό ‘δαν τα δέντρα, τα πουλιά ο ήλιος και το χώμα:
τ’ άγιο κορμί πού κείτουνταν ακρωτηριασμένο,
με πύριν’ όμως την ψυχή και με αγάπης χρώμα!
Τά χείλη του ψιθύριζαν βαμμένα μέσ’ στο αίμα,
την ώρα πού του ρολογιού οι δείκτες σταματούσαν
-κείνο πού πήρ’ ο άνεμος με δέος και με φόβο,
για να το φέρει όπου γης και δάκρυα ξεσπούσαν.
«Πατέρα, τη συχώρηση δώσ’ τους, μη τους γδικιέσαι,
Γιατί δεν ξέρουνε κι αυτοί σαν τότε οι εχθροί Σου»,
λέγαν τα χείλη τ’ άγια του Χρυσοστόμου Σμύρνης,
λίγο πριν φύγει η ψυχή του και από το σώμα χωρίσουν!
Εσείστηκαν οι ουρανοί απ’ τη βαθειά αγάπη
κι ευθύς εφάνη ο Χριστός πού ‘σκυψε κει σιμά του.
«Δούλε καλέ και αγαθέ,μην τον φοβάσαι διόλου
όποιον σου παίρνει τη ζωή μικρό τ’ ανάστημά του»!
Κι έφυγε ο Χρυσόστομος ο της θυσίας άγιος.
Μα άφησε το σώμα του τη γη μας να λιπαίνει.
Από ψηλά τώρα θωρεί κι από την προτομή του
θυμίζοντας το χρέος μας φωνή πού δέν σωπαίνει!
πηγή: Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Έτος 19ο, Αριθμός Φύλλου 207, Σεπτέμβριος 2009
ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΤΟΥ 1922
Ο Χρυσόστομος Σμύρνης και οι σφαγιασθέντες Αρχιερείς
Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης, τον κατακρεούργησαν στις 28 Αυγούστου οι Τούρκοι και μαζί του 342 κληρικούς της Μητροπόλεως Σμύρνης και των περιχώρων που άγρια βασανίστηκαν και μαρτύρησαν για την Ελλάδα και το Χριστό! Τα ονόματα τους δεν διεσώθησαν. Θυμίζω μόνο τους:
-Ιερεύς Μελέτιος, τον σταύρωσαν στον κορμό ενός πεύκου!
-Ιερεύς Ιάκωβος Αρχαντζάκης, άγρια τον παλούκωσαν!
-Ιεροδιάκονος Γρηγόριος, τον έκαψαν ζωντανό!
-Γρηγόριος Μητροπολίτης Κυδωνιών, τον έθαψαν ζωντανό και μαζί του ένα πλήθος κληρικών και λαϊκών της περιοχής του.
-Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων, του πετάλωσαν τα πόδια και τον κατατεμάχισαν. Μαζί του 11 ιερείς και 2 αγνώστων στοιχείων μοναχούς τους έσφαξαν άγρια.
-Ευθύμιος επίσκοπος Ζήλων, από τα Παράκοιλα της Καλλονής, πέθανε στη φυλακή μετά από βασανιστήρια.
-Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, κακοποιήθηκε λίγο πριν το 1922.

Read more:http://www.egolpion.com/CAEB90C0.el.aspx#ixzz3U18MkpSP

      ΑΛΛΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο στρατός μας είχε φύγει· κι ο Πλαστήρας. Η Σμύρνη ήταν ανυπεράσπιστη στα χέρια των Τούρκων. Κι όμως δεν τολμούσον να την πειράξουν. Δεν ήταν δυνατό να τολμήσουν όσο ζούσε ένας άνθρωπος. Δεν κρατούσε στα χέρια του τη στραταρχική ράβδο· ούτε ήταν ζωσμένos με φυσεκλίκια. Τα ράσα ανέμιζαν στο στήθος του και η ποιμαντορική ράβδος ήταν το όπλο του. Ήταν ο Χρυσόστομος Σμύρνης. Ο Μητροπολίτης -γράφει ο Χόρτον στο βιβλίο του «Η μάστιξ της Ασίας»- ήταν κάτωχρος, η σκιά του εγγίζοντος θανάτου ηπλούτο επί του προσώπου του. Ολίγοι, εξ όσων αναγνώσουν τας γραμμάς αυτάς, θα εννοήσουν την σημασίαν του φαινομένου τούτου…». Και προσθέτει: «Δεν μου ωμίλησε περί του κινδύνου, τον οποίον ο ίδιος διέτρεχεν, αλλά με παρεκάλεσε να πράξω παν το δυνατόν προς σωτηρίαν των κατοίκων της Σμύρνης» .Ο Χρυσόστομος αγωνίσθηκε να πετύχει την προστασία του πληθυσμού υπό των Συμμάχων, δεν παρέλειψε το παραμικρό. Αντιλαμβάνεται, όμως, ότι μοναδική ελπίδα είναι ο Θεός.Η 27η Αυγούστου βρίσκει τη Μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής γεμάτη πρόσφυγες. Έσπευσαν να βρουν προστασία στην εκκλησία τους. Είναι ακόμη νωρίς, μόλις 7 το πρωί, όταν ανοίγει η Ωραία Πύλη κι εμφανίζεται ο Μητροπολίτης. Φέρει τα μεγάλα αμφιά του κι είναι ωχρός, αλλά το βλέμμα του αστραποβολεί. Γονατίζει, σαν αμαρτωλός, μπροστά στο Άγιο Βήμα, κι αρχίζει να προσεύχεται κατανυκτικά μαζι με τους πρόσφυγες. Είχε μία τραγική μεγαλοπρέπεια η τελευταία εκείνη λειτουργία. Ήταν ένας Μυστικός Δείπνος. Ο Χρυσόστομος είχε ανακαλύψει το Σταυρό του κι ετοιμάζεται. Όταν τελειώνει την προσευχή του και σηκώνεται, μια θεϊκή γαλήνη έχει απλωθεί στο πρόσωπό του. Είναι έτοιμος να περάσει από την φθαρτή ζωή στην αθανασία – από την πραγματικότητα στον θρύλο· να γίνει ο Χρυσόστομος Σμύρνης. Τις τελευταίες του ώρες, ο Χρυσόστομος διαθέτει προς βοήθεια του ποιμνίου του – διανέμει συσσίτιο, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα στους πληγωμένους. Κι όταν εξαντλεί όλα τα μέσα, που έχει στη διάθεσή του, ανεβαίνει στον άμβωνα κι αρχίζει να τους εξηγεί περικοπές από το Ευαγγέλιο της Μεγάλης Εβδομάδας – της εβδομάδας των Παθών, που έχει σημάνει για τη μαρτυρική Σμύρνη. Οι δυστυχισμένοι πρόσφυγες κρέμονται από τα χείλη του· τα λόγια του είναι βάλσαμο για τις ψυχές τους. Βρισκόταν ακόμη στον άμβωνα όταν Τούρκος υπαστυνόμος, συνοδευόμενος από ένοπλο στρατιώτη, ανοίγει με τρομερό πάταγο την πύλη της εκκλησίας. Στη θέα τους οι πρόσφυγες τρομάζουν, οι γυναίκες σταυροκοπιούνται, τα παιδιά ξεσπούν σε κλάματα. Αλλ’ οι άνδρες συσπειρώνονται γύρω από τον Μητροπολίτη θέλουν να τον προστατεύσουν με τα στήθη τους. Για μία ακόμη φορά ο Χρυσόστομος κατορθώνει να μεταβάλει τους λαγούς -τους πανικόβλητους πρόσφυγες- σε λιοντάρια. Αυτή τη φορά όμως η θυσία τους είναι άσκοπη· και μ’ ένα βλέμμα τους συγκρατεί. Ο υπαστυνόμος, με περιφρονητικό ύφος, φωνάζει στο Χρυσόστομο:- Παπά… σε φωνάζει ο φρούραρχος. Να παρουσιασθείς αμέσως εμπρός του.  Οι πρόσφυγες θέλουν να τον συγκρατήσουν, προτιμούν να πεθάνουν όλοι μαζί, να τινάξουν την Αγία Φωτεινή στον αέρα και να ταφούν κάτω από τα ερείπιά της, παρά να αφήσουν το Μητροπολίτη στα χέρια των Τούρκων. Είναι ο μόνος προστάτης τους – ο μόνος που έχει μείνει, τη στιγμή που ολοι φεύγουν για να σωθούν. Και πάλι, όμως, ο Χρυσόστομος τους συγκρατεί και γαλήνιος ετοιμάζεται ν’ ακολουθήσει τον υπαστυνόμο. Τη στιγμή που οι κλητήρες ανοίγουν την πύλη για να περάσει ο Χρυσόστομος, τη γαλήνη της Αγίας Φωτεινής ταράζει ένας δαιμονισμένος θόρυβος, κραυγές θριάμβου βαρβαρικών ορδών. Είναι οι άνδρες του 4ου Σώματος ιππικού του Μεχμέτ Τζακή Μπέη, που μπαίνουν στη Σμύρνη. Και τους ακολουθεί ο νέος στρατιωτικός διοικητής της Σμύρνης στρατηγός Νουρεντίν πασάς -το αιμοβόρικο θηρίο, που ικανοποιούσε τα καννιβαλικα ένστικτά του με αίμα χριστιανικό. Ο Χρυσόστομος δεν μπορούσε ν’ αμφιβάλλει για την τύχη του. Μια πολύτιμη μαρτυρία υπάρχει για τις τελευταίες ώρες του Χρυσόστομου. Είναι η κατάθεση του κλητήρα Θωμά Βουλτσίου, που για 20 χρόνια υπηρετούσε πιστά τον Χρυσόστομο: Η φυγή μας από τη Μικρά Ασία ήταν μία από τις ντροπιασμένες σελίδες της ιστορίας μας. Ήλθε όμως το μαρτύριο του Χρυσόστομου κι ήταν αρκετό για να εξιλεώσει την ντροπή ενός ολόκληρου Έθνους· το αίμα του, που πότισε τα καλντερίμια της Σμύρνης, γίνηκε ο άρρηκτος δεσμός με τις χαμένες και αλησμόνητες Πατρίδες. Ο αστυνόμος -αναφέρει- ωδήγησε τον Δεσπότη στον φρούραρχον, ένα μαυρειδερόν Αλβανόν. Η πόρτα είχε μείνει μισάνοιχτη κι’ έβλεπε μέσα. Εχαιρετίσθηκαν κι’ ο φρούραρχος παρήγγειλε βυσσινάδα για τον Δεσπότη. Έπειτα άρχισε κάτι να λέγη κι’ ο Δεσπότης έγραφε. Σε λίγη ώρα ετελείωσαν. Όταν εβγήκαμε έξω, μαζι με τον αστυνόμο, έλειπε τ’ αμάξι μας. Για καλή τύχη έφθασαν την ώραν εκείνην δυο Αμερικανοί αξιωματικοί κι’ είχαν την καλωσύνη να μας δώσουν το αυτοκίνητό τους να γυρίσουμε. Εφθάσαμε στην Μητρόπολι η ώρα πέντε. Χαρά όλων που μας είδαν. Ο Μητροπολίτης έγραψε την προκήρυξι που του έδωσεν ο φρούραρχος -έλεγε να μείνουν όλοι στα σπίτια τους και να παραδώσουν τα όπλα στις Αρχές.»Στις οκτώ το βράδυ έρχεται ένα αυτοκίνητο στην Μητρόπολι με τον ίδιο αστυνόμο και δυο στρατιώτες, ωπλισμένους με λόγχες. Ήλθαν να πάρουν τον Δεσπότη, πως τον ζητούσεν ο νομάρχης, χωρίς να πουν το όνομά του, να πάη στο διοικητήριο με τρεις δημογέροντες. Επήραμε τον Τσουρουκτσόγλου και τον Κλιμάνογλου και μπήκαν οι τρεις και οι αστυνομικοΙ στο αυτοκίνητο. Για μένα δεν υπήρχε θέσις και ο Δεσπότης μούπε να περιμένω στην Μητρόπολι. Στις δέκα το βράδυ ένας από τους στρατιώτες, που ήλθαν το απόγευμα, έφερε μια κάρτα του Δεσπότη για τον αδελφό του Ευγένιο. Του έγραφε: Αγαπητέ αδελφέ. Μας εκράτησαν απόψε εμέ ως πρόεδρο της Μικρασιατικής Αμύνης και τους άλλους ως μέλη. Μην ανησυχήτε». Ο Ευγένιος άρχισε να κλαίη. Το άλλο πρωί, Κυριακή, με στέλνει να μάθω για τον Δεσπότη. Ευρήκα τον Ζαδέ της Τραπέζης. Πριν μισή ώρα είχα συναντήσει τον υπαστυνόμο, που είχε πάρει τον Δεσπότη. Αυτός τους είπε πως τον Δεσπότη τον χάλασαν, καθώς και τους δυο δημογέροντες. Έτσι έγιναν. Ως την Τετάρτη, που έφυγα, δεν μπόρεσα να μάθω τίποτε αλλο». Η ιστορία δεν αναφέρει πως πέθανε ο Χρυσόστομος. Βαθύ μυστήριο ήλθε να καλύψει τις τελευταίες ώρες του μαρτυρίου του. Οι Τούρκοι δεν μίλησαν ποτέ – τρόμαξαν κι οι ίδιοι μπροστα στην αποκάλυψη της θηριωδίας τους. Κι οι Εύρωπαίοι ιστορικοί, που δεν δυσκολεύτηκαν να εξιχνιάσουν και την τελευταία λεπτομέρεια του θανάτου του Χίτλερ, που έγραψαν τόμους ολόκληρους για την εκτέλεση του Μουσσολίνι και της ερωμένης του, απέστρεψαν το πρόσωπο από τη θυσία του μεγάλου ιεράρχου. Η στάση τους θα ήταν ανεξήγητη αν δεν ήταν σ’ όλους γνωστό, οτι ο Χρυσόστομος μαρτύρησε υπό τη σκιά των πυροβόλων του συμμαχικού Στόλου. Την ώρα, που ο θηριώδης όχλος σκύλευε το πτώμα του, ο Νουρεντίν, ο δήμιός του, με νωπό το αίμα του Δεσπότη στα χέρια του, συνομιλούσε φιλικά με τον Γάλλο ναύαρχο… πάνω στο καταδρομικό Ερνέστος Ρενάν»!…Θα παρέμενε άγνωστο το μαρτύριό του, αν ένας από τους πρωταγωνιστές των δραματικών γεγονότων της 30ης Αυγούστου, ο διοικητής του αποσπάσματος, που τον οδήγησε στον Γολγοθά του, δεν αποφάσιζε να μιλήσει. Δεν τον καταδίωκαν οι τύψεις, δεν σκέφθηκε την ιστορική έρευνα· απλώς, είχε οικονομικές δυσχέρειες και σκέφθηκε να πωλήσει τις πληροφορίες του κι ένα τραγικό κειμήλιο: το χέρι του οικτρά διαμελισθέντος Μητροπολίτη. Οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα θα φρικιούσε και μόνο στην ιδέα μιας τόσο ανίερης συναλλαγης, αλλ’ όχι ο Τούρκος δήμιος του Χρυσόστομου. Άλλωστε, μόλις είχαν γίνει οι θηριωδίες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης και το ανθελληνικό μίσος είχε φουντώσει και πάλι στην Τουρκία. Και ο Ρουστέμ μπέης Βάσιτς έστειλε ανθρώπους του να βολιδοσκοπήσουν ομογενή της Σμύρνης, αν ήθελε ν’ αγοράσει το χέρι του Χρυσόστομου. Η συναλλαγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ· αλλ’ ο Βάσιτς μίλησε μετά από αδρή αμοιβή.Ο Νουρεντίν δεν ήθελε να εκτελέσει το Χρυσόστομο – δεν του αρκούσε η εκδίκηση αυτή. Ήθελε να τον ταπεινώσει, να τον εξετευλίσει και στη συνέχεια να τον παραδώσει στο μαρτύριό του. Τη δεύτερη φορά, που τον συνέλαβε, διέταξε να τον φέρουν εμπρός του και μόλις τον είδε, άφησε να ξεσπάσει όλη η λύσσα του, να ξεχειλίσει ο βόρβορος της ψυχής του:- Εσύ είσαι ο παπάς, που βρίζεις τους Τούρκους; του φώναξε. Γουρούνι, θα δεις τί τιμωρία σου ετοιμάζω. Εσύ κι οι Έλληνές σου είστε λαός χαμάληδων· και χαμάληδες θα σε δικάσουν. Έτσι κι έγινε. Σε μία από τις αίθουσες του Διοικητηρίου είχε συγκεντρώσει χαμάληδες της Σμύρνης, τύπους κτηνώδεις, άδίστακτους – ήταν οι «λαϊκοι δικασταί», που θα δίκαζαν τον Χρυσόστομο. Μόλις τον είδαν, άρχισαν να καγχάζουν, να τραβού τα ράσα του, να τον φτύνουν και να τον προπηλακίζουν. Μαζί με τον Χρυσόστομο βρίσκονταν και οι δυο δημογέροντες, ο Κλιμάνογλου και ο Τσουρουκτσόγλου. Αν και γνώριζαν, ότι πλησιάζει το τέλος τους, δεν μπόρεσαν να συγκρατηθούν. Βλέποντας τον εξετευλισμό του Χρυσοστόμου, θέλησαν να ορμήσουν, να τον προστατεύσουν με τα γεροντικά στήθη τους. Δεν τους άφησαν όμως – τους έδεσαν και τους υποχρέωσαν να παρακολουθήσουν το μαρτύριο του ποιμενάρχη τους. Έκλαιγαν σπαρακτικα οι δυο δημογέροντες και η απελπισία τους κέντριζε τη θηριωδία των Τούρκων, έκανε τις βρωμερές ψυχές τους ν’ αναγαλλιάζουν. Μόνο ο Χρυσόστομος διατηρουσε την ψυχραιμία του. Μια θεϊκή γαλήνη είχε απλωθεί στο πρόσωπό του.  Τί να σκεπτόταν, αραγε, τη στιγμη εκείνη, ο σεπτός ιεράρχης; Όσοι τον γνώριζαν δεν αμφιβάλλουν, ότι θ’ αναλογιζόταν το μαρτύριο του Διδασκάλου του κι η ψυχή του θα πλημμυρούσε χαρά στη σκέψη, ότι είχε βρει το Σταυρό, που αναζητούσε. Οποιοσδήποτε θα δείλιαζε. Ο Χρυσόστομος δεν μπορεί παρα να ψιθύριζε: «Γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε…».- Ήταν παλληκάρι ο παπάς σας, ομολόγησε με κάποιο ενστικτώδη σεβασμό, ο Βάσιτς. Δεν τον άκουσα να ικετεύει, να παραπονεθεί – ως την τελευταία στιγμή δεν άκουσα τη φωνή του.Ο Ρουστέμ μπέη Βάσιτς ήταν έφεδρος λοχαγός του τουρκικού Στρατού. Καταγόταν από τη Βοσνία κι ο πατέρας του ήταν έμπορος στη Σμύρνη. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής Κατοχής δεν έφυγε· ήταν ένας από τους πολυάριθμους κατάσκοπους του Κεμάλ. Και μόλις ο Στρατός μας εγκατέλειψε την πόλη, φόρεσε τη στολή του και συγκρότησε το περιβόητο «απόσπασμα εκτελέσεων» – μια ορδή εγκληματιών, που εξόντωσε χιλιάδες Ελλήνων. Μετα ο Βάσιτς έγινε δικολάβος στη Σμύρνη.Κάποτε, το δικαστήριο των χαμάληδων εξέδωσε την απόφασή του: «Να σταυρωθή… να σταυρωθή· όπως ο Χριστός τους…», ούρλιαζαν. Ο Νουρεντίν φώναξε αμέσως τον Ρουστέμ μπέη Βάσιτς και τον διέταξε να εκτελέσει την απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου.Στον Βάσιτς αναθέτει ο Νουρεντίν να οδηγήσει τον Χρυσόστομο στον Γολγοθά του -το Τρικυλίκ- κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Δεν αντέχει όμως· τον μισεί τόσο, ώστε την ώρα, που το απόσπασμα με τους τρεις μελλοθάνατους κατέβαινε τις σκάλες του Διοικητήριου, ο Νουρεντίν προβάλλει στο κεφαλόσκαλο. Ήταν έξαλλος, σαν λυσσασμένο θηρίο. Τα μάτια του κατακόκκινα, σαν να έσταζαν αίμα, το στόμα του γεμάτο αφρούς – ήταν ο πραγματικός Νουρεντίν, χωρίς καμμιά προσποίηση.- Σκυλί, φωνάζει στον Χρυσόστομο, από δικό μου βόλι θα πας. Και, τραβώντας το περίστροφό του, τον πυροβολεί. Αλλ’ έτρεμε απ’ την οργή του κι η σφαίρα αστοχεί. Αντί να πλήξει τον Χρυσόστομο, τραυματίζει θανάσιμα τον Κλιμάνογλου.Ο πυροβολισμός του Νουρεντίν ήταν το σύνθημα. Στο προαύλιο του Διοικητηρίου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι φονιάδες, οι ληστές, τ’ αποβράσματα της Σμύρνης. Πράκτορες του Κομιτάτου τους εϊχαν συγκεντρώσει έναντι αδρής αμοιβής. Κι όσο διαρκούσε η αποτροπιαστική εκείνη παρωδία της δίκης, τους πότιζαν ρακί. Είχαν κι όλας μεθύσει, όταν φάνηκε ο Χρυσόστομος με τους δυο συγκαταδίκους του. Περίμεναν ποιός θα κάνει την αρχή· και την έκανε ο Νουρεντίν. Μόλις ακούν τον πυροβολισμό, ορμούν στ’ ανυπεράσπιστα θύματά τους. Θα χρειαζότανε η τραγική φαντασία ενός Δάντη για ν’ αποδώσει τις φρικιαστικές σκηνές, που συνέβησαν μπρος στα μάτια του Νουρεντίν. Η ορδή των φονιάδων ορμά – δεν έχουν όπλα· θα ήταν πολύ ευσπλαγχνικός ο θάνατος. Με τα χέρια τους, με πέτρες και ξύλα, κτυπούν τον Χρυσόστομο. Του ξεριζώνουν, αλαλάζοντας με μανία, τα κατάλευκα γένια του. Το αίμα τρέχει άφθονο, μουσκεύει τα ράσα του· και η μυρωδιά του εξαγριώνει ακόμη περισσότερο τον διψασμένο για αίμα όχλο. Ένας βαστάζος του λιμανιού θέλει να διακριθεί· και με το μαχαίρι του βγάζει το ένα μάτι του Χρυσόστομου. Κλονίζεται ο Δεσπότης, γονατίζει. Αλλ’ οι δήμιοί του δεν τον αφήνουν. Οι άνδρες του Βάσιτς τον σηκώνουν και υποβαστάζοντάς τον τον υποχρεώνουν να συνεχίσει τη μαρτυρικη πορεία του προς τον Γολγοθά. Φυσικά, δεν κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να συγκρατήσουν τον όχλο που συνεχίζει το αιματηρό όργιό του. Οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, που δεν δυσκολεύτηκαν να εξιχνιάσουν και την τελευταία λεπτομέρεια του θανάτου του Χίτλερ, που έγραψαν τόμους ολόκληρους για την εκτέλεση του Μουσσολίνι απέστρεψαν το πρόσωπο από τη θυσία του μεγάλου ιεράρχου.Μέσα σε λίγα λεπτά ο Χρυσόστομος έχει τυφλωθεί. Τα μαλλιά και τα γένια του έχουν ξεριζωθεί, το πρόσωπό του είναι μία τεράστια πληγή – τον έχουν γδάρει κυριολεκτικά. Δεν βαδίζει πλέον, τον σέρνουν και τον ανασκολοπίζουν, αργά, μεθοδικά, με μανία. Κι όμως δεν παραπονιέται, δεν ικετεύει, δεν λυγίζει στον Τουρκο. Μόνο την τελευταία στιγμή, την ώρα, που σωριάζεται, αφήνοντας την τελευταία πνοή του, αναφωνεί: «Θεέ μου…».Ο Χρυσόστομος είναι νεκρός· αλλά το μαρτυρικο τέλος του τον μεταβάλλει σε αθάνατο. Ο Βάσιτς φορτώνει το σακατεμένο πτώμα του σε μια βοϊδάμαξα και συνεχίζει την πορεία του προς το Τρικυλίκ. Αλλ’ ο όχλος δεν έχει κορέσει τη μανία του – παρακολουθεί την άμαξα και ξεσχίζει τις άψυχες σάρκες. Δεν έχει απομείνει παρα ένα ανατριχιαστικό κουφάρι· και το κουφάρι αυτό ο Βάσιτς το κρεμά στην αγχόνη, που περίμενε τον Δεσπότη.- Έπρεπε να τον κρεμάσω. Ήταν διαταγή, λέει, σαν να ήθελε να δικαιολογηθεί, και κλείνει την αφήγησή του.Ο Νουρεντίν δεν «εχάλασε» τον Χρυσόστομο από εκδίκηση μόνο. Το προσωπικό του μίσος τον βοήθησε, απλώς, να δείξει όλη τη θηριωδία του, να κάμει φρικιαστικότερο το μαρτύριο του ιεράρχη. Ο Χρυσόστομος έπρεπε να πεθάνει. Μόνο μετα το θάνατό του μπορούσαν να ελπίζουν οι Τούρκοι στο οριστικό ξεκλήρισμα του μικρασιατικού Ελληνισμού – στην καταστροφη της Σμύρνης. Κι απόδειξη είναι ότι το μακελειό αρχίζει λίγες ώρες μετα το θάνατό του. Αν ζούσε, ασφαλώς, θα κατόρθωνε να συνεγείρει τον χριστιανικό κόσμο, να μεταβάλει τους τρομοκρατημένους λαγούς σε ατρόμητα λιοντάρια. Οι Τουρκοι «χάλασαν» τον Δεσπότη. Έλπιζαν έτσι ν’ αποκόψουν κάθε δεσμό του Ελληνισμού με την ιωνική γη. Ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα τους. Η φυγή μας από τη Μικρά Ασία, η εγκατάλειψη της Σμύρνης, ήταν μία από τις ντροπιασμένες σελίδες της ιστορίας μας – δεν θα υπάρχει Έλληνας που να μην ήθελε να την λησμονήσει, να τη διώξει από τη σκέψη του σαν ανατριχιαστικό εφιάλτη. Ήλθε όμως το μαρτύριο του Χρυσόστομου κι ήταν αρκετό για να εξιλεώσει την ντροπή ενός ολόκληρου Έθνους· το αίμα του
, που πότισε τα καλντερίμια της Σμύρνης, γίνηκε ο άρρηκτος δεσμός των νοσταλγών, ολόκληρης της Φυλής, με τις χαμένες μας και αλησμόνητες Πατρίδες. Όσο θα ζει η ανάμνηση του μαρτυρίου του Χρυσόστομου, η ιωνική γη θα είναι ελληνική. Και το μαρτύριό του δεν θα λησμονηθεί ποτέ.                                           
πηγή: Γιάννης Καψής, Χαμένες Πατρίδες, έκδ. Α. Α. Λιβάνη




Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ Γ΄ΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΕΚΚΛ. ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ

            Με απόλυτη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η πενθήμερη προσκυνηματική - εκπαιδευτική εκδρομή στο Άγιο Όρος και Θεσσαλονίκη, των μαθητών της Τρίτης τάξης του Εκκλησιαστικού Λυκείου Πατρών. Επικεφαλής της εκδρομής μας ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος π. Δημήτριος Παπαγεωργίου με συνοδούς καθηγητές τον Νικόλαο Κώσταλο, Θεολόγο και τον κ. Βασίλειο Μπούτσικα, καθηγητή της πληροφορικής,  συμμετείχαν δε 13 μαθητές.
Η εκδρομή μας ξεκίνησε από την Πάτρα το βράδυ της Παρασκευής (13/02/2015). Μετά από ένα πολύωρο ταξίδι φθάσαμε τα ξημερώματα του Σαββάτου στη Θεσσαλονίκη και αναχωρήσαμε κατευθείαν για το Άγιο Όρος.
Διασχίζοντας ένα χιονισμένο περιβάλλον φθάσαμε στην Ιερισσό και από εκεί αποπλεύσαμε για την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Κατά την διάρκεια  της πλεύσης μας είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε τους αρσανάδες των Ι. Μονών (μικρά λιμανάκια) των Ιερών μονών που βρίσκονται στο εσωτερικό και το απερίγραπτης ομορφιάς φυσικό περιβάλλον. Με την αποβίβασή μας στον αρσανά της Ι. Μ. Βατοπαιδίου βρεθήκαμε έκπληκτοι  μπροστά  σ' ένα γιγαντιαίο μοναστηριακό συγκρότημα, το οποίο στέκει εκεί αιώνες δοξάζοντας τον Θεό πρωτίστως και αναδεικνύοντας Αγίους.
Η μοναδική και επιβλητική αρχιτεκτονική του, το μοναδικό φυσικό τοπίο σε συνδυασμό με το ατέρμονο γαλάζιο της θάλασσας, μόνο δέος και θαυμασμό μας προκαλούσε. Μετά το καθιερωμένο καλωσόρισμα στο αρχονταρίκι, τακτοποιηθήκαμε στα κελιά μας αφού πρώτα προαριστεύσαμε. Κατόπιν συμμετείχαμε στον εσπερινό, ακολούθησε η τράπεζα, το απόδειπνο με την προσκύνηση  των Ιερών Λειψάνων (Αγία Ζώνη,  Κάρα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου με το άφθαρτο αυτί κ.α.).
Εν συνεχεία προσκυνήσαμε τον τάφο του γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού και κατόπιν αιτήματος του συνοδού μας π. Δημητρίου Παπαγεωργίου ξεναγηθήκαμε στο σκευοφυλάκιο της Μονής, το οποίο μεταξύ άλλων περιελάμβανε:  Εγκόλπιο Λειψανοθήκη με Τίμιο Αίμα, Πατριαρχικά σιγίλια, Ομιλίες σε ειλητάρια των Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Χειρόγραφες περγαμηνές, Ιερά σκεύη και πολλά άλλα μοναδικής αξίας και σπανιότητας κειμήλια.
            Κατά τις 8 το βράδυ (κοσμική ώρα) ακολούθησε η πανηγυρική Αρχιερατική αγρυπνία επί τη εορτή Της Υπαπαντής του Κυρίου μας, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 2 τα ξημερώματα. Η ακολουθία στο καθολικό ήταν μια ιερή μυσταγωγία των λογικών και νοερών όντων, που έδινε την εντύπωση του επίγειου ουρανού. Ουρανός και γη, πρόσκαιρα και αιώνια, αισθητά και νοερά συμπλέκονται στον περικαλλή και φωτόμορφο χορό της Ιεράς Δοξολογίας. Όλα ήταν ταπεινά και κατανυκτικά, το φώς των λαμπάδων, οι φωνές των ψαλτών, των αναγνωστών και  οι κινήσεις των μοναχών,  που προσέδιδαν το ταπεινό ήθος του αληθινού Θεού.
Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας συναντήσαμε τον Ηγούμενο π. Εφραίμ στο Συνοδικό της Μονής, μας μίλησε με πολλή αγάπη και είχαμε την ευκαιρία να διατυπώσουμε απορίες και να ανταλλάξουμε απόψεις. Το πρωί (15-2-2015) μας ξύπνησε ο ήχος του ταλάντου, ετοιμαστήκαμε γρήγορα και πήγαμε στην πανηγυρική Αρχιερατική Θεία Λειτουργία. Η ατμόσφαιρα ήταν άκρως πανηγυρική, όλοι οι μοναχοί έψελναν με έναν ιδιαίτερο και απερίγραπτο τρόπο που σε έπαιρνε από τα γήινα και σε μετέφερε στα ουράνια. Να σημειωθεί ότι στην Θεία Λειτουργία συμμετείχε και επικεφαλής μας  π. Δημήτριος Παπαγεωργίου. Ευθύς αμέσως ακολούθησε η τράπεζα. Οι εμπειρίες ήταν για όλους πρωτόγνωρες και μας δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τις ιδιαιτερότητες του Αγιορείτικου τυπικού και των μοναστηριακών ακολουθιών.
Ιερά Σκήτη Αγίου Ανδρέου
            Αποχαιρετίσαμε συγκινημένοι τη Μονή Βατοπαιδίου με τις 9!!! θαυματουργές εικόνες της Παναγίας, και κατευθυνθήκαμε προς τις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Εκεί είχαμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα και να προσκυνήσουμε τμήμα της κάρας του, να δούμε την ιστορική Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Σχολή, και να καταλήξουμε στο ναό του Πρωτάτου για να προσκυνήσουμε την θαυματουργό και χαριτόβρυτο εικόνα της Παναγίας ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Θαυμάσαμε τις αγιογραφίες του εξαιρετικού κορυφαίου αγιογράφου Εμμανουήλ Πανσέληνου. Το πρωτάτο είναι ο αρχαιότερος και πιο ιστορικός ναός του Αγίου Όρους. Βρίσκεται στο κέντρο των Καρυών και αποτελεί το σύμβολο της παναγειορίτικης ενότητας και εξουσίας αφού εκεί γίνονται όλες οι διοικητικές διαδικασίες από τους εκάστοτε ηγουμένους και επιστάτες των Ιερών Μονών.
Καρυές: Μπροστά από την Ιερά Κοινότητα
            Στη συνέχεια κατηφορίσαμε προς την Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, που απέχει 500 m. περίπου από τις Καρυές. Εκεί ο υπεύθυνος μοναχός (αρχοντάρης) μας υπεδέχθη θερμά με μοναστηριακό κέρασμα και αφού τακτοποιηθήκαμε στα κελιά, ξεκινήσαμε προς το ιερό κελί που ασκήτεψε ένας σύγχρονος Άγιος, ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Κατά την διάρκεια της πεζοπορίας, μας έκανε εντύπωση το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό περιβάλλον το οποίο είναι απείραχτο από τον άνθρωπο. Εκεί πράγματα, η φύση δοξολογεί τον κτίστη. Φθάνοντας έξω από το κελί  όλοι μας αισθανθήκαμε ένα ουράνιο δέος, έναν ιερό συγκλονισμό. Σταθήκαμε εκεί που στεκόταν ο Όσιος, καθίσαμε στα ίδια σκαμνάκια που καθόταν κι  εκείνος, προσκυνήσαμε στο ίδιο μικρό εκκλησάκι που προσευχόταν και του παρουσιάστηκε ο Χριστός, η Παναγίας μας, η Αγία Ευφημία, αγγίξαμε το στασίδι του… Όλοι ήμασταν συγκινημένοι και συνεπαρμένοι. Κάποιος από τους μαθητές απευθυνόμενος στον καθηγητή του, είπε χαρακτηριστικά: «Η αγιότητα βρίσκεται διάχυτη στο χώρο, δεν ξέρω αν το αντιλαμβάνεστε…». Και φυσικά όλοι μας αντιλαμβανόμασταν την αγιότητα και την παρουσία του Οσίου Παϊσίου. Λες και ήταν εκεί, ανάμεσά μας…
            Ο μοναχός που εγκαταβιώνει εκεί μεταξύ άλλων, μας ανέφερε δυο περιστατικά:
·      Κάποτε πήγε ένας στρατιωτικός να συναντήσει τον γέροντα Παΐσιο. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε ο γέροντας Παΐσιος με σχισμένα και ξεβαμμένα ράσα. Ο στρατιωτικός σκέφθηκε ότι αυτός δεν μπορεί να είναι ο ''φημισμένος'' γέροντας Παΐσιος (τον φανταζόταν με πολυτελή και καλά ράσα).
- Γέροντα καλησπέρα, που είναι ο γέροντας Παΐσιος;
-Τί τον θέλεις αυτόν τον τρελό; Πήγαινε από αυτό το δρόμο και θα τον βρεις!        
      Συνέχισε ο στρατιωτικός να περπατάει και να ψάχνει τον γέροντα Παΐσιο ώσπου βρέθηκε πάλι έξω από το κελί. Ωστόσο ο Όσιος Παΐσιος άλλαξε ράσα και περιποιήθηκε, οπότε τον υποδέχθηκε περιποιημένος και του είπε: -'' τώρα σου γεμίζω το μάτι ; ''  Ο στρατιωτικός έμεινε σύξυλος!

·    Κάποια μέρα πήγε να συναντήσει τον γέροντα Παΐσιο ένας δικηγόρος. Καθ' οδόν σκέφθηκε να του πει ψέματα ότι ήταν γιατρός αντί δικηγόρος. Όταν συναντήθηκαν βγήκε ο γέροντας και τους περιεργάστηκε όλους χωρίς να μιλάει και σταματώντας μπροστά στο δικηγόρο του είπε: ''δικηγόρε τα ψέματά σου στο δικαστήριο''.
            Επιστρέφοντας σταματήσαμε στο κελί του γέροντα Γαβριήλ, ενός ασκητικού και φωτισμένου γέροντα, ο οποίος μιλώντας μας τόνισε επανειλημμένως την αξία και τη δύναμη της μετάνοιας. Μας ευχήθηκε να έχουμε καλή πρόοδο και καλή σταδιοδρομία. Μεταξύ
των άλλων ανέφερε τη σπουδαιότητα της πίστης και ότι το 92% των επιστημόνων της ανθρωπότητας πίστευε στο Θεό.
            Στη συνέχεια επιστρέψαμε στο μοναστήρι, συμμετείχαμε στον εσπερινό,  στην τράπεζα και το Απόδειπνο με την προσκύνηση των Ιερών Λειψάνων. Κατόπιν συναντηθήκαμε με τον πατέρα Χρυσόστομο, μοναχό της Μονής, όπου είχαμε την ευκαιρία να εκφράσουμε κάποιους πνευματικούς προβληματισμούς.
             Την επόμενη ημέρα 16/02/2015 συμμετείχαμε πολύ πρωί στις καθιερωμένες ακολουθίες και αναχωρήσαμε για το Ιερό Κελί Αγίου Νικολάου του Ψαρά, ένα από τα αρχαιότερα κελιά του Αγίου Όρους. Εκεί μας υποδέχθηκε ο Πατρινός στην καταγωγή π. Αρτέμιος και μας παρείχε εγκάρδια φιλοξενία.
Επόμενος σταθμός ήταν η Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Ρώσικο), όπου προσκυνήσαμε τα Άγια λείψανα, θαυμάσαμε τις γιγαντιαίες καμπάνες και αποπλεύσαμε προς την Ι. Μονή Ξενοφώντος.
Μετά την τακτοποιήση στα δωμάτια ξεναγηθήκαμε στο αγιογραφείο της Μονής, όπου ο μοναχός αγιογράφος π. Παχώμιος μας εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο γίνεται μια αγιογραφία, την τεχνική της εικόνας και την επεξεργασία του ξύλου. Ακολούθησε ο εσπερινός, η τράπεζα, το Απόδειπνο και η προσκύνηση των Ιερών Λειψάνων. Ακολούθως μας κάλεσε στο Συνοδικό και μας μίλησε ο ηγούμενος π. Αλέξιος ο οποίος ανέφερε μεταξύ των άλλων ότι «η καρδιά της Ορθοδοξίας χτυπάει στο Άγιο Όρος». Δεν παρέλειψε μάλιστα να μας τονίσει ότι «εδώ η παρουσία της Παναγίας είναι καθημερινή και εύχομαι εκ βάθους καρδίας να αντλήσετε δύναμη και ψυχικά οφέλη από το προσκύνημά σας».
Το επόμενο πρωινό 17-2-2015 σηκωθήκαμε στις 3:30, για να συμμετάσχουμε στον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία την οποία τέλεσε ο επικεφαλής της εκδρομής π. Δημήτριος Παπαγεωργίου, γεγονός  που το θεωρήσαμε μεγάλη τιμή και ευλογία. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ακολούθησε ο μικρός Παρακλητικός κανών προς την Υπεραγία Θεοτόκο και η τράπεζα. Ο πατήρ Δημήτριος ζήτησε να μας ξεναγήσουν στο σκευοφυλάκιο της Μονής - όπερ και εγένετο. Εκεί θαυμάσαμε σπάνια κειμήλια και χειρόγραφα, ιερά σκεύη, ιερά άμφια, φορητές εικόνες, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν οι δύο μεγαλύτερες ψηφιδωτές εικόνες του κόσμου με τον  Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Δημήτριο.   
                        Έπειτα ο αρχοντάρης π. Θεωνάς (συμμαθητής του πατρός Δημητρίου) μας ξενάγησε στο παλαιό καθολικό της Μονής, μας μίλησε για τις αγιογραφίες, την αρχιτεκτονική της εκκλησίας και το μοναδικής αξίας ψηφιδωτό δάπεδο. Αφού αποχαιρετίσαμε τη Μονή Ξενοφώντος κατευθυνθήκαμε με τα πόδια προς την Ι. Μ. Δοχειαρίου, ξεναγηθήκαμε στο Καθολικό της Μονής, θαυμάσαμε τις καταπληκτικές τοιχογραφίες και προσκυνήσαμε την Παναγία τη ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟ. Ο μοναχός που μας υποδέχτηκε, μας εξήγησε την ιστορία της αγίας εικόνας:
            Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάρης του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς  βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Η εικόνα της Παναγίας ήταν τοιχογραφία και όχι φορητή και λερωνόταν με την κάπνα που έβγαζαν τα αναμμένα δαδιά. Μια βραδιά, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: "Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με καπνό". Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: «Ώ μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις. Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε και το φως του κι έμεινε τυφλός.
Έτσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ' απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά  Υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοϋπήκοος". Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοϋπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι όχι απλά επακούει αλλά υπακούει σ' εκείνους που προστρέχουν σ' αυτήν με ευλάβεια και πίστη. Συγκλονίζεται κανείς αν αναλογιστεί ότι η ίδια η Παναγία κάνει υπακοή στις δικές μας προσευχές.
            Δυστυχώς, όμως ο χρόνος είναι ασυγκίνητος. Το πνευματικό μας ταξίδι στο Άγιο Όρος τελείωσε. Το καραβάκι είχε μόλις έρθει. Επιβιβαστήκαμε στο πλοιάριο αφήνοντας πίσω τις πιο ωραίες πνευματικές μας εμπειρίες. Εν πλω θαυμάσαμε κάποιες σκήτες, κελιά και αρσανάδες που εμφανίζονταν “απρόσμενα” στα μάτια του ταξιδιώτη, ωραίες εικόνες εναλλασσόμενες σε ένα φυσικό περιβάλλον ασύλληπτης ομορφιάς και τολμηρής εναλλαγής μεταξύ του βαθέως πρασίνου και του ατελείωτου γαλάζιου.  Ήταν μια εξαιρετική πνευματική εμπειρία που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πνευματική απόδραση στο παρελθόν και ξενάγηση στο χρόνο και τη νοοτροπία του Βυζαντίου.
Το απόγευμα φθάσαμε στην χιονισμένη Θεσσαλονίκη, τακτοποιηθήκαμε στα Δωμάτια του ξενοδοχείου μας και έπειτα ξεναγηθήκαμε στην πόλη, στην πλατεία Αριστοτέλους, θαυμάσαμε τον φωταγωγημένο Λευκό Πύργο και το λιμάνι.
Την επόμενη μέρα 18-2-2015 ανεβήκαμε στο Επταπύργιο και επισκεφτήκαμε την Ι. Μ. Βλατάδων. Ιδρύθηκε στο μέρος εκείνο όπου σύμφωνα με την παράδοση κήρυξε ο Απόστολος Παύλος προς τους Θεσσαλονικείς. Η σημερινή Μονή ιδρύθηκε το 1351 ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Σ’ αυτή στεγάζεται το Πατριαρχικό Κέντρο Πατερικών Μελετών. Εκεί η κυρία Άννα Λυσικάτου μας μίλησε για την συλλογή παλαιών χειρογράφων από το Άγιο Όρος και την διαδικασία ψηφιοποίησης αυτών.
Το προσκύνημά μας συνεχίστηκε σε ένα άλλο σπουδαίο αξιοθέατο της Βυζαντινής περιόδου, στην Ι.Μ. Οσίου Δαυϊδ. Εκεί θαυμάσαμε το σπανιότατο ψηφιδωτό στην κόγχη του Ιερού, που απεικονίζει το όραμα του Ιεζεκιήλ, με το Χριστό Εμμανουήλ (νεαρό) στο κέντρο να κάθεται σε πολύχρωμο τόξο. Γύρω του εικονίζονται τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών και στην αριστερή γωνία ο προφήτης Ιεζεκιήλ στις όχθες του ποταμού Χοβάρ και στη δεξιά ο προφήτης Αββακούμ ή ο Ησαΐας. Η τοποθέτηση μιας παράστασης με τέτοιο θέμα στην αψίδα είναι μοναδική στον κόσμο.
Στη συνέχεια κατεβήκαμε και πήγαμε στον Άγιο Νικόλαο Ορφανό, ένα εξίσου σημαντικό μνημείο κτισμένο στις αρχές του 14ου αιώνα, στο οποίο διασώζονται εκπληκτικές τοιχογραφίες. Είναι παλαιό βυζαντινό καθολικό μονής και μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Το όνομα του ναού, Ορφανός ή των Ορφανών, ταυτίζεται με τον άγνωστο κτήτορα του μνημείου που ανήκε στην οικογένεια των Ορφανών ή στη λειτουργία ορφανοτροφείου στο χώρο της μονής, είτε αποδίδεται στην ιδιότητα του Αγίου Νικολάου ως προστάτη των χηρών και των ορφανών.
Συνεχίζοντας την περιήγησή μας και διασχίζοντας γραφικά σοκάκια της πόλης, καταλήξαμε στον Παλαιοχριστιανικό ναό του Αγίου Γεωργίου – Ροτόντα. Η Ροτόντα ανήκει στα περίκεντρα οικοδομήματα. Κτίστηκε στα χρόνια του καίσαρα Γαλερίου, γύρω στα 306 μ.Χ., ως ναός του Δία ή κατ΄ άλλους ως Μαυσωλείο του ιδίου. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο οικοδόμημα ύψους 30 μέτρων και διαμέτρου 25 μέτρων. Τα τοιχώματα έχουν πάχος 6 μέτρα. Η μετατροπή του σε Χριστιανικό ναό έγινε τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Τα λαμπρότερα λείψανα από την παλαιοχριστιανική φάση του μνημείου είναι τα εξαίρετης ποιότητας ψηφιδωτά, τα οποία και θαυμάσαμε.
Η περιήγησή μας κατέληξε στην αψίδα του Γαλερίου, τη γνωστή Καμάρα, που αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά σημεία συνάντησης των κατοίκων και επισκεπτών της πόλης. Πρόκειται για Ρωμαϊκό κτίσμα προς τιμήν του Αυτοκράτορα Γαλερίου, όταν αυτός επέστρεψε νικητής στην πόλη (περί το 306 μ.Χ.) μετά από πολέμους του κατά των Περσών.
Η απογευματινή μας περιήγηση περιελάμβανε προσκύνημα στην Παναγία Αχειροποίητο, μια παλαιοχριστιανική βασιλική της Θεσσαλονίκης, σωζόμενη σήμερα στην ίδια μορφή που κατασκευάστηκε τον 5ο αιώνα. Είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο και η ονομασία της οφείλεται στην "αχειροποίητη" λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου δεομένης που βρισκόταν στο ναό. Εντύπωση προκάλεσε το μέγεθος του Ναού και ο αρχιτεκτονικός τύπος της βασιλικής καθώς επίσης και τα αλλεπάλληλα στρώματα των ψηφιδωτών δαπέδων αρχαίων λουτρών, πάνω στα οποία είναι χτισμένος ο ναός. Σε έναν από τους κίονες του ναού υπάρχει η σφραγίδα του Σουλτάνου Μουράτ, όταν αυτός κατέκτησε τη Θεσσαλονίκη το 1430.
Συνεχίσαμε το προσκύνημά μας στο Ναό της του Θεού Σοφίας, ο οποίος χτίστηκε τον 8ο αιώνα. Ο ναός διακοσμήθηκε την περίοδο της Εικονομαχίας, με ανεικονικά ψηφιδωτά. Ο μεγάλος χρυσός σταυρός στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης αντικαταστάθηκε με το ψηφιδωτό της Θεοτόκου το 787-797 μετά την νίκη των Εικονολατρών. Την ίδια περίπου εποχή έγινε και το ψηφιδωτό του τρούλου, που αναπαριστά την Ανάληψη του Ιησού με την επιγραφή από τις Πράξεις 1:11 "ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε βλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν", όπου παρίστανται οι Δώδεκα Απόστολοι, η Παναγία και δύο άγγελοι. Εκεί είχαμε την ευλογία να προσκυνήσουμε τη λάρνακα με τα Ιερά λείψανα του Αγίου Βασιλείου του ομολογητού, επισκόπου Θεσσαλονίκης. Ο περίπατός μας έληξε με το προσκύνημα στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, επισκόπου Θεσσαλονίκης, όπου προσκυνήσαμε τη λάρνακα με τα Ιερά λείψανά του.       
            Την τελευταία ημέρα στην Θεσσαλονίκη (19/02/2015) επισκεφτήκαμε την Παναγία των Χαλκέων, έναν θαυμάσιο και περίτεχνο Βυζαντινό ναό, χτισμένο το 1028 και αφιερωμένο στην «Παρθένο των Χαλκουργών», επειδή η τοποθεσία γειτνιάζει με την περιοχή όπου παραδοσιακά ζούσαν οι χαλκουργοί της πόλης.
 Εν συνεχεία ανεβήκαμε να προσκυνήσουμε τον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, Πολιούχου Θεσσαλονίκης, μία πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος. Το 1988 ο ναός ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO, και πράγματι πρόκειται για ένα επιβλητικό και τεραστίων διαστάσεων οικοδόμημα. Εκεί προσκυνήσαμε τα Ιερά και Χαριτόβρυτα Λείψανα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου και συγκλονιστήκαμε από την ευωδία του μύρου που αναδύεται από την λάρνακά του. Ακολούθως περιηγηθήκαμε στην κρύπτη που βρίσκεται υπογείως του Ναού και περιλαμβάνει το σημείο που μαρτύρησε ο Άγιος καθώς και την δεξαμενή που κατασκευάστηκε για τη συλλογή του μύρου που έρρεε από τον τάφο του Αγίου, εξ’ ού και η προσωνυμία «Μυροβλήτης».
 Έπειτα επισκεφτήκαμε την Ι. Μονή Οσίας Θεοδώρας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου φυλάσσονται οι λάρνακες με τα λείψανα της Οσίας Θεοδώρας και του Οσίου Δαυίδ.
            Η εκδρομή μας επισφραγίστηκε με την επίσκεψη στο μνημείο – σήμα κατατεθέν της Θεσσαλονίκης: τον Λευκό Πύργο. Πρόκειται για οχυρωματικό πύργο οθωμανικής κατασκευής του 15ου αιώνα και είναι ό,τι έχει σωθεί από το κατεδαφισμένο οθωμανικό κάστρο της πόλης. Το 1826 ονομάστηκε Πύργος του αίματος, επειδή λειτουργούσε ως φυλακή μελλοθανάτων και τόπο βασανιστηρίων, οι οποίοι συχνά εκτελούνταν από τους Γενίτσαρους γεμίζοντας με αίμα τους τοίχους. Το 1891 τον ασβέστωσε ένας εβραίος κατάδικος με αντάλλαγμα την ελευθερία του, και από τότε παρέμεινε γνωστός ως «λευκός πύργος». Ανεβαίνοντας τους έξι ορόφους του, απολαύσαμε την απέραντη θέα της ηλιόλουστης Θεσσαλονίκης και με αυτή την εικόνα στο μυαλό μας αποχαιρετίσαμε τη νύμφη του Θερμαϊκού και αναχωρήσαμε για την Πάτρα, αναπολώντας όλες αυτές τις μοναδικές εμπειρίες που ζήσαμε.

Για την  πραγματοποίηση της προσκυνηματικής αυτής εκδρομής αισθανόμαστε την ανάγκη και την ηθική υποχρέωση, να ευχαριστήσουμε εκ βάθους καρδίας τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών κ.κ. Χρυσόστομο, για την ηθική και οικονομική συμπαράσταση που μας πρόσφερε και ευχόμαστε ο Κύριός μας δια Πρεσβειών Της Υπεραγίας Θεοτόκου να του χαρίζει υγεία και δύναμη στο  δύσκολο έργο που επιτελεί.
Επιπλέον, ευχαριστούμε τον προϊστάμενο του Ι. Ν.  Αγίου Ανδρέου Πατρών π. Νικόλαο Σκιαδαρέση για την οικονομική του ενίσχυση.
Θα ήταν μεγίστη παράλειψη να μην αναφερθούμε στον π. Δημήτριο Παπαγεωργίου, ο οποίος αν και συνταξιούχος  γραμματέας του σχολείου μας ανέλαβε όλη την οργάνωση της εκδρομής, γι' αυτό τον ευχαριστούμε και ευχόμαστε όπως ο εν Τριάδι Θεός τον ενδυναμώνει πνευματικά και  τα  έτη του να είναι πολλά, ευλογημένα και αγιασμένα.
Όλη η εκδρομή εν συνόλω  ήταν άριστα οργανωμένη, ξεκίνησε, εξελίχθηκε και τελείωσε ομαλά.  Σίγουρα θα μείνει βαθιά χαραγμένη τόσο στη μνήμη των μαθητών όσο και στη μνήμη των καθηγητών-συνοδών μας. Ωφεληθήκαμε σωματικά αλλά και ψυχικά, αφού φορτίσαμε τις «πνευματικές» μας μπαταρίες αντλώντας δύναμη και θάρρος για να επιτύχουμε στις πανελλαδικές μας εξετάσεις.

Το κείμενο επιμελήθηκε ο μαθητής ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, με τη βοήθεια του καθηγητού κ. Νικολάου Κώσταλου.

Προσθήκη λεζάντας

   

Στο Λευκό Πύργο