Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΝΔΗΛΙΟΥ 16-8-2014



Λίγο πιο πάνω από τη Χαλανδρίτσα του τ. Δήμου Φαρρών και τωρινή έδρα του Δήμου Ερυμάνθου, στην περιοχή Σάπια Βρύση και στο δρόμο προς Ρακίτα, πριν από 12 χρόνια, μια ευλαβής γυναίκα, η Βασιλική Σκόνδρα, που έχει κτήματα εκεί, αποφάσισε να κτίσει ένα μικρό ξωκκλήσι αφιερωμένο στο ΑΓΙΟ ΜΑΝΛΗΛΙΟ. 
     Το 2002 έγιναν τα θυρανοίξια και από τότε και μετά λειτουργείται συνεχώς την 16η  Αυγούστου, ημέρα  κατά την οποία η Εκκλησία μας τελεί την ανάμνηση της μεταφοράς της αχειροποιήτου εικόνος του Σωτήρος Χριστού από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη.
      Ενώ το ξωκκλήσι δεν βρίσκεται κοντά σε κάποιο χωριό, είναι απομεμονωμένο και σε υψόμετρο 1.000 περίπου μέτρων, εν τούτοις κάθε χρόνο, συγγενείς της οικογένειας των κτιτόρων, άνθρωποι που παραθερίζουν εκεί κοντά, κάτοικοι της Χαλανδρίτσας, αλλά και εκ Πατρών, έρχονται να εκκλησιασθούν και να ζητήσουν  την βοήθεια της αχειροτεύκτου εικόνος του Κυρίου μας.
        Η ιστορία της αχειροποιήτου εικόνος του κυρίου μας, όπως την παρουσιάζει ο Ρώσος Θεολόγος και αγιογράφος Λεωνίδας Ουσπέσκυ έχει ως εξής: 
   
     "Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ εἰκόνες ἀποτελοῦν ἕνα ἀδιάσπαστο στοιχεῖο τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου ἀμέσως μὲ τὴν ἔναρξή του, ἐκφράζεται ἐπίσης στὴν παράδοση, ἡ ὁποία βεβαιώνει ὅτι ἡ πρώτη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του στὴ γῆ. Στὴ Δύση, αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἐκαλεῖτο «τὸ Ἅγιο Μανδήλιο». Στὴν Ἀνατολὴ καλεῖται «Ἀχειροποίητος», ἡ εἰκόνα ποὺ δὲν ἔγινε ἀπὸ χέρι ἄνθρωπου. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν παράδοση, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔστειλε τὴν εἰκόνα Του στὸν Ἄβγαρο τὸν Ε' Ukhama, πρίγκηπα τῆς Ὀσροηνῆς, μιᾶς μικρῆς χώρας ἀνάμεσα στὸν Τίγρη καὶ τὸν Εὐφράτη, ποὺ βρισκόταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀνάμεσα στὴ Ρωμαϊκὴ καὶ τὴν Παρθικὴ αὐτοκρατορία. Πρωτεύουσά της ἦταν ἡ πόλη Ἐδεσσα, ἡ σημερινὴ Orfu ἤ Rogais. Πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τὸ χρονικό της πόλης αὐτῆς ἀναφέρει τὴν ὕπαρξη Χριστιανικοῦ ναοῦ ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο ἀρχαῖος τὸ ἔτος 201 ὅταν καταστράφηκε ἀπὸ πλημμύρα. Τὸ βασίλειο τῆς Ἔδεσσας ἦταν ἡ πρώτη πολιτεία στὸν κόσμο ποὺ ἔγινε Χριστιανικὴ πολιτεία (μεταξὺ 170 καὶ 214, ὑπὸ τὴν ἡγεμονία τοῦ Ἀβγάρου τοῦ Θ').
Η παράδοση του αγίου Μανδηλίου στον Αύγαρο

      Ἡ ἱστορία τῆς πρώτης εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ἐπιβεβαιοῦται, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς λειτουργικῆς ἀκολουθίας πρὸς τιμὴ τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου (16 Αὐγούστου).
Μιὰ πιὸ λεπτομερὴς διήγηση τῆς ἱστορίας ὑπάρχει στὸ Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου. Μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἀκολούθως:— Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἔδεσσας, Ἄβγαρος, ἦταν λεπρός. Ἄκουσε γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔστειλε πρὸς Αὐτὸν τὸν ἀρχειοφύλακά του, Ἀνανία, μὲ ἐπιστολὲς στὶς ὁποῖες παρακαλοῦσε τὸ Χριστὸ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα νὰ τὸν θεραπεύσει. Ὁ Ἀνανίας ἦταν ζωγράφος, γι’ αὐτὸ ὁ Ἄβγαρος τὸν ἐπιφόρτισε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει. Ὁ Ἀνανίας βρῆκε τὸ Χριστὸ περιστοιχισμένο ἀπὸ ἕνα μεγάλο πλῆθος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πλησιάσει. Γι’ αὐτὸ ἀνέβηκε σ’ ἕνα βράχο ἀπὸ ὅπου μποροῦσε νὰ τὸν βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε νὰ φτιάξει ἕνα πορτραῖτο τοῦ Σωτήρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε «ἐξ αἰτίας τῆς ἀπερίγραπτης δόξας τοῦ προσώπου Του, τὸ ὁποῖο ἄλλαζε διὰ τῆς χάριτος». Βλέποντας ὅτι ὁ Ἀνανίας ἤθελε νὰ φτιάξει τὸ πορτραῖτο Του, ὁ Χριστὸς ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε τὸ πρόσωπο Τοῦ σ’ ἕνα κομμάτι λινὸ ὕφασμα, καὶ τὰ χαρακτηριστικά του ἔμειναν ἀποτυπωμένα σ’ αὐτὸ τὸ λινὸ ὕφασμα. Εἶναι γι’ αὐτὸ ποὺ ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι ἐπίσης γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Μανδήλιον. ( Ἡ Ἑλληνικὴ λέξη μανδήλιον προέρχεται ἀπὸ τὴ σημιτικὴ λέξη mindil). Ὁ Χριστὸς τὸ ἔδωσε στὸν Ἀνανία, καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὸ πάρει, μὲ μία ἐπιστολή, στὸ πρόσωπο ποὺ τὸν εἶχε στείλει. Στὴν ἐπιστολή, ὁ Χριστὸς ἀρνεῖτο νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, ἐπειδὴ εἶχε μιὰ ἀποστολὴ νὰ ἐκπληρώσει. Ὑπόσχετο στὸν Ἄβγαρο ὅτι, ὅταν θὰ ἐκπληρώνετο αὐτὴ ἡ ἀποστολή, θὰ ἔστελλε ἕνα ἀπὸ τοὺς μαθητές Του πρὸς αὐτόν.
     Ὅταν ὁ Ἄβγαρος πῆρε τὸ πορτραῖτο, θεραπεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια του, ἀλλὰ ἔμειναν στὸ πρόσωπό του ἀρκετὰ σημάδια. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη, ὁ ἀπόστολος Ἅγιος Θαδδαῖος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα, πῆγε στὴν Ἔδεσσα καὶ θεράπευσε τὸ βασιληὰ πλήρως προσηλυτίζοντάς τον στὸ Χριστιανισμό. Πάνω στὸ θαυματουργὸ πορτραῖτο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἄβγαρος ἔγραψε αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὢ Χριστὲ Θεέ, αὐτὸς ποὺ ἐλπίζει σὲ Σένα δὲν θὰ πεθάνει.» Ἀφαίρεσε ἕνα εἴδωλο ἀπὸ τὸ κοίλωμά του πάνω ἀπὸ μία πύλη τῆς πόλης καὶ τὸ ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἁγία εἰκόνα. Ὁ Ἄβγαρος ἔκανε πολλὰ γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς ὑπηκόους του. Ἀλλὰ ὁ δισέγγονός του ἐπέστρεψε στὴν εἰδωλολατρεία καὶ ἤθελε νὰ καταστρέψει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλης τὴν ἐντείχισε στὸ κοίλωμα ἀφοῦ προηγουμένως τοποθέτησε μία ἀναμμένη κανδήλα μπροστά της. Ἔτσι ἡ εἰκόνα διασώθηκε.
Πρὶν τὸν πέμπτο αἰώνα, οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς δὲν κάμνουν καμιὰ ἀναφορὰ στὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Μανδηλίου. Ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται ἀναφορὰ σ’ αὐτὸ εἶναι στὸν πέμπτο αἰώνα, σ’ ἕνα κείμενο γνωστὸ σὰν «Τὸ Δόγμα τοῦ Addai». Ὁ Addai ἦτο ἐπίσκοπος τῆς Ἔδεσσας (†541) πού, στὸ ἔργο του (ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔργο εἶναι αὐθεντικό), ἀναμφίβολα χρησιμοποίησε εἴτε κάποια τοπικὴ παράδοση εἴτε κείμενα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε.
Το εξωκκλήσι του Αγίου Μανδηλίου
       Ὁ πιὸ παλαιὸς ἀδιαμφισβήτητος συγγραφέας ποὺ ἀναφέρει τὴν εἰκόνα ποὺ στάληκε στὸν Ἄβγαρο εἶναι ὁ Εὐάγριος (ἕκτος αἰώνας)· στὸ ἔργο του « Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» (1) ὀνομάζει τὸ πορτραῖτο «ἡ εἰκόνα ποὺ κατασκευάσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ» «Θεότευχτος εἰκών». Ἐν πάσει περιπτώσει, ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα ἐπανεμφανίσθηκε τὸ 544 ἡ 545, Ὅταν ὁ Πέρσης βασιληᾶς Χοσρόης πολιόρκησε τὴν Ἔδεσσα. Ὁ ἐπίσκοπος Εὐλάλιος δι’ ὁράματος ἀνακάλυψε τὸ μέρος τοῦ κοιλώματος ὅπου εἶχε κρυβεῖ ἡ εἰκόνα. Τὴν ἀπεκάλυψε καὶ εἶδε τὴν κανδήλα νὰ καίει ἀκόμη μπροστά της. Μὲ τὴ χάρη τῆς εἰκόνας, ἡ πόλη σώθηκε. Ἡ εἰκόνα ὄχι μόνο ἦταν ἀνέπαφη, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης ἐκτυπωθεῖ στὴν ἐσωτερικὴ πλευρὰ τῆς πλάκας ποὺ τὴν ἀπέκρυβε.
      Σὲ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἐμφανίσθησαν δύο διαφορετικὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου μιὰ ὅπου τὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα παριστάνεται σ’ ἕνα κομμάτι λινοῦ ὑφάσματος, καὶ μία ἄλλη ὅπου τὸ Ἅγιο Πρόσωπο παριστάνεται σὰν νὰ ἦταν ἀποτυπωμένο πάνω σὲ κεραμίδι, κεράμιον. Ἡ ἀρχικὴ εἰκόνα, δηλ. τὸ λινὸ ὕφασμα πάνω στὸ ὁποῖο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἀποτυπώθηκε, διατηρήθηκε στὴν Ἔδεσσα γιὰ πολὺ καιρὸ σὰν ὁ πιὸ πολύτιμος θησαυρὸς τῆς πόλης. Τὸ 630 οἱ Ἄραβες κατέλαβαν τὴν Ἔδεσσα ἀλλὰ δὲν ἀπαγόρευσαν τὴν προσκύνηση τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τὸ ὁποῖο ἦτο πολὺ γνωστὸ στὴ Δύση καὶ πρὸς τιμὴ τοῦ ὁποίου, τὸν ὄγδοο αἰώνα, οἱ Χριστιανοὶ σὲ πολλὲς χῶρες καθιέρωσαν ἑορτή, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐδεσσας. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα, καὶ τὸ 787 οἱ Πατέρες τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν πολλὲς φορές. Ὁ Λέων, ἀναγνώστης στὸν καθεδρικό τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ ἦταν παρὼν στὴν Ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, διηγεῖται πὼς ὁ ἴδιος προσκύνησε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἐδεσσα.
      Τὸ 944 οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες Κωνσταντῖνος Πορφυρογένητος καὶ Ρωμανὸς ὁ Α' ἀγόρασαν τὴν ἁγία εἰκόνα ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα ἀντὶ 200 Σαρακηνῶν αἰχμαλώτων καὶ 12.000 ἀργυρῶν δηναρίων καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι τὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα οὐδέποτε θὰ ἐνοχλοῦσαν τὴν Ἔδεσσα καὶ τὶς γύρω περιοχές. Ἀκολούθησε λαϊκὴ ἐξέγερση. Ἐν τούτοις τὸ Ἅγιο Μανδήλιο μεταφέρθηκε μὲ πομπὴ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς Παρθένου τοῦ Φάρου. Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Πορφυρογένητος τὴν ἐξύμνησε σὲ κήρυγμά του σὰν τὴν προστάτιδα τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ λειτουργία τῆς ἑορτῆς ποὺ πανηγυρίζουμε στὶς 16 Αὐγούστου, δηλ. τῆς μεταφορᾶς τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου στὴν Κωνσταντινούπολη, πιθανὸ νὰ χρονολογεῖται, τουλάχιστο ἐν μέρει, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.
     Γιὰ τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώθηκε στὸ κεραμίδι, ξέρουμε μόνο ὅτι βρέθηκε στὴν Ἱεράπολη (Mabbug) στὴ Συρία. Ὁ Αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς (963-969), ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Ρωμανου τοῦ Α', κατὰ τὴν ἐκστρατεία τῶν στρατευμάτων του στὴ Συρία (τὸ 965 ἡ τὸ 968) μετάφερε τὴν εἰκόνα αὐτὴ στὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ τὴ λεηλασία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, τὰ ἴχνη τῶν δύο εἰκόνων χάνονται. Εἰκάζεται ὅτι οἱ Σταυροφόροι μετάφεραν τὸ Ἅγιο Μανδήλιο στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, μερικοὶ λένε στὸ Παρίσι, ἄλλοι στὴ Ρώμη. Τίποτε τὸ συγκεκριμένο δὲν εἶναι γνωστό.
      Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, βεβαίως, ἀντιγράφτηκε πολλὲς φορές. Μερικοὶ αὐτόπτες μιλοῦν γιὰ ἕνα ἀντίγραφο ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Περσίας. Μέχρι πρόσφατα ἐπιστεύετο ὅτι οἱ παλαιότερες σωζόμενες ἀναπαραστάσεις ἦσαν μερικὲς μικρογραφίες τοῦ ἑνδέκατου αἰώνα καὶ νωπογραφίες τοῦ δωδέκατου αἰώνα (ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος τῆς Νερεδίτσας). (4) Ἀλλὰ πρόσφατα στὴ Γεωργία ἀνακαλύφθηκε μία ἐγκαυστικὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν ἕκτο ἤ τὸν ἕβδομο αἰώνα, δηλ. ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα ἦταν ἀκόμη στὴν Ἐδεσσα.
     Ἀπὸ τὸν ἔνατο αἰώνα παραμένει μία ἐνδιαφέρουσα εἰκόνα φτιαγμένη σὲ τέσσερα τμήματα ποὺ τώρα βρίσκονται στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Ὄρος Σινᾶ. Τὸ ἄνω τμῆμα τῆς εἰκόνας παριστάνει, στὴ μία πλευρά, τὸν Ἀπόστολο Θαδδαῖο καί, στὴν ἄλλη πλευρά, τὸν βασιληὰ Ἄβγαρο νὰ παίρνει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἀνανία τὸ λινὸ μὲ τὴν Ἁγία Μορφή.

        

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΙΣ ΚΥΔΩΝΙΕΣ ΠΑΤΡΩΝ

      Με ιδιαίτερη εκκλησιαστική λαμπρότητα εορτάσθηκε η εορτή της Κοιμήσεως  της Θεοτόκου στον πανηγυρίζοντα Ιερό ναό των Κυδωνιών στο Δήμο Ερυμάνθου Αχαΐας.
      Πλήθος κόσμου και ιδιαίτερα νέοι άνθρωποι, κατέκλυσαν τον Ιερό Ναό σε σημείο μάλιστα που γέμισε ασφυκτικά ο ναός καθώς επίσης και ο μεγάλος αύλιος χώρος του ναού. 
      Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών εκπροσώπησε ο Αρχιερατικός Επίτροπος Φαρρών Πρωτοπρεσβ. Δημήτριος Παπαγεωργίου, που συλλειτούργησε με τον εφημέριο του Ιερού Ναού π. Μιλτιάδη  Σχοινά.
         Αντί κηρύγματος διαβάσθηκε η εόρτιος εγκύλιος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών: 
 "Ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾶ τόν Δεκαπενταύγουστο πανευφροσύνως καί πανευβλαβῶς τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, καί πᾶς ἄνθρωπος κλίνει γόνυ ἐνώπιόν της, ἀσπαζόμενος τά πανάχραντα καί πανακήρατα χέρια της, πάνω στά ὁποῖα ἐβάστασε τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ.
            Ἡ ἁγία μορφή της εἶναι ἀπείρως λαμπροτέρα ἀπό τόν ἥλιο. Τό βλέμμα της εἶναι ἀσυγκρίτως καθαρώτερο καί ἀπό τόν ξάστερο οὐρανό. Τά χείλη της καί ὁ λόγος της ὑπέρ μέλι γλυκύτερα.
            Ἡ πανσεβάσμια Εἰκόνα της συγκεντρώνει τούς πόθους μας, τίς ἐλπίδες μας, τίς χαρές καί τίς λύπες μας. Ἐνώπιόν της καταφεύγομε σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας, εἴτε εὐφρόσυνη, εἴτε δυσάρεστη, γιατί γνωρίζομε ὅτι εἶναι ἡ Μεγάλη μας Μάνα. Ποιός μπορεῖ νά μετρήσῃ τά δάκρυα, πού χύθηκαν μπροστά της στό διάβα τῶν αἰώνων; Ποιός δύναται νά κατανοήσῃ τό μέγεθος τῆς πρός ἡμᾶς θαυμαστῆς προστασίας καί εὐεργεσίας της; Κανένα πρόσωπο στήν ἱστορία δέν ἄκουσε τόσες παρακλήσεις, ὅσες ἡ Θεοτόκος Μαρία. Κανένα πρόσωπο δέν τιμήθηκε περισσότερο ἀπό τήν Παναμώμητο κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἀλλ’ οὔτε καί θά τιμηθῇ ποτέ. Κανένα πρόσωπο δέν ὑμνολογήθηκε ποτέ καί οὔτε θά ὑμνολογηθῇ, ὅσο ἡ Κυρία Θεοτόκος.
            Εἶναι γιά μᾶς,
                                  - ἡ Ἐλεοῦσα Μητέρα μας,
                                  - ἡ Γλυκοφιλοῦσα Παρηγορήτισσά μας,
                                  - ἡ Γοργοεπήκοος ἀπαντοχή καί καταφυγή μας,
                                    - ἡ Σκέπη καί Προστασία μας,
                                    - ἡ πρός τόν Θεό Μεσίτριά μας,
                                    - ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός τοῦ Γένους μας.
            Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες ὕψωσαν σέ κάθε γωνιά τῆς Χριστωνύμου Ἑλλάδος, Ναούς καί Μοναστήρια στήν μνήμη της. Ἔκτισαν σέ κάθε χωριό καί κάμπο, σέ κάθε λόφο καί βουνοκορφή, ἐξωκκλήσια καί προσκυνητάρια, γιά νά τήν τιμήσουν καί νά τήν εὐχαριστήσουν γιά τίς θερμές πρός τόν Υἱόν καί Θεόν της παρακλήσεις καί ἱκεσίες της.
            Παράλληλα ὅμως μέ τήν τιμή πρός τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, προκειμένου νά τήν εὐχαριστήσωμε, πρέπει πρό πάντων νά ὑπηρετήσωμε τίς ἀρετές μέ τίς ὁποῖες Ἐκείνη ἦταν κεκοσμημένη.
            ● Νά ἔχωμε βαθειά πίστη στόν Ἕνα καί Μόνο Ἀληθινό Θεό, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη διά τῶν ἁγίων αἱμάτων τῆς Ὑπεραγίας καί Ἀειπαρθένου Θεοτόκου, γιά νά λυτρώσῃ τό ἀνθρώπινο γένος.
            ● Νά ἀσκούμεθα στήν ταπείνωση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάση τῶν ἀρετῶν, κατά τόν Ἱερό Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας Ἅγιον Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
            «ΤόὕψοςτῆςταπεινοφροσύνηςτῆςΠαρθένουεἶναιθαυμαστόκαίἀπόκάθετιἄλλοἐκπληκτικώτερο», σημειώνειὁἍγιοςΝικόδημοςὁἉγιορείτης.
            ● Νά ὑπακούωμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ ζωή μας νά εἶναι ἐφαρμοσμένο τό ἱερό Εὐαγγέλιο. Ἄν ἡ Παναγία μας δέν ἔλεγε ἐλεύθερα τό «Ναί» στό ἔργο τῆς λυτρώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἐμεῖς δέν θά ἐσωζώμεθα. Τό «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου», πρέπει νά ἠχῇ στά αὐτιά μας κάθε ὥρα καί κάθε στιγμή.
   ● Νά ὁμολογοῦμε τήν Μαριάμ ὡς ἀληθῆ καί ὄντως Θεοτόκον, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι τροφοδοτοῦν τούς ἀρρωστημένους νόες τῶν αἱρετικῶν, πού βλασφημοῦν καί ἀμφισβητοῦν τήν ἁγνότητα τῆς Παναγίας μας καί τήν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως οἱ θλιβεροί ἀπόγονοι τοῦ Ἀρείου, τοῦ Νεστορίου καί τῶν ἄλλων θεομάχων, παναγιομάχων καί ἁγιομάχων, μέχρι τούς σημερινούς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ καί τίς ὅποιες ἄλλες αἱρετικές σατανικές κινήσεις, πού δροῦν ἀνά τόν κόσμο παρασύροντας τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων στόν ὄλεθρο καί τήν κόλαση.
● Νά ζοῦμε μέ σεμνότητα, γιατί Ἐκείνη ἦταν ἡ Πάνσεμνος, γιά τήν ὁποία ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει χαρακτηριστικά: «Πῶς νά παρουσιάσω τό σεμνότατο βάδισμά σου; Πῶς τό σεμνό ντύσιμό σου; Πῶς τό πρόσωπό σου τό χαριτωμένο; Φρόνηση μεγάλη σέ σῶμα νέας. Ἔνδυμα εὐγενικό καί ὄχι ἐξεζητημένο. Βῆμα συνετό καί συγκρατημένο. Ὕφος σοβαρό, γλυκύ καί ἱλαρότατο...».
● Νά ζοῦμε πνευματική καί Μυστηριακή ζωή, ἔχοντας κοινωνία μέ τόν ἐκ Παρθένου Μαρίας ἐνανθρωπήσαντα Κύριό μας, ἐξομολογούμενοι καί γινόμενοι ὅμαιμοι καί σύσσωμοι Αὐτοῦ μέσα ἀπό τήν συμμετοχή μας στήν Εὐχαριστιακή Τράπεζα.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, πλέκοντας τῆς Παναγίας μας τό ἐγκώμιο, λέγει:
«Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, ἄρνηση κάθε κακίας, ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν, σῶμα λαμπρότερο ἀπό τόν ἥλιο, ἀπό τόν οὐρανό καθαρώτερη, ἀπό τούς χερουβικούς θρόνους ἱερώτερη... Θεῖος ἔρωτας πού ἀπερρόφησε καί ἀφωμοίωσε κάθε ἄλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς... Κτῆμα Θεοῦ, ἕνωση μέ τόν Θεό, πού δέν χωρεῖ σέ καμμιά ἀνθρώπινη σκέψη».
● Νά ὑπηρετοῦμε τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης, τήν ὁποία Ἐκείνη, ἡ Παναγία μας δηλαδή, ὑπηρέτησε μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς της. Μιά ἐλεημοσύνη μέ διττήν ἔννοια. Πνευματική, διά τῆς προσευχῆς καί τῆς ἱκεσίας πρός Κύριον, ὥστε νά ἐλεῇ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί μέ τήν ὑλικήν ἔννοια, ἀφοῦ τά ἐλάχιστα, ἁπλᾶ καί ἀπέριττα ἱμάτια πού εἶχε ἡ Παναγία μας, τά ἄφησε, κατά τήν ἁγία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς ἐλεημοσύνη, ὅταν μετέστη πρός τήν Ζωήν.
Γι’ αὐτό καί στήν Ἑορτή της θά μᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία, ἐμπράκτως νά μιμηθοῦμε τήν Παναγία Μητέρα μας ὡς πρός τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης, ἡ ὁποία ἀνοίγει γιά τόν ἄνθρωπο, μαζί μέ τίς ἄλλες ἀρετές, τίς πύλες τοῦ Παραδείσου.
Ὡρίσαμε καί ἐφέτος, ἡ ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου νά ἀφιερωθῇ στούς πτωχούς καί πένητες ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν ἐξ αἰτίας τῆς πολυεπίπεδης κρίσεως, πού μαστίζει τήν Πατρίδα μας.
Ἄν συμβάλλωμε ὅλοι, μέ ὅ,τι δυνάμεθα, θά βοηθηθοῦν οἱ ἀδελφοί μας, πού στεροῦνται ἀκόμη καί τῶν ἀπαραιτήτων ἀγαθῶν γιά τήν ἐπιβίωσή τους.
Ἀδελφοί μου καί παιδιά μου,
Ὑψώνω κατ' αὐτάς τάς ἡμέρας ἰδιαιτέρως, τά μάτια τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς μου πρός τήν Παναγία μας, καί τήν παρακαλῶ ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μου, νά πρεσβεύῃ γιά ὅλους σας, γιά τόν ἱερό Κλῆρο, τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες, τόν πιστό Λαό τοῦ Θεοῦ. Δέομαι γιά τούς πατεράδες καί τίς μανάδες, πού ἀγωνίζεσθε νά ἀναστήσετε τά παιδιά σας μέσα σέ ἕνα δύσκολο κόσμο. Ἱκετεύω γιά τούς νέους καί τίς νέες μας, πού ἀναζητοῦν ἐλπίδα καί χαρά μέσα σέ μιά ἀπέλπιδα καί ὑλοκρατούμενη κοινωνία.
Παρακαλῶ τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, νά πρεσβεύῃ ὥστε,
- οἱ ἄνεργοι νά βροῦν ἐργασία,
- οἱ ἀπελπισμένοι τήν οὐράνια ἐλπίδα,
- οἱ λυπημένοι τήν παρηγορία,
- οἱ πλανεμένοι τόν δρόμο τῆς ἀληθείας,
- οἱ πονεμένοι τήν χαρά,
- οἱ ἁμαρτωλοί τόν δρόμο τῆς  μετανοίας!
            Ἀκόμη, ἐκ βάθους καρδίας τήν ἱκετεύω νά φωτίζῃ τούς νόες τῶν Κυβερνώντων τήν Ἑλλάδα, νά κατανοοῦν ὅτι ἡγοῦνται μιᾶς Ὀρθοδόξου στήν πίστη, θεοφρουρήτου, παναγιοφύλακτης καί ἁγιοτόκου Χώρας, μέ ζωντανή τήν ἁγία καί ἱερά παράδοση καί παρακαταθήκη, καί νά νομοθετοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τήν παράδοση καί τίς πνευματικές ρίζες τοῦ Λαοῦ καί πρός ὄφελος τῆς Πατρίδος μας.
          Τέλος, ἀδελφοί μου, σᾶς παρακαλῶ νά ὑψώσωμε τά μάτια μας, καί ἀτενίζοντας τήν Πανσεβάσμια μορφή τῆς Παναγίας μας, νά τήν παρακαλέσωμε ὑπέρ τῶν δεινῶς δοκιμαζομένων Χριστιανῶν στήν Μέση Ἀνατολή, οἱ ὁποῖοι πολλάς βασάνους καί μαρτύρια ὑποφέρουν μέ τήν ἀνοχή τῶν μεγάλων τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι τούς ἀνθρώπους ὡς πρόβατα ἐπί σφαγήν λογίζονται. Νά ἀπαλύνῃ ὁ Θεός τόν πόνο τους, νά τούς λυτρώσῃ ἀπό τά μαρτύρια, νά λυπηθῇ τά ὡς ἀμνούς σφαγιαζόμενα παιδιά, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο ὅποιας ἡλικίας. Νά σπεύσῃ ἐκεῖ ἡ Παναγία μας καί νά παύσῃ τόν πόλεμο, τό αἷμα, τά δάκρυα καί τίς φρικτές ὀδύνες. 
            Παιδιά μου περιπόθητα καί εὐλογημένα, ἐσεῖς πού μεγαλύνετε τήν Παναγία μας καί τήν τιμᾶτε μέ τήν προσευχή σας καί τό προσκύνημά σας, μέ τά δάκρυά σας καί τό κερί πού κρατᾶτε στά χέρια σας, μέ τήν κατά Θεόν βιοτή καί πολιτεία σας, μέ τήν ὀρθόδοξη ἐν γένει διαγωγή σας, εὔχομαι νά ἔχετε πλούσια τοῦ Θεοῦ τά ἀγαθά διά πρεσβειῶν της. Νά ἔχετε ὑγεία, οὐράνια χαρά, εὐφροσύνη καί ἀγαλλίαση πνευματική καί τό μέγα ἔλεος τοῦ Κυρίου μας.
            Ἰδιαιτέρως εὔχομαι κάθε καλό, κάθε εὐλογία καί ἔτη πολλά καί ἅγια, σέ ὅσους καί ὅσες ἑορτάζετε κατά τήν Ἑορτήν τῆς Παναγίας μας τά ὀνομαστήριά σας.

Σᾶς ἀσπάζομαι ὅλους μέ ἀγάπη πατρική.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο Πατρῶν  Χρυσόστομος