Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ


Η Ανώτατη Εκπαίδευση στο Βυζάντιο

Σπύρος ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Υπ. Δρ. Βυζαντινής Φιλολογίας και Τέχνης Παν/μίου Πατρών


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Nα γράψει κανείς για την εκπαίδευση στο Βυζάντιο δεν είναι εύκολο έργο, εφόσον αυτή καλύπτει μία περίοδο 11 αιώνων. Οι πληροφορίες που έχουμε είναι λιγοστές και περιστασιακές και κατανέμονται ανισομερώς σε μία χιλιετία! Υπάρχει μία μακρά περίοδος μετάβασης από τον αρχαίο στο μεσαιωνικό κόσμο, από τις εθνικές θρησκείες στην επικράτηση του Χριστιανισμού και από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο ελληνόφωνο και ορθόδοξο Βυζάντιο. Η παιδεία θα παρακολουθήσει αυτές τις μεταβολές και θα καταλήξει στη διαμόρφωσή της μετά την πτώση της ελληνιστικής ανατολής τον 7ο αιώνα. Η παρούσα εργασία θα επικεντρωθεί στην εκπαίδευση στο Βυζάντιο και συγκεκριμένα στην ανώτατη εκπαίδευση, στα είδη της και στους δασκάλους που κόσμησαν με την παρουσία τους τα βυζαντινά γράμματα. Καθώς ένας υπήκοος του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης μπορούσε να είχε γεννηθεί και εκπαιδευτεί στην Αθήνα, την Αλεξάνδρεια ή την Αντιόχεια, άλλα τόσα ήταν και τα εκπαιδευτικά συστήματα. Ύστερα από μία σύντομη αναφορά στις πρώτες βαθμίδες της βυζαντινής εκπαίδευσης, θα αναφερθούμε στη συνέχεια στην ανώτατη βυζαντινή εκπαίδευση και παιδεία.1
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους το εκπαιδεύω λεγόταν «ἀνάγω» και η εκπαίδευση αναγωγή, η φοίτηση στο σχολείο «ἀναγινώσκειν» ή «γραμματίζεσθαι». Εκείνος που δεν έλαβε εκπαίδευση ονομαζόταν ανάγωγος και ο τελείως αγράμματος αναλφάβητος, σε αντίθεση με αυτόν που λεγόταν Γραμματικός ή «πολλὰ γράμματα εἰδώς»2. Αυτός που δεν είχε τύχει επιμελημένης παιδείας χαρακτηριζόταν «ἀνάγωγος» ή «δυσανάγωγος» και ο τελείως αγράμματος «ἀναλφάβητος». Η αγωγή θεωρούταν ότι ήταν «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν».
Η βυζαντινή εκπαίδευση- ή διαφορετικά το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα-, διαιρούταν σε τρία είδη: α) κοσμική εκπαίδευση, β) εκκλησιαστική εκπαίδευση και γ) μοναστική εκπαίδευση.3 Στην παρούσα εισήγηση θα ασχοληθούμε με τα δύο πρώτα είδη εκπαίδευσης και συγκεκριμένα με το ανώτατο στάδιο μόρφωσης. Περιδιαβαίνοντας 11 αιώνες βυζαντινής παιδείας, θα έρθουμε αντιμέτωποι με το κύριο χαρακτηριστικό της βυζαντινής εκπαίδευσης, το οποίο δεν ήταν άλλο από τη μόρφωση ικανών ανθρώπων που θα επάνδρωναν τη δημόσια διοίκηση ή την ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία.

ii) ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Ως πηγές της εκπαίδευσης στο Βυζάντιο έχουμε τα αγιολογικά κείμενα που αναφέρονται στην παιδική ηλικία των οσίων και των αγίων.4 Σημαντικές πληροφορίες μας παρέχουν οι Vitae οσίων ή Αγίων που προέρχονταν από πλούσιες οικογένειες και οι οποίες διέθεταν τα οικονομικά μέσα για την ανατροφή των παιδιών τους. Εντούτοις όμως και Άγιοι που έζησαν την παιδική τους ηλικία σε χωριά της βυζαντινής επικράτειας δεν στερήθηκαν μόρφωσης.5 Εκτός από τους Βίους Αγίων, σημαντικές πηγές για τη Βυζαντινή Εκπαίδευση αποτελούν οι πάπυροι, τα όστρακα και οι πινακίδες από ξύλο ή κερί που παρέχουν πληροφορίες από πρώτο χέρι για διάφορες όψεις της καθημερινής ζωής, περιλαμβανομένης της εκπαίδευσης των παιδιών.6 Μία άλλη σημαντική πηγή για την εκπαίδευση στο Βυζάντιο είναι και οι πρώιμοι Εκκλησιαστικοί Πατέρες που προσπάθησαν να «ιδρύσουν» το χριστιανικό δόγμα συντάσσοντας κανονισμούς για την «κατάλληλη» εκπαίδευση των νεαρών Χριστιανών. Πληροφορίες επίσης μπορούμε να αντλήσουμε από τα ελληνολατινικά και λατινοελληνικά γλωσσάρια του σοφιστή και ρητοροδιδάσκαλου στην Ακαδημία Αθηνών Ιουλίου Πολυδεύκους (2ος μ.Χ. αιώνας), τα οποία περιλάμβαναν ομιλίες σχετικά με τα σχολεία και το εκπαιδευτικό σύστημα. Φυσικά δεν πρέπει να αγνοήσουμε και τα όσα έγραψαν διάφοροι λόγιοι, κληρικοί και λαϊκοί, όπως ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος Κατάφλωρος (1178-1195/6) ή ο φιλόσοφος Μιχαήλ Ψελλός (1018-1096) που είχαν χρηματίσει διδάσκαλοι. Τέλος οι βιογραφίες ή αυτοβιογραφίες ατόμων που διετέλεσαν διδάσκαλοι καθώς και οι επιτάφιοι λόγοι που αναφέρονται σε λογίους άνδρες, οι οποίοι είχαν διαπρέψει στην παιδεία, συμπληρώνουν την εικόνα για το εκπαιδευτικό σύστημα κατά τους μέσους αιώνες.7

iii) ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Η βυζαντινή εκπαίδευση διαιρούταν σε τρία είδη: α) την κοσμική, β) την εκκλησιαστική και γ) τη μοναστική εκπαίδευση. Από τα τρία αυτά είδη, η κοσμική και εκκλησιαστική εκπαίδευση ήταν οργανωμένες, ενώ η μοναστική εκπαίδευση παρεχόταν μέσα στα μοναστήρια και απευθυνόταν κυρίως σε όσους ήθελαν να ακολουθήσουν το μοναστικό βίο. Πρέπει να αναφέρουμε εξαρχής ότι η βυζαντινή εκπαίδευση αποσκοπούσε στην κατάρτιση ικανών στελεχών που θα στελέχωναν τη δημόσια διοίκηση ή την ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία. 8

ΚΟΣΜΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
α) Στοιχειώδης παιδεία
Η στοιχειώδης παιδεία ονομαζόταν από τους Βυζαντινούς «προπαιδεία» ή «προπαιδεία τῶν μαθημάτων», «ἐγκύκλιος παίδευσις9» ή ακόμη «εἰσαγωγικαὶ καὶ στοιχειώδεις τῶν μαθημάτων τέχναι». Η στοιχειώδης εκπαίδευση άρχιζε νωρίτερα από το τέλος της «πρώτης ἡλικίας», η οποία συμπίπτει με την ηλικία των 4 ή 7 ετών.10 Πριν από το τέλος της «πρώτης ἡλικίας», αρκετά παιδιά είχαν τη δυνατότητα αλλά και την ευκαιρία να αρχίσουν άτυπη εκπαίδευση, που περιλάμβανε κυρίως τη διδασκαλία των Θείων Γραφών- στο σπίτι μαζί με τους γονείς τους.11 Για ένα μεγάλο μέρος από αυτούς, η εκπαίδευση άρχιζε και τελείωνε εκεί. Για όσους συνέχιζαν μια τυπική στοιχειώδη εκπαίδευση, η ηλικία ποίκιλε ανάμεσα στα 5 και 8 ετών. Η διάρκεια της στοιχειώδους εκπαίδευσης δεν καθοριζόταν από κάποιο νόμο, από τη στιγμή που δεν υπήρχαν καθόλου νόμοι για τη λειτουργία των «παιδικών» σχολείων. Το α’ επίπεδο της μάθησης διαρκούσε περίπου μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών, δηλ. την αρχή της εγκυκλίου παιδείας.
Ενιαίο σχολικό πρόγραμμα για τα κατώτερα σχολεία δεν υπήρχε, ούτε κεντρική αρχή που να εποπτεύει και να κατευθύνει τον τρόπο λειτουργίας τους. Την εποπτεία ασκούσαν οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές και οι διδάσκαλοι στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ιερείς, μοναχοί ή άλλα πρόσωπα της εκκλησίας. Ως αίθουσες διδασκαλίας χρησιμοποιούνταν διάφορα δωμάτια μέσα στους περιβόλους των ναών, οι νάρθηκες των εκκλησιών, ή τα κελιά ορισμένων μοναστηριών, των οποίων τα Τυπικά επέτρεπαν τη λειτουργία σχολείων στοιχειώδους παιδείας.12
Τα σχολεία στοιχειώδους παιδείας ονομάζονταν «διδασκαλεία», «χαμαιδιδασκαλεία», «παιδαγωγεῖα», «σχολεῖα κάτω παιδεύσεως», «παιδευτήρια», «παλαίστραι» ή «διατριβαί» και αποσκοπούσαν στην παροχή ορισμένων στοιχειωδών γνώσεων και στη θρησκευτική και ηθική αγωγή των παιδιών τους. Θα λέγαμε ότι η «στοιχειώδης παίδευσις» προετοίμαζε τους μαθητές για να ζήσουν καλύτερα στην κοινωνία έχοντας αποκτήσει τις στοιχειώδεις γνώσεις για τη ζωή τους. Στα σχολεία των «ἱερῶν γραμμάτων»13 φοιτούσαν αγόρια και κορίτσια, εκτός αν αυτά λειτουργούσαν σε κάποιο μοναστήρι, οπότε ανάλογα με το είδος της μονής- ανδρώας ή γυναικείας ήταν και το φύλο του μαθητή.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Ως πρώτα βιβλία χρησίμευαν το Ψαλτήρι και η Βίβλος («Παροιμίαι Σολομῶντος», «Ἐκκλησιαστής», «Ἄσμα Ἀσμάτων», αποσπάσματα από κείμενα προφητών κ.λ.π.). Η σειρά των ιερών γραμμάτων ολοκληρωνόταν με επιλογές από κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως του Μ. Βασιλείου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου κ.λ.π. Σύμφωνα με το στοιχειώδες αυτό πρόγραμμα οι μαθητές αρχικά μάθαιναν να αναγνωρίζουν και να προφέρουν τα γράμματα του αλφαβήτου. Ακολουθούσε η διδασκαλία της γραφής κατά την οποία ο «γραμματιστής» χάρασσε στην πινακίδα του μαθητή τον «ὑπογραμμόν», δηλ. το γράμμα ή τη λέξη. Η διδασκαλία της γραμματικής γινόταν από το εγχειρίδιο «Ἐπιμερισμοὶ τοῦ Ψαλτηρίου ἀπὸ φωνῆς τοῦ ἐπίκλην Χοιροβοσκοῦ14», που αποτελούσε σειρά μαθημάτων στοιχειώδους γραμματικής και ασκήσεων τεχνολογίας από το Ψαλτήρι. Για την εκτέλεση των αριθμητικών πράξεων οι μαθητές χρησιμοποιούσαν τα δάκτυλα των χεριών τους (ἐψήφιζον δακτύλοις) ή ψήφους (ψηφίδας), απ’όπου και το «ψηφίζειν», ή ακόμη και το «ἀβάκιον».
Τα θρησκευτικά αποτελούσαν το κέντρο της στοιχειώδους εκπαίδευσης και διδάσκονταν από τα ιερά κείμενα που χρησίμευαν για ανάγνωση και γραφή.
Για τη μυθολογία χρησιμοποιούσαν τους μύθους του Αισώπου και άλλα κατάλληλα μεταγλωττισμένα θέματα από την ελληνική μυθολογία. Η διδακτέα ύλη της ιστορίας περιλάμβανε των Τρωικό Πόλεμο, τους Μηδικούς Πολέμους, καθώς τη ζωή και το έργο σπουδαίων ιστορικών προσωπικοτήτων. Τέλος οι μαθητές διδάσκονταν την ψαλτική τέχνη διαβάζοντας το Ψαλτήρι και ψάλλοντας ύμνους και ψαλμούς με τη βοήθεια μουσικού οργάνου.

β) Εγκύκλιος Παιδεία
Μετά τη στοιχειώδη παιδεία άρχιζε η εγκύκλιος παιδεία, όπου τα παιδιά πήγαιναν στη «σχολή του γραμματικού» για να συνεχίσουν τις σπουδές τους και να συνεχίσουν αν το επιθυμούσαν στην ανώτατη εκπαίδευση. Την εγκύκλιο παιδεία οι Βυζαντινοί την ονόμαζαν «θύραθεν παιδεία» ή «έξωθεν παιδεία» ή ακόμη «τὴν παρ’ Ἕλλησι παιδείαν», «τὰ τῶν Ἑλλήνων μαθήματα» ή «γράμματα» και τέλος «ἐγκύκλιον» ή «ἔξωθεν σοφίαν».
Στη σχολή γραμματικού διδάσκονταν κυρίως αρχαία ελληνικά κείμενα ρητορικής, ιστορίας και φιλοσοφίας. Οι μαθητές παρακολουθούσαν το trivium- δηλ. γραμματική,14 ποιητική και ρητορική (όλα τα είδη) και στη συνέχεια ιστορία (πολιτική και εκκλησιαστική), διαλεκτική ή φιλοσοφία (λογική, πρακτική φιλοσοφία[ηθική], δογματική, μεταφυσική) καθώς και τους τέσσερις κλάδους του quadrivium- δηλ. αριθμητική (ψηφίζειν), γεωμετρία (γραμμικήν), αστρονομία και μουσική (αρμονικήν), φυσική, φυσιογνωστικά μαθήματα, γεωγραφία, στενογραφία («ὀξυγραφίαν» ή «σημειογραφίαν») και τέλος καλλιγραφία. Διδασκαλία θεολογικών μαθημάτων εξειδικευμένων γνώσεων γινόταν μόνο στις μονές και στις εξειδικευμένες εκκλησιαστικές σχολές.15

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ
Εκτός από τη σχολή του γραμματικού, λειτουργούσε στην Κωνσταντινούπολη την εποχή των Μακεδόνων μία ειδική σχολή για «ταβουλλαρίους»16 και «συνηγόρους», την οποία θα μπορούσαμε να εντάξουμε σύμφωνα με τη γνώμη του γράφοντος σε σχολή μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι ταβουλλάριοι ή συμβολαιογράφοι στους οποίους είχε ανατεθεί από το κράτος από τον 6ο αιώνα και μετά η σύνταξη των συμβολαίων και γενικά των δικαιοπρακτικών εγγράφων των πολιτών. Ο προϊστάμενος των ταβουλλαρίων έφερε τον τίτλο του «πριμικηρίου»17 , προερχόταν από τα στελέχη του «συλλόγου» τους και εκλεγόταν με την ψήφο όλων των συναδέλφων του. Οι υποψήφιοι ταβουλλάριοι έδιναν εξετάσεις σε θέματα νομικά και εγκυκλίου παιδείας ενώπιον όλων των μελών της συντεχνίας, ενώ η εγγραφή του «εἰς τὴν ὁμήγυριν τῶν ταβουλλαρίων» στοίχιζε 32 χρυσά νομίσματα.
Οι συνήγοροι (λατ. advocati) γνωστοί επίσης και ως «σχολαστικοί» ήταν νομικοί σύμβουλοι ή δικηγόροι. Αποτελούσαν ένα είδος δημοσίων υπαλλήλων τους οποίους διόριζε ο Έπαρχος της Πόλης στα πολιτικά δικαστήρια και τους μισθοδοτούσε το κράτος. Ο προϊστάμενος των συνηγόρων έφερε τον τίτλο του «πριμικηρίου» και διοριζόταν από τον Έπαρχο της Πόλης. Ο θεσμός των συνηγόρων δεν άκμασε για πολύ. Με την πάροδο των ετών και την ενίσχυση της θέσης των δικαστών ο ρόλος τους υποβαθμίστηκε και ο αριθμός τους περιορίστηκε.
Στη σχολή των ταβουλλαρίων στην οποία φοιτούσαν και οι συνήγοροι, δίδασκαν δύο κατηγορίες εκπαιδευτικών: οι «παιδοδιδάσκαλοι νομικοί» και οι «διδάσκαλοι». Οι πρώτοι ήταν επιφορτισμένοι με τη διδασκαλία των νομικών μαθημάτων τα οποία αποτελούσαν τη βάση του επαγγέλματος. Οι δεύτεροι δίδασκαν μαθήματα εγκυκλίου παιδείας. Με την ίδρυση του «Διδασκαλείου των Νόμων» από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο, πιθανώς το έτος 1045, η σχολή των ταβουλλαρίων καταργήθηκε.
Από τον 8ο αιώνα και μετά λειτουργούσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική σχολή «Νοταρίων» (γραμματέων- γραφέων) και «Ἀσηκρητῶν» (γραμματέων-ταχυγράφων).

ΑΝΩΤΑΤΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Ι) ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πολύ πριν ιδρυθεί το πρώτο Πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη, πολλές άλλες πόλεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν φημισμένες για τις ανώτερες και ανώτατες σχολές τους, όπως:

α) Στην Αθήνα η Ακαδημία
β) Στην Αλεξάνδρεια, σχολές αστρονομίας, γεωμετρίας και ιατρικής
γ) Στην Αντιόχεια σχολές φιλοσοφίας και ρητορικής
δ) Στη Βηρυτό Νομική Σχόλη
ε) Στην Πέργαμο σχολή Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας
στ) Και από τον 4ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.18
Από τις αρχές του 6ου αιώνα και μετά ο αριθμός των πανεπιστημιακών σχολών της ανατολικής αυτοκρατορίας άρχισε να μειώνεται, εξαιτίας της πολιτικής του Ιουστινιανού Α’ (527-565 μ.Χ.) κατά των εθνικών αιρετικών και η ισχυροποίηση και επέκταση των Αράβων19.
Πριν περάσουμε στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και στις φάσεις που αυτό διήλθε ανά τους αιώνες, θα αναφερθούμε σε δύο σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα οποία υπήρξαν φάροι παιδείας στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας.

ΙΙ) ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΒΗΡΥΤΟΥ
Η Βηρυτός διέθετε μία από τις σπουδαιότερες σχολές Νομικής, που ο Λιβάνιος (4ος αιώνας) την ονόμαζε «Μητέρα των Νόμων και η οποία διακρινόταν για τον ιστορικό της προσανατολισμό και τις πνευματικές της διακρίσεις. Η σχολή ήταν στελεχωμένη με ένα διάσημο σώμα καθηγητών και κατάρτιζε άριστους νομικούς και άρτια εκπαιδευμένους διοικητικούς υπαλλήλους με αποτέλεσμα να προσελκύει πλήθος σπουδαστών από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Ο Ιουστινιανός αναγνωρίζοντας την αξία της αποκαλούσε την Βηρυτό «τροφὸ τῶν νόμων» και στήριζε τη σχολή όχι μόνο οικονομικά αλλά και ηθικά. Το 551 μ.Χ. ισχυρός σεισμός κατέστρεψε τη Βηρυτό, η οποία αργότερα μεταφέρθηκε στη Σιδώνα· το πλήγμα που δέχθηκε η πόλη ήταν τόσο μεγάλο ώστε επέδρασε δυσμενώς ακόμη και στη λειτουργία της Νομικής σχολής, η οποία μέχρι και την κατάργησή της το έτος 635 που κατελήφθη από τους Άραβες, δεν μπόρεσε να ανακτήσει την παλιά της δόξα.
Από τους πλέον διακεκριμένους καθηγητές της σχολής που υπήρξαν «διδάσκαλοι» ήταν: ο Δωρόθεος20 που διετέλεσε πρύτανης, Ανατόλιος21 και Θαλλέλαιος,22 ο Τριβωνιανός23, ο διάσημος νομικός σύμβουλος του Ιουστινιανού. Οι δύο πρώτοι συμμετείχαν στην επιτροπή που πραγματοποίησε κατ’ εντολή του Ιουστινιανού την κωδικοποίηση των νόμων, ενώ ο τρίτος υπήρξε σχολιαστής και μεταφραστής στα ελληνικά του Codex Justinianus. Άλλοι σπουδαίοι καθηγητές της Νομικής Σχολής ήταν οι Δημοσθένης, Ευδόξιος, Άμβλιχος, Λεόντιος και άλλοι ενώ στη σχολή φοίτησαν χιλιάδες μαθητές.

ΙΙΙ. ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Στα τέλη του 4ου αιώνα ιδρύθηκε από τον γηγενή φιλόσοφο των Αθηνών Πλούταρχο24, η Νεοπλατωνική Ακαδημία. Έδρα της είχε την οικία του ιδρυτή της, στις νότιες παρυφές της Ακρόπολης. Από τον 5ο αιώνα η Ακαδημία ανέπτυξε ένα νέο δόγμα, μία ιδιότυπη ειδωλολατρική θεολογία. Μέγιστος διευθυντής υπήρξε ο εκ Κωνσταντινούπολης Πρόκλος (412-485) που διαδέχτηκε το 437 τον φιλόσοφο Συριανό, διάδοχο του Πλουτάρχου.
Στο τρόπο λειτουργίας της σχολής αναφέρεται ο N.G. Wilson: «Η Ακαδημία λειτουργούσε σαν ένα ιδιωτικό σχολείο ή μία ιδιωτική λέσχη. Η διάταξη μερικών μελών της και η απροκάλυπτη αντιχριστιανική τοποθέτησή τους, εξασφάλιζαν τη διατήρηση της φήμης της». Η φήμη και το πνευματικό μεγαλείο της Ακαδημίας προφανώς ενόχλησαν τον Ιουστινιανό, ο οποίος αν και δεν ήταν αντίθετος στη διδασκαλία των κλασικών ελληνικών γραμμάτων, διαφωνούσε απόλυτα στο να διδάσκονται από ειδωλολάτρες, οι οποίοι όπως επισημαίνει ο G. Downey, « είχαν τελείως αντίθετη φιλοσοφική αντίληψη από την κρατούσα βυζαντινή κοσμοθεωρία». Το κλείσιμο της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας είχε πλέον δρομολογηθεί.


IV. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Η Κωνσταντινούπολη όταν έγινε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας δεν διέθετε εκπαιδευτική παράδοση. Είναι βέβαιο ότι πολλοί γραμματικοί, ρήτορες ίσως και φιλόσοφοι συγκεντρώθηκαν εκεί. Υπάρχουν αρκετοί επιστήμονες που θεωρούν ότι η οργάνωση ανώτερης εκπαίδευσης άρχισε από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, χωρίς όμως αυτό να επιβεβαιώνεται από τις πηγές. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Κωνσταντινούπολη έγινε πνευματική πρωτεύουσα την εποχή του Κωνστάντιου Β’ (337-361 μ.Χ.), καθώς συγκεντρώθηκαν πολλοί διάσημοι δάσκαλοι που άνοιξαν σχολές και συγκέντρωσαν συστηματικούς μαθητές ή απλώς ακροατές. Σπουδαιότεροι από αυτούς ήταν ο Λιβάνιος και ο Θεμίστιος, καθηγητής της φιλοσοφίας ο οποίος σύμφωνα με τον Κωνστάντιο κατέστησε την Κωνσταντινούπολη, «ἱκανὸν τῆς παιδεύσεως καταγώγιον».30
Το πρώτο πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο. Ονομάστηκε «Μέγα Διδασκαλείον», στεγαζόταν στο Καπιτώλιο31 και σε αυτό δίδασκαν διαδοχικά οι εθνικοί ρητοροδιδάσκαλοι και σοφιστές, Λιβάνιος και Θεμίστιος.
Στον τομέα της παιδείας άξιος διάδοχος του Κωνσταντίου στάθηκε ο Ιουλιανός (361-363 μ.Χ.) που με την αγάπη του για τα αρχαία γράμματα και την ώθηση που έδωσε στην ανάπτυξη της κλασικής παιδείας κατέστησε οριστικά την Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα πνευματική πόλη. Ο Ιουλιανός απομάκρυνε τους χριστιανούς γραμματικούς, ρήτορες ή σοφιστές από τη δημόσια εκπαίδευση, γιατί δεν του φαινόταν τίμιο οι άνθρωποι αυτοί να διδάσκουν για «μερικές δραχμές» το αντίθετο από αυτό που πίστευαν: «Αν θέλουν να διδάσκουν, πρέπει πρώτα να πείσουν όντως τους μαθητές τους, ότι ούτε ο Όμηρος, ούτε ο Ησίοδος, ούτε κανείς από τους συγγραφείς που εξηγούν και τους οποίους έχουν καταδικάσει ως ασεβείς, ανόητους και πλανεμένους ως προς τα θεία, είναι πραγματικά τέτοιοι». Ο Ιουλιανός πίστευε ότι οι διευθυντές των σπουδών και οι διδάσκαλοι πρέπει να διακρίνονται πρώτα για το ήθος τους κι έπειτα για τις γνώσεις και την ευγλωττία τους32. Ο Ιουλιανός δεν απαγόρευε στους νέους Χριστιανούς να μελετούν τους Έλληνες συγγραφείς:33 «Πραγματικά δεν θα ήταν ούτε φυσικό ούτε λογικό να κλείνουμε τον καλό δρόμο σε παιδιά που δεν ξέρουν ακόμα ποιο δρόμο να ακολουθήσουν. […] Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να διαφωτίζουμε τους ανθρώπους που παραλογίζονται, όχι να τους τιμωρούμε».34
Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β’ (408-450 μ.Χ.) με εισήγηση της συζύγου του Αθηναΐδας-Ευδοκίας εξέδωσε στις 27 Φεβρουαρίου 425 νόμο που στο πρώτο μέρος του ρύθμιζε την κρατούσα κατάσταση και στο δεύτερο προέβαινε στην αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου, του πρώτου κρατικού πανεπιστημίου με το όνομα «Πανδιδακτήριον» και καθόριζε τη σύνθεση του διδακτικού προσωπικού.
Αναλυτικότερα ο νόμος35 του Θεοδοσίου ρύθμιζε τα ακόλουθα:
1) Στο πρώτο μέρος καθόριζε ότι οι ιδιωτικοί καθηγητές που αμείβονταν βέβαια από τους μαθητές τους, μπορούσαν να συνεχίσουν τη διδασκαλία υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα είχαν ταυτόχρονα και την ιδιότητα του δημοσίου δασκάλου και δεν θα δίδασκαν σε δημόσιες αίθουσες.
2) Στο δεύτερο μέρος του νόμου ανέφερε τα μαθήματα που θα διδάσκονταν στο αναδιοργανωμένο πανεπιστήμιο και διόριζε 31 καθηγητές από τους οποίους 16 για την ελληνική φιλολογία, γραμματική, φιλοσοφία και ρητορική και 15 για τη λατινική φιλολογία, γραμματική και νομική. Ως προς τις έδρες, οι λιγότερες ήταν της φιλοσοφίας στην οποία είχε δοθεί μόνο μία.
Η οργάνωση του πανεπιστημίου σε νέες βάσεις είχε ως σκοπό:
α) Να δημιουργήσει «ένα χριστιανικό αντίβαρο», όπως γράφει ο Βρετανός ιστορικός Norwich, «στο τόσο αξιόλογο αλλά ειδωλολατρικό πανεπιστήμιο (Ακαδημία) των Αθηνών, που παρά τις συνεχείς προσπάθειες που είχαν γίνει για να κλείσει, εξακολουθούσε να παραμένει ανοιχτό και να λειτουργεί».36
2) Να τονίσει έστω και με τη μικρή υπεροχή των ελληνικών εδρών, τον κατ’ εξοχήν ελληνικό πολιτιστικό χαρακτήρα της Νέας Ρώμης και κατά συνέπεια του ανατολικού κράτους.
3) Να προσελκύσει για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη νέους από την Αρμενία και τις άλλες ανατολικές περιοχές, οι οποίοι μέχρι τότε φοιτούσαν σε σχολές της Συρίας και της Παλαιστίνης. Φαίνεται ότι οι σκοποί του Θεοδοσίου εκπληρώθηκαν γιατί πολλοί νέοι από την Αρμενία όπως μαρτυρούν οι πηγές τις επόμενες δεκαετίες σπούδασαν στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας.
5) Τέλος, να αποκτήσει η σχολή πρακτικότερο χαρακτήρα ώστε να παρέχονται στην πολιτεία περισσότεροι «νοτάριοι» (γραμματείς), «συνήγοροι» ή «σχολ αστικοί» (δικηγόροι) και γενικά άτομα ικανά να επανδρώσουν τον κρατικό μηχανισμό. Η ύπαρξη μίας και μόνο έδρας φιλοσοφίας έναντι των άλλων επιστημών, καταδεικνύει την πρόθεση του νομοθέτη.
Η εκλογή των καθηγητών της «Σχολής του Καπιτωλίου» γινόταν με έγκριση της Συγκλήτου. Μεταξύ των πρώτων επιλεγέντων αναφέρονται οι Ελλάδιος, Συριανός, Θεόφιλος, Μαρτίνος, Μάξιμος και Λεόντιος, στους οποίους ο αυτοκράτορας με νόμο της 25ης Μαρτίου 425 μ.Χ. απένειμε τον ιδιαίτερα τιμητικό τίτλο του «Comes Primi Ordinis». Δεν μπορούσε να διοριστεί καθηγητής χωρίς αυστηρή δοκιμασία. Ο υποψήφιος έπρεπε όχι μόνο να δώσει δείγματα πολυμάθειας, αλλά και να έχει ήθος ανεπίληπτο.
Το πανεπιστήμιο αναδιοργανώθηκε εκ νέου την εποχή του Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.) και ονομάστηκε «Οἰκουμενικὸν Διδασκαλεῖον». Η νομική έγινε χωριστή σχολή με διάρκεια φοίτησης 5 ετών, με συστηματικά διαρθρωμένες παραδόσεις, φροντιστήρια και εξετάσεις και με τη διδασκαλία να γίνεται στη λατινική αλλά και στην ελληνική γλώσσα. Ως καθηγητές (antecessores) ορίστηκαν οι καλύτεροι νομομαθείς του κράτους ενώ οι έδρες αυξήθηκαν από δύο σε τέσσερις. Οι Σπουδαστές μελετούσαν το «Corpus Juris Civilis». Οι πρωτοετείς σπουδαστές της Νομικής διδάσκονταν τις «Εισηγήσεις» και το πρώτο μέρος του «Πανδέκτη».37 Οι δευτεροετείς και τριτοετείς διδάσκονταν το δεύτερο και τρίτο μέρος του «Πανδέκτη». Το τέταρτο έτος ήταν αφιερωμένο σε κατ’ ιδίαν μελέτη καθώς και στη σπουδή του τέταρτου και πέμπτου μέρους του «Πανδέκτη». Τέλος οι σπουδαστές του πέμπτου έτους ασχολούνταν με τη μεθοδική και επισταμένη μελέτη του «Κώδικος».38
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Φωκά (602-610 μ.Χ.), λέγεται ότι το πανεπιστήμιο έκλεισε με εντολή του ίδιου του αυτοκράτορα. Στο λόγο του ο Θεοφύλακτος Σιμοκάτης (6οσ-7ος αιώνας) στην αρχή του βιβλίου του «Ἱστορίαι», η φιλοσοφία αποτεινόμενη στην ιστορία αναφέρει ότι την εποχή του Φωκά, «τῆς βασιλέως στοᾶς ἐξωστρακίσθην»39. Ο Γάλλος Βυζαντινολόγος Paul Lemerle, ο οποίος δεν πιστεύει ότι ο Φωκάς έκλεισε πραγματικά το Πανεπιστήμιο, αποδίδει την παράδοση αυτή στον Θεοφύλακτο Σιμοκάτη, ο οποίος στο σύγγραμμά του επιδιώκει να παρουσιάσει «την αντίθεσή του προς το καθεστώς του Φωκά και να υμνήσει την επιστροφή του προηγούμενου καθεστώτος του Μαυρίκιου».40
Πάντως όπως και αν έχει το θέμα, είτε δηλαδή το πανεπιστήμιο έκλεισε είτε περιόρισε τη δραστηριότητά του στα χρόνια του Φωκά, εντούτοις αναβίωσε γρήγορα την εποχή του διαδόχου του Ηρακλείου (610-641 μ.Χ.), οπότε και έλαβε εκ νέου την ονομασία, «Πανδιδακτήριον». Εντούτοις από την εποχή αυτή οι νομικές σπουδές παύουν πλέον να αποτελούν εξειδικευμένη μορφή εκπαίδευσης, όπως επί Ιουστινιανού και εντάσσονται στο γενικότερο πρόγραμμα των πανεπιστημιακών σπουδών.41 Το σύστημα αυτό θα ισχύσει μέχρι και το 1045, οπότε λειτούργησε και πάλι στο πανεπιστήμιο χωριστή Νομική σχολή.
Δυστυχώς όμως το πανεπιστήμιο δεν λειτούργησε για πολύ. Επειδή οι καθηγητές που σύμφωνα με ανώνυμο συγγραφέα προέρχονταν από την τάξη των μοναχών42, ήταν αντίθετοι στις εικονομαχικές δοξασίες του αυτοκράτορα, ο Λέων Γ’ έκαψε το 727 ή κατά τον Paul Lemerle το 726 το ίδρυμα και τη δημόσια βιβλιοθήκη του, -η οποία υπολογιζόταν σε 36.500 τόμους!- και μαζί του κατά μία εκδοχή όλους τους καθηγητές του πανεπιστημίου. Ας παρακολουθήσουμε όμως τί αναφέρει ο χρονογράφος Ιωάννης Ζωναράς( 12ος αιώνας) για τη δήθεν πυρπόληση του πανεπιστημίου και των καθηγητών του από τον Λέοντα Γ’:
Οἶκος ἦν ἐν τῇ καλουμένῃ Βασιλικῇ, ἐν ᾧ καὶ βίβλοι τῆς τε θύραθεν σοφίας καὶ τῆς εὐγενεστέρας καὶ θεοτέρας πολλαὶ ἐναπέκειντο. Ἦν δὲ οὖτος ἀνέκαθεν τοῦ προύχοντος ἐν λόγοις κατοικήτηριον, ὃν οἰκουμενικὸν ἐκάλουν διδάσκαλον· ὃς καὶ δώδεκα εἶχεν ἑτέρους συνοικοῦντας αὐτῷ, κακείνους τῆς λογικῆς παιδείας μετέχοντας κατὰ τὸ ἀκρότατον. […] Παρ’ αὐτοῖς ἐφοίτων οἷς ἔμελλε λογικῆς παιδείας καὶ γνώσεως, οὓς καὶ ὁ βασιλεύων συμβούλους ἐν τοῖς πρακτέοις πεποίητο. Τούτους οὖν εἰ ἕλοι καὶ τῆς αὐτοῦ ποιήσαιτο γνώμης, ἔκρινε τὸ πᾶν κατεργάσεσθαι. Καὶ τοὺς ἄνδρας μεταστειλάμενος τὴν περὶ τῶν σεβαστῶν εἰκόνων γνώμην αὐτοῦ τὴν πονηρᾶν αὐτοῖς ἐκοινώσατο. Οἱ δὲ οὐχ ὅσον οὐχ ὡμοδόξουν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν μεταστήσαι τῆς γνώμης ταύτης ἐπεχείρουν ὁλοσχερῶς, πῇ μὲν καταψῶντες τὸν θῆρα τὸν λεοντώνυμον καὶ κατεπάδοντες καὶ διελέγχοντες τὴν ἀσέβειαν. Ὁ δὲ ὡσεὶ ἀσπὶς ἔβυε τὰ ὦτα καὶ φωνῆς ἐπαδόντων οὐκ ἢκουεν οὐδ’ ἐφαρμακεύετο παρὰ τῶν σοφῶν. Πολλάκις οὖν αὐτοῖς προσῳμιληκὼς καὶ τὴν αὐτῶν μετάθεσιν ἀπογνούς, τοὺς μὲν ἀφῆκεν εἰς τὴν σφετέραν πορευθῆναι διατριβήν, τὸν οἶκον ἐκείνον δηλαδὴ τὸν βασίλειον, αὐτὸς δὲ κελεύσας εὔπρηστον ὕλην συναχθῆναι πολλὴν καὶ πέριξ τοῦ οἴκου τεθεῖσαν ἀναφθῆναι νυκτός, οὕτω καὶ τὸν οἶκον σὺν ταῖς βίβλοις καὶ τοὺς σοφοὺς ἐκείνους ἄνδρας καὶ σεβασμίους κατεύκασεν».43
Ο χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής (760-818 μ.Χ.) θρηνώντας για την πυρπόληση και καταστροφή του πανεπιστημίου γράφει: «Τὰ παιδευτήρια σβεσθῆναι καὶ τὴν εὐσεβῆ παίδευσιν τὴν ἀπὸ τοῦ ἐν ἁγίοις Κωνσταντίνου τοῦ μεγάλου καὶ μέχρι νῦν κρατήσασαν, ἦς καὶ μετὰ ἄλλων πολλῶν καλῶν καθαιρέτης ὁ σαρακηνόφρων οὗτος Λέων γέγονεν».44 Επίσης τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως (10ος αιώνας), χωρίς να μνημονεύουν την καταστροφή του καθιδρύματος, σημειώνουν ότι το «Πανδιδακτήριον» παρέμεινε «εἰς τὸ τετραδήσιον τὸ Ὀκτάγωνον» μέχρι «τοῦ δεκάτου χρόνου Λέοντος τοῦ Συρογενοῦς», δηλαδή μέχρι το 727 μ.Χ. Τέλος ο ανώνυμος συγγραφέας της Συνόψεως Χρονικής (13ος αιώνας), αναφερόμενος στην αντιδικία του Λέοντα με τους «διδασκάλους» του πανεπιστημίου σχετικά με το θέμα των εικόνων ιστορεί τα εξής: ο αυτοκράτορας αφού απέτυχε να πείσει τους «ἱεροὺς ἐκείνους καὶ λογίους ἄνδρας» τους «γνώσει καὶ ἀρετῇ τῶν ἄλλων ἐξοχωτάτους» να αποδεχθούν την «ἑαυτοῦ κακοδοξίαν» τον «μέγιστον καὶ περιφανῆ βασιλικὸν οἶκον» όπου βρισκόταν εγκατεστημένο το «Πανδιδακτήριον» «καὶ ταῖς ἐν αὐτῷ ἀποτεθησαυρισμέναις ἱεραῖς βίβλοις τῆς θείας Γραφῆς καὶ τῆς ἔξωθεν σοφίας» καθώς και όλους όσοι «πᾶσαν λογικὴν ἐπιστήμην […] καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἅπασαν θεοσοφίαν, τοὺς μανθάνειν βουλομένους […] ἐδίδασκον ἀμισθί», «πυρὶ συγκατακαίει καὶ παντελεῖ ἀφανείᾳ παραδίδει, ὁ τοῦ αἰωνίου πυρὸς ἄξιος».
Ωστόσο στις μέρες μας αμφισβητείται σοβαρά ο ισχυρισμός των βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων ότι ο Λέων Γ’ παρέδωσε εσκεμμένα στο πυρ το πανεπιστήμιο και τη βιβλιοθήκη και προκάλεσε το θάνατο των πανεπιστημιακών καθηγητών. Αναφέρει συγκεκριμένα η ιστορικός Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου: «Ἡ πυρπόλησις του Πανδιδακτηρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ διδασκόντων καὶ τῆς συνεχομένης βιβλιοθήκης παραδιδομένη ὑπὸ μεταγενεστέρων χρονογράφων θεωρεῖται σήμερον ὡς κακόβουλος ἐπινόησις τῆς ἀντιπάλου παρατάξεως (τῶν εἰκονοκλαστῶν)»45. Ο Paul Lemerle υποστηρίζει ότι « Τὸ ὁλοκαύτωμα ἑνὸς ἰδρύματος ἀνώτερης ἐκπαίδευσης μὲ τοὺς καθηγητές του καὶ τὴ βιβλιοθήκη του, ποὺ δῆθεν τὸ διέταξε ὁ Λέων Γ’ το 726, εἶναι ἕνας μύθος που δημιουργήθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὴν ταραγμένη φαντασία τῶν λαϊκῶν καὶ μοναστικῶν εἰκονολατρικῶν κύκλων, μέσα στὸν ἐνθουσιασμό τους γιὰ τὸν θρίαμβο τῶν εἰκόνων». Και καταλήγει: « καὶ κυρίως ὁ Λέων Γ’, στὴν πρώτη περίοδο τῆς βασιλείας του, δεν ὑπήρξαν οἱ διῶκτες ποὺ θέλει νὰ παρουσιάσει ἡ ὀρθόδοξη πίστη».46
Μύθος λοιπόν, ιστορικό γεγονός ή εγκληματική πράξη που αποδίδεται στον Λέοντα Γ’; Η απάντηση μοιάζει να είναι αρκετά δύσκολη. Αν ακόμη θεωρηθεί ως αποκύημα της φαντασίας των εικονολατρών δεν παύει να κρύβει κάποιον πυρήνα αλήθειας. Κατά την άποψη του γράφοντος, δεν αποκλείεται να καταστράφηκαν πραγματικά το πανεπιστήμιο και η βιβλιοθήκη από φωτιά είτε τυχαία είτε κατά τη διάρκεια των διαφόρων εσωτερικών συγκρούσεων και ταραχών, όπως συμβαίνει σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Πάντως φαίνεται δύσκολο ο Λέων Γ’ να προέβη ηθελημένα σε μια τέτοια παράλογη πράξη.
Το πανεπιστήμιο λειτούργησε πάλι με μέριμνα του «καίσαρος» Βάρδα, θείου του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ (842-867 μ.Χ.), λίγο μετά το 843 ή κατά τον Ch. Diehl το 850 ή κατά τον Paul Lemerle το 855 με 856.47 Ο Βάρδας στελέχωσε το Πανεπιστήμιο (Πανδιδακτήριον) με κατάλληλο διδακτικό προσωπικό και το εγκατέστησε σε αίθουσες του ανακτόρου της Μαγναύρας48, τμήμα του οποίου είχε φροντίσει να διατεθεί γι’ αυτόν τον σκοπό.
Πρώτος καθηγητής διορίστηκε ο Λέων49, ο φιλόσοφος ή Μαθηματικός (790-869) που είχε προηγουμένως διδάξει ιδιωτικά και δημόσια στην Κωνσταντινούπολη για 15 έως 20 έτη (820-838 περίπου) και είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη λόγω της ευρείας μόρφωσής του. Για τον Λέοντα ο Αββασίδης χαλίφης Al Mamûn (818-833), ο οποίος είχε πληροφορηθεί την ύπαρξή του από έναν βυζαντινό μαθητή του φιλοσόφου, αιχμάλωτου των Αράβων, προσέφερε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο (829-842) το ποσό των 20 κεντηναρίων χρυσού προκειμένου να τον «δανειστεί» για μερικούς μήνες. Ο Λέων προτίμησε όμως να αποποιηθεί την προσφορά και να τον διορίσει δημόσιο διδάσκαλο στην πρωτεύουσα, όπου ο Λέων έδινε τακτικά διαλέξεις στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων. Ο Λέων υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές στον χώρο των γραμμάτων τον 9ο αιώνα. Υπήρξε μία μορφή πανεπιστήμονα που ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, την γεωμετρία, την αστρονομία και την αστρολογία, ενώ του αποδίδονται και διάφορες πρακτικές εφαρμογές.
Μεταξύ των καθηγητών της Μαγναύρας κατά τον 9ο αιώνα πολλοί ιστορικοί συγκαταλέγουν και τον Θεσσαλονικέα ιεραπόστολο των Σλάβων Κύριλλο- Κωνσταντίνο (περίπου 827-869) καθώς και τον λόγιο, μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Φώτιο (δύο πατριαρχίες: 858-867 και 877-886). Για τον Κύριλλο ο Βρετανός ιστορικός Norwich μας πληροφορεί ότι: « ανέλαβε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα την έδρα της φιλοσοφίας στην Μαγναύρα»51 ενώ ο D. Nicol αναφέρει ότι «διαδέχθηκε τον φίλο του Φώτιο στην έδρα της φιλοσοφίας» στο ίδιο πανεπιστήμιο.52
Αναφορικά με τον Φώτιο, η άποψη ότι διετέλεσε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας ή ότι δίδαξε ιδιωτικά, βρίσκει αντίθετο τον Paul Lemerle: «Όσο είναι βέβαιο ότι ο Λέων υπήρξε εξ επαγγέλματος καθηγητής, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι ο Φώτιος δεν υπήρξε ποτέ κάτι τέτοιο. Όσα και αν λέγονται και αν επαναλαμβάνονται για το αντίθετο δεν στηρίζονται πουθενά, και μου φαίνεται ότι αν ο Φώτιος είχε, έστω και για ένα διάστημα διδάξει επαγγελματικά, θα σωζόταν τουλάχιστον κάποια μαρτυρία. Δεν σώζεται καμία».53
Το ενδιαφέρον του Βάρδα για τους σπουδαστές ήταν πολύ μεγάλο. Ο ιστορικός Ιωσήφ Γενέσιος (10ος αιώνας) γράφει ότι: «ἐφ’οἷς ἐκ φιλοπονίας ἐπιχωριάζων συχνῶς καὶ τῶν μαθητιώντων ἑκάστου τὸ ἐπιτήδειον ἐννοῶν χρησταῖς ἐλπίσιν ὑπέτρεφεν»54. Χάρη στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και στην ιδιαίτερη μέριμνα που έδειξε γι’ αυτό ο Βάρδας αναγεννήθηκαν τα γράμματα και οι επιστήμες που είχαν παραμεληθεί και παρακμάσει όπως λέγει ο χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός, «τῇ τῶν κρατούντων ἀγροικίᾳ καὶ ἀμαθείᾳ» (επειδή οι κρατούντες ήταν αγροίκοι και αμαθείς).
Μεγάλο ενδιαφέρον για το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας έδειξαν επίσης οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1059), Βασίλειος Α’ (867-886), Λέων ΣΤ’ (886-912) και Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος (913-959). Ο τελευταίος μάλιστα για τις ανανεωτικές του πρωτοβουλίες εξυμνήθηκε από τους βυζαντινούς ιστορικούς και χρονογράφους στην εποχή του. Στο προοίμιο των «Γεωπονικῶν»55 ο ανώνυμος συγγραφέας του απευθυνόμενος στον Πορφυρογέννητο: «Πρῶτα μὲν γὰρ φιλοσοφίαν τε καὶ ῥητορικὴν ἤδη παρερρυκηίας καὶ πρὸς ἀχανῆ βυθὸν τῆς λήθης καταδεδυκυίας εὐμηχάνως καὶ συνετῶς ἀνείλκυσας, τὴν κραταιάν σου χεῖρα ταύταις προσεπιδούς. Ἔπειτα δὲ καὶ πᾶσαν ἀλλην ἐπιστήμην τε καὶ τέχνην πρὸς καινισμὸν ἐπανήγαγες»56
Την εποχή του Κωνσταντίνου Ζ’ στο πανεπιστήμιο υπήρχαν τέσσερις έδρες: της φιλοσοφίας, της γεωμετρίας, της αστρονομίας και της ρητορικής, ενώ διδάσκονταν συμπληρωματικά η αριθμητική, η γραμματική, η νομολογία, η ιατρική και η μουσική. Ο ίδιος αυτοκράτορας είχε μεριμνήσει ώστε το πανεπιστήμιο να επανδρωθεί με αξιόλογους καθηγητές. Ο Πορφυρογέννητος, όπως αναφέρουν οι Συνεχιστές του Θεοφάνη του Ομολογητή, «παιδευτὰς δὲ ἀρίστους προκέκρινεν· εἰς Κωνσταντῖνον πρωτοσπαθάριον τὸν τηνικαῦτα μυστικὸν τὸ τῶν φιλοσόφων παιδοτριβεῖον δέδωκεν, εἰς δὲ τὸ τῶν ῥητόρων Ἀλέξανδρον μητροπολίτην Νικαίας, εἰς δὲ τὸ τῆς γεωμετρίας Νικηφόρον πατρίκιον τὸν γαμβρὸν Θεοφίλου ἐπάρχου τοῦ Ἐρωτικοῦ, εἰς δὲ τὸ τῶν ἀστρονόμων Γρηγόριον ἀσηκρήτιν»57. Ο Κωνσταντίνος Ζ’ έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο των σπουδαστών και άλλοτε τους προσκαλούσε να γευματίσουν μαζί του, άλλοτε επισκεπτόταν ο ίδιος το πανεπιστήμιο ενώ άλλοτε τους βοηθούσε οικονομικά και τους απηύθυνε παραινέσεις: Καὶ πολλὴν ἐπιμέλειαν καὶ σπουδὴν εὶς τοὺς φοιτητὰς ὁ αὐτοκράτωρ ἐποιεῖτο, ὁμοδιαίτους καὶ ὁμοτραπέζους τούτους καθ’ ἑκάστην ποιῶν καὶ ἀργύρια παρέχων, καὶ ὁμιλίας μετ’ αὐτῶν προσηνεῖς ποιούμενος».
Η συνέχιση της λειτουργίας του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου είναι αβέβαιη. Οι στρατιωτικοί αυτοκράτορες που ακολούθησαν, απασχολημένοι με την επέκταση και τη σταθεροποίηση των συνόρων της αυτοκρατορίας, παραμέλησαν για ένα περίπου αιώνα την παιδεία. Ο Βασίλειος ο Β’ για παράδειγμα που ύψωσε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της, δεν είχε πνευματικά ενδιαφέροντα και δεν ασχολούταν με τα γράμματα, ούτε εκτιμούσε τη μόρφωση. Ο Βασίλειος, γράφει ο χρονογράφος Ιωάννης Ζωναράς, «οὐδὲ τῶν λογίων ἀνδρῶν ἐπεστρέφετο, αλλὰ καὶ τοὺς λόγους ἥγητο περιττόν τι χρῆμα καὶ οὒκ ὀνήσιμον· ὅθεν ἀπολεξάμενος ἑαυτῷ οὔτε τῷ γένει οὐτε μέντοι ἐν λόγῳ τὸ ἐπίσημον ἔχοντας, ἐκείνοις τάς τε βασιλείους ἐπιστολὰς ἐνεχείρισε καὶ ἐκοινώνει τῶν βουλευμάτων, καὶ αὐτὸς ἐκείνοις ἀφελῶς τὰς γραφὰς ὡς ἔτυχεν ὑπηγόρευεν».58
Η αδιαφορία που έδειξαν οι «Μακεδόνες» αυτοκράτορες της περιόδου μέσα 10ου- μέσα 11ου αιώνα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και την προαγωγή της γνώσης, σε συνάρτηση με τον περιορισμό ή την περικοπή της χρηματοδότησης των δημοσίων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εγκυκλίου και ανώτατης παιδείας που επιβλήθηκε προς αντιμετώπιση των μεγάλων στρατιωτικών δαπανών, οδήγησαν πολλά από αυτά τα ιδρύματα στον μαρασμό και στην αναστολή της λειτουργίας τους. Ωστόσο οι ιδιωτικοί διδάσκαλοι και οι εκκλησιαστικές σχολές εξακολούθησαν να διδάσκουν, ενώ οι Βυζαντινοί λόγοι συνέχισαν το πνευματικό τους έργο, δραστηριότητες που καρποφόρησαν αργότερα κατά την πνευματική αναγέννηση των μέσων του 11ου αιώνα.
Οι σπουδές αναζωπυρώθηκαν μεταξύ των ετών 1045-1047 όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος (1042-1055) ίδρυσε δύο ανώτατες σχολές, τη Φιλοσοφική και τη Νομική. Ο αυτοκράτορας, μνημονεύει ο ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης (11ος αι.), « μουσεῖον τῆς νομοθετικής ἀναγείρας καὶ νομοφύλακα προστησάμενος. Ἀλλὰ καὶ τοῦ τῆς φιλοσοφίας οὐρανοβάμονος ἐπεμελήθη μαθήματος, πρόεδρον τῶν φιλοσόφων προχειρισάμενος ἄνδρα τῶν καθ’ἡμᾶς διαφέροντα γνώσει, καὶ τοὺς νέους πρὸς ἄσκησιν τῶν σοφῶν λόγων καὶ μαθημάτων προυτρέψατο σὺν τῷ εὐμαρεῖ τῶν διδασκάλων, καὶ γερῶν τούτους ἐν τῷ δημηγορεῖν βασιλικῶν ἀξιῶν».59
Την περίοδο μέσα 11ου αρχές 13ου αιώνα ενδιαφέρον για τα γράμματα έδειξαν οι αυτοκράτορες Ισαάκιος Α’ Κομνηνός (1057-1059), Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας (1059-1067) και Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081-1118).60 Κατά τον χρονογράφο Ιωάννη Ζωναρά (12ος αι.) ο Ισαάκιος Α’ «λόγοις μὲν οὐχ ὡμιληκώς, προσέχων δ’αὐτοῖς καὶ τοὺς τούτων τροφίμους προσδεχόμενος». (Μολονότι ο ίδιος δεν είχε αποκτήσει μόρφωση φρόντιζε τα γράμματα και συναναστρεφόταν τους λογίους). Αλλά και ο Κωνσταντίνος Ι’, όπως αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας, «λόγοις δὲ οὐχ ὁμιληκὼς ἡγάπα τούτους καὶ τοὺς λογίους ἐσέβετο καὶ ἔλεγε βούλεσθαι μᾶλλον ἐκ λόγων ἢ τῆς βασιλείας γνωρίζεσθαι». (Παρόλο που δεν είχε λάβει μόρφωση, αγαπούσε τα γράμματα και σεβόταν τους λογίους λέγοντας πως προτιμούσε να ξεχωρίζει για την παιδεία παρά για το αξίωμά του). Τέλος ο Αλέξιος Α’, αναφέρει η κόρη του Άννα Κομνηνή, όταν ανέλαβε την εξουσία, «ἐπεὶ δὲ τὰ ὡδὶ παιδείας εὗρε ἁπάσης ἐνδεῶς ἔχοντα καὶ τέχνης λογικῆς, τοῦ λόγου πόρρω ποὺ ἀπελαθέντος, αὐτὸς εἴ που σπινθῆρές τινὲς ἦσαν τούτου ὑπὸ σποδιᾷ κρυπτόμενοι, ἀναχωννύειν ἠπείγετο. Καὶ τοὺς ὅσοι περὶ τὰ μαθήματα ἐπιρρεπῶς εἶχον (ἦσαν γάρ τινες καὶ οὗτοι βραχεῖς, καὶ οὗτοι μέχρι τῶν Ἀριστοτελικῶν ἑστηκότες προθύρων), τούτους πρὸς μάθησιν ὀτρύνων, οὐκ ἐνεδίδου, προηγεῖσθαι δὲ τὴν τῶν θείων βίβλων μελέτην τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ἐπέτρεπε».61 Ο Αλέξιος μερίμνησε επίσης για τη δημιουργία «σχολής γραμματικού» στο ορφανοτροφείο που είχε ήδη συστήσει. Ωστόσο ο Ιωάννης Ζωναράς θέλοντας ίσως να παρουσιάσει τους επαίνους της Άννας για τον πατέρα της ως υπερβολικούς, διατείνεται ότι ο Αλέξιος, «λόγους οὐχ ὡς ἔδει τιμῶν» (Στα γράμματα δεν έδινε την αξία που έπρεπε). Οι υπόλοιποι αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών και εκείνοι της δυναστείας των Αγγέλων κράτησαν έναντι των γραμμάτων στάση αδιάφορη και σε ορισμένες περιπτώσεις εχθρική.
Κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας (1204-1261) η πανεπιστημιακή μόρφωση συνεχίστηκε στην ελληνική αυτοκρατορία της Νίκαιας. Στην κατακτημένη Κωνσταντινούπολη, η ελληνική παιδεία περιορίστηκε στις εκκλησιαστικές σχολές που λειτουργούσαν σε διάφορες μονές, όπως στη μονή του Ακαταλήπτου Χριστού και στη Μονή της Χώρας. Οι σχολές αυτές φαίνεται ότι είχαν περιλάβει στην ύλη της εκτός από θεολογικά μαθήματα και κάποια μαθήματα της θύραθεν παιδείας. Αντίθετα στη Νίκαια ιδρύθηκαν σχολές υψηλού επιπέδου από ανθρώπους των γραμμάτων που στην πλειονότητά τους είχαν σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη πριν από το 1204. Οι πιο γνωστοί από αυτούς υπήρξαν ο αρμενικής καταγωγής Μιχαήλ Σεναχηρείμ, ερμηνευτής και υπομνηματιστής του Ομήρου, ο Θεόδωρος Εξαπτέρυγος (1180-1236), διδάσκαλος της ποίησης και της ρητορικής και ο μεταγενέστερος τους Νικηφόρος Βλεμμύδης (1197-1269) που σπούδασε σε διάφορες σχολές της Μικράς Ασίας μέχρι το 26ο έτος της ηλικίας του. Ο χαρακτήρας του Βλεμμύδη ήταν ιδιαίτερα εριστικός και μολονότι είχε ευρύτατη μόρφωση και τα συγγράμματα του εκτείνονταν σε όλους τους τομείς της βυζαντινής γραμματολογίας, οι σχέσεις του με τους άλλους λογίους της εποχής του αλλά και με τους μαθητές του ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Δίδαξε θεολογία, φιλοσοφία, ιατρική και ρητορική. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονταν ο πολιτικός, ιστορικός, και διδάσκαλος Γεώργιος Ακροπολίτης και ο αυτοκράτορας Νικαίας Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις.
Οι ηγεμόνες της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, Ιωάννης Βατάτζης (1222-1254) και Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις (1254-1258) υπήρξαν μεγάλοι προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας. Ίδρυσαν σχολές όχι μόνο στη Νίκαια αλλά και σε άλλες πόλεις της Αυτοκρατορίας, μεριμνώντας για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας τους και των εξόδων διδασκόντων και διδασκομένων. Ο ανώνυμος συγγραφέας της «Συνόψεως Χρονικής» (13ος αι.) αναφέρει ότι ο Θεόδωρος Β’ ανήγειρε στη Νίκαια τον Ναό του «Χριστομάρτυρος Τρύφωνος […] καὶ σχολεῖα γραμματικοῦ καὶ ῥητόρων ἔταξεν ἐν αὐτῷ, διδασκάλους ἐπιστήσας καὶ μαθητὰς ἀποτάξας, ἐκ βασιλικῶν θησαυρῶν τὰ σιτηρέσια τούτους ἔχειν διορισάμενος φιλοτίμως»62.
Ένας άλλος λόγιος, ο μαθητής και προστατευόμενος του Γεωργίου Ακροπολίτη, Γεώργιος ο Κύπριος που ως Γρηγόριος Β’ διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης (1283-1289), αναφέρει στην αυτοβιογραφία του ότι στη Νίκαια παρεχόταν κανονικά η κατά παράδοση «ἐγκύκλιος παιδεία» και αποκαλεί την πόλη «θαυμασίαν καὶ πολυέραστον τῶν λόγων πηγήν». Η έλλειψη βιβλίων, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της περιόδου αυτής, αντιμετωπίστηκε με την αποστολή του Νικηφόρου Βλεμμύδη το 1239-1240 στον Άθω, στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα και στην Αχρίδα προς αναζήτηση χειρογράφων για τη βιβλιοθήκη που είχε ιδρύσει ο Βατάτζης στη Νίκαια.
Στην ελληνική αυτοκρατορία της Τραπεζούντας η δυναστεία των Μεγάλων Κομνηνών (1204-1261) προστάτευσε και προήγαγε την παιδεία. Στην ανύψωση της παιδείας στην Τραπεζούντα συνετέλεσαν επίσης και οι λόγιοι που είχαν σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη και είχαν κατά καιρούς μεταβεί στην πρωτεύουσα των Μεγάλων Κομνηνών. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν ο σκευοφύλακας Λάζαρος, ο χρονογράφος Μιχαήλ Πανάρετος (14ος αιώνας), ο ιατροφιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός Γεώργιος Αμιρούτζης (15ος αι.) και ο πολυγραφότατος Βησσαρίων (1403-1472) αρχικά μητροπολίτης Νίκαιας και από το 1439 καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ο ιδρυτής της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας Αλέξιος Α’ Μέγας Κομνηνός (1204-1222), μερίμνησε ώστε η νέα πρωτεύουσα του κράτους του να αποκτήσει σχολεία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Σημαντικότερη όλων υπήρξε η ανωτέρα σχολή θετικών επιστημών, η οποία λειτούργησε κατά το διάστημα 1204-1461. Στη σχολή δίδαξαν διακεκριμένοι λόγιοι όπως ο ιατρός και αστρονόμος Γρηγόριος (ή Γεώργιος) Χιονιάδης (μέσα 13ου-μέσα 14ου αιώνα) πριν από την προχείρισή του σε επίσκοπο Ταυρίδας (1305-1310), ο κληρικός Μανουήλ (14ος αι.), ο πρωτονοτάριος και πρωτοβεστιάριος Κωνσταντίνος Λυκίτης (14ος αι.) κ.α.63
Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου η παρουσία του «γραμματικού» και ποιητή Κωνσταντίνου Ερμονιακού στην Άρτα στις αρχές του 14ου αιώνα μαρτυρεί τη λειτουργία σχολείου της «θύραθεν παιδείας» στην πόλη κατά την περίοδο αυτή. Ο Ερμονιακός έγινε κυρίως γνωστός από τη διασκευή σε δημώδη γλώσσα των «Τρωικών Πολέμων», την οποία εκπόνησε κατόπιν εντολής του δεσπότη της Ηπείρου, Ιωάννη Β’ Κομνηνού Αγγέλου Δούκα (1323-1335) με βάση την «Ιλιάδα» και τις «Αλληγορίες στην Ιλιάδα» του Ιωάννη Τζέτζη (1110-1180).
Στη λατινική Κωνσταντινούπολη ο Φράγκος αυτοκράτορας Βαλδουίνος Α’ (1204-1205) προσπάθησε να ιδρύσει λατινικό πανεπιστήμιο, όμως το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε επειδή αντέδρασε το πανεπιστήμιο των Παρισίων.64
Με την εκδίωξη των Λατίνων και την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολη από τον καίσαρα Αλέξιο Στρατηγόπουλο στις 25 Μαΐου 1261, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1259-1282) επανίδρυσε το φιλοσοφικό τμήμα του Πανεπιστημίου. Ως πρώτος «Ύπατος των Φιλοσόφων» διορίστηκε ο πολιτικός και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217-1282), μαθητής του Νικηφόρου Βλεμμύδη, ο οποίος δίδασκε μαθηματικά στους σπουδαστές της φιλοσοφίας με βάση τον Ευκλείδη και τον Νικόμαχο65 και χρησιμοποιούσε ως χώρο διδασκαλίας τα υπερώα της Αγίας Σοφίας. Επόμενος «Ύπατος των Φιλοσόφων» υπήρξε ο Ιωάννης Πεδιάσιμος (13ος -14ος αιώνας), μαθητής του Γεωργίου Ακροπολίτη και από το έτος 1284 «Χαρτοφύλαξ Βουλγαρίας». Ο Πεδιάσιμος που δίδαξε και στην Αχρίδα, συνέγραψε ένα μεγάλο αριθμό έργων, πιθανόν για παιδαγωγικούς λόγους σχετικά με τη μυθολογία, τη γεωμετρία, τη μουσική, την αστρονομία, την ιατρική και τη συλλογιστική.
Ο διάδοχος του Μιχαήλ, αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος (1282-1328), αναδιοργάνωσε το Πανεπιστήμιο και περιέλαβε σε αυτό Νομικό τμήμα με το όνομα «Βασιλικόν» ή «Καθολικὸν Μουσεῖον». Διευθυντής του «Μουσείου» ανέλαβε ο Θεόδωρος Υρτακηνός (13ος -14ος αιώνας), ο οποίος δίδαξε γραμματική και ρητορική. Το 1348 διορίστηκε στο Νομικό τμήμα ως «αντικήνσωρ» (νομοδιδάσκαλος) ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος66 (1320-1380 ή 1383), τελευταίος Έλληνας νομομαθής της βυζαντινής περιόδου. Ο Αρμενόπουλος δίδαξε νομικά μέχρι το έτος 1350 οπότε αναδείχθηκε «Κριτής του Δρόμου» (ανώτατος δικαστής).
Στις αρχές του 15ου αιώνα επί αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου (1391-1425) το «Καθολικὸν Μουσεῖον» αναδιοργανώθηκε και πάλι και στεγάστηκε σε χώρους του «Ξενῶνος τοῦ Κράλη»67 στη μονή του Αγίου Ιωάννη της Πέτρας. Την εποχή αυτή έρχονταν να σπουδάσουν στην Κωνσταντινούπολη Ιταλοί και άλλοι δυτικοευρωπαίοι. Ανάμεσά τους ήταν πολλοί ανθρωπιστές που επέστρεφαν στις χώρες τους μεταδίδοντας τις ελληνικές ιδέες και απόψεις. Όπως γράφει ο σοβιετικός ιστορικός Μ. Λεφτσένκο, «Το Βυζάντιο εξακολουθούσε να κρατεί, όπως κα στα πριν χρόνια, τον ρόλο του κέντρου της πνευματικής ακτινοβολίας. Όπως και στους πιο καλύτερους καιρούς οι σχολές της Κωνσταντινούπολης τραβούσαν τη νεολαία όχι μόνο από τις χώρες που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, μα και από τις χώρες της χριστιανικής Ανατολής και ακόμη της Ιταλίας, όπου ξυπνούσε η ουμανιστική κίνηση».68 Ο πάπας Πίος Β’ (1458-1464) θαύμαζε την ελληνική διανόηση και αποκαλούσε την Κωνσταντινούπολη «οἶκο τῶν γραμμάτων καὶ ἀκρόπολη τῆς ὑψηλῆς φιλοσοφίας».
Ένας από τους σπουδαιότερους διδασκάλους του «Μουσείου» υπήρξε ο λόγιος και διπλωμάτης Μανουήλ Χρυσολωράς (1350-1415). Την περίοδο 1411-1413 ο Χρυσολωράς εγκαταστάθηκε στη Ρώμη όπου ασπάστηκε τον καθολικισμό και προχειρίστηκε καρδινάλιος από τον πάπα Ιωάννη ΚΓ’ (1410-1415). Εξίσου σημαντικός υπήρξε και ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1415-1487) που δίδαξε την ελληνική γλώσσα και την αριστοτελική φιλοσοφία στο Καθολικό Μουσείο από το 1448-1452, στην Πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας από το 1456-1470 και στη Ρώμη από το 1471 μέχρι το θάνατό του.
Το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης συνέχισε να λειτουργεί μέχρι την άλωση της Πόλης το 1453. Τελευταίος διδάσκαλος του Μουσείου υπήρξε ο Μιχαήλ Αποστόλης (1442-1480), ανθρωπιστής, θεολόγος και κωδικογράφος που διαδέχθηκε το 1452 τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Αποστόλης δίδαξε μέχρι την άλωση της πόλης το 1453, οπότε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Έναν χρόνο αργότερα εξαγόρασε την ελευθερία του, πιθανόν με τη βοήθεια του Βησσαρίωνα. Ο Αποστόλης μετά την απελευθέρωσή του έζησε για λίγο στην Ιταλία και κατόπιν πήγε στην Κρήτη όπου και δίδαξε ιδιωτικά μέχρι τον θάνατό του.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Ο κοσμήτοράς της έφερε τον τίτλο «Ὕπέρτιμος», «Ὕπατος» ή «Πρόεδρος τῶν φιλοσόφων». Φαίνεται ότι οργανώθηκε στις βάσεις του πανεπιστήμιου της Μαγναύρας. Η Σχολή είχε τρεις κύκλους διδασκαλίας. Στον πρώτο οι σπουδαστές διδάσκονταν γραμματική, κλασική φιλολογία, ρητορική και διαλεκτική. Στον δεύτερο κύκλο αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία και ιατρική. Οι σπουδές ολοκληρώνονταν με τη διδασκαλία στον τρίτο κύκλο, της θύραθεν φιλοσοφίας, την οποία οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ως κορωνίδα των επιστημών.60
Πρώτος «Ύπατος των Φιλοσόφων» διορίστηκε το 1045 ο πολιτικός, φιλόσοφος και ιστορικός Κωνσταντίνος (Μιχαήλ) Ψελλός (1018-1096) Δίδαξε φιλοσοφία και έντεκα ακόμη μαθήματα, μεταξύ των οποίων γεωγραφία, μουσική και αστρονομία. Δέκα χρόνια αργότερα, το έτος 1054, αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να καρεί μοναχός. Τον διαδέχθηκε ο μαθητής του, φιλόσοφος, Ιωάννης Ιταλός (1025-1082).
Ο χώρος όπου λειτούργησε η σχολή μας είναι άγνωστος. Από τα βυζαντινά όμως κείμενα που αναφέρονται στην ανώτατη παιδεία επί Κωνσταντίνου Θ’, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν συστεγάστηκε με τη Νομική Σχολή, αλλά εγκαταστάθηκε σε χωριστό κτίριο, ίσως στις ίδιες αίθουσες του ανακτόρου της Μαγναύρας όπου είχε λειτουργήσει το πανεπιστήμιο του Καίσαρος Βάρδα. Η Φιλοσοφική Σχολή λειτούργησε μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα συγκεντρώνοντας σπουδαστές όχι μόνο από περιοχές του βυζαντινού κράτους, αλλά και ξένους από ανατολή και δύση. Έκλεισε τον Απρίλιο του 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη κατελήφθη από τους Σταυροφόρους.

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ: «Διδασκαλεῖον τῶν Νόμων» ἢ «Μουσεῖον τῆς Νομοθετικῆς»
Ο κοσμήτοράς της έφερε τον τίτλο «Νομοφύλαξ» ή «Εξηγητής των Νόμων». Συγκροτήθηκε με «Νεαρά»61 που ίσως συνέταξε ο λόγιος Ιωάννης Μαυρόπους (1000-1081), μητροπολίτης Ευχαΐτων την περίοδο 1049-1075. Το τμήμα του νομοθετήματος κάλυπταν οι παράγραφοι 8-12. Τη «Νεαρά» εκφώνησε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ πιθανόν το έτος 1045.
Ο αυτοκράτορας εγκατέστησε το «Διδασκαλεῖον τῶν Νόμων» στο συγκρότημα της μονής του Αγίου Γεωργίου, «τοῦ εὐαγοῦς οἴκου τῶν Μαγγάνων», από του οποίου το εισόδημα όρισε να χρηματοδοτείται η λειτουργία του: «Ἔσται γὰρ ἀπὸ τῆς παρούσης εἰς παιδευτήριον τὸ κάλλιστον σχεδὸν καὶ τερπνότατον οἴκημα τοῦ ἐυαγοῦς ἡμῶν, ὃν ἀπὸ τοῦδε διδασκαλεῑον μὲν νόμων […] κληθήσεται».62
Η Νομική Σχολή ασχολούταν με τη μελέτη του δικαίου και την ερμηνεία των νόμων και μεριμνούσε για την ένταξη των αποφοίτων της στις δημόσιες υπηρεσίες καθώς και στους συλλόγους των «ταβουλλαρίων» και των «συνηγόρων» ή «σχολαστικών» Η κατεύθυνσή της ήταν πρωτίστως πρακτική. Γράφει για το διδασκαλείο των νόμων η ιστορικός Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου: «Τὸ διδασκαλεῖο τῶν νόμων δὲν εἶχε τὸν θεωρητικὸ χαρακτήρα μίας πανεπιστημιακῆς σχολῆς ὅπως οἱ παλαιότερες στὴν Κωνσταντινούπολη ἢ στὴν Βηρυτό. Τώρα ὅλο καὶ περισσότεροι ἐρευνητὲς δέχονται ὅτι πρόκειται γιὰ σχολὴ διοικήσεως γιὰ τὴν ἰκανοποίηση πρακτικῶν σκοπῶν, τὴν στελέχωση τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, τὴν κατάρτιση συμβολαιογράφων και δικηγόρων, τῶν ὁποίων τὶς ἐπιτυχεῖς σπουδὲς θα πιστοποιοῦσε ὁ νομοφύλαξ».63
Ο κοσμήτορας της Σχολής είχε σημαντικά καθήκοντα και έπρεπε να γνωρίζει όχι μόνο την ελληνική γλώσσα αλλά λόγω της νομικής επιστήμης και τη λατινική. Το αξίωμα του «Νομοφύλακος» ήταν σπουδαίο. Ο κάτοχός του ανήκε στην τάξη των «συγκλητικών» και ιεραρχικά κατατασσόταν αμέσως μετά τον «ἐπὶ τῶν κρίσεων»64 αξιωματούχο. Μπορούσε να παρουσιάζεται ενώπιον του αυτοκράτορα τις ίδιες με εκείνον ημέρες και είχε το δικαίωμα να συνδιαλέγεται απευθείας με τον ηγεμόνα. Σύμφωνα με την ιδρυτική Νεαρά, «Ὁ Νομοφύλαξ ἐναριθμηθήσεται μὲν τοῖς μεγαλοδόξοις συγκλητικοῖς, ἕξει δὲ καὶ καθέδραν εὐθὺς μετὰ τὸν ἐπὶ τῶν Κρίσεων, ᾧ καὶ πρὸς τὸ ἡμέτερον κράτος συνεισελεύσεται, καθ’ ἃς κακεῖνος ἡμέρας, καὶ τῆς ἡμετέρας ὁμιλίας καὶ ὄψεως ὡσαύτως ἀξιωθήσεται» (παρ. 11). Ο κάτοχος του αξιώματος έπαιρνε ως αμοιβή «ῥόγαν ὰνὰ πᾶν ἔτος λίτρας τέσσαρας καὶ βλατίον καὶ βαΐον, σιτηρεσίων χάριν»65 (παρ. 11).
Ως πρώτος «Νομοφύλαξ» διορίστηκε ο «Κριτὴς ἐπὶ τοῦ Ἱπποδρόμου»66α και «Ἐξάκτωρ»66β Ιωάννης Ξιφιλίνος από την Τραπεζούντα ο οποίος αργότερα επρόκειτο να διατελέσει Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ξιφιλίνος βαθύς γνώστης της Θεολογίας και του Δικαίου, αναδείχθηκε σε λαμπρό διδάσκαλο των νόμων διαμορφώνοντας έναν προσωπικό τρόπο διδασκαλίας και έρευνας. Αντί να εκθέτει από έδρας κατά τρόπο δογματικό τις νομικές του γνώσεις, προτιμούσε τη διδασκαλία με παραδείγματα « αἰτιολογῶν ἅπαντα» όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Ψελλός. Προσπαθούσε να διεγείρει το ενδιαφέρον των ακροατών του εφιστώντας την προσοχή τους στο βαθύτερο νόημα που εμπεριείχε η προσφερόμενη νέα γνώση, επιδιώκοντας έτσι να καταδείξει τη μεγάλη αξία της νομικής επιστήμης. «Τὶς δὲ», διερωτάται ο Μιχαήλ Ψελλός, «τὴν νομικὴν ἐπιστήμην οὕτως ὡς ἐκείνος (sc. ὁ Ξιφιλῖνος) ἐσέμνυνεν;». Ο Ιωάννης Ξιφιλίνος υπήρξε επίσης ο δημιουργός της βιβλιοθήκης της Νομικής Σχολής και εκείνος που μεριμνούσε για την όσο το δυνατόν καλύτερη ανάπτυξή της. Επικεφαλής της βιβλιοθήκης τέθηκε ένας «βιβλιοφύλαξ» από τον οποίο ο «Νομοφύλαξ» μπορούσε να δανείζεται τα απαραίτητα για την διδασκαλία συγγράμματα. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε, ότι στη βιβλιοθήκη είχαν πρόσβαση και οι φοιτητές της Σχολής προκειμένου να δανείζονται τα απαραίτητα για τις σπουδές τους η αγορά των οποίων ήταν δαπανηρή.
Στους αποφοίτους της Σχολής απονέμονταν πτυχία ή πιστοποιητικά που τα υπέγραφε ο «Νομοφύλαξ». Τα πτυχία βεβαίωναν τη νομική εκπαίδευση και ευγλωττία των αποφοίτων και αποτελούσαν απαραίτητο αποδεικτικό στοιχείο για όσους επιθυμούσαν να σταδιοδρομήσουν στα δικαστήρια ή σε άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες.
Η «Σχολή των Μαγγάνων» αποτέλεσε υπόδειγμα για τη δημιουργία αντίστοιχων σχολών στη δυτική Ευρώπη. Σημειώνει ο Γ. Τσάμπης: « Η Νομική Σχολή του Κωνσταντίνου Θ’ επηρέασε την οργάνωση και λειτουργία της αντίστοιχης Σχολής της Βολωνίας στην Ιταλία, η οποία ιδρύθηκε κατ’ απομίμηση της πρώτης σαράντα περίπου χρόνια αργότερα, και μέσω αυτής και τη σπουδή του δικαίου στη Γαλλία αργότερα αλλά και στη Γερμανία».67 Στην Κωνσταντινούπολη όμως, δεν επρόκειτο να διατηρηθεί επί πολύ. Γύρω στα 1054 ο Ιωάννης Ξιφιλίνος κατηγορήθηκε ως αιρετικός, από κάποιον Οφρυδά. Ο Μιχαήλ Ψελλός προσπάθησε να τον υπερασπιστεί συγκρίνοντας τον Ξιφιλίνο άνθρωπο των γραμμάτων με τον «φαῦλον καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιον» Οφρυδά που κινούσε τη γλώσσα του σαν μυλόπετρα, «ὥσπερ τινὰ μυλιαῖον λίθον βίᾳ τὴν γλῶσσαν μετακινών».68 Η προσπάθεια απέτυχε και ο Ξιφιλίνος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να μεταβεί σε μονή του όρους Ολύμπου της Βιθυνίας69 για να καρεί μοναχός. Ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να πατριαρχεύσει δέκα περίπου χρόνια μέχρι το 1063.
Μετά την απομάκρυνση του Ξιφιλίνου και τον θάνατο του Κωνσταντίνου Θ’ στις 8 Ιανουαρίου του 1055, οι διάδοχοι αυτοκράτορες παραμέλησαν τη Νομική Σχολή με αποτέλεσμα το ίδρυμα να υποβιβαστεί και τελικά να κλείσει. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο του Κωνσταντίνου Θ’, «δὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις γιὰ τὴν διατήρηση της Νομικῆς Σχολῆς».70

ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ
Η φοίτηση στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης διαρκούσε πέντε χρόνια περίπου και ήταν για όσους είχαν τα απαραίτητα προσόντα και την ικανότητα για σπουδές, δωρεάν. Η ηλικία των σπουδαστών κυμαινόταν μεταξύ 16 και 20 ετών. Σπουδαστές μικρότερης ή μεγαλύτερης ηλικίας ήταν μάλλον σπάνιο φαινόμενο Οι φοιτούντες στο πανεπιστήμιο ονομάζονταν «μαθηταί» αλλά και «φοιτηταί», όπως και οι σπουδαστές της εγκυκλίου παιδείας.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους οι φοιτητές όφειλαν να διάγουν ανεπίληπτο βίο, να απέχουν από οχλοκρατικές εκδηλώσεις ή θεατρικές παραστάσεις και να είναι ντυμένοι σεμνά. Η εν Τρούλλῳ Πενθέκτη Σύνοδος που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 692 ορίζει για τους φοιτητές της νομικής, στον Κανόνα ΟΑ’ τα ακόλουθα: «Τοὺς διδασκομένους τοὺς πολιτικοὺς νόμους, μὴ δεῖν τοῖς ἑλληνικοῖς ἔθεσι κεχρῆσθαι, μήτε ἐπὶ θεάτρων ἐνάγεσθαι, ἢ τὰς λεγομένας κυλίστρας ἐπιτελεῖν ἢ παρὰ τὴν κοινὴν χρῆσιν στολὰς ἑαυτοῖς περιτιθέναι».71
Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ονομάζονταν «μάγιστροι» ή «μαγίστορες» ή «μαΐστορες» ή «διδάσκαλοι». Η εκλογή τους γινόταν συνήθως από τη σύγκλητο με αυστηρά κριτήρια και ο διορισμός τους εγκρινόταν από τον αυτοκράτορα. Οι «μάγιστροι» ανάλογα με την ύλη που δίδασκαν καλούνταν «γραμματικοί», «ρήτορες», «φιλόσοφοι» κ.λ.π. Οι σπουδαστές προσφωνούσαν τον διδάσκαλο «λογιώτατον», «ἐπιφανέστατον», «ἐκλαμπρότατον», «μεγαλοεπιφανέστατον», «μεγαλοπρεπέστατον» και με άλλλες παραπλήσιες εκφράσεις.
Ο κοσμήτορας ανάλογα με το τμήμα που διηύθυνε έφερε κατά καιρούς διάφορους τίτλους. Έτσι ο κοσμήτορας του φιλοσοφικού τμήματος ονομαζόταν «Ὑπατος» ή «Ὑπέρτιμος τῶν Φιλοσόφων», «Μέγας Φιλόσοφος», «Προστάτης τῆς Φιλοσόφου Σχολῆς», «Μέγας Διδάσκαλος» «Διδάσκαλος τῶν Διδασκάλων», «Οἰκουμενικός» ή «Καθολικὸς Διδάσκαλος» και τέλος «Ἀρχιδιδάσκαλος». Ο κοσμήτορας του νομικού τμήματος ονομαζόταν «Νομοφύλαξ». Εκτός από τους «διδασκάλους» υπήρχαν και οι «ὑπογραμματεῖς», δηλαδή οι επίκουροι καθηγητές, από τους οποίους επιλέγονταν οι «διδάσκαλοι».72
Ο τίτλος και η θέση του «μαΐστορος» ήταν ισόβιοι και οι κάτοχοί του θεωρούνταν ιερά και απαραβίαστα πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Θεοδοσιανό Κώδικα όσοι προσέβαλλαν διδάσκαλο του Auditorium εάν ήταν ελεύθεροι πολίτες έπρεπε να πληρώσουν στο δημόσιο ταμείο 100.000 νομίσματα της εποχής του Θεοδοσίου Β’ (408-450). Εάν ήταν δούλοι έπρεπε να μαστιγωθούν από τον κύριό τους ενώπιον του υβρισθέντος. Τέλος εάν ως κύριοι δούλου ανέχονταν την προσβλητική συμπεριφορά τούτου, καταδικάζονταν να καταβάλουν στο δημόσιο ταμείο 20.000 νομίσματα.73
Οι «μαΐστορες» απαλλάσσονταν από τα καθήκοντά τους μόνο αν έδειχναν ανικανότητα και αδιαφορία τους στην τέλεση των καθηκόντων τους, αν η διαγωγή τους ήταν επιλήψιμη και αν παράβαιναν τους νόμους. Οι καθηγητές του πανεπιστημίου όφειλαν να έχουν προσόντα παρόμοια με εκείνα των δασκάλων της εγκυκλίου διδασκαλίας.74 Οι σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους έπρεπε να είναι άψογες ενώ η παρακολούθηση εκ μέρους τους θεατρικών παραστάσεων ή ιπποδρομιακών αγώνων, αλλά και η παρουσία τους σε χώρους διασκέδασης αμφίβολης σοβαρότητας και ηθικής απαγορευόταν αυστηρά.
Ο ιστορικός Κεκαυμένος (11ος αι.) αναφερόμενος γενικά στους εκπαιδευτικούς δίνει τις ακόλουθες συμβουλές: «Εἰ μὲν γὰρ γραμματικὸς εἶ ἢ φιλόσοφος, σπούδασον ἵνα καὶ διὰ τοῦ σχήματός καὶ τῶν ῥημάτων καὶ διὰ τῆς ἐνεργείας καὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων δείξεις τὴν ἐπιστήμην σου καὶ ὅτι ἡ μελέτη καὶ ἡ σχολή σου οὺκ εἰς κενὸν γέγονεν. Ἔσο δὲ οἰκονομικὸς και πολιτικός. Οὐ λέγω δὲ πολιτικὸς οἷον μῖμος καὶ παιγνιώτης, ἀλλὰ πολιτικός, λέγω, διδάξαι δυνάμενος πόλιν ὁλκληρον ἀγαθοεργεῖν καὶ ἀναστεῖλαι ἐξ αὐτῆς κακόν, ἵνα οὺ μόνον οἱ ὁρῶντες σε ἀγάπην καὶ τιμὴν ἔχωσι πρός σε, ἀλλὰ καὶ οἱ ὰκούοντες τὴν ἀρετὴν σου καὶ τὴν σύνεσίν σου. Καὶ σπούδασον τὴν γνῶσιν σου φανερὰν πᾶσιν ποιὴσαι δι’ ἔργων».75
Οι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι αμείβονταν πλουσιοπάροχα. Μέχρι τον 5ο αιώνα επειδή δεν θεωρούνταν κρατικοί υπάλληλοι, πληρώνονταν από την πόλη με ένταλμα που υπέγραφε ο αυτοκράτορας. Από τον 5ο αιώνα την αμοιβή και τη σίτισή τους κατέβαλλε η πολιτεία. Ο Ιωάννης Ζωναράς (12ος αι.) μας πληροφορεί ότι στις αρχές του 8ου αιώνα οι καθηγητές του πανεπιστημίου της Βασιλικής Στοάς επιπλέον του μισθού τους «καὶ σιτήσεις ἀνεῖντο δημόσιαι»76. Ο ιστορικός Ιωσήφ Γενέσιος (10ος αι.) αναφερόμενος στους καθηγητές του πανεπιστημίου της Μαγναύρας, γράφει: «Καὶ τούτους ταῖς βασιλικαῖς δωρεαῖς ἐπαρκεῖν».77 Η Νεαρά με την οποία ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος ίδρυσε το Νομικό τμήμα της Σχολής των Μαγγάνων όριζε στην παράγραφο 11 ότι ο ετήσιος μισθός του «Νομοφύλακος» θα ήταν τέσσερις λίτρες χρυσού και ότι ο κάτοχος του αξιώματος θα λάβαινε επιπλέον ως επίδομα και πολύτιμα υφάσματα.

ΕΚΚΛΗΣΙΣΑΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
α) Στοιχειώδης εκπαίδευση
Η δεύτερη μορφή της βυζαντινής εκπαίδευσης και η πλέον σημαντική στο Βυζάντιο, ήταν η εκκλησιαστική εκπαίδευση. Οι μονές μεριμνούσαν για την παροχή κάποιας μορφής στοιχειώδους εκπαίδευσης στους δόκιμους ή αρχάριους μοναχούς, οι οποίοι συνήθως ήταν έφηβοι.78 Οι μαθητές της κατηγορίας αυτής διδάσκονταν την ιερή ακολουθία, το Ψαλτήρι, την Αγία Γραφή και για πρακτικούς λόγους, ορθογραφία, γραμματική, στενογραφία και καλλιγραφία, προκειμένου να εργαστούν ως γραμματείς ή αντιγραφείς. Εφόσον διέθεταν τα κατάλληλα προσόντα, εκπαιδεύονταν στη μουσική ώστε να γίνουν ψάλτες, στη μετρική και ποιητική για να συνθέτουν ύμνους και τέλος στην αγιογραφία. Η εκπαίδευση «ἀνήβων»79 αρρένων, τέκνων λαϊκών στις μονές, απασχόλησε σοβαρά την Εκκλησία και τα μοναστήρια. Ιεράρχες όπως ο Μέγας Βασίλειος (329-379), θεωρούσαν την παρουσία λαϊκών μαθητών στις μοναστηριακές σχολές στοιχειώδους εκπαίδευσης επικίνδυνη και απρόσφορη.80 Υπάρχουν όμως τυπικά μονών, όπως εκείνο της Θεοτόκου Κοσμοσωτείρας παρά την Αίνον81, τα οποία προκειμένου να προστατεύσουν την αδελφότητα από σεξουαλικούς πειρασμούς, απαγορεύουν αυστηρά την παρουσία «ἀνήβων» στα μοναστήρια. Βέβαια υπήρχε και η μέση λύση, όπως εκείνη που εφάρμοσε η μονή του Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε δημιουργήσει τις αίθουσες διδασκαλίας εντός του περιβόλου του ιερού καθιδρύματος., αλλά σε οικήματα που απείχαν από τα κεντρικά συγκροτήματα της μονής. Πάντως σε κάθε περίπτωση η διδασκαλία για λόγους αποφυγής σκανδαλισμού μοναστών και λαϊκών, γινόταν από μοναχούς μεγάλης ηλικίας.
β) Δευτεροβάθμια εκπαίδευση
Από τον 10ο αιώνα, η Εκκλησία αρχίζει να οργανώνει τη λειτουργία δευτεροβάθμιων εκκλησιαστικών ιερατικών σχολών, που ως σκοπό είχαν την εκπαίδευση των μελλοντικών κληρικών. Πάντως μόνο από το 1100 και μετά αναφέρεται πλήρες σύστημα δευτεροβάθμιας θρησκευτικής εκπαίδευσης. Την περίοδο αυτή υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη ιερατικές σχολές που στεγάζονταν σε μονές και στα υπερώα ή στους νάρθηκες των ναών. Οι σχολές αυτές συντηρούνταν από την Εκκλησία και το διδακτικό τους προσωπικό αποτελούνταν κυρίως από μοναχούς ή κληρικούς. Τέτοιες σχολές στις οποίες διδάσκονταν θεολογικά μαθήματα ειδικότερων γνώσεων, λειτουργούσαν:
α) Στους Ναούς: της Θεοτόκου Μαρίας της Διακονίσσης, του Αγίου Πέτρου, του Αγίου Θεοδώρου των Σφωρακίου, της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων και των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.
β) Στις Μονές του Ακαταλήπτου Χριστού και της Χώρας.
Μετά την εκδίωξη των Λατίνων από την Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1261 και τη μερική ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι δευτεροβάθμιες ιερατικές σχολές αναδιοργανώθηκαν. Γνωρίζουμε ότι κατά το δεύτερο μισό του 13ου-αρχές 14ου αιώνα ο λόγιος και βιβλιογράφος Μάξιμος (Μανουήλ) Πλανούδης (1255-περίπου 1305), ηγούμενος της μονής των Αγίων Πέντε (Αρμενίων) Μαρτύρων στο όρος Αυξέντιος, δίδαξε αρχικά στη σχολή της Μονής της Χωράς και από το 1301 μέχρι το θάνατό του στη σχολή της Μονής του Ακαταλήπτου Χριστού. Σε δευτεροβάθμια ιερατική σχολή δίδαξε επίσης και ο κληρικός της βασιλικής σχολής, Γεώργιος από την Κύπρο (1241-1290), ο οποίος αργότερα ως Γρηγόριος Β’, διετέλεσε οικουμενικός πατριάρχης την περίοδο 28 Μαρτίου 1283- Ιούνιος 1289.

«Οικουμενική» ή «Πατριαρχική Σχολή» ή «Πατριαρχική Ακαδημία»
Παράλληλα με τα εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούσε στην Κωνσταντινούπολη και η «Πατριαρχική Σχολή»82 ή «Ακαδημία», η οποία υπαγόταν απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.83 Οι πληροφορίες μας για τη σχολή είναι περιορισμένες. Στην αρχή της ίδρυσής της φαίνεται ότι λειτουργούσε στα υπερώα της Αγίας Σοφίας ως ιερατική σχολή κατώτερης βαθμίδας και οι σπουδές περιορίζονταν στην εξήγηση της Αγίας Γραφής σε νέους που προορίζονταν για την ιεροσύνη. Επί Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου (1042-1055) προστέθηκε στο πρόγραμμα σπουδών η φιλοσοφία και η ρητορική. Την εποχή των Κομνηνών (1081-1185), η Πατριαρχική Σχολή άρχισε να προσομοιάζει με πανεπιστήμιο επειδή η ύλη που διδασκόταν εκεί ήταν εφάμιλλη εκείνης του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της πόλης. Την περίοδο αυτή ο κύκλος των μαθημάτων της Πατριαρχικής Σχολής περιελάμβανε, εκτός των θεολογικών μαθημάτων, ρητορική, ανώτερα μαθηματικά, φιλοσοφία, αστρονομία, λογική και στοιχεία ιατρικής. Η Πατριαρχική Ακαδημία διαμορφώθηκε σε ένα αυτοτελές εκπαιδευτικό ίδρυμα όχι μόνο θεολογικού αλλά και ευρύτερου προσανατολισμού, το οποίο περιελάμβανε και τους τρεις κύκλους της βυζαντινής παιδείας, δηλαδή τη στοιχειώδη, την εγκύκλιο και την ανώτατη. Έτσι στη σχολή γίνονταν δεκτοί όχι μόνο νέοι απόφοιτοι της εγκυκλίου παιδείας αλλά και «ἄνηβοι» και έφηβοι οι οποίοι ανάλογα με τις γνώσεις τους εντάσσονταν στον αντίστοιχο κύκλο σπουδών.
Τον 11ο αιώνα η Σχολή εγκαταστάθηκε στα κτίσματα που βρίσκονταν στον περίβολο της μεγαλοπρεπούς εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων την οποία είχε ανεγείρει εκ νέου ο Ιουστινιανός το 550 μ.Χ. Το περιβάλλον με τα δένδρα, τα λουλούδια, τα συντριβάνια και τις κιονοστοιχίες ήταν, όπως αναφέρει ο μητροπολίτης Εφέσου Νικόλαος Μεσαρίτης (1212-1220) ιδιαίτερα ειδυλλιακό.84 Στα κεντρικά κτίσματα βρίσκονταν οι αίθουσες διδασκαλίας της ανώτατης παιδείας ενώ στα ακριανά οι αίθουσες της στοιχειώδους και της εγκύκλιας παιδείας. Η Πατριαρχική Σχολή έπαιξε σημαντικό ρόλο στο εκπαιδευτικό σύστημα της πρωτεύουσας μέχρι και την κατάληψη της Πόλης από τους Φράγκους το 1204, οπότε και έπαυσε να λειτουργεί.

Εκπαιδευτικό προσωπικό της Πατριαρχικής Ακαδημίας.
Την Πατριαρχική Ακαδημία διηύθυνε επιτροπή από δώδεκα ιερωμένους και το διδακτικό προσωπικό ήταν κατά κανόνα διάκονοι που ανήκαν στον κλήρο της Αγίας Σοφίας. Ο διευθυντής της σχολής ονομαζόταν «οἰκουμενικὸς διδάσκαλος». Σύμφωνα με Νεαρά του Αλεξίου Α’ Κομνηνού το 1107, τα μαθήματα της Ερμηνείας της Βίβλου δίδασκαν τρεις καθηγητές: ο «διδάσκαλος του Ψαλτηρίου», ο «διδάσκαλος του Αποστόλου» και ο «διδάσκαλος των Ευαγγελίων» που ήταν συνήθως και «οἰκουμενικός διδάσκαλος». Ωστόσο ήδη από το 1082 και μετά μνημονεύονται επίσης ο «διδάσκαλος της ρητορικής» ή «μαΐστωρ των ρητόρων» και ο «διδάσκαλος των φιλοσόφων».
Όλους τους διδασκάλους πλην εκείνου της ρητορικής, επέλεγε ο πατριάρχης κατόπιν εισήγησης της διοικούσας επιτροπής της Σχολής. Τον «μαΐστορα των ρητόρων» επέλεγε ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Ο «μαΐστωρ» εκφωνούσε εγκωμιαστικούς λόγους, που περιλάμβαναν εγκωμιαστικές προσαγορεύσεις προς τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη κατά την εορτή των Θεοφανίων και κατά το Σάββατο του Λαζάρου. Ως πρώτος «μαΐστωρ των ρητόρων» καταγράφεται ο διάκονος της Αγίας Σοφίας, Θεοφύλακτος (1050-1126), ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αχρίδας (1089-1118), που υπήρξε μαθητής του Μιχαήλ Ψελλού και διδάσκαλος του Κωνσταντίνου Δούκα (1074-1095).
Οι εκπαιδευτικοί της Πατριαρχικής Σχολής υπάγονταν στο Πατριαρχείο και στο τέλος της σταδιοδρομίας τους διορίζονταν συνήθως σε επισκοπικές έδρες. Γνωρίζουμε τα ονόματα 34 καθηγητών της Σχολής κατά τον 12ο αιώνα, των οποίων τα εκπαιδευτικά και φιλολογικά έργα σώζονται μέχρι σήμερα. Σημαντικότεροι από αυτούς ήταν:
α) Ο θεολόγος Νικηφόρος Βασιλάκης (1115-1182). Διετέλεσε «διδάσκαλος του Αποστόλου» το 1140 και όπως υποστηρίζει ο ίδιος στα έργα του ήταν πολύ δημοφιλής στους μαθητές του γιατί είχε εισαγάγει νέες μεθόδους διδασκαλίας.
β) Ο λόγιος και ιεράρχης Ευστάθιος ο Κατάφλωρος. Γεννήθηκε το 1115 και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1195/6. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη όπου και χειροτονήθηκε διάκονος. Το έτος 1166 διαδέχτηκε στο Αξίωμα του «μαΐστορος των ρητόρων» κάποιον Βασιλίσκο. Υπήρξε εξαίρετος υπομνηματιστής του Ομήρου και όπως αναφέρει ο N.G. Wilson, «ως διδάσκαλος της ρητορικής διάβασε με τους μαθητές του (της Πατριαρχικής Σχολής) έναν αριθμό κλασικών κειμένων και, αν μπορούμε να δεχθούμε ως αληθινό αυτό που λέει στον πρόλογο του υπομνήματός του στην Ιλιάδα, έγραψε το έργο αυτό για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των σπουδαστών και όχι επειδή του ανατέθηκε από σημαίνοντα μέλη της υψηλής κοινωνίας».85 Ο Ευστάθιος σχολίασε επίσης τον Πίνδαρο, τον Διονύσιο τον Περιηγητή, τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό κ.α.
Υπήρξε σπουδαίος συγγραφέας, βαθύς γνώστης και άριστος χειριστής της ελληνικής γλώσσας, αξιόλογος ποιητής και εξαίρετος βιβλιογράφος. Έγραψε ποιήματα που αναφέρονται στην αγροτική ζωή και χειρωνακτική εργασία. Έγραψε εγκωμιαστικούς και πανηγυρικούς λόγους και πρότεινε τρόπους για τη βελτίωση της διαβίωσης των μοναχών. Το έτος 1178 προχειρίστηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
γ) Ο ρήτορας Νικηφόρος Χρυσοβέργης (1160-1213). Διετέλεσε «μαΐστωρ των ρητόρων» την περίοδο 1200-1204 οπότε χειροτονήθηκε μητροπολίτης Σάρδεων.
δ) Ο ρήτορας Μιχαήλ. Αρχικά υπήρξε πρωτέκδικος της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης και μετά την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν το 1147, διάκονος της Αγίας Σοφίας. Την ίδια περίπου εποχή διορίστηκε στην Πατριαρχική Σχολή ως «διδάσκαλος του Ευαγγελίου» και αργότερα ως «μαΐστωρ των ρητόρων». Μετά από δεκαετή διδασκαλία ως απλός καθηγητής προήχθη γύρω στο 1157, στο αξίωμα του «οικουμενικού διδασκάλου», όπως ο ίδιος αναφέρει και ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής.
Ο Μιχαήλ έγινε γνωστός για τους εγκωμιαστικούς του λόγους, μεταξύ των οποίων τρεις προσαγορεύσεις του αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ Κομνηνού και για την εγκωμιαστική περιγραφή της Αγίας Σοφίας, την οποία εκφώνησε πιθανόν το 1150 κατά τον ετήσιο εορτασμό των εγκαινίων του Ναού την 23η Δεκεμβρίου. Στην εισαγωγή του εγκωμίου διαβάζουμε:
«Ἔκφρασις τῆς ἁγιωτάτης τοῦ Θεοῦ μεγάλης ἐκκλησίας, λεχθεῖσα ἐν τῷ καιρῷ τῶν ἐγκαινίων τῆς αὐτῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας παρὰ τοῦ σοφωτάτου διακόνου καὶ διδασκάλου τῶν ἐυαγγελίων κυροῦ Μιχαὴλ τοῦ Θεσσαλονίκης, τοῦ καὶ μαΐστωρος τῶν ῥητόρων γεγονότος».
Μετά την εκδίωξη των Φράγκων και την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το1261, το Πατριαρχείο μόλις επέστρεψε στην έδρα του, προέβη στη συγκρότηση ανώτερης εκκλησιαστικής σχολής, σκοπός της οποίας ήταν η επιμόρφωση των κληρικών. Η σχολή αυτή που είχε αυστηρά θεολογικό χαρακτήρα, δεν διέθετε ούτε την αίγλη, ούτε την απήχηση, ούτε και την προβολή της πάλαι ποτέ Πατριαρχικής Ακαδημίας και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ισότιμη εκείνης.86

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Παραπάνω παρακολουθήσουμε τη βυζαντινή εκπαίδευση σε όλες τις μορφές και σε όλες τις περιόδους. Οι Βυζαντινοί δάσκαλοι συνέχισαν ως την ύστατη ώρα να μελετούν, να αντιγράφουν και να διαφυλάσσουν με πάθος τα αρχαία ελληνικά κείμενα, ακόμη και όταν η άλλοτε πολυάνθρωπη αυτοκρατορία τους κατήντησε να απαρτίζεται μόνο από την ολιγάνθρωπη πια πρωτεύουσά τους και τον Μυστρά. Η άλωση της Πόλης τον Μάιο του 1453 σήμανε το πολιτικό τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Παράλληλα όμως δήλωνε και την πολιτική διακοπή μιας υπερχιλιετούς πνευματικής παράδοσης, γεγονός που είχε τις πιο οδυνηρές επιπτώσεις στους υπόδουλους Έλληνες. Οι ιστορικοί της αλώσεως θρηνούν για την απώλεια των βιβλίων. Να πώς καταγράφει το γεγονός ο Μιχαήλ Δούκας: «τὰς δὲ βίβλους ἁπάσας ὑπὲρ ἀριθμὸν ὑπερβαινούσας, ταῖς ἀμάξαις φωρτηγώσαντες ἀπανταχοῦ έν ἀνατολῇ καὶ δύσει διέσπειραν δι’ ἑνός νομίσματος δέκα βίβλοι ἐπιπράσοντο. Ἀριστοτελικοί, Πλατωνικοί, θεολογικοί καὶ ἄλλο πᾶν εἶδος βιβλίου».

1 Χωρίς να απομακρυνθούμε από τον αρχικό μας στόχο που είναι σαφώς η ανώτατη εκπαίδευση στο Βυζάντιο, η σύντομη αναφορά στις πρώτες βαθμίδες ενδείκνυται, έτσι ώστε να έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα για τη βυζαντινή εκπαίδευση.
2 Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών. Γλώσσα- Γράμματα- Παιδεία- Υμνογραφία- Χρονολογικό σύστημα, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 101· Βλ επίσης Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός και πολιτισμός, Τόμος Α1, σσ.37-38.
3 Στο «είδος» της μοναστικής εκπαίδευσης δεν θα αναφερθούμε, καθώς δεν αποτελούσε αυτόνομο είδος, αλλά συμφυρμό κοσμικής-εκκλησιαστικής εκπαίδευσης για την είσοδο ανδρών και γυναικών στο μοναχισμό και τη μετέπειτα ανάληψη της ηγουμενίας των μονών τους.
4 Για την εκπαίδευση των Αγίων στο Βυζάντιο, ως πηγή πληροφοριών μεταξύ άλλων βλ. Nikolaos Kalogeras, Byzantine Childhood Education and its Social Role from the sixth Century until the End of Iconoclasm, PhD Dissertation, University of Chicago, Department of History 2000, σσ. 32-42, 46-49· Harry Magoulias, «Education and Learning in the sixth and seventh Centuries as viewed in the Lives of Saints», The Greek Orthodox Theological Review 21/2(1976), σσ. 11-124.
5 Πρβλ. τον Βίο του Οσίου Θεοδώρου Συκεώτου, γιο μιας πόρνης και ενός ταχυδρόμου (sic), ο οποίος διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο του χωριού του, A. J. Festugiere, Vie de Theodore Saint de Sykeon, Subsidia Hagiographica 48, 2 vols (Brussels 1970).
6 Για παράδειγμα οι πάπυροι παρέχουν πληροφορίες για αριθμητικές πράξεις και γεωμετρία ή γραμματική που διδάσκονταν τα παιδιά. Βλ. B. Boyaval, «Sur quelques exercices d’arithmétique et de geometrie», Echos d’Orient 52(1977), σσ. 311-315· A. Wouters, The Grammatical Papyri from Graeco-Roman Egypt: Contributions to the Study of the ‘Ars Grammatica’ in Antiquity, Brussels 1979· M. Weems, Greek Grammatical Papyri: The School Texts, PhD Dissertation: University of Missouri 1981.
7 Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, ό.π., σ. 108.
8 Βλ. το άρθρο, «Η βυζαντινή εκπαίδευση» της Georgina Buckler που περιλήφθηκε στον τόμο των N.H.Baynes - H.ST.L.B. Moss, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, Αθήνα 2001 σσ. 209-235.
9 Τη Βυζαντινή περίοδο υπάρχει συγκεχυμένη χαλαρότητα στη βυζαντινή χρήση των εκπαιδευτικών όρων. Το επίθετο «εγκύκλιος» που αρχικά ισοδυναμούσε με τον όρο «παιδεία» ή «παίδευση», η οποία κατά τον Κοϊντιλιανό σήμαινε «γενική μόρφωση», σιγά-σιγά έπαθε συστολή της σημασίας για να σημαίνει «στοιχειώδη εκπαίδευση.
10 Π.χ. ο Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης άρχισε την εκπαίδευση όταν ήταν 8 ετών: βλ. Life of Gregorios Dekapolites, 47: Καὶ δὴ ὀκταετῆ γενόμενον εἰς γραμματεῖς τοῦ φοιτᾶν ἐδικαίωσεν. Παρόμοια ο Θεόδωρος ο Συκεών άρχισε τα μαθήματά του στο διδασκαλεῖον της Συκεώνας όταν ήταν οκτώ ετών: Life of Theodoros of Sykeon, 5: Ὀκταετῆ δὲ γενόμενον αὐτὸν ἔδωκεν διδασκάλῳ μαθεῖν γράμματα. Για περισσότερα παραδείγματα βλ. τη διατριβή του Kalogeras 2000, σ. 133.
11 Για παράδειγμα, ο Άγιος Ευτύχιος διδάχθηκε μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών από τον κληρικό παππού του. Οι γονείς της Αγίας Δομνίκης την δίδαξαν να διαβάζει «τις ιερές γραφές». Η μητέρα του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (ένατος αιώνας) έκανε το ίδιο βοηθούμενη από την αδελφή της. Η μητέρα του Μιχαήλ Ψελλού (ενδέκατος αιώνας) του διηγούταν ιστορίες από τη Βίβλο κατά τη νύκτα. Βλ. Baynes, Moss 2001, σ. 293.
12 Πλακογιαννάκης, ό.π., σ. 110.
13 Τα πρώτα ή στοιχειώδη γράμματα ονομάζονταν πεζά ή θεία και «ἱερά», γιατί οι μαθητές διδάσκονταν από ιερά κείμενα. Ως πρώτο εγχειρίδιο χρησίμευε το Ψαλτήρι και έπειτα η Βίβλος.
14 Γεώργιος Χοιροβοσκός: Διάκονος στην Κωνσταντινούπολη, που τιμήθηκε με τα αξιώματα του χαρτοφύλακα και του οικουμενικού διδασκάλου. Έζησε πιθανόν μεταξύ του 6ου και 7ου αιώνα. Από τα έργα του διασώθηκαν τα: Υπόμνημα εις τους Ψαλμούς και Υπόμνημα εις το Άσμα Ασμάτων ( εκδ. Th. Gaisford, Georgios Coerobosci dictata in Theodosii canones et epimerismi in psalmos, III, Οξφόρδη 1842, σσ. 1-192.
14 Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν πως η Γραμματική είναι «ψυχή του λόγου και όλων των μαθημάτων, ψυχή της Παιδείας». Για τη Γραμματική λέει ο Μιχαήλ Ψελλός «τὴν γραμματικὴν στοιχεῖον πάλαι δοκοῦσαν πάσης παιδεύσεως» (Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πλιτισμός, τόμος Α1, Αθήνα, σ. 108, σημ. 4) και είχε ως σκοπό να εξελληνίζει τη γλώσσα των Βυζαντινών και να την καθαρίζει από βαρβαρισμούς. Αυτό φαίνεται από τα λόγια του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού που έγραφε ότι: «ἡ Γραμματικὴ καθίσταται ἐπίκουρος (βοηθός) τῆς εύγενοῦς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης».
15 Αν θέλουμε να σχηματοποιήσουμε τα παραπάνω γνωστικά αντικείμενα στα τρία στάδια σπουδών θα λέγαμε τα εξής: α) στο πρώτο και βασικό στάδιο της γραμματικής διδασκόταν η ελληνική γλώσσα και οι κυριότεροι από τους αρχαίους Έλληνες και χριστιανούς ποιητές και πεζογράφους καθώς και πολιτική και εκκλησιαστική ιστορία. Στο δεύτερο στάδιο διδασκόταν η Ρητορική, η οποία ήταν απαραίτητη για τους κληρικούς που θα κήρυτταν τον Θείο Λόγο και για τους διπλωμάτες. Στο τρίτο και τελευταίο στάδιο διδασκόταν η Φιλοσοφία και οι επιμέρους κλάδους της καθώς και το quadrivium.
16Ταβουλλάριος17 Πριμικήριος ( Primicerius)< primus +cera= καλούνταν ο προϊστάμενος οποιουδήποτε σώματος ή υπηρεσίας και κατά το λεξικό Σούδα (10ος αιώνας), «ὁ πρῶτος τάξεως τῆς τυχούσης» ή ο «πρωτοταξεώτης», όπως τον αποκαλεί ο ιστορικός του 19ου αιώνα Σκαρλάτος Βυζάντιος. Για τα διάφορα είδη «πριμικηρίου», βλ. Πλακογιαννάκης, ό.π., passim. 18 Κ.Ε Πλακογιαννάκης, ό.π., σ. 11
19 Για την επίδραση των Αράβων στην παιδεία του ελληνικού μεσαίωνα, μεταξύ άλλων βλ., Paul Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, μτφρ. Μαρία Νυσταζοπούλου- Πελεκίδου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 2001 και ιδιαίτερα το Κεφάλαιο 3, «Η εκδοχή του συροαραβικού παράγοντα», σσ. 29-45.
20 Δωρόθεος: Βυζαντινός νομοδιδάσκαλος, ο οποίος έζησε και έδρασε κατά τον 6ο αιώνα. Συνεργάστηκε με τον Τριβωνιανό και τον Θεόφιλο για τη σύνταξη των Εισηγήσεων, των Πανδεκτών και του δεύτερου Κώδικα. Έγραψε υπομνήματα στους Πανδέκτες με τον τίτλο Index, τα οποία εκδόθηκαν το 542 μ.Χ. και χρησιμοποιήθηκαν από τους μεταγενέστερους.
21 Ανατόλιος: Νομικός και νομοδιδάσκαλος της Βηρυτού (6ος αιώνας) που χρησιμοποιήθηκε από τον Ιουστινιανό Α’ στην επιτροπή για τη σύνταξη των Πανδεκτών (Digesta). Τιμήθηκε με το αξίωμα του ύπατου και επιμελητή των Βασιλικών κτημάτων.
22 Θαλλέλαιος: Περίφημος βυζαντινός νομοδιδάσκαλος και καθηγητής στη νομική σχολή της Βηρυτού (6ος αιώνας). Εργάστηκε μαζί με άλλους νομικούς για την επεξεργασία του νομοθετικού έργου του Ιουστινιανού, ιδιαίτερα δε του Ιουστινιάνειου Κώδικα που εκδόθηκε το 536 μ.Χ. με μετάφραση των λατινικών διατάξεων. Η ευρύτητα των νομικών του γνώσεων, η νομική ευαισθησία και η κριτική ικανότητα, συνέθεταν τα εξαίρετα προσόντα του, γι’ αυτό και είχε χαρακτηριστεί « ὁ τῆς νομικῆς ὀφθαλμὸς καὶ διδάσκαλος»
23 Τριβωνιανός: Μέλος της αυτοκρατορικής επιτροπής που κατάρτισε τον πρώτο Κώδικα του Ιουστινιανού, ο Τριβωνιανός διετέλεσε στη συνέχεια πρόεδρος των επιτροπών που ανέλαβαν την προπαρασκευή των Πανδεκτών (533) και της δεύτερης αναθεωρημένης έκδοσης του Κώδικα (534). Σε μία προσπάθεια εκσυγχρονισμού του Ρωμαϊκού Δικαίου επέφερε με βάση κυρίως το Ελληνικό Δίκαιο, αρκετές μεταβολές, γνωστές ως «εμβλήματα Τριβωνιανού», για τις οποίες όμως κατηγορήθηκε από τους νομομαθείς του Μεσαίωνα για ασέβεια προς το έργο των κλασικών Ρωμαίων νομοδιδασκάλων. Επί πλέον, επέβλεψε τη σύνταξη των Εισηγήσεων (533) από τους νομοδιδασκάλους Δωρόθεο και Θεόφιλο. Ως νομικός σύμβουλος του Ιουστινιανού, έφερε οπωσδήποτε την ευθύνη για τις πρωιμότερες Νεαρές (534-565), όπου περιλαμβάνονταν οι νόμοι που είχαν εκδοθεί από το 534 μέχρι το θάνατο του Ιουστινιανού.
24 Πλούταρχος: Αθηναίος νεοπλατωνικός φιλόσοφος που έζησε κατά το διάστημα 350-432 μ.Χ. και ίδρυσε τη νεοπλατωνική σχολή της πατρίδας του. Διδάχθηκε από τον πατέρα του Νεστόριο τη μαγική και τη θεουργική τέχνη, αφοσιώθηκε όμως στη μελέτη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ψυχολογία, που την πραγματεύθηκε σύμφωνα με τις αρχές των δύο παραπάνω δασκάλων. Φαίνεται ότι έγραψε διάφορα έργα, από τα οποία όμως δεν σώθηκε τίποτα.
30 Paul Lemerle, ό.π., σ.55 κ.εξ. όπου αναλύονται και οι σχέσεις Κωνστάντιου- Θεμίστιου.
31 «Καπιτώλιον»: Ιδρύθηκε κατά μίμηση του Καπιτωλίου της Ρώμης από τον Λέοντα Α’ (457-474 μ.Χ.) στο βόρειο τμήμα της πλατείας του Ταύρου στην Κωνσταντινούπολη. Στις στοές του λειτούργησαν το πανεπιστήμιο της πόλης και η δημόσια βιβλιοθήκη. Κάηκε το 727 μ.Χ. και ξανακτίστηκε αμέσως από τον Λέοντα Γ’ (717-740 μ.Χ.).
32 Ιουλιανού, Επιστολή 61. J. Bidez, Œvres de Julien, I,2, Lettres et Fragments, Paris 1924, σ.75.
33 Για επίρρωση της παραπάνω θέσης βλ. Paul Lemerle, ό.π., υποσημείωση 46, σσ. 323-324.
34 J. Bidez, ό.π., σ.75. Επίσης πρβλ. Gl. Downey, «The Emperor Julian and the Schools», The Classical Journal 53(1957), σσ. 97-103· idem, «Julian and Justinian and the unity of faith and culture», Church History 28(1959), σσ. 1-13 (ανάτυπο)
35 Για τον νόμο του Θεοδόσίου βλ. επίσης, Paul Lemerle, «Ο Θεοδόσιος Β’ και το κρατικό πανεπιστήμιο», στο Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σσ. 62-64, καθώς και Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, ό.π., σσ. 136-138.
36 John Julius Norwich, Βυζάντιο: Οι πρώτοι αιώνες, Αθήνα 1996, σ. 138.
37 Κ.Ε. Πλακογιαννάκης, ό.π., σ. 138.
38 Γνωστοί καθηγητές της νομικής σχολής της περιόδου αυτής υπήρξαν ο Θεόφιλος και ο Κρατίνος που συμμετείχαν στην επιτροπή, η οποία κατ’ εντολή του Ιουστινιανού πραγματοποίησε την κωδικοποίηση των νόμων.
39 J.P Migne, P.G., τ. 98, σσ. 50-52.
40 Paul Lemerle, ό.π., σ.76.
41 Οι πληροφορίες για τους πανεπιστημιακούς διδασκάλους αυτής της περιόδου είναι ελάχιστες. γνωρίζουμε μόνο τον Στέφανο τον Αλεξανδρέα (6ος - 7ος αιώνας), ο οποίος δίδαξε στο πανεπιστήμιο στα χρόνια του Ηρακλείου, φιλοσοφία, αστρονομία, αριθμητική, γεωμετρία και μουσική. Στα κείμενα αποκαλείται «φιλόσοφος», «μέγας φιλόσοφος», «οικουμενικός» ή «καθολικός διδάσκαλος» και μία φορά «οικουμενικός φιλόσοφος». Για τον όρο οικουμενικός διδάσκαλος, βλ. Paul Lemerle, ό.π., σσ. 81-84
42 Για τον μύθο της καταστροφής του «Πανεπιστημίου» από τον Λέοντα Γ’, βλ. το κεφάλαιο «Εικονόφιλοι μύθοι: η δήθεν καταστροφή του «πανεπιστημίου από τον Λέοντα Γ’», Paul Lemerle, ό.π., σσ. 84-89. Βλ. επίσης P. Speck, Die Kaiserliche Universität von Konstantinopel, München 1958, σσ. 74-90, το οποίο αφιερώνεται στο θέμα, «Der οικουμενικός διδάσκαλος und die kaiserliche Universität».
43 Ιωάννου Ζωναρά, «Χρονικὸν εἰς Βιβλία ΙΗ’. Ἀρχόμενον ἀπὸ Κτίσεως Κόσμου μέχρι το 1118»: Εκδ. Κανάκης, τόμοι 3, Αθήνα 1995-1999, Βιβλίο XV, Κεφ. 3. «Υπήρχε κάποιο κτίριο στη λεγόμενη Βασιλική Στοά, όπου στεγάζονταν πάρα πολλά βιβλία τόσο της κλασικής όσο και της ανώτερης θεϊκής παιδείας. […] Κοντά σε αυτούς φοιτούσαν όσοι ενδιαφέρονταν να μορφωθούν και να αποκτήσουν γνώσεις, τους οποίους στη συνέχεια προσλάμβανε και ο αυτοκράτορας ως συμβούλους σε διάφορες υποθέσεις. Ο αυτοκράτορας Λέων λοιπόν έκρινε πως αν τους προσεταιρισθεί και τους πείσει να ασπαστούν τις απόψεις του, θα έχει πετύχει το παν. Τους κάλεσε λοιπόν και τους ανακοίνωσε τις πονηρές του ιδέες για τις σεβαστές εικόνες. Εκείνοι ωστόσο, όχι μόνο δεν συμφώνησαν μαζί του, αλλά προσπάθησαν να του αλλάξουν γνώμη με κάθε τρόπο, πότε χαϊδεύοντας τον συνονόματο με τον λέοντα θηρίο κάνοντάς του μάγια προκειμένου να ημερέψει, πότε τηρώντας στάση σθεναρότερη και επικρίνοντας την ασέβειά του. Αυτός εντούτοις έκλεινε τα αυτιά του όπως η έχιδνα, μην ακούγοντας τις επωδές των εξορκιστών και τα γητευτικά λόγια των σοφών. Αφού λοιπόν συζήτησε πολλές φορές μαζί τους και κατάλαβε πως δεν αλλάζουν γνώμη, τους άφησε να επιστρέψουν στον τόπο διαμονής τους, δηλαδή στη Βασιλική Στοά. Ταυτόχρονα διέταξε να συγκεντρωθεί πολύ εύφλεκτο υλικό το οποίο να το σκορπίσουν γύρω από το κτίριο και να του βάλουν φωτιά το βράδυ. Έτσι έκανε στάχτη το οικοδόμημα μαζί με τα βιβλία και εκείνους τους σεβάσμιους άνδρες».
44 Γινόμενος καθαιρέτης ο Λέων οδήγησε στο σβήσιμο των σχολείων και στην ευσεβή παιδεία, η οποία υπήρχε από την εποχή του Αγίου Μεγάλου Κωνσταντίνου μαζί με πολλά άλλα καλά.
45 Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, τ. Β1, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992-1997, σ. 112.
46 Paul Lemerle, ό.π., σ. 88.
47 Paul Lemerle, ό.π., σ.139.
48 Σε κείμενα της εποχής των Ισαύρων, το «Διδασκαλείον», δηλ. το Πανεπιστήμιον, αναφέρεται ως «Οικουμενικόν» και αργότερα «Καθολικόν». Το αντίστοιχο λατινικό επίθετο είναι το «Universalis, e», που σημαίνει «univers», (το σύμπαν, η οικουμένη, ο κόσμος). Ως εκ τούτου η λέξη Πανεπιστήμιο με τη σημασία της «οικουμενικής γνώσης» έλαβε στις λατινογενείς γλώσσες το όνομα: Università (Ιταλικά), Université (Γαλλικά), Universität (Γερμανικά) κ.λ.π.
49Για τον Λέοντα τον Μαθηματικό, βλ. επίσης, Paul Lemerle, ό.π., το Κεφάλαιο ΣΤ’, « Ο Λέων ο Φιλόσοφος (ή Μαθηματικός) και η εποχή του», σσ. 129-153.

51 John Julius Norwich, Βυζάντιο: Το Απόγειο, εκδ. Intered, Αθήνα 1999, σ. 117.
52 Donald Nicol, Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1993, σ. 203.
53 Paul Lemerle, ό.π., σ. 160.
54 Ιωσήφ Γενεσίος, «Περὶ Βασιλειῶν», εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1994, Βιβλίο Δ’, Κεφ. 17, S. 195.
55 «Γεωπονικά» ή «Περὶ Γεωργίας Ἐκλογαί»: Αποτελούν διασκευή της μεγάλης γεωπονικής συλλογής που συνέταξε τον 5ο αιώνα ο «σχολαστικός» Κασσιανός Βάσσος. Η διασκευή έγινε πιθανόν την περίοδο 944-959 από ανώνυμο συγγραφέα και είναι αφιερωμένη στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο. Το έργο υπήρξε πολύ δημοφιλές και έχει διασωθεί σε 50 χειρόγραφα όλα του 11ου αιώνα και νεότερα.
56 «Geoponica Cassiani Bassi Scholastici De Re Rustica Eclogae», ed. Heinr Beckh», Lipsiae 1895, σελ. 1, Προοίμιο: Πρώτα κατάφερες μεθοδικά και συνετά να ανασύρεις τη φιλοσοφία και τη ρητορική που είχαν εξαφανιστεί και καταποντιστεί στον απροσδόκητο βυθό της λήθης, απλώνοντάς τους το δυνατό σου χέρι, και ύστερα να ανοίξεις καινούριους ορίζοντες για κάθε Επιστήμη και Τέχνη.
57 Θεοφάνης Συνεχιστές, J. P. Migne, Patrologia Graeca, σ. 464: «Ο Πορφυρογέννητος επέλεξε ως καθηγητές τους αρίστους. Την έδρα της φιλοσοφίας έδωσε στον πρωτοσπαθάριο Κωνσταντίνο που μέχρι τότε κατείχε τη θέση του εξ απορρήτων γραμματέα του αυτοκράτορα. Την έδρα της ρητορικής στον μητροπολίτη Νικαίας Αλέξανδρο. Στην έδρα της γεωμετρίας διόρισε τον πατρίκιο Νικηφόρο, γαμπρό του έπαρχου Θεόφιλου Ερωτικού. Τέλος στην έδρα της αστρονομίας τοποθέτησε τον ασηκρήτη Γρηγόριο».
58 Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, τόμος Γ’, XVII, εκδ. Κανάκης, Αθήνα 1999, σσ. 52-54: «Ο Βασίλειος όχι μόνο δεν συναναστρεφόταν τους μορφωμένους, αλλά και τη μόρφωση την θεωρούσε πράγμα άχρηστο και ανωφελές. Συγκέντρωσε λοιπόν γύρω του άνδρες που δεν ήταν ούτε ευγενικής καταγωγής ούτε των γραμμάτων και τους ανέθεσε την αυτοκρατορική αλληλογραφία, κάνοντάς τους κοινωνούς των σκέψεών του. Σε αυτούς λοιπόν τους ανθρώπους υπαγόρευε ο ίδιος τα έγγραφα πρόχειρα και χωρίς να δίνει ιδιαίτερη προσοχή».
59 Μιχαήλ Ατταλλειάτης, Ιστορία, εκδ. Κανάκης, Αθήνα 1997, 21., σ.54.: «Ίδρυσε νομική σχολή και έθεσε επικεφαλής νομοφύλακα. Φρόντισε ωστόσο και για την ουράνια επιστήμη της φιλοσοφίας διορίζοντας πρόεδρο των φιλοσόφων έναν άνδρα που ξεχώριζε ως προς τη γνώση από όλους τους συγχρόνους μας, και ενθάρρυνε τους νέους να ασχοληθούν με τη μελέτη των σοφών βιβλίων και των επιστημών υπό την καθοδήγηση των ικανών τους διδασκάλων. Επίσης τους αντάμειβε με δώρα βασιλικά όταν εκφωνούσαν λόγους δημόσιους».
60 Για την εκπαίδευση αυτήν την περίοδο, βλ. επίσης: «Η επιδίωξη της γνώσης», στο: A. P. Kazhdan, Ann Wharton Epstein, Αλλαγές στον Βυζαντινό Πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1997, σσ. 192-209.
61 Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, Pars Prior, ed. Walter, de GruytterBerolini et Novi Eboraci 2001,Βιβλίο Ε.IX.4, σ.178: «Βρίσκοντας την παιδεία και τη φιλοσοφία σε μεγάλη κατάπτωση, λες και τα γράμματα είχαν εξοριστεί κάπου μακριά, αυτός, όπου υπήρχαν και ελάχιστοι σπινθήρες κρυμμένοι κάτω από τη στάχτη, βιαζόταν να τους φέρει στην επιφάνεια, και όσους είχαν κλίση προς τη μάθηση (γιατί υπήρχαν και μερικοί, λίγοι βέβαια, που σταματούσαν όμως στα πρόθυρα της Αριστοτελικής φιλοσοφίας) δεν έπαυε να τους παροτρύνει στη μάθηση συμβουλεύοντάς τους να προτάσσουν της ελληνικής παιδείας την μελέτη των ιερών βιβλίων».
62 Ανωνύμου, «Σύνοψις Χρονική», Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. Ζ’, σ. 512, στίχο 3.
63 Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος, σ.158.
64 Το Πανεπιστήμιο του Παρισιού ένα από τα αρχαιότερα της Ευρώπης, ιδρύθηκε κατά την παράδοση από τον Καρλομάγνο το 780. Η βεβαιωμένη πάντως χρονολογία του αρχίζει το 1107 με πρώτο καθηγητή τον Γάλλο σχολαστικό, φιλόσοφο και θεολόγο Πέτρο Αβελάρδο (Abailard ή Abelard, 1079-1142). Τα πανεπιστήμια στην Ευρώπη εμφανίστηκαν τον 10ο αιώνα (ιατρική σχολή του Σαλέρνο). Οι πρώτες σχολές πανεπιστημιακού επιπέδου ήταν συντεχνίες φοιτητών ή καθηγητών (λατ. Universitas) χωρίς δικά του κτίρια και ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα. Το 1200 η Ευρώπη είχε τέσσερα αναγνωρισμένα πανεπιστήμια: του Παρισιού, της Μπολόνια, του Σαλέρνο και της Οξφόρδης, από το οποίο το 1209, έφυγαν ορισμένοι καθηγητές και δημιούργησαν το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Για την παιδεία στη δυτική Ευρώπη την περίοδο του Μεσαίωνα, βλ.: J. Bowen, A History of Western Education, New York 1972· A. Cobban, The Medieval Universities, Methuen, London 1975· J. Lawson, Medieval Education and the Reformation, Routledge & Kegan Paul, London- New York 1967· H. Rashdall, The University of Europe in the Middle Ages, London 1936, reprinted by F. M. Powicke, A.B. Emden, Oxford University Press.
65 Νικόμαχος: Από τους Γερασσούς της Πετραίας Αραβίας, γι’ αυτό αποκαλείται και Γερασηνός. Άκμασε το 100 μ.Χ. και μυήθηκε στην Πυθαγόρεια φιλοσοφία. Από τα έργα του σώζονται η «Ἀριθμητικὴ Εἰσαγωγή», το «Ἐγχειρίδιον Άρμονικῆς» και η «Εἰσαγωγικὴ Γεωμετρική».
66 Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος: Κωδικοποίησε τη νομοθεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το έργο του εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1345 σε έξι βιβλία με τον τίτλο «Πρόχειρον Νόμων» ή «Ἐξάβιβλος». Το «Πρόχειρον Νόμων» επηρέασε σημαντικά τη νομοθεσία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης Στην Ελλάδα ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας Ιωάννης Καποδίστριας θέσπισε ότι «τὰ Δικαστήρια ἀκολουθοῦν εἰς μἐν τὰ πολιτικὰ (ἀστικά) τοὺς νόμους τῶν (Βυζαντινῶν) Αὐτοκρατόρων, περιεχομένων εἰς τὴν πρόχειρον Ἐξάβιβλον τοῦ Ἀρμενοπούλου, εἰς δὲ τὰ ἐμπορικὰ τὸν της Γαλλίας Κώδικα». Η «Ἐξάβιβλος» ύστερα από εξακόσια χρόνια δυναμικής παρουσίας στη ζωή του έθνους (1345-1946) έπαυσε πλέον να ισχύει.
67 «Ξενὼν τοῦ Κράλη»: Ιδρύθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα από τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Ούρεση Β’ Μιλούτιν (1282-1321). Στεγαζόταν σε κτίσμα, παραπλεύρως της ανδρώας μονής του Αγίου Ιωάννη της Πέτρας στην ΙΔ’ regio (κοινοτικό διαμέρισμα) της Κωνσταντινούπολης, πλησίον της κινστέρνας του Άσπαρος στο ΒΔ άκρο της πόλης. Με εντολή του ιδρυτή του είχαν διατεθεί τρία δωμάτια στον ηγούμενο της μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους για τη διαμονή του, όποτε ερχόταν στην πρωτεύουσα.
68 Μ. Λεφτσένκο, Ιστορία της Βυζαντνινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Γ. Αναγνωστίδης, Αθήνα, σ. 361.
60 Κ.Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος, σ. 150.
61 Ι. και Π. Ζέπου, Jus Graecoromanum, τ.A’, σσ. 618-627. « Νεαρὰ ἐκφωνηθεῖσα παρὰ τοῦ φιλοχρίστου δεσπότου κυροῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου ἐπὶ τῇ ἀναδείξει καὶ προβολῇ τοῦ διδασκάλου τῶν νόμων». Η «Νεαρά» ανακαλύφθηκε το έτος 1882 από τον Paulus de Legarde, ανάμεσα σε έργα του Ιωάννου Μαυρόπου. Το κείμενό της, όπως γράφει συγκεκριμένα ο καθηγητής Δ. Ζακυθηνός, «χαρακτηρίζει τὸ ὑψηλὸν ἦθος τῆς βυζαντινῆς πολιτείας».
62 Για τον Άγιο Γεώργιο των Μαγγάνων, βλ. ιδιαίτερα Κ.Ε. Πλακογιαννάκης, ό.π., σσ. 152-153.
63 Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., τ. Β2, σ. 428.
64 Για τα διάφορα αξιώματα που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη βλ., Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιαννάκης, Τιμητικοί τίτλοι και αξιώματα στο Βυζάντιο, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2001.
65 Ετήσια πρόσοδο τέσσερις λίτρες χρυσού και ως επίδομα τεμάχιο ακριβού πορφυρού υφάσματος και επιπλέον κλάδο φοίνικα.
66α «Κριτὴς ἐπὶ τοῦ Ἱπποδρόμου»: Δικαστής, μέλος του ανώτατου βυζαντινού δικαστηρίου του γνωστού ως το «ἐπὶ τοῦ Ἱπποδρόμου» επειδή στεγαζόταν και συνεδρίαζε σε αίθουσα του σκεπαστού ιπποδρόμου. Ο σκεπαστός ιππόδρομος βρισκόταν μεταξύ του μεγάλου ανοικτού ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης και του συγκροτήματος του «Μεγάλου Παλατίου».
66β «’Εξάκτωρ»: Διοικητικός δικαστής φορολογικών διαφορών.
67 Γεωργίου Τσάμπη, Η Παιδεία στο Χριστιανικό Βυζάντιο», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σ. 50.
68 Μιχαήλ Ψελλός, «Ἀπολογία ὑπὲρ τοῦ Νομοφύλακος κατὰ τοῦ Ὀφρυδᾶ», Κ. Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τ. Ε’, σ.181,185.
69 «Όλυμπος Βιθυνίας»: (Τουρκ. Ulu Dag). Υψόμ. 2327 μ. Υπήρξε το Άγιο Όρος της Μ. Ασίας και συνήθως το αποκαλούσαν «Ὄρος τῶν Μοναχῶν» λόγω του μεγάλου αριθμού μοναστηριών που υπήρχαν σε αυτό. Η πρώτη μονή ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα. Με την πάροδο των αιώνων οι μονές αυξήθηκαν σε πενήντα εκ των οποίων μία μόνο, η Μονή των Περιστερών, ήταν γυναικεία. Μέχρι και τον 10 αιώνα ο Όλυμπος αποτελούσε το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο από τις αρχές του 11ου αιώνα με την ανάπτυξη του Αγίου Όρους και την εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων, ο Όλυμπος άρχισε να φθίνει. Πάντως κάποιες μονές υπήρχαν στην περιοχή μέχρι και τον 14ο αιώνα. Βλ. Κ.Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος…, ό.π., σ. 199, υποσημ. 202.
70 Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., τ. Β2, σ. 428.
71 Γ.Α. Ράλλη, Μ. Ποτλή, Σύνταγμα τῶν Θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τ. Β’, σ. 469: «Εκείνοι που σπουδάζουν την πολιτική δικονομία δεν πρέπει να υιοθετούν τα ειδωλολατρικά έθιμα, ούτε να συχνάζουν στο θέατρο, ή να στοιχηματίζουν στον ιππόδρομο, ή ακόμη να φορούν εξεζητημένα ενδύματα».
72 Κ.Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και Ιδιωτικός…, σ. 162.
73 Κ.Ε. Πλακογιαννάκης, ό.π., σ. 163.
74 Για τα προσόντα των δασκάλων στην εγκύκλιο παιδεία βλ., Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδωτικός βίος, σ. 124.· Nikolaos Kalogeras, Byzantine Childhood Education, σσ. 232-260.
75 Κεκαυμένου, Στρατηγικόν, Α’ 8, σ. 48, εκδ. Κανάκης, Αθήνα 1996, σ.48: « Αν λοιπόν είσαι διδάσκαλος εγκυκλίου ή ανώτατης παιδείας φρόντισε ώστε και με την παρουσία σου και με τα λόγια και τις πράξεις σου αλλά και με τα ίδια τα πράγματα να δείξεις την επιστήμη σου και ότι η μελέτη και η εκπαίδευση σου δεν έπεσαν στο κενό. Να είσαι δε άνθρωπος φειδωλός αλλά και κοινωνικός. Λέγοντας δε «κοινωνικός» δεν εννοώ άνθρωπος των θεαμάτων και των παιγνίων αλλά «κοινωνικός» με την έννοια να μπορείς να διδάξεις ολόκληρη την πόλη πώς να κάνει το καλό και να αποδιώχνει το κακό, ώστε να σε αγαπούν και να σε τιμούν όχι μόνο όσοι σε βλέπουν αλλά και όσοι πληροφορούνται την αρετή και τη σύνεσή σου. Και φρόντιζε να κάνεις τη γνώση σου φανερή σε όλους με έργα».
76 Τους χορηγούνταν από το δημόσιο επίδομα σίτισης.
77 Σε όλους αυτούς δινόταν ικανοποιητική βασιλική χορηγία.
78 Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος, σ. 176.
79 «Ἄνηβος»: α) Αυτός που δεν έχει γίνει ακόμη έφηβος. «Ὁ μήπω εἰς τὴν ἤβην γενόμενος παῖς». β) (Βυζ.) Το αγόρι μέχρι τη συμπλήρωση του 14ου έτους της ηλικίας του και το κορίτσι μέχρι τη συμπλήρωση του 12ου έτους.
80 Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος…, σ. 176.
81 Μονή της Θεοτόκου της Κοσμοσωτείρας παρά την Αίνον: Ιδρύθηκε το 1152 από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκ Κομνηνό, γιο του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ στη σημερινή κωμόπολή των Φερών του Έβρου που βρίσκεται στη θέση της βυζαντινή πόλης «Βήρας».Το τυπικό της μονής προέβλεπε την εγκατάσταση 74 μοναχών ηλικίας άνω των τριάντα ετών και απαγόρευε την παρουσία ευνούχων και μικρών παιδιών. Η μονή υπήρχε μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα. Σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό της.
82 Για μία ολοκληρωμένη μελέτη για την Πατριαρχική Ακαδημία, βλ. Βασίλης Κατσαρός, «Η Πατριαρχική Σχολή. Το πρόβλημα του συστήματος παροχής σπουδών ανώτερου επιπέδου στην Κωνσταντινούπολη του δωδέκατου αιώνα», στο: Ιωάννης Κασταμονίτης. Συμβολή στη μελέτη του βίου, του έργου και της εποχής του, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 163-207.
83 Paul Lemerle, Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σ. 90· L. Brehier, «L’enseignement classique et l’enseignement religieux à Byzance», Revue d’ Histoire et de Philosophie religieuses, 1941, σσ. 34-69.
84 Nikolaos Mesarites, «Description of the Church of the Holy Apostles at Constantinople», ed- transl: G. Downey, Transactions of the American Philosophical Society, 47, 1957, 857-924.
85 N. G. Wilson, Οι Λόγιοι στο Βυζάντιο, εκδ. Intered, Αθήνα 1991, σ. 253.
86 Κ. Ε. Πλακογιαννάκης, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος, σ.182. Για την τύχη της σχολής από το 1261-1453 και για την ανώτερη εκκλησιαστική παιδεία μέχρι τον 16ο αιώνα, βλ. τις σελίδες 182-184 του παραπάνω βιβλίου.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ








ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2009-2010


Την 15η Σεπτεμβρίου 2009 και ώρα 9,00 π.μ. ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, τέλεσε την ακολουθία του αγιασμού στο Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο Πατρών επί τη ενάρξει της νέας σχολικής περιόδου.


Ο Σεβασμιώτατος, ευχήθηκε σε όλους τους μαθητές να έχουν καλή χρονιά και καλή πρόοδο και καλωσόρισε τους νέους μαθητές της Α΄ τάξεως. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σήμερα η κοινωνία μας έχει μεγάλες απαιτήσεις και οι κληρικοί μας για να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους, πρέπει, όχι μόνο να είναι μορφωμένοι, αλλά και καλλιεργημένοι πνευματικά. Η μόρφωση, για να είναι σωστή, πρέπει να συνδυάζεται και με την αγιότητα του βίου. Οι ιεροσπουδαστές αποτελούν τα φυτώρια της Εκκλησίας μας. Συνεχάρη το Διευθυντή, τους Καθηγητές και το λοιπό προσωπικό για το άοκνο ενδιαφέρον που επιδεικνύουν στην πρόοδο των μαθητών. Στην συνέχεια, ο Διευθυντής κ. Ιωάννης Κόττορος, ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, για το ενδιαφέρον που καθημερινά επιδεικνύει για το Σχολείο μας. Ανέφερε ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά αποφοίτησαν από τη Γ΄ τάξη 7 μαθητές, ένας από αυτούς εισήχθη στη Θεολογική Σχολή, όγδοος σε Πανελλαδική κλίμακα και τέσσερις από τους υπόλοιπους ενεγράφησαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Εκκλησιαστικό μας Ι.Ε.Κ. Στην πρώτη τάξη ενεγράφησαν 18 μαθητές.

Ακολούθησε μικρή δεξίωση στο γραφείο του Συλλόγου των Καθηγητών, ο Σεβασμιώτατος συνομίλησε με τους καθηγητές και προσέφερε στους μαθητές μία εικόνα ως ευλογία και γλυκίσματα.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΟΡΤΗ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 14 Σεπτεμβρίου


«Σταυρέ του Χριστού σώσον ημάς τη δυνάμει σου…»

Το μεγαλύτερο τμήμα του Τιμίου Σταυρού πού υπάρχει σήμερα στον κόσμο βρίσκεται στην Μονή Ξηροποτάμου, του Αγίου Όρους! Στο κάτω μέρος διακρίνεται επιχρυσωμένη οπή στην οποία υπήρχε ένα από τα καρφιά της Σταυρώσεως ! Η γνησιότητα όμως και του πιο ελάχιστου τεμαχίου Τιμίου ξύλου ( έστω και μίας σκλίθρας ξύλου) φαίνεται και από το εξής: Είναι το μόνο ξύλο πού δεν στέκεται στην επιφάνεια του νερού όπως όλα τα ξύλα πού ξέρουμε, αλλά πάει και βουλιάζει σάν μολύβι στόν πάτο ( πχ. μέσα σ΄ ένα ποτήρι νερό ), αντίθετα με τους Νόμους της βαρύτητας και του ειδικού βάρους στερεών σωμάτων!
Μικρή ιστορική αναδρομή… Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού !Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται από τούς Αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ…Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).Η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς της πρωτοβυζαντινής περιόδου (Σωκράτης, Σωζόμενος Θεοδώρητος, Ρουφίνος και Αμβρόσιος).Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, ο αυτοκράτωρ Αδριανός είχε οικοδομήσει επί του τάφου του Ιησού Χριστού ειδωλολατρικό ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η Αγία Ελένη γνωρίζοντας αυτήν την παράδοση κατεδάφισε τον ναό και κάτω από τα θεμέλιά του βρήκε τρεις σταυρούς. Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιός σταυρός ήταν εκείνος του Ιησού Χριστού ο τότε επίσκοπος Ιεροσολύμων ακούμπησε το σώμα μίας ευσεβέστατης νεκρής γυναίκας διαδοχικά και με τους τρεις σταυρούς. Μόλις το νεκρό σώμα της γυναίκας ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό αναστήθηκε. Την επομένη, την 14η Σεπτεμβρίου του 335 έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εντός του ναού και σε περιφανές μέρος για να μπορούν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι οι περιχαρείς πιστοί. Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση.
Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι΄ αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα!Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν πάλι 14 Σεπτεμβρίου του 626.Ο αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι΄ αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία.Η Αγία Ελένη έπειτα πήρε τον Τίμιο Σταυρό μαζί της στην Κωνσταντινούπολη, αφού όμως άφησε μέρος αυτού στα Ιεροσόλυμα, στον Πατριάρχη Μακάριο.
Ο Σταυρός του Κυρίου είχε 4,50 μέτρα ύψος και 2,40 μέτρα πλάτος.Κι ο ιστορικός Παυλίνος στην ενδέκατη επιστολή του αναφέρει ότι ενώ ο Σταυρός, από την ημέρα της εύρεσης του τεμαχιζότανε (σε απειροελάχιστα κομματάκια) και δινότανε στους πιστούς για ευλογία, έν τούτοις αυτός παρέμεινε ακέραιος και δεν μειωνόταν καθόλου!Επίσης, όσον άφορα τα καρφιά του Κυρίου, καθώς αναφέρει η παράδοση, ξεχώρισαν από τα καρφιά των ληστών διότι δεν είχαν σκουριάσει από το πέρασμα των χρόνων, φαινόντουσαν σαν καινούργια, ενώ των ληστών ήταν σκουριασμένα.Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!http://www.apostoliki-diakonia.gr/
Μία χαρακτηριστική περίπτωση… Ο Τίμιος Σταυρός σημάδεψε και σημαδεύει τη ζωή της Μονής της Πρέβελης στην Νότια Κρήτη και όσους με πίστη και ευλάβεια ζητούν τη βοήθειά του. Αναρίθμητα τα θαύματά του στη διαδρομή των αιώνων, μεγάλη και αποτελεσματική η επέμβασή του σ΄όσους προσφεύγουν και ζητούν την ίαση από την χάρη του. Στην άτυχη μάχη που έγινε τον Αύγουστο του 1823 στις Αμουργέλες Ηρακλείου το Ιερό Σύμβολο έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Εκείνοι το πούλησαν σε Γενοβέζους τυχοδιώκτες. Όταν το Νοέμβριο του ίδιου έτους παρέπλεαν στην θάλασσα του Μοναστηριού κατάλαβαν πως το πλοίο τους σταμάτησε απότομα παρά τον ούρειο άνεμο.Το πλοίο συνέχισε την πορεία του μετά από τρείς ημέρες στάσης και αφού ο Τίμιος Σταυρός παρεδόθη στους μοναχούς.
Επίσης, κατά την Γερμανική κατοχή, στις 28 Αυγούστου 1941 οι Ναζί αιχμαλώτισαν όλους τους μοναχούς και λεηλάτησαν τη Μονή. Φεύγοντας άρπαξαν και τον Τίμιο Σταυρό. Επεστράφη στις 13 Σεπτεμβρίου, την παραμονή της εορτής του κατά τρόπο θαυμαστό, αφού το αεροπλάνο στο οποίο είχε τοποθετηθεί στο αεροδρόμιο του Μάλεμε δε μπόρεσε να απογειωθεί για την Γερμανία. Αυτό έγινε μόλις παρέδωσαν τον Τίμιο Σταυρό στην αστυνομική διεύθυνση των Χανίων, για να τον επιστρέψουν στο Μοναστήρι του...--Ανάρτηση Από τον/την Patrasblog2

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Γεννήθηκε στήν Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας, στά παράλια τῆς Τιβεριάδος. Ἦταν παιδί τοῦ Ἰωνᾶ καί ἀδελφός τοῦ Σίμωνος Πέτρου καί ψαρᾶς μαζί μέ τόν ἀδελφό του καί τούς Ἰάκωβο καί Ἰωάννη. Ἔχοντας πνευματικές ἀναζητήσεις ἀκολουθεῖ τόν παρθενικό βίο καί ἀργότερα μαθητεύει πλησίον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἀπό τόν ὁποῖον δέχεται τήν μαρτυρία περί τοῦ Ἰησοῦ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀνδρέας πρῶτος ἀποδέχεται τήν κλήση τοῦ Χριστοῦ προσκαλῶντας μαζί τουκαί τόν ἀδελφό του Πέτρο. Μετά τήν ἀποκεφάλιση τοῦ Προδρόμου ἐπιστρέφουν στήν ἁλιεία, ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός τούς καλεῖ νά γίνουν μαθητές του. Αὐτοί Τόν ἀκολουθοῦν ἀφήνοντας συγγενεῖς καί ἐργασία. Ὁ Ἀνδρέας κατεῖχε ξεχωριστή θέση ἀνάμεσα στούς μαθητές κι αὐτό φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι ὅταν κάποιοι ἕλληνες ζήτησαν νά δοῦν τόν Χριστό, ἀπευθύνθηκαν στόν Φίλιππο καί αὐτός μέ τήν σειρά του στόν Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος καί τούς προσήγαγε στόν Χριστό. Μετά τήν Πεντηκοστή ὁ Πρωτόκλητος κήρυξε στήν Βιθυνία, στήν περιοχή τῆς Μαύρης Θάλασσας, στήν Προποντίδα καί τό Βυζάντιο, στήν Σκυθία (Βόρεια παραλία τῆς Μαύρης Θάλασσας), Σκωτία (σύμφωνα μέ τοπική παράδοση), Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Πελοπόννησο καταλήγοντας στήν Πάτρα. Ἐδῶ κήρυξε τό εὐαγγέλιο καί ἐπιτέλεσε πλῆθος σημείων. Ἡ θεραπεία τῆς Μαξιμίλλας συζύγου τοῦ ἀπόντος Ρωμαίου ἄρχοντος καί διοικητοῦ Αἰγεάτη καθώς καί τοῦ ἐμπίστου δούλου τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Αἰγεάτη, Στρατοκλῆ, ἔγινε αἰτία νά πιστεύσουν στόν Χριστό. Ὁ Αἰγεάτης ἐπιστρέφοντας φυλάκισε τόν Ἀπόστολο καί τόν καταδίκασε σέ σταυρικό θάνατο. Στήν φυλακή ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας χειροτονεῖ πρῶτο ἐπίσκοπο Πατρῶν τόν Στρατοκλῆ. Τό 62 μ. Χ. σέ ἡλικία 80 ἐτῶν καί στόν τόπο ὅπου εὑρίσκεται ὁ ἐπώνυμος τοῦ Ἁγίου Ναός τόν σταυρώνουν μέ καρφιά στόν σταυρό καί σύμφωνα μέ μία παράδοση μέ τό κεφάλι πρός τό ἔδαφος. Οἱ πατρινοί ἐπαναστατοῦν ζητῶντας νά ἐλευθερωθεῖ, ἀλλά ὁ Ἅγιος τούς ἐξηγεῖ, ὅτι γι’ αὐτόν ὁ θάνατος εἶναι χαρά καθώς ἔτσι θά βρεθεῖ πιό κοντά στό Θεό. Ὁ Αἰγεάτης ἀνακαλεῖ τήν καταδίκη ἀπό φόβο, ἀλλ’ ὁ Ἅγιος ἀρνεῖται. Καθώς βρίσκεται στίς τελευταίες του στιγμές συμβουλεύει τούς χριστιανούς νά εἶναι στερεωμένοι στήν πίστη, συγχωρεῖ τούς σταυρωτές, εὐλογεῖ ὅλους καί παραδίδει τήν ἁγία ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ πατρινοί τόν ἐνταφίασαν στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου, ὅπου ἀργότερα οἰκοδομήθηκε Ναός πάνω στόν τάφο τοῦ Ἁγίου. Ὁ Αἰγεάτης παραφρόνησε καί μέ τό ἄλογο του μαζί πέφτει ἀπό κάποιο ὑψηλό σημεῖο (πιθανόν τά Ψηλαλώνια) καί αὐτοκτονεῖ. Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας εἶναι ὁ μοναδικός ἀπό τούς δώδεκα μαθητές πού ὄχι μόνον κήρυξε ἀλλά καί μαρτύρησε στήν κυρίως Ἑλλάδα καί αὐτό ἀποτελεῖ μεγάλη τιμή, εὐλογία ἀλλά καί εὐθύνη γιά τήν πατρίδα μας καί περισσότερο γιά ὅσους κατοικοῦν στήν περιοχή τῶν Πατρῶν. Εἶναι ὁ πολιοῦχος τῶν Πατρῶν καί ἱδρυτής τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας. Λείψανα τοῦ Πρωτοκλήτου μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη τό 357 ὑπό τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, Αὐγουστάλιου τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Πέντε αἰῶνες ἀργότερα ὁ Αὐτοκράτορας Βασιλείος Α΄ὁ Μακεδών (867-886) προσκύνησε Λείψανα τοῦ Ἀποστόλου στήν Πάτρα. Τό 1462 ἐξαιτίας τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου μεταφέρθηκε ἡ Τιμία Κάρα ἀπό τόν Δεσπότη τοῦ Μωρέως Θωμᾶ Παλαιολόγο στήν Ρώμη καί παραδόθηκαν στόν Πάπα Πίο τόν Β΄. Τόν Νοέμβριο τοῦ 1847 ἕνας Ρῶσος Πρίγκηπας, ὁ Ἀνδρέας Μουράβιεφ δώρησε στήν πόλη τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου τεμάχιο δακτύλου χειρός τοῦ Ἁγίου. Ὁ Μουράβιεφ εἶχε λάβει τό παραπάνω ἱερό Λείψανο ἀπό τόν Καλλίνικο, πρώην Ἐπίσκοπο Μοσχονησίων, ὁ ὁποῖος μόναζε τότε στό Ἅγιο Ὄρος. Στήν πόλη μας ἐπανακομίσθηκαν καί φυλάσσονται ἀπό τήν 26η Σεπτεμβρίου 1964 ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἁγίου καί ἀπό τήν 19ην Ἰανουαρίου 1980 λείψανα τοῦ Σταυροῦ, τοῦ μαρτυρίου του.
ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΘΩΝΗΣ Αφ' ότου η πόλις των Πατρών έλαβε την τιμή να γίνη Μητρόπολις (805 μ.Χ.) χάρις εις τον Απόστολον Ανδρέα όπου την επροστάτευσε με θαύμα ολοφάνερον εις όλους, έγινε πόλος έλξεως μεγάλων και αγίων μορφών της Εκκλησίας. Έκτοτε, η πόλις των Πατρών, δεν ήταν μόνον ένας συγκοινωνιακός & πολιτιστικός κόμβος που ένωνε τους Έλληνας της Δύσεως με την Κωνσταντινούπολι, κέντρον πλιτισμού όλου του κόσμου, αλλά και κιβωτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το τότε πρόσφατο μέγα θαύμα του Πρωτοκλήτου, ως να ανακαίνισε την χάριν όπου εκληροδότησεν εις την πόλιν δια του Μαρτυρίου του, έγινε αφορμή να την ανασύρη από την αφάνεια και να ελκύση τους εκ της Νοτίου Ιταλίας και της Σικελίας Ελληνορθοδόξους πρόσφυγας. Ως είναι γνωστόν, οι Νορμανδοί, οι Φράγκοι και οι Γερμανοί, σπανίως επέτρεψαν την ειρηνική διαβίωσι εις τις περιοχές εκείνες. Όταν όμως εις αυτούς προσετέθησαν και οι λεηλασίες των Αράβων, οι εκεί κατοικούντες Έλληνες - Ρωμιοί αναγκάσθησαν, εγκαταλείποντες προσωρινώς την γενέτειρά τους, να έλθουν πρόσφυγες εις την Πελοπόννησο και μάλιστα εις την περιοχή της πόλεως των Πατρών. Μεταξύ των προσφύγων αυτών Ελλήνων συγκαταλέγονται και Άγιοι της Εκκλησίας, ένας εκ των οποίων είναι και ο Αθανάσιος επίσκοπος Μεθώνης. Ο άγιος Αθανάσιος εγεννήθη εις την Κατάνη της Σικελίας μάλλον μεταξύ των ετών 814 - 818. Περί τω 827 οι γονείς του, φεύγοντες τον αραβικό κίνδυνο που ελυμαίνετο την Σικελία, ήλθαν εις τας Παλαιάς Πάτρας της Πελοποννήσου, όπου ο Απόστολος Ανδρέας εδέχθη τον δια σταυρού θάνατον, μιμούμενος και εις τούτο, όπως και εις όλα τον Δεσπότην Χριστόν. Είναι η μεγάλη εποχή όπου εκατοικούσε ακόμη εις την Πόλιν μας ο συνομήλικος του και μελλοντικός μέγας και σοφός Ιεράρχης της Καισαρείας, Αρέθας ο Πατρεύς. Ενώ ακόμη ήταν μικρός την ηλικίαν, ο Αθανάσιος εζήτησε και έγινε μοναχός εις ένα από τα μοναστήρια της περιοχής. Αποχαιρετά λοιπόν τα εγκόσμια και τον μάταιο στροβιλισμό εις τον οποίον αδηγούνται όσοι εγκλωβίζουν τις προοπτικές της ζωης μόνον εις ότι βλέπουν και ψηλαφούν εις τον παρόντα βίον, και ενούμενος μετά του Θεού δια προσευχής και ασκήσεως, αγωνίζεται να εκγυμνασθή εις το αγαθόν και να στρέψη όλη του την έφεσιν εις την άσκησιν της αρετής. Με ανδρεία αποδύεται εις τους μοναχικούς αγώνας και βιάζεται να κατακτήση το βραβείον της άνω κλήσεως, γι αυτό και ο τότε Μητροπολίτης των Πατρών τον κατέστησεν ηγούμενο του μοναστηριού, παρά τις συνεχείς αρνήσεις του. Η θέσις του ως ηγούμενου όχι μόνο δεν ανέκοψε την ενάρετο ζωήν του, αλλά απέδειξε ότι θα ημπορούσε να υπηρετήση την Εκκλησία και εις υψηλότερον αξίωμα, γι αυτό και ο Πατρών τον χειροτονεί επίσκοπον Μεθώνης, όπου τότε υπήγετο εις την Μητρόπολιν του. Ως επίσκοπος ο Αθανάσιος εις την μικρά Μεθώνη, εργάσθηκε μετά ζήλου θαυμαστού προκειμένου να ανταποκριθή εις όλες τις υλικές και πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου του, ενώ παραλλήλως ο ίδιος ήταν τέλειο υπόδειγμα της ευαγγελικής πενίας και όλων των χριστιανικών αρετών. Όταν επλησίασε η ώρα της προς τον Θεόν εκδημίας του, εκάλεσε τους μαθητάς του και τους συνεβούλευσε να ασκούν πάντοτε την αρετή της αγάπης και να διατηρούν αδιαλείπτως την μνήμη της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας. Μετά την μακαρία του κοίμησι (περί τω 880), ο τάφος του έγινε πηγή θαυμάτων, γι αυτό και πλήθος κόσμου προσέτρεχε δια να λάβη την θεραπεία του. Η Εκκλησία ώρισε τότε την ημέρα όπου θα τελήται η μνήμη του (10η Δεκεμβρίου) και συνετάγη ιερά ακολουθία δια να ψάλλεται επ' εκκλησίαις. Κάποτε, την ημέρα αυτή, ήλθεν εις την Μεθώνη ο άγιος Πέτρος επίσκοπος του Άργους, και εξεφώνησεν ενώπιον του χαριτόβρυτου τάφου του λόγον πανηγυρικόν. Εις το κείμενον αυτό, ο Άγιος Πέτρος ομιλεί δια τον βίον και την πολιτείαν του αγίου Αθανασίου της Μεθώνης και μας δίδει πλήθος πληροφοριών για την επίγειον ζωήν του. Οι συμφορές, οι περιπέτειες και οι δουλείες (εις Φράγκους, Τούρκους και Βενετούς) της Πελοποννήσου έκαμαν να λησμονηθή από τους πολλούς το όνομα του Αγίου Αθανασίου της Μεθώνης, γι αυτό και η Ιερά Μητρόπολις των Πατρών απεφάσισε να υπενθυμίση και πάλι εις τους πιστούς ένα από τα λαμπρότερα τέκνα της που καθηγίασε την πόλι και τον μοναχισμό της περιοχής της και τον οποίον, ως άνδρα τέλειο πλήρη χάριτος και δυνάμεως, απέστειλλεν εις την Μεθώνη για να ποιμάνη τους εκεί χριστιανούς.

Σωσίπατρος ο Πατρεύς,Καταγόταν ἀπό τήν Ἀχαΐα. Μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί ἕνας ἐκ τῶν Ο΄ (70) Ἀποστόλων (Ρωμ. 16,21). Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἰκονίου καί μαζί μέ τόν Ἰάσονα μαρτύρησαν στήν Κέρκυρα. Ἡ μνήμη του ἐπιτελεῖται στίς 29 Ἀπριλίου.

Ηρωδίων, Ἀνήκει στόν χορό τῶν Ο΄ (70) Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου. Σύμφωνα μέ τίς πηγές ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Πατρῶν. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 8 Ἀπριλίου.

Λουκάς ο Ευαγγελιστής. Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Εὐαγγελιστής. Ἐκ τῶν Ο΄ (70) Ἀποστόλων. Ἐκήρυξεν εἰς τήν Ἀχαΐαν καί συμφώνως μέ διαφόρους Ἁγιολογικάς πηγάς ἐνταῦθα συνέγραψε τό Εὐαγγέλιον καί τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. (18 Ὀκτωβρίου).



Παῦλος ὁ Πατρεύς, ὁ Ὁσιομάρτυς. Ἡγούμενος τῶν ἐν Ραϊθῷ μαρτυρησάντων Ἁγίων Πατέρων. (14 Ἰανουαρίου).



Αρτέμιος ο Μεγαλομάρτυς,Στρατιωτικός διοικητής τῆς Ἀλεξάνδρειας καί τῆς Αἰγύπτου ὡμολόγησε τήν πίστη του καί τελειώθηκε μαρτυρικῶς ἐπί Αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου. Συνδέεται στενά μέ τήν πόλη τῶν Πατρῶν, ἐπειδή ἦρθε κατ’ ἐντολήν τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίου, γιοῦ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου γιά νά παραλάβει τά σεπτά λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί νά τά ἀνακομίσει στόν νεόκτιστο Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στήν Κωνσταντινούπολη (3 Μαρτίου 357). Κατά τήν διαμονή του στήν Πάτρα καί μέ τήν ἐπίβλεψή του κατασκεύασε ὑδραγωγεῖο. Στρατοπεδευμένος στήν περιοχή τῆς Μονῆς Γηροκομείου ἐλεοῦσε καί βοηθοῦσε πλῆθος ἀναξιοπαθούντων καί κυρίως γερόντων, γεγονός πού δικαιολογεῖ τήν τοπονυμία Γηροκομεῖο. Τιμᾶται ἡ μνήμη του στίς 20 Ὀκτωβρίου, ἰδιαιτέρως στήν Μονή Γηροκομείου τῆς ὁποίας καί θεωρεῖται προστάτης.

Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Νεομάρτυς.Καταγόταν ἀπό τήν Ἄρτα καί ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ γουνοποιοῦ στήν Πάτρα. Γιά ἄγνωστο λόγο ἔγινε μουσουλμάνος ἀλλά μετανόησε, ἐξωμολογήθηκε καί κατόπιν νηστείας καί προσευχῆς ὡμολόγησε τήν εἰς Χριστόν πίστη του ἐνώπιον τῶν Τούρκων. Μετά τίς κολακεῖες καί τίς ὑποσχέσεις ἀκολούθησαν ἡ φυλάκιση καί τά φρικτά βασανιστήρια μέχρι τίς 20 Ἰανουαρίου 1782, ὁπότε καί τελειώθηκε. Τά ἱερά του λείψανα ἔκρυψαν οἱ στρατιῶτες σέ κάποιο πηγάδι προκειμένου νά μήν τιμηθοῦν. Παλαιά εἰκόνα του σώζεται στήν Ἱερά Μονή «Κάτω Παναγιᾶς» Ἄρτης. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 20 Ἰανουαρίου.



Ὅσιος Ἰωακείμ Νοτενῶν. Ἔζησε κατά τόν ΙΗ΄αἰῶνα. Γεννήθηκε στό χωριό Σκιαδᾶ ἀπό ὅπου ἔφυγε κρυφά προκειμένου νά μονάσει ἀποφεύγοντας ἔτσι τούς οἰκείους του, οἱ ὁποῖοι τόν πίεζαν νά νυμφευθεῖ. Χειροτονήθηκε ἱερεύς. Ἐγκαταβίωσε στήν Μονή Παναγίας Χρυσοπηγῆς στήν Δίβρη καί στήν συνέχεια ἀναδείχθηκε ἡγούμενος στήν Ἱερά Μονή Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Νοτενῶν κοντά στό χωριό του. Ἀργότερα ἀποσύρθηκε καί μόνασε σέ σπηλαιῶδες ἀσκητήριο πλησίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Νοτενῶν. Μία τριετία μετά τήν κοίμησή του, ἡ ὁποία συνέβηκε περί τό 1755-1760 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Παλαιῶν Πατρῶν Παρθενίου, ὁ ὁποῖος ἐξομολογεῖτο εἰς αὐτόν. Τό λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο ὅμως κάηκε άργότερα ἀπό τούς Τούρκους. Ἡ μνήμη του τελεῖται τήν 3ην Ἰουλίου.



Παῦλος ὁ Πατρεύς, ὁ Ὁσιομάρτυς Καταγόταν ἀπό τό Σοπωτό (Ἀροανία) Καλαβρύτων. Ἔζησε στήν Πάτρα, ὅπου ἐργάσθηκε ὡς ὑποδηματοποιός ἐπί δεκατέσσερα χρόνια. Σέ κάποια στιγμή ἐπιπολαιότητος καί εὑρισκόμενος στήν περιοχή Καλαβρύτων καί ἐν συνεχείᾳ Τριπόλεως ἀρνήθηκε τόν Χριστό. Μετανοημένος ἐξομολογεῖται καί μεταβαίνει στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου κείρεται μοναχός στήν Μεγίστη Λαύρα καί ἀπό Παναγιώτης ὀνομάζεται Παῦλος. Μετά ἀπό μερικά ἔτη ἀσκήσεως καί δοκιμῆς καί μέ τίς εὐχές τῶν Ἀγιορειτῶν Πατέρων ἔρχεται στήν Τρίπολη, ὁμολογεῖ τόν Χριστό καί μετά ἀπό διάφορα βασανιστήρια δέχεται τόν διά ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τήν 22αν Μαΐου 1818. Τήν ἡμέρα αὐτή τῆς τελειώσεώς του συνεορτάζεται μέ τόν Ἅγιο Νεομάρτυρα Δημήτριο, ὡς Πολιοῦχοι τῆς Τριπόλεως. 18) Ἅγιοι Ἀναστασία καί Χριστόδουλος καί οἱ σύν αὐτοῖς Νεομάρτυρες Ὁ Χριστόδουλος ἡλικίας 14 ἐτῶν ἦταν τό μοναδικό μέλος μιᾶς χριστιανικῆς οἰκογένειας, τῆς ὁποίας ἡ μητέρα καί οἱ δύο θυγατέρες ἀλλαξοπίστησαν. Ἡ συνομήλική του Ἀναστασία ἦταν ὑπηρέτρια τῆς οἰκογένειας καί ἐνίσχυσε πνευματικῶς τόν Χριστόδουλο. Τελικά μαρτύρησαν στήν Πάτρα τήν Κυριακή τῶν Βαΐων τοῦ 1821, ὅπως διέσωσε ὡς αὐτόπτης ὁ ἱστορικός Πουκεβίλ, Πρόξενος τῆς Γαλλίας στήν Πάτρα τήν ἐποχή ἐκείνη, σημειώνοντας ὅτι καί ἄλλοι μαρτύρησαν μαζί μέ αὐτούς. Ἡ μνήμη τους ἐπιτελεῖται τήν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος.

Ἅγιος Μύρων ἱερομάρτυς Καταγόταν ἀπό εὐγενική οἰκογένεια τῆς Ἀχαΐας. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Κατά τόν διωγμό τοῦ Δεκίου συνελήφθη τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἀπό τόν Ἀντίπατρο, τόν ἄρχοντα τῆς Ἀχαΐας, ὁ ὁποῖος τόν ὑπέβαλε σέ μαρτύρια. Μετά τήν αὐτοχειριασμό τοῦ Ἀντιπάτρου μεταφέρθηκε στήν Κύζικο τῆς Μ. Ἀσίας ὅπου καί ἔλαβε τόν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 17 Αὐγούστου.


Ἅγιος Ἀσχόλιος (ἤ Ἀχόλιος), ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ἀλλά ἔζησε ἀπό τήν νεότητά του ὡς ἐρημίτης στήν Ἀχαΐα. Ἡ φήμη τῆς ἀγιότητάς του διαδόθηκε καί ἐξελέγη ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Συμμετεῖχε στήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη (381). Κατά τό ἑπόμενο ἔτος ὁ Πάπας Ρώμης Δάμασος τόν διώρισε βικάριο τοῦ ἀνατολικοῦ Ἰλλυρικοῦ, τό ὁποῖο τότε ὑπήγετο ἐκκλησιαστικῶς στήν Ρώμη. Συνδέθηκε μέ βαθειά πνευματική φιλία μέ τόν Ἅγιο Ἀμβρόσιο ἐπίσκοπο Μεδιολάνων ἀπό τόν ὁποῖο ἐγκωμιάζεται, ὅπως ἐπίσης ἐπαινεῖται καί ἀπό τόν Μ. Βασίλειο. Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στήν Θεσσαλονίκη τό 383-384 καί ἡ μνήμη του τελεῖται στίς 23 Ἰανουαρίου.

Ἅγιος Ἡρωδίων ὁ Ἀπόστολος, Ἐπίσκοπος Πατρῶν. Ἐκ τῶν Ο΄ (70) Ἀποστόλων. (8 Ἀπριλίου).

Ὅσιος Ἰωσήφ ὁ Ὑμνογράφος. Ἕζησεν τόν Θ΄ αἰῶνα. Ἔζησε ὡς αἰχμάλωτος τῶν Σαρακηνῶν στήν Πάτρα μεταξύ τῶν ἐτῶν 840-842 μ.Χ.

Ὅσιος Ἠλίας ὁ Σικελιώτης. Ὁ Ὅσιος Ἠλίας (823–903 μ.Χ.) γεννήθηκε στήν Ἔννη τῆς Κεντρικῆς Σικελίας καί ἦρθε στήν Πάτρα τό 888 μ.Χ. ὅπου ἔζησε γιά ἕνα διάστημα προκειμένου νά ἀποφύγει τίς ἐπιδρομές τῶν Ἀγαρηνῶν στήν Σικελία. Τήν μνήμη του ἐπιτελοῦμε στίς 17 Αὐγούστου.

Ὅσιοι Ἠλίας ὁ Σπηλαιώτης καί Ἀρσένιος. Ὁ Ὅσιος Ἠλίας γόνος εὐγενοῦς οἰκογενείας τοῦ Ρηγίου τῆς Καλαβρίας, γεννήθηκε περί τό 864 μ.Χ. καί κοιμήθηκε στίς 11 Σεπτεμβρίου 960. Ἐξαιτίας τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν ἔφυγαν ἀπό τό Ρήγιο καί κατέφυγαν μέ τόν γέροντά του ἱερομόναχο Ἀρσένιο καί πολλούς ἄλλους μοναχούς στήν Πάτρα ὅπου ἔζησαν γιά ὀκτώ χρόνια. Ἐπέστρεψαν στήν Ἰταλία ὅπου συνεδέθησαν πνευματικῶς καί μέ τόν Ὅσιο Ἠλία τόν Σικελιώτη, ὁ ὁποῖος ἔζησε ἐπίσης στήν Πάτρα. Καί οἱ τρεῖς εἶχαν λάβει τό προορατικό χάρισμα. Πρῶτος τελειώθηκε ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος (15 Ἰανουαρίου 904) καί ἀκολούθησε ὁ Ὅσιος Ἠλίας ὁ Σικελιώτης. Ἀργότερα δημιούργησε καί μοναστική ἀδελφότητα. Τήν προσωνυμία Σπηλαιώτης ἔλαβε ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι παρέμεινε τά περισσότερα χρόνια τῆς ζωῆς του σέ σπήλαιο. Ἡ μνήμη καί τῶν δύο Ἁγίων τελεῖται στίς 11 Σεπτεμβρίου.

Ὅσιος Δανιήλ ὁ ἐν τῷ κάστρῳ τῶν Πατρῶν.Στό βίο τοῦ Ὁσίου Νικήτα ἐκ Θηβῶν ἀναφέρεται ὅτι ἦλθε στήν Πάτρα καί συνάντησε τόν Ὅσιο Δανιήλ τόν ἐν Κάστρῳ. Ἔζησε τόν ΙΑ΄ αἰῶνα, καταγόταν ἀπό τήν Πάτρα καί ζοῦσε μέ μεγάλη ἄσκηση καί πολλή προσευχή. Ἔλαβε ἀπό τό Θεό τό χάρισμα τῆς φιλοξενίας, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, δηλαδή νά δέχεται, νά φιλοξενεῖ ἀνθρώπους καί νά τούς ἀναπαύει καθοδηγώντας τους πνευματικά. Ἡ μνήμη του τελεῖται στίς 23 Ἰουνίου.

Ὅσιος Σάββας ὁ Βατοπεδινός.Μοναχός τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπεδίου καί διά Χριστόν σαλός. Ἔζησε τόν ΙΔ΄ αἰῶνα. Μετά τίς ἐπιδρομές τῶν Καταλανῶν φεύγει ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος περιπλανώμενος καί ἀσκούμενος στήν Κύπρο, τά Ἱεροσόλυμα καί τό Σινᾶ. Ἐπιστρέφοντας στήν κυρίως Ἑλλάδα διέρχεται καί ἀπό τήν περιοχή τῶν Πατρῶν ὅπου διαμένει ἑνάμισυ ἔτος περίπου. Ἀπό ἐδῶ καταλήγει στήν Μονή τῆς Χώρας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ζώντας τόν ἔγκλειστό βίο. Ἡ κοίμησή του συνέβηκε τό 1349. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τίς 23 Ἰουλίου.

Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁσιομάρτυρας. Ἐκ Σοπωτοῦ. Ἔζησεν ἐν Πάτραις. Ἐμαρτύρησεν ἐν Τριπόλει τό 1818. (22 Μαΐου).

Ἅγιοι Ἀναστασία καί Χριστόδουλος καί οἱ σύν αὐτοῖς Νεομάρτυρες. Ἐμαρτύρησαν ἐν Πάτραις τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων τοῦ 1821.(Τρίτη Διακαινησίμου).

Πηγή Ιερά Μητρόπολις Πατρών

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ


Μπροστά στην Αγια Σοφιά με το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας




Στη Χάλκη, στο βάθος η Πρίγκιπος



Με το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών μέσα στην Αγια Σοφιά




ΨΗΦΙΔΩΤΟ: Ο ΚΥΡΙΟΣ "Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ"



Η Μονή της Χώρας



Με τον Οικουμενικό μας Πατριάρχη



Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, για τα ονομαστήρια του Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, στις 11-06-2009, διοργάνωσε προσκυνηματική επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Συμμετείχαν 50 άτομα, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Μας δόθηκε έτσι η ευκαιρία, να προσκυνήσουμε την μαρτυρική Πόλη. Να επισκεφθούμε την Αγια Σοφιά, το Πατριαρχείο, τον ιππόδρομο, την Μονή Μπαλουκλή, όπου και οι τάφοι των Πατριαρχών, τη Μονή της Χώρας με τα υπέροχα ψηφιδωτά, την Χάλκη με την Θεολογική της Σχολή, που δυστυχώς ακόμη παραμένει κλειστή και την Πρίγκιπο.


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ




Το τμήμα Εκκλησιαστικής και Πολιτιστικής Κατάρτισης του 2ου Ι.Ε.Κ. Πατρών διοργάνωσε προσκυνηματική, μορφωτική και ψυχαγωγική εκδρομή στο Αγιώνυμο Όρος. Ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν ήταν δεκαοκτώ, καθηγητές με μαθητές μαζί απετέλεσαν μια ωραία συντροφιά. Ξεκινήσαμε την Κυριακή 10/05/2009 στις 21:00΄ με λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη-Ουρανούπολη και από εκεί με το πλοίο, ώρα 9,45΄ για τη Δάφνη, το λιμάνι του Αγίου Όρους. Το Άγιο Όρος θεωρείται ιερός τόπος αφιερωμένος στην Παναγία. Είναι το «Περιβόλι της Παναγίας». Η χερσόνησος του Άθω, αποτελεί αυτοδιοίκητο μέρος του Ελληνικού κράτους και πνευματικά ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Το Ελληνικό Κράτος εκπροσωπείται από τον πολιτικό διοικητή του Αγίου Όρους. Σ’ αυτό τον τόπο υπάρχουν σήμερα είκοσι κυρίαρχες Μονές, δώδεκα Σκήτες και εκατοντάδες κελιά, καθίσματα και ερημητήρια. Από τις είκοσι κυρίαρχες Μονές, οι δεκαεπτά είναι ελληνικές και όλες είναι κοινοβιακές. Υπάρχουν δύο πόλεις. Οι Καρυές που είναι η πρωτεύουσα και η Δάφνη το λιμάνι της ιερής χερσονήσου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο πρώτος μοναχός του Όρους ήταν ο Πέτρος ο Αθωνίτης, αλλά η μεγάλη ακμή του μοναχισμού εμφανίζεται τον 9ο αιώνα με τον Αθανάσιο τον Αθωνίτη όπου οργάνωσε την κοινοβιακή ζωή των μοναχών και ίδρυσε τη Μονή της Μεγίστης Λαύρας (963 μ.Χ). Το Άγιον Όρος έχει έκταση 332,50 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Απαγορεύεται η είσοδος στις γυναίκες. Η μόνη γυναίκα που έχει θέση στο Όρος είναι μόνο η «Παναγία» και υπάρχουν αμέτρητες θαυματουργές εικόνες της. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ Δευτέρα 11 Μαΐου 2009: Η πρώτη μας στάση για προσκύνημα ήταν στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου. Ο δρόμος από τον αρσανά για την Μονή είναι πλακόστρωτος και σκεπασμένος με κληματαριές, προσφέροντάς μας δροσιά και ευχαρίστηση. Μας υποδέχθηκε ο «αρχοντάρης» π. Χριστόδουλος, μας κέρασε τσίπουρο και λουκούμι. Εκεί στο «αρχονταρίκι», υπήρχαν διάφοροι πίνακες που συμβόλιζαν τα πάθη του ανθρώπου και ιδίως του μοναχού που πρέπει να ξεπεράσει όπως: «ο Λαθροφάγος Μοναχός», «ο Παγχριστιανισμός και ο Πανσεξουαλισμός». Η Μονή αυτή φέρεται ότι ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα κοντά στο λιμάνι της Δάφνης από τον όσιο Ευθύμιο αλλά καταστράφηκε μετά από λίγο από τους πειρατές και ο Όσιος επανίδρυσε το μοναστήρι στην σημερινή του τοποθεσία. Η ονομασία «Δοχειαρίου» προήλθε από το διακόνημα του δοχειάρη, δηλαδή του υπευθύνου της αποθήκης. Στην Ιερά Μονή υπάρχει η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι η εικόνα είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάρης του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: "Μην περνάς από εδώ και με μαυρίζεις με τον καπνό". Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: 'Ώ μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;". Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός. Έτσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρήσει αυτό το εξ' απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοϋπήκοος". Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργουπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα τη,ς συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ' εκείνους που προστρέχουν σ' αυτήν με ευλάβεια και πίστη. Το καθολικό χτίστηκε το 1118 και ανακατασκευάστηκε το 1560. Ο Εσταυρωμένος που είναι πάνω από το τέμπλο είναι του 1783. Το ύψος του ναού είναι 25 μέτρα. Στην αρχή ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, όμως μετά από θαύμα των Αρχαγγέλων, αφιερώθηκε στους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών επουρανίων Δυνάμεων. Άλλο θαύμα έγινε το 1299, δεν έβρισκαν νερό και τους αποκάλυψε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ το σημείο να σκάψουν και βρήκαν άφθονο και καθαρό νερό. Το πηγάδι σώζεται μέχρι σήμερα και είναι αγίασμα. Άλλο θαύμα είναι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ έδιωξε τους Σαρακηνούς πειρατές από τη θάλασσα. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται στον ψηλό πύργο της Μονής και περιέχει εκτός από τα πολυάριθμα έντυπα βιβλία και 400 χειρόγραφα από τα οποία 62 είναι κώδικες περγαμηνής. Από τα ιερά κειμήλια του μοναστηριού ξεχωρίζουν η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, τμήμα του Τιμίου Ξύλου, λείψανα του Αγίου Τρύφωνος, του Αγίου Δημητρίου, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου κ.α. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Μετά το προσκύνημά μας στην Ι.Μ. Δοχειαρίου, πήραμε το μονοπάτι για την Ιερά Μονή Ξενοφώντος. Φθάσαμε στις 13:30 μ.μ. όπου μας υποδέχθηκε ο αρχοντάρης π. Θεωνάς με περισσή αγάπη. Μας προσέφεραν τράπεζα και τακτοποιηθήκαμε στους ξενώνες. Στις 18:00 μ.μ. συμμετείχαμε στην ακολουθία του Εσπερινού, στις 19:30 μ.μ στην ακολουθία του Αποδείπνου, όπου προσκυνήσαμε ένα κομμάτι του Τιμίου Σταυρού, την κάρα του Αγίου Γεωργίου, το χέρι της Αγίας Μαρίνας, το πόδι του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Στη συνέχεια πήγαμε με τον π. Θεωνά σ’ ένα κιόσκι πάνω από τη θάλασσα. Εκεί θαυμάσαμε το ηλιοβασίλεμα και απολαύσαμε την ηρεμία της Αθωνικής φύσης. Συζητήσαμε πολλά πνευματικά θέματα και κάναμε αρκετές ερωτήσεις πάνω στην πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, αλλά και για την Αθωνική Μοναστική Πολιτεία που έχει μοναδικότητα στον κόσμο. Η Μονή είναι χτισμένη το 998 από το Όσιο Ξενοφώντα. Αρχικά ήταν αφιερωμένη στο Άγιο Δημήτριο και κατόπιν στον Άγιο Γεώργιο μετά τη θαυματουργική άφιξη της εικόνας του εκεί κατά την περίοδο της Εικονομαχίας. Άλλη θαυματουργή εικόνα είναι της Παναγίας της Οδηγήτριας. Η εικόνα αυτή υπήρχε στο Βατοπέδι μέχρι το 1700 αλλά έφυγε από εκεί και πήγε στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος, την ξαναπήγαν πάλι στο Βατοπέδι αλλά ξαναγύρισε και μετά κατάλαβαν ότι η θέση της είναι αυτή. Το παλαιό καθολικό φέρει ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του 16ου αιώνα. Το νέο καθολικό κτίστηκε τον 19ο αιώνα και είναι το μεγαλύτερο στον Άθω Τρίτη 12-5-2009: Από τις 04:00 π.μ. - 08:30 π.μ. παρακολουθήσαμε τις ιερές ακολουθίες: Μεσονυκτικό-Όρθρος-Ώρες-Θεία Λειτουργία, μετά από λίγο παράκληση στην Παναγία και τράπεζα. Στη συνέχεια υπήρξε ξενάγηση στο σκευοφυλάκιο όπου υπάρχουν πραγματικοί θησαυροί. Αξιόλογες είναι δύο μεγάλες ψηφιδωτές εικόνες των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου του 10ου αιώνος, τις δώρισε ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, οι Άγιοι είναι σε στάση δεήσεως και στην κορυφή είναι ο Χριστός. Αξιόλογη είναι και η παλιά και σπάνια εικόνα της Μεταμορφώσεως από κηρομαστίχα, μια εικόνα είναι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου που είναι σε μικρή ηλικία και δέχεται το χάρισμα της Θεολογίας από το χέρι του Χριστού. Υπάρχουν Άγια Δισκοπότηρα, εικόνες φορητές εκκλησιαστικά σκεύη και πολλά χειρόγραφα. Αναχωρήσαμε από την Ι.Μ. Ξενοφώντος με το πλοίο για τη Δάφνη και από εκεί πήραμε το λεωφορείο για τις Καρυές. Ήταν περίπου μισή ώρα η διαδρομή. Τα δέντρα που βλέπαμε ήταν καρυδιές, οξιές και καστανιές. Μέσα από τα πελώρια δένδρα με την πλούσια φυλλωσιά τους, ξεπροβάλλεται μπροστά μας ένας τόπος γαλήνης, ηρεμίας, πνευματικότητας, περισυλλογής, όπου ο οφθαλμός συναρπάζεται από της φύσεως τα κάλλη και μετατρέπει την κουραστική πορεία σε ευχαρίστηση, ανακούφιση και δοξολογία του Θεού. Η ΣΚΗΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ Φθάσαμε στις Καρυές. Πρώτος σταθμός μας η Σκήτη του Αγίου Ανδρέου. Μας προσέφεραν δροσερό νερό, τσίπουρο και λουκούμι. Τακτοποιηθήκαμε στους ξενώνες και αμέσως επισκεφθήκαμε την Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία που στεγάζεται στους χώρους της Σκήτης. Μας υποδέχθηκε στο γραφείο του ο Σχολάρχης π. Ιερόθεος Ζαχαρής που είναι συμπατριώτης μας. Αφού μας καλωσόρισε, μας οδήγησε στην τραπεζαρία της Σχολής και μας προσέφερε πλούσιο μεσημεριανό γεύμα. Εκεί ήρθαμε σε επαφή και με τους σπουδαστές της Αθωνιάδας Σχολής. Μετά το γεύμα ο Διευθυντής μας μίλησε για το έργο της Αθωνιάδας και ότι εκτός από τα γενικά μαθήματα του Λυκείου, οι σπουδαστές διδάσκονται Αγιογραφία και Βυζαντινή Μουσική. Επισκεφθήκαμε το εργαστήριο της αγιογραφίας όπου θαυμάσαμε τα έργα των μαθητών, καθώς και το παρεκκλήσιο. Προστάτες της Αθωνιάδος Σχολής είναι ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Αθανάσιος ο Νεομάρτυρας, ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος και ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς και τους εορτάζουν την πρώτη Κυριακή του Οκτωβρίου. Ακολούθως, μετά από μικρή ανάπαυλα, στις 17:30 μ.μ με οδοιπορία, μέσα σ’ ένα θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον που ακόμη παραμένει παρθένο από την επέμβαση του ανθρώπου, πήραμε το μονοπάτι που οδηγεί στο κελί του πατρός Παϊσίου στην Παναγούδα. Περάσαμε πάνω από την ξύλινη γέφυρα που έφτιαξε ο ίδιος και όταν φτάσαμε στο κελί, μας υποδέχτηκε ο πατήρ Αρσένιος. Μπήκαμε στο απλό και απέριττο κελί, προσκυνήσαμε στο εκκλησάκι, πήραμε ευλογία από το κάθισμα του γέροντα και κατόπιν έξω στην αυλή, καθίσαμε στους ξύλινους κορμούς που είχε ο άγιος γέροντας και ακούσαμε πολλές ιστορίες από τη ζωή του π. Παϊσίου, που όλοι τον θεωρούν άγιο. Μας ανέφερε πως ήταν άνθρωπος με πολύ αγάπη, απλός, ταπεινός και με μεγάλη πίστη. Ο Θεός τον χαρίτωσε από τη ζωή αυτή με τη χάρη του προορατικού χαρίσματος και η προσευχή του εισακουόταν πολύ από το Θεό. Πολλοί άνθρωποι έτρεχαν να πάρουν και την ευλογία του, αλλά και τη συμβουλή του. Έλεγε ότι ο χριστιανός που έχει μυστηριακή ζωή και ζει μέσα στην Εκκλησία είναι δυνατός, έχει πνευματικά αντισώματα, δεν τον πιάνουν τα μάγια. Δεν έχει επάνω του καμία ισχύ ο σατανάς. Σε αυτή την περίπτωση ο σατανάς είναι σαν τον σκύλο που γαυγίζει. Χαιρετήσαμε τον πατέρα Αρσένιο, πήραμε την ευχή του και αναχωρήσαμε για το κοντινό κελί του πατρός Γαβριήλ όπου μας υποδέχθηκε με περισσή αγάπη και φροντίδα, παρ’ όλη την ηλικία του. Μας μίλησε για τη φιλανθρωπία, να έχουμε σεβασμό στους γονείς και καθηγητές μας γιατί είναι ιερά πρόσωπα. Οι γονείς βλέπουν καλύτερα μερικές φορές από τα παιδιά. «Ένας που δείχνει και διδάσκει το καλό και δεν το κάνει πράξη, με το ένα χέρι χτίζει και με το άλλο γκρεμίζει». «Ένας που διδάσκει το καλό και το κάνει πράξη, κτίζει και με τα δυο του χέρια». Διδάσκουμε αυτό που είμαστε γι’ αυτό πρέπει να έχουμε ταπείνωση και αγάπη, έτσι θα νικήσουμε. «Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ», η αποστολή του κληρικού είναι αποστολή αγάπης. Οι ιερείς πρέπει να δείχνουν αγάπη. «Η αγάπη δείχνει ένα τρόπο, η αδιαφορία μια δικαιολογία». Η αγάπη είναι γλώσσα παγκόσμια. Η αγάπη καλλιεργείται. Αν δώσουμε στο φτωχό ένα πιάτο ελεημοσύνη για μας θα είναι δύο. Να μην τα χρησιμοποιούμε όλα για τον εαυτό μας, αλλά να κάνουμε ελεημοσύνη γιατί είναι μεγάλη αρετή. Μας έδωσε το βιβλίο «Ένας ασκητής Επίσκοπος» να διαβάσουμε ένα τμήμα του. Ο Άγιος Νήφων είχε δει ένα φτωχό στο δρόμο και τον ψυχοπόνεσε και του έδωσε το πανωφόρι του. Το βράδυ βλέπει στον ύπνο του να βρίσκεται σε ένα όμορφο τοπίο με ανθισμένα λουλούδια, με ωραίους καρπούς των δένδρων, ήλιο λαμπερό και βλέπει ένα νέο στα άσπρα να λάμπει και είπε στον Νήφωνα να ακολουθήσει και βλέπει τέσσερις τετράδες Αγγέλων, όπου κάθε τετράδα είχε από ένα κιβώτιο με θησαυρούς, με στολές λαμπερές και άλλα λαμπερά στολίδια. Το πρωί που ξύπνησε παίρνει άλλο πανωφόρι πάει και το δίνει, το βράδυ στον ύπνο του είδε ακόμη καλύτερα πράγματα, την άλλη ημέρα έδωσε όλη του την περιουσία και έγινε μοναχός. Πήραμε την ευχή από τον άγιο γέροντα και ανεβήκαμε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου να ανάψουμε ένα κερί και να προσκυνήσουμε την εφέστιο εικόνα της Φοβεράς Προστασίας, της Παναγίας μας. Επιστροφή στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Τετάρτη 13-5-2009: Ξυπνήσαμε σχεδόν όλοι γύρω στις 04:00 το πρωί για τις ιερές ακολουθίες: Μεσονυκτικό- Όρθρος -Ώρες και Θεία Λειτουργία. Προσκυνήσαμε τμήμα της Κάρας του Αγίου Ανδρέα που μυροβλύζει, άλλα Ιερά Λείψανα και τις εικόνες της Παναγίας που βρίσκονται στο ναό: Της Σεραϊτίσσας, της Ελεούσης, της Κυρίας των Αγγέλων, Άνωθεν οι Προφήται κ.λ.π. Μετά την ακολουθία παρετέθη τράπεζα σε όλους τους προσκυνητές που εκείνη την ημέρα ήσαν εκατοντάδες. καρυεσ Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε τις Καρυές που είναι η πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Η ονομασία προέρχεται από τα λεπτοκάρυα φουντουκιάς. Στις Καρυές είναι η έδρα του Πολιτικού Διοικητή, εκεί εδρεύει η Ιερά Κοινότητα και η Ιερά Επιστασία. Μπροστά από το Κτίριο της Ιεράς Κοινότητας δεσπόζει ο Ναός του Πρωτάτου. Είναι ο αρχαιότερος σωζόμενος ναός του Α. Όρους, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και είναι πασίγνωστος γιατί εκεί φιλοξενείται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ». Η θαυματουργή αυτή εικόνα που φυλάσσεται σήμερα στο ιερό σύνθρονο του Πρωτάτου των Καρύων, βρισκόταν κατά τα τέλη του Ι' αιώνα σε ένα κελί κοντά στις Καρυές που σήμερα φέρει την ίδια επωνυμία "Άξιον Εστί" λόγω του εξής θαύματος : Ενώ ο Γέροντας του Κελιού απουσίαζε σε αγρυπνία του Πρωτάτου, συνέβη να φιλοξενήσει ο υποτακτικός του, που έμεινε μόνος στο κελλί, κάποιον άγνωστο περαστικό μοναχό μαζί με τον οποίο μάλιστα έψαλλε και την ακολουθία του όρθρου της Κυριακής. Όταν λοιπόν έφθασαν στην θ' ωδή του κανόνα, ο μεν μοναχός του Κελιού έψαλλε "Την Τιμιωτέραν", τον γνωστό αρχαίο αυτό ύμνο του Αγίου Κοσμά του ποιητή, που ψαλλόταν τότε όπως και σήμερα μαζί με τους θεομητορικούς στίχους της θ' ωδής («Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον...»), ενώ ο ξένος μοναχός άρχισε τον ύμνο διαφορετικά, προσθέτοντας στην αρχή του το μέχρι τότε άγνωστο προοίμιο «Άξιον εστίν ως αληθώς...», που τόσο θαυμασμό προκάλεσε στον ντόπιο μοναχό, ώστε το ζήτησε και γραπτώς, για να μπορεί να το ψάλλει και αυτός. Επειδή όμως δε βρέθηκε μελάνι και χαρτί μέσα στο κελί, ο μυστηριώδης ξένος μοναχός χάραξε τον ύμνο με το δάκτυλό του σε μια πέτρινη πλάκα και προσθέτοντας ότι έτσι πρέπει να ψάλλεται στο εξής ο ύμνος αυτός από όλους τους Ορθόδοξούς και έγινε άφαντος. Οι Αγιορείτες έστειλαν την πλάκα στον Αυτοκράτορα και στον Πατριάρχη, ενώ την εικόνα, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο αγγελικός ύμνος, τη μετέφεραν στο Πρωτάτο, στο οποίο καθιερώθηκε να γίνεται και η ετήσια πανήγυρη σε ανάμνηση του θαύματος και προς τιμή της Θεοτόκου. Σύμφωνα με το αρχαίο συναξάριο, η γιορτή αυτή αρχικά τελούνταν στο Κελί, όπου είχε γίνει το θαύμα, και μάλιστα προς τιμή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που χωρίς άλλο ήταν ο θαυμαστός εκείνος ξένος μοναχός. Το Πρωτάτο είναι αγιογραφημένο από τον κύριο εκπρόσωπο της Μακεδονικής Σχολής Εμμανουήλ Πανσέληνο τον 14ο αιώνα και οι αγιογραφίες είναι από τα αριστουργήματα της Βυζαντινής τέχνης. Κελί Αγίου Νικολάου: Στις Καρυές και λίγο πιο κάτω από το Διοικητήριο, υπάρχει το ιστορικό κελί του Αγίου Νικολάου. Χρονολογείται από τον 8ο αιώνα και ανήκει στην Ι.Μ. Διονυσίου. Το 1717 μπήκαν πειρατές στο κελί και από τους εννέα μοναχούς σώθηκε μόνο ένας. Στη συνέχεια έβαλαν φωτιά και το έκαψαν. Το 1845 εγκαταστάθηκε ο μοναχός Γεράσιμος με το μοναχό Νικήτα στο κελί και άρχισε νέα περίοδος. Στο κελί αυτό μας υποδέχθηκε και μας φιλοξένησε ο π. Αρτέμιος που κατάγεται από την Πάτρα. Μας είπε για την ιστορία του κελιού και μίλησε πολύ πνευματικά στα παιδιά που είναι υποψήφιοι κληρικοί για το ρόλο και του έργο που έχει να επιτελέσει ένας σύγχρονος ιερέας στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας. Στη συνέχεια με τα πόδια πήραμε το βαθύσκιο μονοπάτι που οδηγεί στο Κελί του Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη. Κελί Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη: Η ιστορία του κελιού αρχίζει από τον 11ο αιώνα. Το 1052 μ. Χ. χτίζεται ο ναός με προστάτη τον Άγιο Νικόλαο τον Πλακά, η εικόνα του αγίου είναι του 1350 σε ψηφιδωτό και ανήκει στην Ι.Μ. Χιλανδαρίου. Το 1850-1860 έχουμε ακμή από τους Ρώσους. Οι Ρώσοι είχαν γκρεμίσει τον παλιό ναό και πάνω σ’ αυτό έχτισαν καινούργιο. Σήμερα η αδελφότητα είναι μεγάλη, έφτιαξαν καινούργιο ναό και είναι ένα από τα ωραιότερα κελιά του Αγίου Όρους με μεγάλη πνευματικότητα. Οι μοναχοί μας υποδέχθηκαν στο Ναό, προσκυνήσαμε τις εικόνες, μας μίλησαν για την ιστορία του κελίου και μας προσέφεραν δροσερό νερό, τσίπουρο και γλυκίσματα στο χώρο υποδοχής. Στη συνέχεια πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το μεσημεριανό γεύμα που μας προσέφερε και πάλι η Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία, όπου και πάλι οι σπουδαστές είχαν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις με τους αδελφούς σπουδαστές της Αθωνιάδος. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ Μετά το γεύμα μας αναχωρήσαμε για την Ιερά Μονή Ιβήρων. Τακτοποιηθήκαμε στους ξενώνες της Μονής. Στις 18:00 μ.μ το τάλαντο μας κάλεσε για τον εσπερινό που έγινε μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα, στη συνέχεια προσκυνήσαμε το ιερά λείψανα που υπάρχουν σε ειδικό παρεκκλήσιο και στη συνέχεια παρακολουθήσαμε την Ιερά Παράκληση που έγινε στο παρεκκλήσιο της Παναγίας της Πορταϊτίσσης που είναι και το ιερότερο κειμήλιό της. Εδόθη το προσωνύμιο τούτο στην Παναγία, επειδή είναι τοποθετημένη η ιερά εικόνα στο παρεκκλήσιο της μονής Ιβηρών που ευρίσκεται αριστερά της κεντρικής Πύλης. Η εικόνα αυτή εσώθη από τα χέρια των αιρετικών εικονοκλαστών, όταν μία χήρα γυναίκα που την κατείχε από την Νίκαια άφησε την εικόνα στα κύματα της θάλασσας. Ένας μοναχός ο Γαβριήλ βρήκε την εικόνα και παρά τις συνεχείς προσπάθειες να τοποθετηθεί στο Άγιο Βήμα του καθολικού, εκείνη έφευγε από την θέση της και στεκόταν πάνω από την παλαιά πύλη της Μονής, επί των τειχών, ως θυρωρός και φύλακας. Τελικώς, οι μοναχοί έθεσαν την ιερά εικόνα στο σημείο που εκείνη είχε επιλέξει. Λέγεται μάλιστα, ότι εάν χαθεί η εικόνα από την θέση της, τότε θ’ αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου μας. Η Αγία αυτή εικόνα φέρει στο κάτω μέρος της σιαγόνος της Θεοτόκου μία ουλή από το μαχαίρι ενός πειρατή. Από την ουλή αυτή έρρευσε αίμα, το οποίο πηγμένο διακρίνεται και σήμερα επάνω στην εικόνα. Η Πορταΐτισσα είναι πολύ θαυματουργός και αυτό μαρτυρείται και από τα πολλά αφιερώματα που έχει. Η Μονή Ιβήρων είναι μοναστηριακό συγκρότημα μεγάλο και επιβλητικό. Η είσοδος της μονής είναι στη βορεινή πλευρά. Στο ανατολικό τμήμα της αυλής είναι το Kαθολικό. Απέναντί του το μεγάλο κωδωνοστάσιο και στη συνέχεια η τράπεζα από τη μία πλευρά και το κτίριο της βιβλιοθήκης από την άλλη. Η Βιβλιοθήκη της Μονής είναι από τις πιο πλούσιες του Αγίου Όρους. Περιλαμβάνει πάνω από 2.300 χειρογράφους κώδικες και 14 λειτουργικά ειλητάρια. Από τους κώδικες 223 είναι σε περγαμηνή. Από τα ιερά κειμήλια ξεχωρίζει το τεμάχιο Τιμίου Σταυρού, τμήμα της χλαμύδας του Κυρίου, μέρος του σπόγγου και του καλάμου από το πάθος του Κυρίου. Πέμπτη 14-5-2009: Βαθειά χαράματα, γύρω στις 4, 00 το πρωί πάλι οι ήχοι από το τάλαντο μας ξύπνησαν καλώντας στις ιερές ακολουθίες, όπου για πάνω από 1000 χρόνια ασταμάτητα υμνείται και δοξάζεται ο εν Τριάδι Κύριός μας. Αποκορύφωμα των ακολουθιών ήταν η συμμετοχή μας στη Θεία Λειτουργία που έγινε στο παρεκκλήσιο της Παναγίας της Πορταϊτίσσης. Αρκετοί από τη συντροφιά μας συμμετείχαν στο μυστήριο της ζωής και πήραν το φάρμακο της αθανασίας. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ Μετά τη Ι. Μονή Ιβήρων αναχωρήσαμε για την Ι. Μονή Σταυρονικήτα. Είναι αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, πιο παλιά ήταν αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο. Ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα και ήταν μικρό μοναστήρι. Έχει πάρει την ονομασία από δυο μοναχούς όπου ήταν και αδέλφια τον Σταύρο και τον Νικήτα. Τον 13ο αιώνα καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς, ερημώθηκε για δυο αιώνες μέχρι τον 15ο αιώνα. Το 1533 πωλήθηκε στον Ηγούμενο Γρηγόριο Γηρομερίου, που την ανακαίνισε και την επέκτεινε. Αργότερα συνέχισε το έργο αυτό ο Πατριάρχης Ιερεμίας που ανοικοδόμησε νέο καθολικό επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου. Στους επόμενους αιώνες υπέστη πολλές πυρκαγιές και ζημιές. Την εφέστιο εικόνα του Αγίου Νικολάου την είχε φέρει ο Πατριάρχης από την Κωνσταντινούπολη τον 13ο αιώνα. Το 1810 οι Σαρακηνοί λεηλάτησαν την Μονή και πήραν την εικόνα του Αγίου Νικολάου, την χτύπησαν στο μέτωπο και την πέταξαν στη θάλασσα. Το 1850 με θαύμα του Αγίου Νικολάου είδαν μία λάμψη στη θάλασσα και πέταξαν τα δίκτυα, τα τράβηξαν και εμφανίστηκε η εικόνα του Αγίου Νικολάου, όπου ήταν 40 χρόνια μέσα στη θάλασσα. Ένα στρείδι είχε καθίσει πάνω στην πληγή και όταν προσπάθησαν να το βγάλουν από την πληγή έτρεξε αίμα και από τότε η εικόνα ονομάσθηκε «Άγιος Νικόλαος ο Στρειδάς». Στο καθολικό υπάρχουν δυο εικόνες φορητές του Θεοφάνους του Κρητός, η Παναγία η Βρεφοκρατούσα και ο Κύριος. Αυτές οι εικόνες είναι του 1545 και χρησιμοποιούνται ως πρότυπα για άλλες εικόνες. Ξεχωρίζει επίσης η εικόνα με την παράσταση «Η Παναγία του πάθους», εδώ η Παναγία βαστάζει το Χριστό και ο Χριστός κοιτάει τον Άγγελο που κρατάει στο χέρι του το Σταυρό. Υπάρχουν αγιογραφίες των Οικουμενικών Συνόδων της 1ης και 7ης που έγιναν στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η αγιογραφία ολοκληρώθηκε μέσα σε έξι μήνες από το Θεοφάνη και τον γιο του Συμεών. Οι εικόνες του Αγίου Νικολάου του Στρειδά και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου είναι ψηφιδωτές. Η Ιερά Μονή κατέχει πολλά Ιερά Λείψανα όπως: Η κάτω γνάθος του Τιμίου Προδρόμου, το χέρι της Αγίας Άννας, της Αγίας Μακρίνας, του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, του Αγίου Τρύφωνος, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου κ.λ.π. Επίσης αρκετά πλούσια είναι και η βιβλιοθήκη της Μονής. Ο αρχοντάρης της Μονής ήταν πολύ φιλόξενος, μας περιποιήθηκε ιδιαιτέρως, προσφέροντάς μας δροσερό νερό, λουκούμια και διάφορα γλυκίσματα. Όταν έμαθε ότι είμαστε σπουδαστές Εκκλησιαστικής Κατάρτισης, χάρηκε πολύ και μίλησε στα παιδιά για το σπουδαίο έργο που έχει να επιτελέσει ένας εφημέριος στο σύγχρονο κόσμο. Αμέσως αναχωρήσαμε για την Ι. Μονή Παντοκράτορος. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ Το καθολικό είναι του 14ου αιώνα, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Εφέστιος εικόνα της Μονής είναι η Παναγία η Γερόντισσα «H εικόνα της Παναγίας της Γερόντισσας, είναι θαυματουργή. Tο πρώτο θαύμα που αποδίδεται σε αυτήν,αφέρεται στα χρόνια της βασιλείας του Aλεξίου A' του Kομνηνού. Όταν κτιζόταν το αρχικό μονύδριο,500 περίπου μέτρα μακριά από τα σημερινά κτίρια της Mονής, και ενώ οι εργάτες έκτιζαν, η εικόνα μαζί με τα εργαλεία των οικοδόμων εξαφανίζονταν μυστηριωδώς και όταν τα αναζητούσαν το πρωί τα ανακάλυπτανστο σημείο που βρίσκεται σήμερα η Mονή. Έτσι κατάλαβαν ότι θέλημα της Παναγίας ήταν να κτιστεί το μοναστήρι σε αυτό το σημείο, που η ίδια είχε επιλέξει, και όπου τελικά οικοδομήθηκε ο αρχικός πυρήνας τής Mονής. Tην εποχή, που έγινε το θαύμα, ένας πολύ ενάρετος και μεγάλος σε ηλικία ηγούμενος μετρούσετις τελευταίες ώρες της επίγειας ζωής του. Kατά θεία αποκάλυψη γνώρισε το τέλος του και θέλησε να κοινωνήσει των Aχράντων Mυστηρίων. Γι' αυτό το λόγο παρακάλεσε τον ιερομόναχο εφημέριο που ιερουργούσε τη συγκεκριμένη ημέρα να συντομεύσει τη Θεία Λειτουργία, ώστε να προλάβει να κοινωνήσει.O ιερομόναχος όμως δεν υπάκουσε και συνέχισε να λειτουργεί με αργό ρυθμό. Ξαφνικά ακούστηκε από τηνεικόνα η φωνή της Παναγίας, η οποία πρόσταζε τον ιερομόναχο να τελειώσει γρήγορα την Θεία Λειτουργία,ώστε να προλάβει να κοινωνήσει ο ηγούμενος. Έτσι και έγινε. Mόλις ο Γέροντας κοινώνησε, εκοιμήθη καιεξαιτίας αυτού του περιστατικού, η εικόνα απέκτησε την προσωνυμία Γερόντισσα. Kατόπιν η εικόναμεταφέρθηκε έξω από το Iερό Bήμα και τοποθετήθηκε στην αριστερή κολόνα του κυρίως Nαού, όπου μέχρισήμερα βρίσκεται, ώστε να μπορούν να προσκυνούν οι επισκέπτες της Mονής». Ο Μοναχός που μας ξενάγησε μας ανέφερε πολλά θαύματα της Παναγίας της γερόντισσας. Η βιβλιοθήκη της μονής περιέχει 350 χειρόγραφα, πολλά σε χαρτί, 68 σε περγαμηνή και 2 σε ειλητήρια. Σπουδαιότερα είναι το Ευαγγέλιο του Ιωάννου του Καλυβίτου σε λεπτή λευκή περγαμηνή, με πολυγραφικούς χαρακτήρες και δώδεκα εικόνες. Υπάρχουν λείψανα του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, του Αποστόλου Τίτου, του Αγίου Αθανασίου Κωνσταντινουπόλεως, των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού κ.λ.π αγίων καθώς και τεμάχια του Τιμίου Ξύλου. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ Επόμενος σταθμός μας ήταν η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Τακτοποιηθήκαμε στους ανακαινισμένους ξενώνες, ξεκουραστήκαμε για λίγο και το απόγευμα ώρα 6,00 παρακολουθήσαμε την ακολουθία του Εσπέρινού στο Καθολικό της Μονής. Πραγματικά είναι ένα από τα ωραιότερα Καθολικά του Αγίου Όρους. Οι πατέρες της Μονής έψαλλαν ωραία και μεγάλη κατάνυξη. Είδαμε και το μοναχό που κανοναρχούσε στους δύο χορούς. Ήταν κάτι που για πρώτη φορά οι σπουδαστές γνώρισαν. Μετά τον εσπερινό προσκυνήσαμε τα Ιερά Λείψανα, και συμμετείχαμε στην Τράπεζα. Μετά την Τράπεζα περιηγηθήκαμε τους χώρους, προσκυνήσαμε στα διάφορα παρεκκλήσια και οι μοναχοί μας μίλησαν για την ιστορία του Μοναστηριού. Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου αντικρίζει τη θάλασσα της βορειοανατολικής όψης του Άθω από ένα παραθαλάσσιο ύψωμα. Η Μονή ιδρύθηκε περί το 972-985 πιθανώς από τρεις πλούσιους άρχοντες, τους Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, οι οποίοι ήρθαν και μόνασαν στο Άγιον Όρος στα χρόνια του αγίου Αθανασίου που ίδρυσε τη Μεγίστη Λαύρα. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι ιδρύθηκε πιο παλιά από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα. Στο Β΄ Τυπικό (1045) κατακτά τη δεύτερη θέση την οποία συνεχίζει να κατέχει και σήμερα. Τον 12ο και 13ο αιώνα εκεί μόνασαν οι εθναρχικές μορφές του Σερβικού λαού άγιοι Σάββας και Συµεών. Ο κράλης της Σερβίας Στέφανος ∆ουσάν κατά τον 14ο αιώνα προσέφερε πολλές δωρεές στη Μονή, κάτι που συνέβη και τον επόμενο αιώνα από άλλους ηγεμόνες. Έχει τη μορφή μικρής μεσαιωνικής πολιτείας, καθώς διαθέτει πολλές πτέρυγες, πύργους, τρούλους κλπ. Το καθολικό είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Χτίστηκε στα τέλη του 10ου αι. σύμφωνα με την Αθωνική αρχιτεκτονική. Σώζονται μικρά δείγματα από την πρώτη ψηφιδωτή διακόσμηση του ναού. Τον 12ο αι. έγινε η αγιογράφηση και το 1312 ανατοιχογραφήθηκε σε πολλά σημεία. Εκτός από το καθολικό η μονή διαθέτει 19 παρεκκλήσια. Το σκευοφυλάκιο είναι πλουσιότατο. Φυλάσσεται η Τιμία Ζώνη της Παναγίας, τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού, μέρος από τον κάλαμο και τον σπόγγο της Σταυρώσεως του Κυρίου, και πάρα πολλά Ιερά Λείψανα. Η βιβλιοθήκη διαθέτει ανεκτίμητους θησαυρούς και είναι μεταξύ των αξιολογοτέρων βιβλιοθηκών του κόσμου. Μεταξύ άλλων κατέχει 1700 χειρόγραφα και περισσότερα από 10.000 έντυπα βιβλία. Στην Ιερά Μονή βρίσκονται πολλές θαυματουργές εικόνες της Παναγίας μας: 1) Η Παναγία η Βηματάρισσα: ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος είχε δυο γιούς τον Αρκάδιο και τον Ονώριο. Σε κάποια εκστρατεία είχε χάσει τον Αρκάδιο και τον βρήκε μετά από καιρό και επειδή δεν έπαθε τίποτα έκτισε τη Μονή Βατοπαιδίου. Τον 10ο αιώνα κατά τη διάρκεια επιδρομής των Αράβων στη Μονή ο Ιεροδιάκονος Σάββας, βηματάρης τότε (είχε διακόνημα στο Ιερό Βήμα), πρόλαβε και έκρυψε μέσα στο πηγάδι του ιερού βήματος την εικόνα και το Σταυρό του Μ. Κωνσταντίνου, τοποθετώντας μπροστά τους και μια αναμμένη λαμπάδα. Οι Άραβες λεηλάτησαν τη Μονή και ο Ιεροδιάκονος Σάββας μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Κρήτη απ’ όπου ελευθερώθηκε μετά από εβδομήντα χρόνια και επέστρεψε στη Μονή. Οι νέοι μοναχοί δεν γνώριζαν τίποτα για τα κρυμμένα κειμήλια, άνοιξαν με υπόδειξή του, το πηγάδι και βρήκαν την εικόνα και το σταυρό όρθια πάνω στο νερό και τη λαμπάδα αναμμένη! 2) Παναγία η Παντάνασσα: Σύμφωνα με αφηγήσεις γερόντων της Μονής η πρώτη ένδειξη ότι η εικόνα έχει ιδιαίτερη χάρη είναι το εξής γεγονός: Μια μέρα ένας νέος μπήκε στο ναό και πηγαίνοντας να προσκυνήσει την εικόνα, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπο της Παναγίας και μια αόρατη δύναμη τον έριξε καταγής. Μόλις συνήλθε εξομολογήθηκε με δάκρυα στους πατέρες ότι ζούσε μακριά από τον Θεό και ασχολείτο με τη μαγεία. Η θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας έπεισε το νέο να αλλάξει ζωή και να γίνει άνθρωπος ευσεβής. Η εικόνα αυτή έχει επίσης την ιδιότητα και ειδική χάρη από το Θεό να θεραπεύει τη φοβερή ασθένεια του καρκίνου. Αναρίθμητοι καρκινοπαθείς έχουν θεραπευτεί στις μέρες μας μετά από παράκληση που εψάλη μπροστά στην Παναγία την Παντάνασσα. 3) η Παναγία η Αντιφωνήτρια: Η παράδοση αναφέρει ότι επισκέφτηκε κάποτε τη Μονή η βασίλισσα Πλακιδία κόρη του Μ. Θεοδοσίου. Ενώ προχωρούσε να μπει στο καθολικό από την πλάγια μικρή πόρτα άκουσε μια φωνή που προερχόταν από την εικόνα: «Στάσου και μην προχωρείς. Γιατί τόλμησες ως γυναίκα και ήλθες σ’ αυτό τον τόπο;» Έντρομη η βασίλισσα ζήτησε συγχώρηση από την Παναγία. 4) Παναγία η Πυροβληθείσα: Κατά το 1822 μια ομάδα Τούρκων έφθασε στη Μονή και ένας από αυτούς βλέποντας την εικόνα την πυροβόλησε με μια σφαίρα που τρύπησε το δεξί χέρι της Παναγίας. Αποτέλεσμα αυτής της πράξης του ήταν να παραφρονήσει ο ίδιος και να κρεμαστεί σε μια ελιά μπροστά στη μονή. Βλέποντας οι άλλοι Τούρκοι τη θεία τιμωρία φοβήθηκαν και εγκατέλειψαν αμέσως τη Μονή. Επιπλέον ο αρχηγός του αποσπάσματος όταν πληροφορήθηκε την πράξη του στρατιώτη, που ήταν και ανιψιός του, διέταξε να τον αφήσουν άταφο ως κακούργο. 5) Παναγία η Εσφαγμένη: παράδοση αναφέρει ότι ένας ιεροδιάκονος και εκκλησιάρχης του καθολικού, λόγω του διακονήματός του, έφθανε στην τράπεζα κάθε μέρα με καθυστέρηση. Κάποτε ο τραπεζάρης αρνήθηκε να του δώσει φαγητό λόγω της καθυστέρησης. Ο ιεροδιάκονος αγανακτισμένος επέστρεψε στο ναό και είπε τα εξής μπροστά στην εικόνα: «Μέχρι πότε θα σε υπηρετώ και θα κοπιάζω κι εσύ δεν θα μεριμνάς ούτε για την τροφή μου;» Και παίρνοντας ένα μαχαίρι κτύπησε στο πρόσωπο της Παναγίας, από το οποίο σαν να ήταν ζωντανό άρχισε να τρέχει αίμα, ενώ αυτός τυφλώθηκε κι έπεσε κάτω σαν τρελός. Στην κατάσταση αυτή έμεινε τρία χρόνια απέναντι από την εικόνα κλαίγοντας και παρακαλώντας την Παναγία να τον συγχωρήσει. Μετά την παρέλευση τριών ετών εμφανίστηκε η Παναγία στον ηγούμενο και του ανήγγειλε ότι χαρίζει την υγεία στον τολμηρό ιεροδιάκονο αλλά το χέρι που διέπραξε την ιεροσυλία θα τιμωρηθεί. Πράγματι όταν πέθανε, στην ανακομιδή του λειψάνου του, αντίθετα με όλο του το σώμα που είχε λιώσει το δεξί του χέρι παρέμεινε αναλλοίωτο και φυλάσσεται έτσι ως σήμερα. Κάποτε ένας ιερέας επισκέπτης της Μονής αμφισβήτησε το θαύμα, αλλά όταν έβαλε το δάχτυλο στο σημείο της πληγής άρχισε αμέσως να τρέχει αίμα. Ο ιερέας έντρομος δεν πρόλαβε να βγει από το καθολικό και έπεσε νεκρός. 6) Παναγία η Ελαιοβρύτισσα: είναι του 15ου αιώνα. Μια χρονιά δεν έβγαλαν πολύ λάδι και τα δοχεία δεν είχαν αρκετό. Οι μοναχοί είπαν στον ηγούμενο να βάζουν λιγότερο λάδι στο φαγητό αλλά ο ηγούμενος αρνήθηκε και είπε να βάζουν κανονικά λάδι όπως και πριν, η Παναγία θα έκανε το θαύμα της. Έτσι και έγινε, θαυματουργικά γέμισαν τα δοχεία με λάδι, το οποίο ξεχίλιζε. και γέμισαν τα άλλα δοχεία με λάδι. 7) Παναγία η Παραμυθία: Παλιά υπήρχε η συνήθεια, βγαίνοντας οι πατέρες από το καθολικό να ασπάζονται αυτή την εικόνα και ο ηγούμενος να παραδίδει τα κλειδιά της Μονής στο θυρωρό. Η παράδοση αναφέρει ότι μια μέρα στα βυζαντινά ακόμη χρόνια, δίνοντας ο ηγούμενος στο θυρωρό τα κλειδιά άκουσε τα εξής λόγια από την εικόνα: «Μην ανοίγετε σήμερα τις πύλες της Μονής, αλλά ανεβείτε στα τείχη και διώξτε τους πειρατές». Η φωνή επανέλαβε για δεύτερη φορά τα ίδια λόγια. Στρέφοντας το βλέμμα του προς τα εκεί ο ηγούμενος είδε το βρέφος να απλώνει το χέρι τους και να σκεπάζει το στόμα της μητέρα του λέγοντας: «Μη μεριμνάς Μητέρα, γι’ αυτούς τους αμαρτωλούς. Άφησέ τους να τιμωρηθούν από τους πειρατές, τους αξίζει». Αλλά η Παναγία πιάνοντας το χέρι του Χριστού και στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι επανέλαβε τα ίδια λόγια. Οι μοναχοί αμέσως έτρεξαν στα τείχη και διαπίστωσαν ότι πειρατές είχαν περικυκλώσει τη μονή και περίμεναν το άνοιγμα της πύλης για να τη λεηλατήσουν. Εξαιτίας όμως της θαυματουργής επέμβασης της Παναγίας η Μονή σώθηκε. Η εικόνα έκτοτε διατήρησε τις τελευταίες κινήσεις των Θείων Προσώπων. Την άλλη μέρα, Παρασκευή 15-5-2009, στις 04:00 το πρωί μας ξύπνησε το τάλαντο για τη συμμετοχή μας στις ιερές ακολουθίες. Παρακολουθήσαμε το Μεσονυκτικό, τον Όρθρο, τις Ώρες και τη Θεία Λειτουργία. Συμμετείχαμε στην Τράπεζα στις 09:30 π.μ. και για την υλική τροφή. Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική ολότητα. Έχει ανάγκη διπλής τροφής και πνευματικής, αλλά και υλικής. Στο Άγιο Όρος χορτάσαμε και πνευματικά, αλλά και υλικά. Όμως το προσκύνημά μας έφθασε ήδη στο τέλος του. Έπρεπε να αναχωρήσουμε. Όλοι μας, και οι 18 που συμμετείχαμε, θέλαμε να μείνουμε και άλλο στο Περιβόλι της Παναγίας μας. Η χάρις της καθημερινά μας σκέπαζε και μας γέμιζε με νέες πνευματικές εμπειρίες. Η αναχώρηση δεν ήταν κάτι εύκολο. Κάτι μας τραβούσε να παραμείνουμε εκεί. Δώσαμε υπόσχεση όλοι στην Παναγιά μας ότι με την πρώτη ευκαιρία θα επιστρέψουμε. Πήραμε τα λεωφορεία και αναχωρήσαμε για τη Δάφνη. Στις 12 το μεσημέρι επιβιβασθήκαμε στο καραβάκι και αναχωρήσαμε για την Ουρανούπολη. Από εκεί με πήραμε το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε και προσκυνήσαμε τα μυροβλύζοντα λείψανα του Αγίου Δημητρίου και ζητήσαμε τη χάρη και τις πρεσβείες του. Αργά το βράδυ και ώρα 9,00 αναχωρήσαμε για την Πάτρα. Το Άγιον Όρος είναι κατοικία ψυχής και τόπος προσευχής. Η μοναδική μοναχική στον κόσμο πολιτεία, ή «πολιτεία της σιωπής», όπως την αποκαλούν. Ο μοναχός στο Όρος έχει σκοπό την ανύψωση της ψυχής και την αναφορά του στο Θεό. Ο Αγιορείτης μοναχός είναι φίλεργος, φιλήσυχος, λιτοδίαιτος, προσηνής και ανεπιτήδευτος, ολιγόλογος και φιλόθεος, φιλάνθρωπος, αγαθός και απλός. Ο μοναχός λατρεύοντας το Θεό και προσευχόμενος στο Ναό δεν σκέφτεται πότε θα περάσει η ώρα και θα φύγει, δεν βιάζεται αλλά υψώνεται υπεράνω του κτιστού κόσμου, εγκαταλείπει κάθε επαφή με τον κόσμο και έρχεται σε ένωση με Εκείνον, χωρίς να γίνεται δραπέτης της γήινης πραγματικότητας. Αισθάνεται της ακτίνα της Θεότητας να τον διαπερνά και να του προκαλεί την καλή αλλοίωση. Εκεί ο μοναχός προσεύχεται συνεχώς συμμετέχοντας στις πολύωρες ακολουθίες, κάνοντας και το διακόνημά του, έχοντας μοναδικό όπλο και σύντροφο το κομποσκοίνι και την νοερά προσευχή. Ο χρόνος εκεί έχει χάσει την υπόσταση του, γι’ αυτό ο μοναχός έχει χωρίσει το εικοσιτετράωρο σε τρία οχτάωρα. Το ένα προσεύχεται στο ναό, το άλλο εργάζεται σε εργόχειρα ή τους αγρούς (διάφορα διακονήματα) και το τρίτο μελετά, κάνει τον κανόνα του και αναπαύεται. Η συνεχής προσευχή που επαναλαμβάνεται συνεχώς είναι η σύντομη, αλλά και μεγάλη προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον με τον αμαρτωλό» και «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς». Όλα στο Άγιον Όρος λειτουργούν με δικό τους τρόπο, το Άγιο Όρος αγρυπνεί, διακονεί, σιωπά, προσεύχεται. Η προσευχή είναι το κλειδί του ουρανού, ανεβαίνει η δέηση του ανθρώπου και κατεβαίνει το έλεος του Θεού. Αυτή την εμπειρία προσπαθήσαμε για λίγο να ζήσουμε και μείς. Όμως, τα ευχάριστα γεγονότα τελειώνουν γρήγορα και μένουν μόνο οι εμπειρίες. Έτσι και για μας η όμορφη προσκυνηματική εκδρομή έφθασε στο τέλος της και με τις πνευματικότερες αναμνήσεις αποχαιρετήσαμε το Άγιον Όρος, αυτές οι βιωματικές εμπειρίες θα μας μείνουν αξέχαστες και θα μας συγκλονίζουν για πάντα στη ζωή μας. Ευχαριστούμε τον Πανάγαθο Θεό γι’ αυτή την απέραντη ευλογία, που μας χάρισε και όλους αυτούς που με κάθε τρόπο πνευματικό ή υλικό μας βοήθησαν. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε στον Μητροπολίτη Πατρών κ.κ. Χρυσόστομο, για την πνευματική και υλική συνδρομή του. Ακόμη ευχαριστούμε το Διευθυντή του 2ου Ι.Ε.Κ. Πατρών κ. Κοντοχρήστο Χαράλαμπο που μας συνόδευσε, αλλά και το συνοδό καθηγητή μας Πρωτοπρεσβύτερο π. Δημήτριο Παπαγεωργίου, που μας παρακίνησε να συμμετάσχουμε, καθώς και στην άψογη διοργάνωση του προσκυνήματός μας στο ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ.


Σημείωση: Το κείμενο επιμελήθηκε εκ μέρους των σπουδαστών ο Ηλίας Αγγελής με τη βοήθεια του π. Δημητρίου, που ανέλαβε και τη δημοσίευσή του.